Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Έλληνες μάρτυρες σε φυλακές μωαμεθανικών κρατών.


Μας είχαν συλλάβει οικογενειακώς με το πρόσχημα μη πληρωμής των φόρων. Κάθε πρωί σηκωνόμασταν πριν φέξει για την δουλειά. Η μητέρα καθάριζε τα γραφεία της φυλακής. Έπρεπε πριν τις 8 να λάμπουν όλα. Νά είναι τα τζάμια καθαρά, τα κομπιούτερ, οι ναργιλέδες καί ειδικά το γραφείο του διευθυντού.
Μία μέρα, δεν θα την ξεχάσω ποτέ, πήγα μαζί της νά την βοηθήσω, επειδή είχε πυρετό. Έκαιγε ολόκληρη καί έτρεμε. Με μία κουβέρτα σκεπαζόμασταν όλοι, κι' αυτή ήταν καί τρύπια. Εκείνη έκανε την ηρωίδα, δήθεν ότι δεν κρύωνε, για νά σκεπαζόμαστε εμείς...
Το κρύο στους 10 υπό το μηδέν καί το νερό παγωμένο. Εκείνο το πρωί, σαν άνοιξαν την πόρτα του κελιού για νά βγει, παρακάλεσα τον υπάλληλο νά πάω νά την βοηθήσω γιατί ζαλιζόταν, κρύωνε καί έτρεμε. Είδαν τα χάλια της καί με άφησαν.
Εκείνη την ημέρα δεν τα κατάφερνε καλά η μάνα μου. Εγώ έκανα ό,τι μπορούσα, νά φέρω νερό, νά πετάξω τα σκουπίδια. Αργήσαμε, καί μας πρόλαβε ο διευθυντής στο γραφείο του, όταν ήλθε.
- Ακόμη εδώ είστε, είπε. Τι χάλια είναι αυτά;
Το πώς βρέθηκε ένα τσιγάρο πατημένο κάτω, ούτε πού το καταλάβαμε. Φώναζε σαν υστερικός, λες καί είχαμε κάνει έγκλημα.
- Συγγνώμη, είπε η μητέρα μου πηγαίνοντας νά μαζέψει την γόπα. Ο διευθυντής όρμησε βίαια επάνω της, καί με μία δυνατή κλωτσιά με την μπότα του την κόλλησε επάνω στον τοίχο. Χτύπησε κάπου το κεφάλι της, κι' έμεινε αναίσθητη, πεταμένη στο πάτωμα. Έτρεξα κοντά της, κι' είδα το αίμα νά τρέχει από το κεφάλι της. Δεν άντεξα κι' άρχισα νά φωνάζω καί νά κλαίω. Όρμησα επάνω του καί τον χτύπησα με το ξύλο της σκούπας στην πλάτη...
Εκείνος σφύριξε τότε, κι' όρμησαν μέσα οι άνδρες τής φρουράς. Με σάπισαν με τα γκλόμπς στο ξύλο. Βάραγαν στο κεφάλι, στην πλάτη, χέρια, πόδια, όπου έβρισκαν... Γεμάτο αίματα με βάλανε στην απομόνωση για 40 μέρες... Ένας παράξενος ήλιος με ζέσταινε... Ήταν σαν νά βρισκόμουνα στην κόλαση. Πυκνό σκοτάδι, γύρω γύρω ντουβάρι, τσιμέντο χωρίς φως. Κρύο μέσα, πολλούς βαθμούς κάτω από το μηδέν, καί ανά δύο ώρες άνοιγαν 11 βρύσες από το ταβάνι καταβρέχοντάς με με κρύο, παγωμένο νερό... Είχα μελανιάσει, περιμένοντας το τέλος μου. Το ήξερα ότι δεν θα άντεχα για πολύ. Δεν μπορώ νά υπολογίσω πόσες μέρες πέρασαν, καθώς βρισκόμουν σε αφασία καί σε κώμα.
Αλλά τότε ακριβώς έζησα ένα θαύμα. Το πιο όμορφο συναίσθημα της ζωής μου... Εκεί, πάνω στην οροφή, είχε ανοίξει ένα μεγάλο τετράγωνο, καί από εκεί έμπαινε ένας ήλιος!... Ένας λαμπερός ήλιος, που με έκαιγε στην κυριολεξία. Όχι απλώς με ζέσταινε, άλλά με τσουρούφλιζε, σε σημείο πού νά έχω μαυρίσει μετά, καί στο πρόσωπό μου.
Κάθε μέρα, για ώρες πολλές ένας υπέροχος ήλιος με ζέσταινε, καί με βοηθούσε νά μην κρυώσω. Ούτε πεινούσα. Ένιωθα τόσο καλά, Αφοί το νερό πού έτρεχε από 11 βρύσες με δρόσιζε...
Ήταν απίστευτη αυτή η εμπειρία πού είχα ζήσει εκεί, 40 μέρες μέσα στην απομόνωση. Ένιωθα τόσο δυνατός καί χορτάτος, που την κατάξερη φέτα το ψωμί πού μου έφερναν, καθώς καί το νερό ούτε πού τα είχα πιάσει τόσες μέρες στα χέρια μου. Πρέπει 40 μέρες νά μην έβαλα μπουκιά στο στόμα μου, ούτε γουλιά νερό νά ήπια... Καί όμως, ούτε πείνασα, ούτε δίψασα, ούτε γραμμάριο βάρους έχασα, ούτε λιποθύμησα. Ένιωθα ζεστός, χαρούμενος, χορτάτος, καί έγιναν καλά καί οι πληγές από το πολύ ξύλο πού είχα φάει...
Όταν με πήγαν πάλι στο κελί μου, έλαμπα από ζωντάνια, από χαρά, από δύναμη καί ήμουν κατάμαυρος, λες καί είχα κάνει επί ώρες ηλιοθεραπεία... Όταν διηγήθηκα στους γονείς μου τα καθέκαστα, γονάτισε η μητέρα μου καί ευχαρίστησε τον Θεό πού εισάκουσε τις προσευχές της. «Μέγας είσαι, Κύριε», είπε, «καί θαυμαστά τα έργα σου. Δόξα σοι ο Θεός». Άλλωστε, μέσα στο κελί μας είχε έλθει ο Χριστός πολλές φορές...
Είχαμε νιώσει την χάρη Του, είχαμε ιδεί την ευλογία Του. Τον ζήσαμε! Ήταν ο μόνος επισκέπτης πού είχαμε δει εκεί, τόσα χρόνια...
Ας είναι δοξασμένος ο ζωντανός καί αληθινός Θεός μας!


Επιστολές από πραγματικά γεγονότα που περιέχονται στο βιβλίο «Συγκλονιστικές Ιστορίες Φυλακισμένων», εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη

«Ἄν κάποιος σέ πικράνει σέ ὁ,τιδήποτε, νά μήν πεῖς τό παραμικρό» (Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς)


ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΩΦΕΛΙΜΑ 
(ὑπέροχες συμβουλές γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν θλίψεων)
Ἀββᾶ Ζωσιμά
Ἔλεγε ἀκόμα, πώς ὅ,τι κι ἄν συμβεῖ στόν ταπεινό, ἀμέσως καταφεύγει στήν προσευχή, καί ὅλους τούς θεωρεῖ σάν εὐεργέτες. Ἐμεῖς ξεφύγαμε ἀπό τό δρόμο τῆς ἀλήθειας καί ἀπό τίς ὑποδείξεις τῶν ἁγίων, καί θέλουμε νά χαράξουμε μόνοι τό δρόμο μας, σύμφωνα μέ τά πονηρά μας θελήματα.


  Τί εἶναι τάχα εὐκολότερο, ἀπό τό ν’ ἀκούσουμε ἕναν ἅγιο καί πρακτικό δάσκαλο, τόν ἀββᾶ Ἀμμωνᾶ, πού λέει: «πρόσεχε μέ ἀκρίβεια τόν ἑαυτό σου, ὥστε, ἄν κάποιος σέ πικράνει σέ ὁ,τιδήποτε, νά μήν πεῖς τό παραμικρό. Σώπαινε, μέχρι νά ἠρεμήσει ἡ καρδιά σου μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή, καί τότε βοήθησε τόν ἀδελφό πού σ’ ἔθλιψε».
Πραγματικά, ὅποιος ποθεῖ τόν ἴσιο δρόμο, κάθε φορά πού ταράζεται, μαλώνει τόν ἑαυτό του καί τόν ἐλέγχει ἀδιάκοπα, λέγοντας:
·    Τί μανιάζεις, ψυχή μου; Τί ταράζεσαι σάν τούς ἐπιληπτικούς; Αὐτό ἀκριβῶς δείχνει πώς εἶσαι ἄρρωστη. Ἄν δέν ἤσουν, δέν θά πονοῦσες. Γιατί, ἀντί νά μέμφεσαι τόν ἑαυτό σου, τά βάζεις μέ τόν ἀδελφό σου, πού σοῦ φανέρωσε τήν ἀρρώστεια σου στήν πράξη καί σ’ ὅλη της τή σοβαρότητα; Μάθε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, «ὅς λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει, πάσχων οὐκ ἠπείλει». Ἄκουσέ Τον νά λέει, αὐτό πού καί ἔμπρακτα ἔδειξε: «Τόν νῶτον μου ἔδωκα εἰς μάστιγας, τάς δέ σιαγόνας μου εἰς ραπίσματα, τό δέ πρόσωπόν μου οὐκ ἀπέστρεψα ἀπό αἰσχύνης ἐμπτυσμάτων». Κι’ ἐσύ, ἄθλια ψυχή, γιά μιά βρισιά καί προσβολή ἤ περιφρόνηση καί ἀντιπάθεια ἤ κοροϊδία ἤ συκοφαντία, κάθεσαι καί πλέκεις χίλιους δυό λογισμούς, κι’ ἐπιβουλεύεσαι ἔτσι τόν ἴδιο σου τόν ἑαυτό, ὅπως οἱ δαίμονες.
Ἀλήθεια σέ μιά τέτοια ψυχή τί περισσότερο μπορεῖ νά κάνει ἕνας δαίμονας, ἀπ’ ὅ, τι κάνει ἡ ἴδια στόν ἑαυτό της;
Τό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ τόν βλέπουμε. Γιά τά πάθη Του, πού ὑπέμεινε γιά μᾶς, διαβάζουμε κάθε μέρα.
Ἐμεῖς ὅμως δέν ἀνεχόμαστε οὔτε μιά προσβολή!
 Πραγματικά ξεφύγαμε ἀπό τόν ἴσιο δρόμο.
Ἔλεγε ἐπίσης, πώς ἀκόμα κι’ ἄν ζήσει κανείς τόσα χρόνια, ὅσα ἔζησε ὁ Μαθουσάλας, δέν τραβήξει ὅμως αὐτό τόν ἴσιο δρόμο πού τράβηξαν ὅλοι οἱ ἅγιοι – ἐννοῶ τό δρόμο  τῆς ἀτιμίας καί τῆς ζημίας καί τῆς γενναιόψυχης ὑπομονῆς – , ὄχι πολύ, μά οὔτε λίγο δέν προκειται νά προκόψει. Τό μόνο πού θά ξοδεύει, τά χρόνια του ἄσκοπα.
****
Ἔλεγε ἀκόμα:
Ὅταν ἤμουν μέ τή μακαρία Διονυσία, κάποιος ἀδελφός τῆς ζήτησε κάτι σάν εὐλογία. Κι’ ἐκείνη τοῦ ἔδωσε ὅσο ἔπρεπε. Ἐπειδή ὅμως δέν τοῦ ἔδωσε ὅσο ἐκεῖνος ἤθελε, ἄρχισε νά τήν προσβάλλει καί νά ξεστομίζει ἄπρεπα λόγια καί γι’ αὐτήν καί γιά μένα. Σάν τόν ἄκουσε ἐκείνη, δαγκώθηκε κι’ ἔψαχνε εὐκαιρία γιά νά τοῦ κάνει κακό. Μόλις λοιπόν τό ἔμαθα ἐγώ τῆς εἶπα:
Τί πᾶς νά κάνεις; Νά ἐπιβουλευθεῖς τόν ἑαυτό σου; Θά διώξεις ἀπό τήν ψυχή σου κάθε ἀρετή. Μήπως τάχα ὑπομένεις ἰσάξια μ’ ἐκεῖνα πού ὑπόμεινε ὁ Χριστός γιά σένα; Τό ξέρω γερόντισσα, ὅτι σκόρπισες χρήματα σά νἄταν κοπριά. Ἄν ὅμως δέν ἀποκτήσεις τήν πραότητα, εἶσαι σάν τό σιδερά, πού χτυπάει ἕνα κομμάτι σίδερο, ἀλλά σκεῦος δέν κατασκευάζει.
****
Τῆς ἔλεγα ἀκόμα:
Ὁ θεοφόρος Ἰγνάτιος λέει:  «Χρειάζομαι πραότητα, γιατί μ’ αὐτήν καταλύεται ὅλη ἡ δύναμη τοῦ ἄρχοντα τοῦ αἰώνα τούτου». Ἀπόδειξη τῆς ἀποταγῆς τοῦ κόσμου εἶναι ἡ ἀταραξία. Γιατί συμβαίνει καμιά φορά, ἐνῶ καταφρονεῖ κανείς πολλά κεντηνάρια, νά κολλάει σ’ ἕνα βελονάκι, καί ἡ προσκόλληση του σ’ αὐτό νά τοῦ προκαλεῖ ταραχή. Δίνει δηλαδή στό βελονάκι ἐκεῖνο τήν ἀξία ἑνός κεντηναρίου. Καί γίνεται δοῦλος στό βελονάκι ἤ στό κουκούλι ἤ στό μαντήλι ἤ στό βιβλίο. Ἔτσι παύει νά εἶναι δοῦλος τοῦ Θεοῦ. Καλά λοιπόν εἶπε κάποιος ἀπό τούς σοφούς, πώς ὅσα πάθη ἔχει ἡ ψυχή, τόσους καί ἀφέντες. Καί ὁ Κύριος: «Ὅπου ὁ θησαυρός σου ἐκεῖ ἐσται ἡ καρδία σου». Καί ὁ Ἀπόστολος ἐπίσης : «ᾧ τις ἤττηται, τούτῳ καί δεδούλωται».
Σάν ἄκουσε ὅλα ταῦτα ἡ Διονυσία, μέ κοίταξε μέ θαυμασμό καί εἶπε:
Νά βρεῖς τό Θεό πού ποθεῖς!
Τέλος καί τῷ Θεῶ δόξα!
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

Ο φόβος στην κινέζικη κοινωνία


Του ιεραποστόλου αρχιμ.π.Ιωνά Μούρτου
Ζώντας στην Ταϊβάν στο ξεκίνημα της ορθόδοξης εκκλησίας, η αγάπη μου για τους Κινέζους έγινε μεγαλύτερη. Βέβαια είχε αρχίσει από τα φοιτητικά χρόνια και τώρα έδωσε η χάρη του Θεού να βρίσκομαι εδώ να τελώ την Θεία Λειτουργία και έτσι η χάρη και η αγάπη του Θεού να γίνονται αισθητά στην Ταϊβάν.


Συζητώντας με διάφορους ταϊβανέζους που σιγά σιγά έτυχε να γνωρίσω μου έκανε εντύπωση το ότι δεν είχαν αρκετή θα έλεγα χαρά. έγινε πιο φανερό αυτό από την παρατήρηση κάποιου φίλου όταν κοιτάζανε φωτογραφίες από τα μαγαζιά για γάμους. – πρέπει να εξηγήσω ότι ο κινεζικός γάμος γίνεται σε εστιατόριο, απλά τρώνε μαζί, η νύφη αλλάζει φορεσιές διάφορες για να δείξει ότι έχει λεφτά, δεν υπάρχει κάποια έννοια μυστηρίου, μια απλή υπόκλιση στους προγόνους, όμως βγάζουν καλλιτεχνικές φωτογραφίες στα αξιοθέατα της πόλης ντυμένοι γαμπροί και νύφες-. Μα αυτοί δεν γελάνε – είπε με απορία! Έχουν τόσο φόβο μέσα τους. Πράγματι, κοίταξα πολλές φωτογραφίες και όλες δείχνουν το ίδιο. Αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή με τον φόβο εδώ.


Σιγά σιγά ο φόβος άρχισε να μπαίνει πιο φανερά στην καρδιά μου, από διάφορες κρυφές ρωγμές και πληγές που δεν είχαν κλείσει. Βλέπετε είμαι και εγώ τώρα κινέζος, αγαπώ τόσο πολύ αυτό το λαό και αυτό τον τόπο, μου φαίνεται τόσο οικείος που κάποιοι μου λένε πως είμαι μετεμψύχωση κινέζου. Εγώ γελώ καλόκαρδα και τους λέω πως υπάρχουν και άλλες αιτίες που μπορεί να νιώθει κανείς έτσι, και όχι η μετεμψύχωση. Ο φόβος όμως μπήκε για τα καλά στην καρδιά μου όταν επισκέφθηκα την έκθεση θιβετιανού βουδισμού στο μουσείο θρησκειών. Εκεί η ευγενική μου φίλη ξεναγός μου εξήγησε τα διάφορα εκθέματα, μου είπε, βλέπεις αυτά τα τύμπανα, είναι από κρανία μικρών παιδιών και η μεμβράνη από το δέρμα τους, αυτές οι σάλπιγγες από κόκαλα ανθρώπινα, αυτή η στολή του λάμα, είναι εξ ολοκλήρου φτιαγμένη από δέρμα ανθρώπινο και κόκαλα, από πεθαμένους φυσικά…. ένοιωσα κάτι κρύο, κάτι κακό. Ακόμα και μετά, στην έξοδο, όπου πουλούσαν μικροαντικείμενα αναμνηστικά, κάτι με σταμάτησε πριν αγοράσω, και ρώτησα. αυτή η τσατσαρούλα από τί είναι φτιαγμένη;


1από κόκαλα ανθρώπινα φυσικά είπε η κοπέλα, όλα είναι από νεκρούς…. καλά είπα δεν πειράζει, θα πάρω άλλη φορά. Μου ήρθαν στο νου οι στίχοι του Τ.Σ. Ελλιοτ
«Όμως σε οστά ανάμεσα στεγνά σέρνεται η τύχη μας για να κρατήσει ζωντανή τη μεταφυσική μας».
(Ψίθυροι Αθανασίας).


Και τότε σαν ένα πέπλο να τραβήχτηκε από τα μάτια μου, πολλά άρχισαν να εξηγούνται μέσα μου. Ο φόβος. Αυτός κυβερνά την κινεζική και γενικότερα την κοινωνία των ανατολικών λαών.


Ο φόβος βρίσκεται παντού. Κατ’ αρχήν ο φόβος των φαντασμάτων. παντού υπάρχουν φαντάσματα, πολλοί μάλιστα μου είπαν ότι τα είδαν κιόλας. Είναι πολύ φυσικό να πεις σε ένα ξενοδοχείο «φάντασμα!», θα σε πιστέψουν, θα τρομοκρατηθούν, θα κάψουν χάρτινα χρήματα, θα ικετέψουν το φάντασμα να μην τους κάνει κακό. Είναι πολύ χαρακτηριστικό αυτό, «σε παρακαλώ μη με βλάψεις ……. πάρε αυτά…». Στην αρχή δεν τους πίστευα μα τώρα πια δεν είμαι τόσο σίγουρος, θυμούμενος τα συναξάρια των μαρτύρων, των Αγίων ειδικά της ερήμου, το πως χτίστηκε η Λαύρα από τον Άγιο Αθανάσιο στο Αγ. Όρος κτλ. Ναι είναι εδώ η χώρα που κυριαρχεί ο διάβολος. χάρη σε αυτούς που βοηθούν αυτήν την ιεραποστολή γίνεται εδώ λειτουργία, έρχεται η χάρη του Θεού. Ποια είναι αυτά τα φαντάσματα? Αυτοί που έχουν βρει βίαιο θάνατο, άλλοι που οι συγγενείς δεν τους πρόσφεραν τις απαραίτητες θυσίες, η και ετάφησαν σε λάθος ημερομηνία, η με λανθασμένο προσανατολισμό του τάφου, αλλά και διάφοροι δαίμονες, από τους πολλούς του κινεζικού πανθέου.


Είναι φανερό πόσο αβάσταχτη είναι εδώ η κυριαρχία της φύσης πάνω στην ανθρώπινη μοίρα. Το λεγόμενο φογκ σουει, δηλ. ο κατάλληλος συνδυασμός των φυσικών ιδιοτήτων ενός κτηρίου, προσανατολισμός, χώρος, φωτισμός, θέση πόρτας, παραθύρου κτλ, ώστε να βρίσκονται σε αρμονία με το λεγόμενο γινκ γιανγ, δηλ τις δυο συζυγείς δυνάμεις που ρυθμίζουν το σύμπαν. Συνεπώς η φύση κυριαρχεί αδυσώπητα πάνω στην ανθρώπινη μοίρα, μπορεί να σε καταστρέψει χωρίς καμία λογική, χωρίς άλλη αιτία.


Προχωρώντας βαθύτερα, στην οικογένεια βλέπουμε το αληθινό δράμα. Πρέπει να προσφέρεις κατάλληλες θυσίες κάθε 2 βδομάδες περίπου στους προγόνους, στο τραπέζι που κάθε οικογένεια έχει στο σπίτι για αυτό το σκοπό. Αν δεν το κάνεις σωστά, η ψυχή του πατέρα της μάνας, θα γίνει πεινασμένο φάντασμα και δεν θα δεις άσπρη μέρα. Μου φάνηκε αδιανόητο αυτό για μας τους Έλληνες. Πως είναι δυνατόν να διανοηθούμε πως οι ψυχές των νεκρών μας θα προσπαθούν να μας βλάψουν, έστω κι αν δεν τους θυμόμαστε, έστω και αν δεν τους μνημονεύουμε σωστά? 
Η ενδιαφέρουσα συνέχεια ΕΔΩ

Κυριακή 29 Απριλίου 2012

Ο Όσιος επίσκοπος Κριμαίας Αντώνιος(+1 Νοεμβρίου 1942)

  Νικολάου Μάννη, εκπαιδευτικού


  Ο Γεωργιανός πρίγκιπας Δαυΐδ Αμπασίτζε γεννήθηκε το 1867 στην επαρχία της Τιφλίδας. Το 1891 αποφοίτησε από το Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο της Οδησσού και εισήλθε στη Θεολογική Ακαδημία του Κιέβου. Το 1891 εκάρη ρασοφόρος μοναχός και έλαβε το όνομα Δημήτριος, ενώ χειροτονήθηκε και Διάκονος. Αποφοίτησε από τη Θεολογική Ακαδημία Κιέβου το 1896 και χειροτονήθηκε Ιερέας. Αμέσως ανέλαβε θέση Καθηγητή και λίγο αργότερα Επιθεωρητή στο Θεολογικό Σεμινάριο της Τιφλίδας. Εκεί πρωτογνώρισε τον Ιωσήφ Τζουγκασβίλι, γνωστό ως Στάλιν, ως νεαρό τότε σπουδαστή της Θεολογίας, τον οποίο απέβαλε το 1899 εξαιτίας της ανάγνωσης αντιχριστιανικών βιβλίων και διεξαγωγής αθεϊστικής προπαγάνδας μεταξύ των φοιτητών.

  Το 1900 έλαβε το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτου και το 1902 χειροτονήθηκε τιτουλάριος Επίσκοπος. Στην χειροτονητήρια ομιλία του είπε μεταξύ άλλων και τα εξής προφητικά: «Η ανάρρηση στον επισκοπικό θρόνο είναι μια προσέγγιση στον Γολγοθά. Αλλά ο Γολγοθάς δεν μπορεί να τρομάξει έναν χριστιανό, που γεννήθηκε για αυτό, επειδή χωρίς το Γολγοθά δεν υπάρχει Ανάσταση»! Το 1915 προήχθη σε Αρχιεπίσκοπο Ταυρίδος και Συμφεροπόλεως. Το 1919 εξελέγη αντιπρόεδρος της Προσωρινής Ανώτερης Εκκλησιαστικής Διοίκησης της Νοτιοανατολικής Ρωσίας, ενώ το 1921, με την πλήρη επικράτηση των Κομμουνιστών, παραιτήθηκε και αποσύρθηκε στη Μονή της Αγίας Τριάδος στην Θεοδοσία της Ταυρίδος (Κριμαίας).
Το 1923 συνελήφθη από την Γκε-Πε-Ου (GPU), την μυστική αστυνομία των Μπολσεβίκων και το επόμενο έτος απελάθηκε και τελικώς εγκαταστάθηκε στο Κίεβο, στην περίφημη έρημο Κιταέφσκαγια.

Το 1925 εμφανίστηκε σε ενύπνιο ο Αρχιμανδρίτης της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου Αλέξιος Σεπέλεφ [1], ο οποίος είχε κοιμηθεί οκτώ χρόνια πριν, και του ζήτησε να ταφεί σε άλλο μέρος γιατί κολυμπά στο νερό! Το όνειρο επαναλήφθηκε τρεις φορές και ο Αρχιεπίσκοπος αποφάσισε να πάει στις πολιτικές αρχές και να ζητήσει εκταφή και μεταφορά του λειψάνου για ταφή σε άλλο σημείο, αλλά οι αρχές αρνήθηκαν. Εκείνος όμως επέμεινε και δήλωσε πως αναλαμβάνει την ευθύνη. Όντως κανονίστηκε η ημερομηνία και μετά την Θεία Λειτουργία έφθασαν οι στρατιώτες στην περιοχή για την εκταφή. Ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος έκανε πρώτος την αρχή και οι στρατιώτες συνέχισαν το σκάψιμο. Δεν έσκαψαν πολύ όταν είδαν το φέρετρο να επιπλέει κυριολεκτικά στο νερό. Φόβος κατέλαβε τις πολιτικές αρχές, ενώ ο Αρχιεπίσκοπος με τους πιστούς δόξαζαν τον Θεό.
Το έτος 1927 ο Στάλιν κατάφερε και υπέταξε την Ρωσική Εκκλησία με τον εξής τρόπο. Έταξε στον Τοποτηρητή του Πατριαρχείου Μητροπολίτη Σέργιο επισημοποίηση και αναγνώριση της νομικής υποστάσεως της Ρωσικής Εκκλησίας υπό τον όρο να δηλώσει ότι η Ρωσική Εκκλησία δεν αντιμάχεται το Σοβιετικό Κράτος, αλλά συνεργάζεται με αυτό [2]. 
Ο Σέργιος συναίνεσε και εξέδωσε την περίφημη «Δήλωση» με την οποία προέτρεπε τους πιστούς σε έκφραση ευγνωμοσύνης προς το άθεος κράτος και τους συνιστούσε να αναγνωρίζουν τη Σοβιετική Ένωση ως την πατρίδα, της οποίας οι χαρές και οι επιτυχίες της είναι χαρές και οι επιτυχίες τους και οι αποτυχίες της αποτυχίες τους, και ότι κάθε χτύπημα ενάντια σε αυτήν είναι χτύπημα στην Εκκλησία! Ενάντια στην κατάπτωση αυτή ξεσηκώθηκαν χιλιάδες κληρικοί και λαϊκοί, οι οποίοι αντέδρασαν και αρνήθηκαν να την αποδεχθούν. Ο Αρχιεπίσκοπος Αντώνιος Αμπασίτζε ήταν ένας από αυτούς και ηγήθηκε της τοπικής ομάδας των «μη-μνημονευτών» στο Κίεβο [3], ενώ θεωρείται ότι συνέγραψε (μαζί με τον Ιερομάρτυρα Ανατόλιο Ζουρακόφσκι) αντισεργιανιστική Διακήρυξη. Υπήρξε δε οργανωτής της Εκκλησίας των Κατακομβών στην Ουκρανία, αλλά και στην πατρίδα του, την Γεωργία.




 Το 1928 έλαβε το Μέγα Αγγελικό Σχήμα και ονομάστηκε Αντώνιος, προς τιμήν του Οσίου Αντωνίου της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου (+1073). Υπήρξε απλός, ασκητικός, μοναχικός – αλλά πάντα ευγενικός και φιλόξενος – και επιτελούσε καθημερινά την Θεία Λειτουργία.

 Το 1933 συνελήφθη ξανά και καταδικάστηκε σε φυλάκιση. Συγκεκριμένα σε μεγάλη επιδρομή της GPU στη Λαύρα των Σπηλαίων στις 26 Φεβρουαρίου/13 Μαρτίου του 1933 συνελήφθη ο Αρχιεπίσκοπος Αντώνιος Αμπασίτζε, το πνευματικό του τέκνο ιερομόναχος Λεόντιος Φιλίπποβιτς [4] και δεκάδες άλλοι πατέρες και αδελφοί της Μονής. Στοιχειοθετήθηκε εναντίον τους η υπόθεση «Λιουμπίμοφ, Αμπασίτζε κ.α.» και καταδικάστηκαν άπαντες σε φυλάκιση και εξορία. Ο Αρχιεπίσκοπος Αντώνιος καταδικάστηκε σε 5 χρόνια εγκλεισμό σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, αλλά η ποινή του μετατράπηκε σε κατ᾿ οίκον περιορισμό.

  Δεν γνωρίζουμε γιατί ο Στάλιν δεν εξόντωσε τον παλαιό του καθηγητή. 
Μερικοί ιστορικοί πιστεύουν από σεβασμό, ενώ κάποιοι άλλοι θεωρούν πως οι λόγοι ήταν σαδιστικοί: τον ήθελε ζωντανό για να βλέπει το πώς ο παλαιός του μαθητής καταστρέφει την Εκκλησία. Κάποιοι μάλιστα θεωρούν πως η μετατροπή της ποινής του από εγκλεισμό στο στρατόπεδο σε κατ᾿ οίκον περιορισμό έγινε με πονηρό σκοπό: για να μπορούσε έτσι η GPU να παρακολουθεί όσους επισκέπτονταν τον Αρχιεπίσκοπο, μιας και χιλιάδες Ορθόδοξοι πιστοί από τη Ρωσία, την Ουκρανία, τη Λευκορωσία, τη Γεωργία συνέρρεαν σε αυτόν για πνευματικές συμβουλές.

  Την περίοδο του «Μεγάλου Τρόμου» [5] και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του 1937 έγινε νέα επιδρομή και συνελήφθησαν πολλοί κληρικοί και μοναχοί. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Μητροπολίτης Κιέβου και Έξαρχος της Ουκρανίας, Ιερομάρτυς Κωνσταντίνος Ντιάκοφ, ο οποίος καταδικάστηκε ως «εν ενεργεία μέλος της αντισοβιετικής φασιστικής αντεπαναστατικής εκκλησιαστικής οργανώσεως των Τυχωνιτών» [6] και σκοτώθηκε, κατά την διάρκεια των ανακρίσεων, στη φοβερή φυλακή Λουκγιανόφσκαγια, ενώ το σώμα του ετάφη σε άγνωστο μέρος. Ωστόσο ένας από τους συγγενείς του είδε τον Ιερομάρτυρα σε όραμα να στέκεται σε ένα σημείο έξω από τις φυλακές λέγοντάς του: «Το σώμα μου βρίσκεται εδώ». Ειδοποιήθηκε ο Αρχιεπίσκοπος Αντώνιος, ο οποίος τέλεσε κρυφά τη νεκρώσιμη ακολουθία.

  Ο Αρχιεπίσκοπος Αντώνιος κοιμήθηκε στο Κίεβο σε μια περίοδο που δεν υπήρχε κομμουνιστική κατοχή. Λίγο καιρό πριν είχαν εισβάλει στο Κίεβο τα γερμανικά στρατεύματα και είχαν ανοίξει εκ νέου όλες τις εκκλησίες και τα μοναστήρια. Ο Αρχιεπίσκοπος Αντώνιος είχε προαισθανθεί την κοίμησή του και ζήτησε τις πρεσβείες του Αγίου Νικολάου, στον οποίο είχε ιδιαίτερη ευλάβεια, και όλων των Αγίων, για το τελευταίο του ταξίδι. Κοιμήθηκε στις 19 Οκτωβρίου / 1 Νοεμβρίου 1942, ημέρα μνήμης του Αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης, και ετάφη στην περίφημη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου.Σημαντικό βιογραφικό και φωτογραφικό υλικό για τον Αρχιεπίσκοπο Αντώνιο διασώθηκε από δύο πνευματικά του παιδιά: τον Αρχιεπίσκοπο Χιλής της Εκκλησίας της Ρωσικής Διασποράς Λεόντιο Φιλίπποβιτς (+1971) και τον φωτογράφο μοναχό Αρσένιο (κατά κόσμον Μιχαήλ Φεντόροβιτς Γκίρια), πνευματικό τέκνο του Λεοντίου, ο οποίος, μετά την εξορία του πρώτου το 1933, προσκολλήθηκε στον Αρχιεπίσκοπο Αντώνιο.

  «Δεν έζησε για τον εαυτό του», γράφει στα Απομνημονεύματά του ο Αρχιεπίσκοπος Λεόντιος για τον Αρχιεπίσκοπο Αντώνιο, «αλλά για τον Θεό, την Εκκλησία και τον λαό. Κανένας από τους Ορθοδόξους Επισκόπους, και μάλιστα ακόμη και από τους Ανακαινιστές [7], οι οποίοι αργότερα μετενόησαν, δεν έφυγαν από την ταπεινή κατοικία του, χωρίς να μην κάνουν μια ορθόδοξη συζήτηση». 

Και σε μία άλλη επιστολή του, λίγες μέρες μετά την κοίμηση του Αρχιεπισκόπου Αντωνίου, γράφει: «Ήταν ο πνευματικός οδηγός μου και ο πατέρας μου για 20 χρόνια. Εάν με τη χάρη του Θεού είμαι αυτό που με γνωρίζεις, τότε είναι μόνο λόγω της εκπαίδευσης και της σοφής καθοδηγήσεώς του [8]. Έχοντας οδηγήσει εμένα και τα άλλα πνευματικά του παιδιά μέσα από τη Σκύλλα και την Χάρυβδη, έφυγε προς έναν άλλον υπέροχο κόσμο, αφήνοντάς μας, με την κοίμησή του, ιερή κληρονομιά το πώς να διατηρήσουμε την καθαρότητα της Πίστεως και να μην απομακρυνθούμε από την ενότητα της Εκκλησίας του Χριστού».

Στις 14 Ιουνίου 2011 η Ιερά Σύνοδος της Κανονικής Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας αποφάσισε την αγιοκατάταξή του σε τοπικό επίπεδο. Η τελετή έγινε στις 22 Απριλίου 2012 στον ιερό ναό της Λαύρας του Αγίου Αντωνίου και Θεοδοσίου του Πετσέρσκ προεξάρχοντος του τότε Μητροπολίτου Κιέβου Βλαδιμήρου (+2014).
Κλείνουμε το παρόν αφιέρωμα με μία υπέροχη φράση, την οποία συνήθιζε να επαναλαμβάνει ο φωτισμένος αυτός Ομολογητής Ιεράρχης Αντώνιος, και η οποία φανερώνει το πως έβλεπε την εξουσία του: «Το επισκοπικό αξίωμα δεν μου δόθηκε για να τιμωρώ, αλλά για να συγχωρώ»…

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ[1] Πρόκειται για τον Όσιο Αλέξιο της ερήμου Γκολοσέεβο (+11/24-3-1917).

[2] Εφόσον δηλαδή διεπίστωσε πως με τον χωρισμό Εκκλησίας-Κράτους, στον οποίο είχε προβεί ο Λένιν, δεν κατόρθωσε να αποδυναμώσει την Εκκλησία, μηχανεύτηκε την υποδούλωση της Εκκλησίας στο Κράτος. Μήπως άραγε και σήμερα δεν συμβαίνει αυτό και μάλιστα και σε «δημοκρατικά» Κράτη;

[3] Με την «Δήλωση» του Σεργίου η Ρωσική Εκκλησία χωρίστηκε σε τρία μεγάλα μέρη. Σε αυτούς που ακολούθησαν τον Σέργιο και την επίσημη Εκκλησία («Σεργιανιστές»), σε όσους ακολούθησαν τον, αποκηρύξαντα τον Σέργιο, Ηγέτη της λεγόμενης «Αληθινής Ορθόδοξης Εκκλησίας» (Εκκλησία των Κατακομβών), Μητροπολίτη Πετρουπόλεως Ιωσήφ («Ιωσηφίτες»), και σε όσους διέκοψαν μεν την κοινωνία με τον Σέργιο, χωρίς όμως να σχηματίσουν νέα Δικαιοδοσία («μη-μνημονευτές»). Αξίζει να σημειωθεί πως ο Ηγέτης των «μη-μνημονευτών» Ιερομάρτυς Κύριλλος, Μητροπολίτης του Καζάν, πυροβολήθηκε μαζί με τον Ηγέτη των «Ιωσηφιτών» Ιερομάρτυρα Ιωσήφ στις 7/20-11-1937.

[4] Μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Χιλής της Ρωσικής Διασποράς.

[5] Ο αρχηγός της μυστικής αστυνομίας (NKVD) Νικολάι Γιεζόφ, δεξί χέρι του Στάλιν και ένας από τους μεγαλύτερους εγκληματίες στην Ιστορία, ήταν, μαζί με τον αρχηγό του, ο υπεύθυνος της λεγόμενης «Μεγάλης Εκκαθάρισης» (ή «Μεγάλου Τρόμου», αφού οι εκτελέσεις έφθαναν τις χίλιες ανά ημέρα!) στη Σοβιετική Ένωση κατά την περίοδο 1936-1938, περίοδος στην οποία φυλακίστηκε το 90% των κληρικών, εκ των οποίων πάρα πολλοί εκτελέστηκαν.

[7] Η «Ανακαινιστική Εκκλησία», γνωστή και ως «Ζώσα Εκκλησία», υπήρξε μία σχισματοαιρετική ομάδα, την οποία επέβαλε και αναγνώρισε ως «επίσημη Εκκλησία» η σοβιετική κυβέρνηση από το 1922 μέχρι το 1927. Η «εκκλησία» αυτή συντάχθηκε με τους Κομμουνιστές και «καθήρεσε» τον νόμιμο Πατριάρχη Άγιο Τύχωνα, ο οποίος συγκάλεσε Σύνοδο και την καταδίκασε, αφορίζοντας τα μέλη της και κηρύσσοντας άκυρες τις ενέργειές της. Είναι φοβερό πως οι βασικότερες αρχές της ψευδεκκλησίας αυτής ήταν οι ίδιες που προωθήθηκαν το 1923 στο ληστρικό «Πανορθόδοξο Συνέδριο» που συγκάλεσε ο Μελέτιος Μεταξάκης το 1923 στην Κωνσταντινούπολη (αλλαγή του ημερολογίου, γάμος των επισκόπων κλπ.).

[8] Την περίοδο των πρώτων διωγμών ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Αντώνιος συνέστησε στον Λεόντιο να πάει στην Θεολογική Ακαδημία στην Πετρούπολη, για να ολοκληρώσει τις θεολογικές σπουδές του. Ο Λεόντιος όμως απόρησε: «Για ποιον λόγο; Αύριο ίσως μας συλλάβουν ή μας πυροβολήσουν». Ο Αρχιεπίσκοπος Αντώνιος του απάντησε: «Κανείς δεν γνωρίζει τι θα γίνει αύριο, η Πρόνοια του Θεού είναι άγνωστη. Λοιπόν κάντε υπακοή» (http://arhistratig.in.ua).
ΠΗΓΕΣ
https://ru.wikipedia.org/
https://www.rocorstudies.org/
phghhttps://drevo-info.ru/articles/12945.html
phghhttps://pravlife.org/ru/content/podvizhniki-hh-veka-shiarhiepiskop-antoniy-abashidze
http://hram-nikola.kiev.ua/zhitiya-svyatykh/1305-prepodobnoispovednik-antonij-abashidze



ΜΗ ΜΟΥ ΑΠΤΟΥ-Τι ερμηνεία δίνουν οι Άγιοι Πατέρες



Δέν μένει παρά ἡ ἑρμηνεία πού δίνουν πρῶτος  ὁ αὐθεντικώτερος ἑρμηνευτής τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, καί ἐν συνεχείᾳ ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας, ὁ Φώτιος, ὁ Θεοφύλακτος καί ὁ Ζιγαβηνός, υἱοθετεῖ δέ καί ἡ ἐκκλησιαστική συνείδηση τῶν Ὀρθοδόξων. 

 Προφανῶς αὐτήν δέχονται καί ὅσοι ἄλλοι πατέρες ἀσπάζονται τήν ἱστορική ἑρμηνεία. Ἀπό τούς ξένους τήν ἀσπάζονται πολλοί διακεκριμένοι. Αὐτοί οἱ ἑρμηνευτές ἑρμήνευσαν μέ τά δεδομένα πού ἀναφέραμε στήν ἀρχή χωρίς παρεκκλίσεις. 

Τόνισαν ὅτι ὁ Κύριος ἀποτρέπει τήν Μαρία, ὄχι διότι δέν ἔπρεπε νά τόν ἀγγίξει, ἀλλά διότι ἀποσκοποῦσε νά τῆς διδάξει ὁρισμένα πράγματα.

Ἡ Μαρία βλέποντας τόν ἀγαπητό διδάσκαλο, νομίζει ὅτι ἀναστήθηκε, ὅπως ἀκριβῶς ἀναστήθηκαν ἀπό αὐτόν τόσοι ἄλλοι νεκροί, καί ὅτι θά ἀρχίσει πάλι τήν παλαιά συναναστροφή του μέ τούς μαθητές καί τίς μαθήτριές του, ὅτι θά κηρύττει, θά ἔχει ἀνάγκη τῆς διακονίας της, πρᾶγμα πού τῆς ἔδινε ἰδιαίτερη χαρά. 

 Νομίζει ὅτι ἡ νίκη του καί ἡ δόξα του δέν ἦταν τίποτε ἄλλο, παρά νά ἀποδείξει στούς κακούς φαρισαίους ὅτι ματαίως τόν δολοφόνησαν. Δέν μπόρεσε νά συλλάβει τόν παγκόσμιο, τόν αἰώνιο, τόν πνευματικό χαρακτήρα τῆς νίκης του κατά τοῦ θανάτου. Δέν γνώριζε ὅτι ἡ κατάσταση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τοῦ Κυρίου δέν εἶναι πλέον ἡ κατάσταση τῆς φθορᾶς, τῶν φυσικῶν ἀναγκῶν, τῆς ταπεινώσεως. Δέν τόν εἶδε ἀκόμη νά παρουσιάζεται «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν», ἀλλά μόνον νά πλησιάζει ὡς κηπουρός. Χάρηκε, ὅπως ἀκριβῶς χάρηκαν οἱ ἀδελφές τοῦ Λαζάρου ὅταν εἶδαν τόν ἀδελφό τους ἀναστημένο. Τίποτε περισσότερο δέν ἀντιλήφθηκε. Ἔπρεπε ὅμως νά τά μάθει ὅλα.

 Ωστε ὁ Κύριος ἤθελε νά διδάξει τήν Μαρία τήν Μαγδαληνή ὅτι εἶναι πλέον στήν δόξα του, ὅτι αὐτός εἶναι ὁ Θεός, πού ἀνήκει τόσο σ' αὐτήν ὅσο καί σέ ὅλο τόν κόσμο, ὅτι πρέπει νά πλησιάζει μέ τόν προσήκοντα σεβασμό. Ἐπειδή ὅμως ἦταν ὑπεροπτικό νά τῆς πεῖ κατευθεῖαν ὅλα αὐτά, ἀνάγει τόν νοῦ της ἐμμέσως καί βαθμηδόν ἐπί τά ὑψηλότερα λέγοντας ὅτι «οὔπω ἀναβέβηκε πρός τόν Πατέρα αὐτοῦ». 

 «Ἐμφαίνεται», λέγει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, «ὅτι ἐκεῖ σπεύδει καί ἐπείγεται· τόν δέ ἐκεῖ μέλλοντα ἀπιέναι καί μηκέτι μετά ἀνθρώπων στρέφεσθαι οὐκ ἔδει μετά τῆς αὐτῆς ὁρᾶν διανοίας, ἧς καί πρό τούτου». 
Γι’ αὐτό, καί τούς μαθητές του κατά καιρούς μόνον πλησιάζει. Οἱ σχέσεις του μέ τούς μαθητές καί τούς πιστούς δέν θά εἶναι στό ἑξῆς ὅπως ἦσαν προηγουμένως. Θά εἶναι τελείως πνευματικές.
Γιά νά μή λυπηθεῖ ὅμως ἀπό τήν ἀπαγόρευση ἡ Μαρία καί ἀρχίσει νά συλλογίζεται ὅτι περιφρονήθηκε, τήν καθιστᾶ ὁ Κύριος πρώτη εὐαγγελίστρια τῆς ἀναστάσεώς Του παραγγέλλοντας νά πεῖ στούς μαθητές ὅ,τι εἶπε αὐτός πρός αὐτήν.
Βλέπουμε, λοιπόν, ὅτι τό πρώτιστο ἔργο τοῦ Κυρίου μετά τήν ἀνάστασή του εἶναι νά κηρύξει τήν νέα κατάσταση, νά ἐνημερώσει τό στενό περιβάλλον του γιά τίς νέες μεταβολές καί τά ἀποτελέσματα τῆς νίκης του. Καί ἀρχίζει ἀπό τήν Μαρία διά τοῦ «Μή μου ἅπτου».
Στέργιος Ν. Σάκκος

Εικόνα φτιαγμένη από χώμα και αίμα....



Την ώρα που δεκάδες πιστοί  θα διανύσουν είτε με τα πόδια είτε με οχήματα και λεωφορεία 37 χλμ για να φθάσουν και φέτος στο Ιερό Ναό του Ταξιάρχη στο Μανταμάδο με σκοπό να παραστούν στην ιερά πανήγυρη που τελείται κάθε χρόνο ανήμερα της Κυριακής των Μυροφόρων, έρχεται ξανά η ανάγκη να αναζητήσει κανείς τις επιταγές θρύλων και παραδόσεων όσον αφορά την προέλευση της θαυματουργής και παγκοσμίως ξακουστής  εικόνας του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.

Φτιαγμένη από χώμα και αίμα μοναχών η εικόνα αποτυπώνει στο σύνολο όλο το θαύμα που διέπει τη δημιουργία της από την α ή έως το τέλος. Οι ρίζες της χάνονται πολλούς αιώνες πριν και συγκεκριμένα τοποθετούνται γύρω στον 10ο με 11ο αιώνα εποχή όπου οι νησιωτικές περιοχές μαστίζονταν έντονα από τις συνεχείς επιδρομές και λεηλασίες των πειρατών. Η Λέσβος ήταν συχνός προορισμός των μακελάρηδων όντας τόπος πλούσιος με όλα τα καλά σε πλήρη αφθονία. 

Αναζητώντας το θρύλο πάμε στα άδυτα της αδίστακτης ομάδας της οποίας ηγείτο ο ξακουστός για την αγριότητα και την ανίκητη φύση του αρχιπειρατής Σιρχάν  ο οποίος είχε βάλει ως στόχο ζωής την κατάληψη και λεηλασία του μοναστηριού που βρισκόταν λίγο χιλιόμετρα πιο πέρα από την οχυρωμένη πολιτεία με το όνομα Στένακας. Η ίδρυση του μοναστηριού τοποθετείται πολύ παλιότερα ωστόσο οι καλόγεροι που τότε το υπηρετούσαν διατηρούσαν με απόλυτο σεβασμό κάθε ίχνος της ιερής παράδοσης που ο ίδιος ο χώρος εξυπηρετούσε όντας καταφύγιο και για διάφορα πολύτιμα αντικείμενα. Το τελευταίο στοιχείο ήταν αυτό που είχε εξάψει το ενδιαφέρον των πειρατών και μια μέρα έβαλαν πλώρη για την καταπάτηση του. 

Τα πλοία τους έφθασαν τα μεσάνυχτα στις ακτές της περιοχής και οι ίδιοι με συνοπτικές και προσεκτικές διαδικασίες έφθασαν αθόρυβα στην τοποθεσία του μοναστηριού. Οι μοναχοί είχαν ήδη ανταποκριθεί στα συνεχόμενα χτυπήματα του ξύλινου σημάντρου με σκοπό να παραστούν στην ακολουθία του όρθρου. Την ώρα που ο αέρας γέμισε με τις γλυκές μελωδικές ψαλμωδίες του οι πειρατές όρμησαν αλαλάζοντας μετατρέποντας την ειρηνική ιερή στιγμή σε ιαχή πολέμου. Οι καλόγεροι σφαγιάστηκαν με άγριο και απάνθρωπο τρόπο ενώ κανείς δεν γλίτωσε από το μένος και την θηριωδία των πειρατών…Μα να κάποιος κατάφερε να ξεφύγει από το λουτρό αίματος και δεν ήταν άλλος από το νεαρότερο σε ηλικία δόκιμο καλόγερο της Μονής, τον αμούστακο ακόμα Γαβριήλ. Το καλογεροπαίδι όντας ευκίνητο κατάφερε να διαφύγει από ένα σημείο φθάνοντας στη στέγη ωστόσο έγινε αντιληπτός από τους πειρατές οι οποίοι έτρεξαν μανιασμένοι πίσω του επιδιώκοντας να έχει και αυτός την τύχη των συντρόφων του. Και τότε ω του θαύματος: η στέγη μετατράπηκε σε φουρτουνιασμένη θάλασσα και ανάμεσα στους αφρούς και τα μανιασμένα κύματα ξεχώρισε ευθύς αμέσως η ηγετική και πελώρια μορφή ενός στρατιώτη ο οποίος γεμάτος αγριότητα μέσα από φωτιά πρόταξε το σπαθί του εναντίον των πειρατών οι οποίοι τράπηκαν σε άτακτη φυγή.
Ο νεαρός Γαβριήλ ένιωθε δέος και ιερό φόβο να κυριεύουν το μυαλό και το κορμί του ενώ ο πόνος για την απώλεια των συντρόφων του φάνταζε απαρηγόρητος. Το μόνο φωτεινό σημείο ήταν το θαύμα που μόλις είχε προηγηθεί και που του προξένησε ανεξήγητα μία έντονη επιθυμία να αποτυπώσει με κάποιο τρόπο την μορφή του στρατιώτη που ουσιαστικά του έσωσε τη ζωή. Τότε πέφτοντας στα γόνατα ζήτησε μέσω θερμής παράκλησης από τον Ταξιάρχη να του δώσει φώτιση για να μπορέσει να φιλοτεχνήσει τη μορφή του. Και όντως έτσι έγινε.
Σαν κυριευμένος από μία αόρατη και ανώτερη δύναμη να κινεί τα χέρια του πήρε χώμα ενώ με ένα σφουγγάρι μάζεψε το αίμα από τους σφαγιασθέντες αδελφούς του. Ανακατεύοντας τα οραματιζόταν την μορφή του ατρόμητου στρατιώτη. Λέγεται ότι ο πηλός δεν έφθασε για να φτιάξει όλο το υπόλοιπο σώμα με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η εικόνα του προσώπου και να δοθεί έμφαση σε αυτήν.

Έκτοτε ο ιερός ναός Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μανταμάδου αποτελεί πόλο έλξης χιλιάδων πιστών οι οποίοι κάθε χρόνο συρρέουν όχι μόνο στη χάρη του δηλαδή στις 8 Νοεμβρίου καθώς και κατά τη διάρκεια του πανηγυριού ανήμερα της Κυριακής των Μυρoφόρων 2 εβδομάδες ακριβώς μετά την Κυριακή του Πάσχα. Σκοπός η προσκύνηση της ιερής εικόνας με την μαυριδερή όψη που για τους ντόπιους μιλά στην καρδιά και την ψυχή τους. Άλλες φορές αφήνει την αίσθηση ότι το πρόσωπο σκοτεινιάζει δείγμα ότι ο Ταξιάρχης είναι δυσαρεστημένος με όσα συμβαίνουν στην μικρή κοινωνία ενώ άλλοτε απορρέει μία γλυκύτητα και αγαλλίαση. Οι διηγήσεις πιστών σχετικά με θαύματα του Αγίου είναι εκατοντάδες και έχουν καταγραφεί σε δεκάδες βιβλία  ενώ ως ένδειξη ευγνωμοσύνης πολλοί είναι αυτοί που αφήνουν αφιερώματα γύρω από την εικόνα του. 

Μιλώντας για θαύματα είναι πασίγνωστη πλέον και η ιστορία απόρροια της διήγησης του νεωκόρου του ναού όπου εν έτη 1963 ανήμερα της επίθεσης των Τουρκοκυπρίων στην Κύπρο με το που πήγε να ανάψει τα καντήλια είδε έκπληκτος την μεγάλη εξωτερική εικόνα που συναντά κανείς στο προαύλιο του ναού να λείπει. Η απώλεια διήρκεσε μία εβδομάδα ενώ το μυστήριο έλυσε λίγο καιρό μετά ένας νεαρός ο οποίος κουβαλώντας ένα κριάρι έφθασε να προσκυνήσει την εικόνα του Αγίου που με βάση τη μαρτυρία του  έσωσε τη ζωή καθώς τον επικαλέστηκε όντας στο μέτωπο.
Φυσικά οι μαρτυρίες είναι αναρίθμητες ενώ ο Ταξιάρχης αποτελεί για του Λέσβιους σύμβολο πίστεως και ισχυρής προστασίας εν μέσω χαλεπών καιρών και προσωπικών δυσκολιών.

Σάββατο 28 Απριλίου 2012

Tό «Kύριε ελέησον» κάνει θαύματα



H Εκκλησία μας δεν είναι ψέμα· η επικοινωνία με το Θεό είναι ζωντανή, ολοζώντανη. Mπορεί να΄ναι ψέμα τά άστρα, ο ήλιος, η γη, τά πάντα· ένα δεν είναι ψέμα· ο Kύριός μας. Nά μιμηθούμε λοιπόν κ’ εμείς τη Xαναναία.
 Ας γονατίζουμε και ας προσευχώμεθα λέγοντας ακαταπαύστως το «Kύριε, ελέησον».

Tο «Kύριε, ελέησον» το λέγανε οι άγιοι και έκαναν θαύματα. Tα παλιά τα χρόνια το λέγανε όλοι οι Xριστιανοί γονατιστοί και με δάκρυα. Στη Pωσία ο πιστος λαός το λέει και βουΐζει η εκκλησία. Στο Άγιο Όρος κρατούν κομποσχοίνι όλη νύχτα· κάθε κόμπος κ’ ένα «Kύριε Iησού Xριστέ, ελέησόν με». Εμείς; Tυπικώς· παρόντες στην εκκλησία τω σώματι, απόντες τω πνεύματι· χωρίς συναίσθηση, χωρίς ρήγος.

Tο «Kύριε, ελέησον» είναι η πιο μικρά προσευχή. Mπορεί να την πει κ’ ένας αγράμματος, μπορεί να την πει και το μικρό παιδί, και το νήπιο, κι ο ασπρομάλλης γέρος. Kαd ο Θεός ακούει το «Kύριε, ελέησον».
Tο συνιστώ κ’ εγώ σ’ εσάς. Δεν κάνεις μεγάλες προσευχές, δεν είσαι διαρκώς στην εκκλησία; Λέγε, εκεί που είσαι, το «Kύριε, ελέησον». 
Kάθεσαι να φας, «Kύριε, ελέησον». 
Βράδιασε, «Kύριε, ελέησον». 
Ξημέρωσε, «Kύριε, ελέησον». 
Πας στη δουλειά, «Kύριε, ελέησον». 
Σκάβεις τή γη «Kύριε, ελέησον». 
Βόσκεις τα ζώα, «Kύριε, ελέησον». 
Είσαι εργάτης, «Kύριε, ελέησον».
 Είσαι αξιωματικός, «Kύριε, ελέησον». 
Είσαι στρατιώτης, «Kύριε, ελέησον».
 Είσαι αμαρτωλός, «Kύριε, ελέησον».

Tό «Kύριε ελέησον» κάνει θαύματα. Αυτό που ζητούμε θα μας το δώσει ο Θεός, γιατί είναι πατέρας. Λέει ο Xριστός· «Ποιος πατέρας ζητεί το παιδί του ψωμί, και του δίνει πέτρα; ή ζητεί ψάρι, και του δίνει φίδι;» (Mατθ. 7,9-10· Λουκ. 11,11). Αν ο επίγειος πατέρας ενδιαφέρεται για τα παιδιά του, πολύ περισσότερο εκείνος που του λέμε «Πάτερ ημών…». 
Θα μας τα δώσει αυτά ο Θεός, εάν πιστεύουμε πραγματικά, εάν εί­μεθα Xριστιανοί· αμήν.

† Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνος
αποσπασμα ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου, 1-2-1987./

ΟΙ ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ.(Η Θεοτόκος πρώτη μάρτυρας της Αναστάσεως)


Δεύτε από θέας,γυναίκες ευαγγελιστριαι,καί τη Σιών είπατε:δέχου παρ' ημώνχαράς ευαγγέλιατης Αναστάσεως Χριστού,Τέρπου, χόρευε καίάγάλλου, Ιερουσαλήμ,τον βασιλέα Χριστόν θεασαμένη εκ του μνήματος ως νυμφίον προερχόμενον.
Σαν νικητήριος παιάνας αντηχούν στις εκκλησιές κατά τον όρθρο του Πάσχα τα λόγια τούτα καί ρίγη συ­γκινήσεως διαπερνούν τις καρδιές μας. Ό Ιερός υμνογράφος δανείζεται την έκφραση του Ευαγγελιστή- Προφήτη Ησαΐα (κγ' 11) «Γυναίκες έρχόμεναι, από θέας δεύτε, ου γαρ λαός εστίν έχων σύνεσιν», για να μας αποδώσει ζωντανά τίς ανεπανάληπτες εκείνες στιγμές χαράς, όταν το μήνυμα της "Αναστάσεως φθάνει στην Ιερουσαλήμ από κάποιες ευλογημέ­νες γυναίκες. Καί παράλληλα να μας πα­ραπέμψει στην προφητεία τη σχετική μ'αυτό το γεγονός. 

 Ποιες ήταν όμως αυτές οι γυναίκες, πού αξιώθηκαν να φέρουν πρώτες στον κόσμο το πιο υπέροχο άγγελμα πού ακούστηκε ποτέ; Είναι οι "Αγιες Μυρο­φόρες: Οι γυναίκες πού ακολουθούσαν τον Κύριο μαζί με την Μητέρα Του, έμει­ναν μαζί Της κατά την ώρα του θείου Πά­θους, καί λίαν πρωΐ «τη μια των Σαββάτων», δηλαδή προς τα χαράματα της Κυ­ριακής, πήγαιναν ν' αλείψουν με μύρα το σώμα του Κυρίου, σαν τελευταία πράξη τιμής καί αγάπης προς τον λατρεμένο Νε­κρό. Μιας αγάπης γεμάτης ήρωίσμό, πού δεν φοβήθηκε ούτε το σκοτάδι, ούτε τους στρατιώτες, ούτε τη λύσσα των Φαρισαίων, ούτε την απέτρεψε ό τεράστιος λίθος, αν καί τον σκέφθηκε.

Τα γνώριζαν τα προβλήματα οι Αγιες Μυροφόρες. Ομως, κατέχοντας την κορωνίδα των αρετών, την αγάπη, ελκύουν τη θεία Χά­ρη, πού έρχεται αρωγός τους. "
Από τα Ευαγγέλια έχουμε τα ονόματα μερικών από αυτές: Πρώτη Μυροφόρος, ή Κυρία Θεοτόκος. Πρόκειται για την άλλη Μα­ρία, ή Μαρία του Ιακώβου ή Ίωση, παι­διών του Ιωσήφ του Μνήστορος, των οποίων αποκαλείται μητέρα. Ή Μαρία ή Μαγδαληνή, από την οποία, κατά τον Ευαγγελιστή Μάρκο, ό Κύριος έξέβαλε επτά δαιμόνια καί στην οποία εμφανί­σθηκε ξεχωριστά την ίδια την ήμερα της Αναστάσεως. Ή Σαλώμη ήταν κόρη του Ιωσήφ του Μνήστορος. Ή "Ιωάννα, ή γυ­νή του Χουζά, πού ήταν επίτροπος της οικίας του βασιλέως Ήρώδου. Μάρθα καί Μαρία, οι αδελφές του Λαζάρου Μα­ρία ή του Κλωπά, καί Σωσάννα.Ή μνήμη κάθε μιας από τις άγιες Μυ­ροφόρες τιμάται χωριστά, όμως επειδή πρώτες αυτές εΐδαν τον Κύριο εκ νεκρών άναστάντα καί κατά πολύ συνέβαλαν στην άψευόη διακήρυξη της Αναστάσε­ως, οι άγιοι Πατέρες έταξαν να τιμάται ή μνήμη όλων μαζί την Κυριακή μετά του Θωμά. 

Ομως πώς ακριβώς έγιναν τα πράγματα; Πώς πληροφορήθηκαν οί άγιες εκείνες γυναίκες την Ανάσταση καί πείσθηκαν ότι πράγματι ό Χριστός ανα­στήθηκε; Καί τα τέσσερα ευαγγέλια (Μτ.28, 1-8/Μκ. 16, 1-8/Λκ.24,1-12/ Ίω 20,1-10) συμφωνούν στα κύρια σημεία: Βλέπουν τον κενό τάφο καί τα εντάφια σπάργανα, τον απαστράπτοντα άγγελο πού τους αναγγέλλει την Ανάσταση («ανέστη ουκ εστίν ώδε») καί τέλος αξιώ­νονται να δουν τον ίδιο τον Κύριο.
Όμως στη Γραφή υπάρχουν πάντοτε σημεία συνεσκιασμένα, πού ή κατανόηση τους χρειάζεται θείο φωτισμό. Φωτισμό πού μόνο οί αγίες ψυχές απέκτησαν μετά από σκληρούς πνευματικούς αγώνες.
 Ενα τέτοιο σημείο υπάρχει καί εδώ, σύμ­φωνα με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, ό οποίος, καθοδηγημένος από το "Αγιο Πνεύμα, ρίχνει φως στίς διηγήσεις των Ευαγγελίων καί βάζοντας τα γεγονότα στη σειρά μας δίνει το χρονικό της ημέ­ρας, στην ομιλία του αριθμ. 18 (-Στήν Κυριακή των Μυροφόρων).

Ό άγιος, ό οποίος διαπιστώνει ότι καί τα τέσσερα Ευαγγέλια κατ' αρχήν συμφωνούν στη διήγηση των γεγονότων, μας αποκαλύ­πτει ότι το Ευαγγέλιο της Αναστάσεως του Κυρίου πρώτη από όλους τους ανθρώπους, όπως ήταν σωστό καί δί­καιο, δέχθηκε ή Θεοτόκος καί αυτή εΐδε αυτό το γεγονός.πριν από όλους τον Αναστάντα και άπήλαυσε τη θεία ομιλία Του, καί αυτή πρώ­τη καί μόνη άγγιξε τα άχραντα πόδια Του, έστω καί αν οι Ευαγγελιστές δέν τα λένε φανερά όλα αυτά μη θέλοντας να προσαγάγουν ως μάρτυρα τη μητέρα, για να μη δώσουν αφορμή υποψίας στους απίστους.

Τοΰτο συνάγει κυρίως από τον Ευαγ­γελιστή Ματθαίο, ό όποιος μας δίνει πε­ρισσότερες λεπτομέρειες για τις πρώτες στιγμές μετά την ανάσταση καί την πλη­ροφορία ότι πρώτη απ' όλες ήρθε στον τάφο του Κυρίου ή Θεοτόκος. Είναι ή άλλη Μαρία, πού ήρθε μαζί με τη Μαρία τη Μαγδαληνή για να δουν τον τάφο. Καί ακριβώς τη στιγμή πού έφθαναν, ιδού έγι­νε σεισμός μέγας. Διότι άγγελος Κυρίου, άφοϋ κατέβηκε από τον ουρανό, άποκύλησε το λίθο από τη θύρα του μνημείου καί καθόταν πάνω σ' αυτήν. Ήταν δέ ή μορφή του σαν αστραπή καί το ένδυμα του λευκό σαν το χιόνι, από τον φόβο δέ εμπρός του ταράχθηκαν οι φύλακες κι έγιναν σαν νεκροί. "Ολες λοιπόν οί άλλες γυναίκες ήλθαν μετά το σεισμό καί τη φυ­γή των φυλάκων καί βρήκαν τον τάφο ανοιγμένο καί την πέτρα άποκυλισμένη. 

Ή δε Παρθενομήτωρ έφθανε τη στιγμή πού γινόταν ό σεισμός, άποκυλίστηκε ή πέτρα καί ανοιγόταν ό τάφος. Γι' αυτήν λοιπόν πρώτη ανοίχθηκε ό ζωηφόρος εκείνος τάφος (διότι γι' αυτήν πρώτη καί δι' αυτής έχουν ανοιχθεί σε μας όλα, όσα εΐναι επάνω στον ουρανό καί κάτω στη γη) καί γι' αυτήν άστραφτε έτσι ό άγγε­λος, ό όποιος προφανώς ήταν ό Γαβριήλ, ώστε, αν καί ή ώρα ήταν ακόμα σκοτεινή, αυτή με το πλούσιο φως του αγγέλου όχι μόνο να δει τον τάφο κενό, αλλά καί τα εντάφια να είναι τακτοποιημένα. Εξήλθαν δε με φόβο καί χαρά μεγάλη. Τον φόβο είχε ή Μαρία ή Μαγδαληνή καί οί άλλες γυναίκες, διότι δεν κατενόησαν τα λόγια του αγγέλου ούτε μπόρεσαν να συλλάβουν τελείως το φως, ώστε να δουν καί να μάθουν ακριβώς, ενώ ή Θεοτόκος απέκτησε τη μεγάλη χαρά, διότι κατενόη­σε τα λόγια του αγγέλου καί παραδόθηκε ολόκληρη στο φως, τελείως καθαρά καί θείως χαριτωμένη. 

Όταν δε εξήλθαν από τον Ευαγγελισμό τοϋτο, ή μεν Μαρία ή Μαγδαληνή σαν να μην άκουσε καν τον άγγελο, άφού άλλωστε καί εκείνος δεν μίλησε γι'αυτήν, διαπιστώνει μόνο την κέ­νωση του τάφου καί τρέχει προς τον Σίμωνα Πέτρο για να πει ότι πήραν τον Κύ­ριο. Ή δε θεομήτωρ Παρθένος, συνοδευ­όμενη από άλλες γυναίκες, επανερχόταν πάλι εκεί άπ' οπού ήλθε. Στό δρόμο της επιστροφής είναι πού τις συναντά ό Ιη­σούς λέγοντας «χαίρετε». Αυτές λέγει ό Ευαγγελιστής προσήλθαν, έπιασαν τα πόδια Του καί Τον προσκύνησαν. Όπως δε όταν ή Θεοτόκος άκουσε το Ευαγγέλιο της Αναστάσεως μαζί με τη Μαρία τη Μαγδαληνή από τον άγγελο, μόνο αύτή κατάλαβε τη σημασία των λόγων, έτσι καί μαζί με τίς άλλες γυναίκες, όταν συνά­ντησε τον Υιό καί Θεό Της, πρώτη άπ' όλες τίς άλλες είδε καί αναγνώρισε τον Άναστάντα.

 Ό άγιος, συσχετίζοντας τα γεγονότα της Αναστάσεως με τα γεγονότα της Δη­μιουργίας, βρίσκει μία ωραία αναλογία, πού θα μποροΰσε να τεθεί ως κατακλεί­δα:Ή ανάσταση του Κυρίου είναι ανανέ­ωση της ανθρώπινης φύσεως, είναι άναζώωση καί ανάπλαση καί επάνοδος προς την αθάνατη ζωή του πρώτου Αδάμ, πού καταβροχθίστηκε από το θάνατο λόγω της αμαρτίας. "Οπως λοιπόν εκείνον στην αρχή δεν τον είδε κανένας άνθρω­πος να πλάττεται καί να παίρνει ζωή, με­τά δέ τη λήψη της πνοής με θειο εμφύση­μα πρώτη άπ' όλους τον είδε μία γυναί­κα, διότι μετά άπ' αυτόν πρώτος άνθρω­πος ήταν ή Εύα, έτσι καί τον δεύτερο "Αδάμ, δηλαδή τον Κύριο, όταν άνίστατο από τους νεκρούς κανένας άνθρωπος δεν Τον είδε, άφοΰ δεν παρευρισκόταν κανείς δικός Του καί οί στρατιώτες πού φύλα­γαν το μνήμα είχαν γίνει σαν νεκροί από το φόβο- μετά την "Ανάσταση πρώτη άπ'όλους τον είδε μία γυναίκα, ή Κυρία Θεο­τόκος. Ή Γυναίκα πού γέννησε τη Ζωή καί έγινε αιτία της σωτηρίας μας.


Της Κυριακής Θ.Ασημακοπούλου(Δικηγόρου-Θεολόγου)

Άγιος Κύριλλος επίσκοπος Τούρωβ(+28 Απριλίου)


Εικόνα 14 από 201
Ὁ Ἅγιος Κύριλλος γεννήθηκε ἀπὸ πλούσιους γονεῖς τὴν τρίτη δεκαετία τοῦ 12ου αἰῶνος μ.Χ. στὴν πόλη Τούρωφ, στὸν ποταμὸ Προπάϊατ. Ἀπὸ πολὺ νωρὶς ὁ Ἅγιος Κύριλλος μὲ ἔνθερμο ζῆλο μελετοῦσε τὰ ἱερὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοὺς Πατέρες. Σπούδασε μάλιστα καὶ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα.
Ὅταν ὡρίμασε, ἀρνήθηκε τὴν πατρική του κληρονομιὰ καὶ ἐγκατέλειψε τὰ ἐγκόσμια. Ἐκάρη μοναχὸς στὸ μοναστήρι τῶν Ἁγίων Βόριδος καὶ Γκλέμπ, στὸ Τούρωφ. Ἀσκήθηκε πάρα πολὺ στὴ νηστεία καὶ στὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ δίδασκε μὲ τὸν τρόπο του τὴν ὑπακοή. Ἔλεγε δὲ ὅτι ὁ μοναχὸς ὁ ὁποῖος δὲν ὑπακούει στὸν ἡγούμενο, δὲν ὁλοκληρώνει τὴν μοναχική του ὑπόσχεση καὶ ἔτσι δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ. Ἔχουν μάλιστα διασωθεῖ καὶ τρία συγγράμματα τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου σχετικὰ μὲ τὸν μοναχικὸ βίο καὶ τὴν πολιτεία τῶν μοναχῶν.
Εικόνα 5 από 201
Μετὰ ἀπὸ κάποιο χρονικὸ διάστημα, ὁ Ἅγιος ἔζησε ὡς στυλίτης καὶ ἐντρύφησε πολὺ στὴν Ἁγία Γραφή. Καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι τὸν ἐπισκέπτονταν γιὰ συμβουλὲς στὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ καθοδήγηση.
Λόγω τῆς ἁγιότητας τοῦ βίου του ὁ Ἅγιος ἀσκητὴς ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Τούρωφ ἔχοντας πάντα συναίσθηση τοῦ ὑψηλοῦ ἱεραρχικοῦ ἀξιώματος, στὸ ὁποῖο ὁ Κύριος τὸν εἶχε καλέσει.

Τὸ ἔτος 1169, ὁ Ἅγιος Κύριλλος συμμετεῖχε σὲ μία Σύνοδο καὶ ἐπέκρινε τὸν Ἐπίσκοπο Θεόδωρο, ὁ ὁποῖος κατεῖχε τὴν καθέδρα τοῦ Βλαντιμὶρ καὶ τῆς Σουζδαλίας καὶ ὁ ὁποῖος ἐπιθυμοῦσε νὰ χωρισθεῖ ἀπὸ τὴν κανονικὴ δικαιοδοσία τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας τοῦ Κιέβου.
Εικόνα 1 από 201
Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴν ἡσυχία καὶ τὴν ἀπομόνωση τὸν ὁδήγησε σὲ παραίτηση ἀπὸ τὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο. Ἔτσι ἀφιερώθηκε πλήρως στὴν ἄσκηση καὶ τὴν συγγραφὴ πνευματικῶν ἔργων.
Ὁ Ἅγιος Κύριλλος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1183. Οἱ σύγχρονοί του τὸν θεωροῦσαν ὡς τὸν Χρυσόστομο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας. Ἐκεῖνος ὅμως ταπεινὰ ἔγραφε γιὰ τὸν ἑαυτό του: «Δὲν εἶμαι θεριστής, παρὰ μαζεύω τὰ δεμάτια τῶν σιτηρῶν».

Ο Άγιος Αντώνιος του Ζαντόνσκ για την εξομολόγηση...


Ό Αντώνιος γεννήθηκε το 1726 και καταγόταν από οικογένεια χωρικών της Ρωσικής πόλης Ζαντόσκ και έφερε το επίθετο Αλεξέγιεβιτς. Σέ ηλικία εφτά χρονών εξαφανίστηκε από το σπίτι του κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας. "Οταν τον βρήκαν δυο εβδομάδες αργότερα κοντά σ' ένα ποταμάκι στους αγρούς της περιοχής, συ­μπεριφερόταν πολύ παράξενα.
 Σ' όλες τις ερωτήσεις, τους απαντούσε ασυνάρτητα ή δεν μιλούσε καθόλου. Το μόνο γνωστό για το διάστημα των δυο αυτών εβδομάδων είναι ότι έτρωγε άγρια φασόλια.
 Από εκεί και πέρα συνέχισε να ζει ως ένας γιουροντύβι, μέχρι τα 125 του χρόνια πού κοιμήθηκε ειρηνικά.
 Ντυνόταν πολύ ιδιόρρυθμα, φορώντας πάντοτε άσπρα, ενώ μια κόκκινη μαντίλα τον έσφιγγε στη μέση και κρατούσε πάντοτε ένα μπαστούνι, καίτοι δεν είχε κανένα πρόβλημα στο περπάτημα.

Οί προσκυνητές πού έρχονταν στο λείψανο του αγίου Τύχωνα στο Ζαντόσκ, τον αντιμετώπιζαν με πολλή αγάπη και συχνά ζητούσαν τις συμβουλές του και τις ευλογίες του. 
Κάποτε δυο γυναίκες πού πήγαν κοντά του, του είπαν ότι ή μια ήρθε να προσκυνήσει τον άγιο Τύχωνα και να προσευχηθεί για μια μεγάλη της αμαρτία και ή άλλη ότι δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο πού βάραινε τη συνείδηση της, εκτός από μικροπράγματα, άλλα παρ' όλα αυτά ήρθε να προσκυ­νήσει. 
Τότε ό Άντωνούσκα, όπως τον φώναζαν χαϊδευτικά, είπε στην πρώτη: 
«Πάρε μια μεγάλη πέτρα και ρίξε την όσο πιο μακριά μπορείς». 
"Υστερα γύρισε στη δεύτερη και της είπε να μαζέψει πολλές μικρές-μικρές πέτρες και να τις πετάξει και εκείνη. 
Μετά από όλα αυτά τους ξανα­λέγει: «Φέρτε πίσω ή καθεμιά τις πέτρες σας και βάλτε τις στο σημείο από οπού τις πήρατε». 
Ή πρώτη δεν δυ­σκολεύτηκε καθόλου, ενώ για τη δεύτερη ήταν αδύνατον. «Πήγαινε» λέει στην πρώτη «εξομολόγησου τη μεγάλη σου αμαρτία και θα σου συγχωρεθεί». 
«Ενώ εσύ», είπε στην άλλη «πού νόμιζες ότι ήσουν εντάξει με τη συνείδη­ση σου, γιατί δεν είχες κάνει παρά μόνο πολλές μικρές καθημερινές αμαρτίες, των οποίων ή σπουδαιότητα σου φαινόταν ελάχιστη, να ξέρεις ότι το βάρος όλων αυτών μαζί ξεπερνάει ίσως το βάρος της βαριάς αμαρτίας της συντρόφου σου. Μόνο πού θα έχεις μεγαλύτερη δυσκολία να τις ανακαλύψεις και να τις ξεφορτωθείς».
"Ετσι ζώντας ό άγιος κοιμήθηκε ειρηνικά στις 29 Σεπτεμβρίου 1851, ημέρα πού μέχρι σήμερα ή Αγία Ρωσική Εκκλησία τιμά και εορτάζει τη μνήμη του.

Πέμπτη 26 Απριλίου 2012

Έχω δικό μου τάφο και με μάρμαρο! Δε μου λείπει τίποτα!(Συζητώντας με τον γέροντα Γαβριήλ)


Γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΜΒΥΣΕΛΛΗΣ


 Αγνωρες δυνάμεις κι ένα αόρατο χέρι με σπρώχνανε, το αποφάσισα.  Με ένα ξερόκλαδο για μπαστούνι, πήρα το μονοπάτι στο δάσος εδώ στο Όρος το Ιερό, πέρασα αγριοκαστανιές, βάτα, καρυδιές, ελιές και θάμνους πολλούς, τρύπωσα, ξετρύπωσα ανάμεσα νεροφαγιές, σκόνταψα σε χωμένες στα ξερά φύλλα ρίζες, ακροβάτησα να διασχίσω το ποταμάκι, έστριψα δεξιά, βρέθηκα στη σκήτη του. 
***
 Απ'όξω περίμεναν κάμποσοι προσκυνητές. Χαιρέτισα, φάνηκε ένας μεσήλικας καλόγερος, με κέρασε λουκούμι και νερό, δεν πήρα, είχα αγωνία, βλέπεις και τον παρακάλεσα αν μπορούσα να δω τον γέροντα Γαβριήλ. 
  Άφωνος, μπήκε μέσα, ξαναβγήκε και μου έγνεψε να περάσω. Ένα σκελετωμένο γεροντάκι, μια χούφτα κόκαλα κι ένα άσπρο πετσί ολόγυρα κι ένα τριμμένο ράσο να κρέμεται απάνω τους, χρόνια ανήλιος, με υποδέχτηκε χωρίς να μιλήσει. Ήταν σκυμμένος στο χιλιόχρονο τραπεζάκι με μια στοίβα θρησκευτικά βιβλία μπροστά του. Σε τούτο το δωμάτιό που δεν χωρούσανε πάνω από τέσσερα άτομα, η μόνη πολυτέλεια ήταν το πίσω μέρος μιας εντοιχισμένης ξυλόσομπας. 
Χωρίς να αφήσει τα βιβλία του, αδιαφορώντας θαρρείς για την παρουσία μου, είπε μπερδεμένα: 
«Λέγε».
 Δεν ήξερα τι να κάνω, τον ρώτησα μήπως τον ενοχλώ.
 «Λέγε», επανέλαβε.Πήρα θάρρος. 
«Μήπως θυμόσαστε, γέροντα, κάποιον Αλέξανδρο Γαλανό;» 
Τώρα, σταμάτησε, γύρισε, είδα κάτι βαθουλωμένα κόκκινα από τα ξενύχτια και τις προσευχές μάτια και βαθιά μες απ' την ψυχή του ήρθε απορημένη η φωνή του. 
«Ζει;». 
Τούτη τη φορά κοίταζε με αγωνία. Του είπα ότι είχε κοιμηθεί, μουρμούρισε κάτι λόγια, έκανε το σταυρό του, δεν έδειξε λύπη και ξαναμίλησε.
 «Καλός άνθρωπος. Κι ελεήμων. Πολλούς βοηθούσε. Ό,τι είχε τα έδινε. Απ' όλο το κορμί του έβγαινε αγάπη». 
Μετά με ξανακοίταξε, σα να 'μπαινα κείνη την ώρα και χαρούμενος, με λίγο μπερδεμένα λόγια, όπως πάντα αυτοί οι γέροντες, μου είπε.  «Ήθελε να πεθάνει καλόγερος. Και να τον θάψουμε εδώ. Παράγγειλε και τον τάφο του. Πλέρωσε και του τον έφτιαξα να, εδώ». 
***
 Κείνη την ώρα παίρνοντας ένα πιο χαρούμενο ύφος ανασηκώθηκε λίγο στην ξεχαρβαλωμένη καρέγλα του, λες κι ήταν ένα πετεινό του ουρανού, έσκυψε αριστερά στο αρχαίο παράθυρο, μου έδειξε με το σκελετοδάχτυλο του και ανέκφραστος είπε.
 «Νάτος. Τον βλέπεις; Δικός του ήταν.» 
Έσκυψα προσεχτικά μην τον σπρώξω και τον βεβαίωσα ότι είδα τον τάφο. Τότε ήταν που πήραν φωτιά τα μάτια του, μεγάλωσαν, βγήκαν από τις κόγχες, περιπλανήθηκαν στον ουρανό και με ένα ύφος θριάμβου, ευγνωμοσύνης και πληρότητας, είπε δυνατά. «Ήθελε ο Αλέξανδρος και μάρμαρο! Του παράγγειλα μάρμαρο! Να δες το τι ωραίο που είναι! Μετά όμως άλλαξε γνώμη. Ήθελε να πάει στην Αθήνα να κοιμηθεί. Και μια μέρα μου λέει: 
Γέροντα, θα σου κάνω δώρο τον τάφο μου.» 
Κι η ευδαιμονία ζωγραφίστηκε στα χείλη του, ξέσκισε τα ράσα του, βγήκε από μέσα ολάκερος και ζωντανός μπήκε στο μνήμα. Το δικό του! Δίπλα στο καλύβι του. Που το βλέπει συνέχεια όσο κάθεται ή όταν προσεύχεται. 
«Το φαντάζεσαι; Έχω δικό μου τάφο και με μάρμαρο! Δε μου λείπει τίποτα. Μόνο ένα σκαμνάκι πρέπει να σάξω δίπλα, να έρχονται όσοι με αγαπάνε να τα λέμε με την ησυχία μας». 
***
Έκανε μετά το σταυρό του, δίπλωσε τα χέρια του χιαστί στο στήθος του απάνω κι έμεινε κάμποσο έτσι, λες και βρισκόταν εκεί μέσα. Γαλήνιος, δίπλα στην Παναγία. Γιατί αυτή είναι η ευχή τους, η στερνή τους επιθυμία, όπως κι ο γέροντας Παΐσιος έγραψε με τρεμάμενο χέρι στους λιγοστούς στίχους που ζήτησε να χαραχτούν στον τάφο του:
 Εδώ τελείωσε η ζωή, // εδώ και η πνοή μου, // εδώ το σώμα θα θαφτεί // θα χαίρει κι η ψυχή μου. // Ο Άγιός μου κατοικεί, // αυτό είναι τιμή μου. // Πιστεύω Αυτός θα λυπηθεί // την άθλια ψυχή μου //  θα εύχεται στο λυτρωτή, // νάχω την Παναγιά μαζί μου.

 Γιατί εδώ, οι Αγιορείτες μοναχοί, δεν τον φοβούνται τον θάνατο. Απεναντίας τον περιμένουν χαρούμενοι. Αμέσως μετά ο αιωνόβιος αυτός ασκητής άρχισε να γελάει και να λέει. «Φαντάζεσαι να πεις έξω σε κανέναν λαϊκό, 'σου κάνω δώρο ένα τάφο!', θα σε κυνηγήσει. Για μας είναι μεγάλο αγαθό». 

Εκστασιασμένος ζήτησα την ευχή του κι έφυγα με το μυαλό μου πίσω.  Μεσόστρατα, βρεθήκανε μπροστά μου οι μοναχοί Ιάκωβος και Μακάριος. Είχανε ανησυχήσει μη χαθώ κι ερχόντουσαν προς αναζήτησή μου. Κάτσαμε σε μια πέτρα με μια βατομουριά από πάνω να μας αγκυλώνει κι όσο τους έλεγα την ιστορία αυτή για το δώρο του Γαλανού στον γέροντα Γαβριήλ, ανοίγανε τα μάτια τους λες κι επρόκειτο για κανένα καράβι γιομάτο λίρες. Τόση η χαρά και η ζήλια που νιώθανε. 
«Άαα!!» Είπανε με ένα στόμα. 
* Giorgiok1936@yahoo.gr 


www.haniotika-nea.gr /ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ