ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Έλληνες μάρτυρες σε φυλακές μωαμεθανικών κρατών.


Μας είχαν συλλάβει οικογενειακώς με το πρόσχημα μη πληρωμής των φόρων. Κάθε πρωί σηκωνόμασταν πριν φέξει για την δουλειά. Η μητέρα καθάριζε τα γραφεία της φυλακής. Έπρεπε πριν τις 8 να λάμπουν όλα. Νά είναι τα τζάμια καθαρά, τα κομπιούτερ, οι ναργιλέδες καί ειδικά το γραφείο του διευθυντού.
Μία μέρα, δεν θα την ξεχάσω ποτέ, πήγα μαζί της νά την βοηθήσω, επειδή είχε πυρετό. Έκαιγε ολόκληρη καί έτρεμε. Με μία κουβέρτα σκεπαζόμασταν όλοι, κι' αυτή ήταν καί τρύπια. Εκείνη έκανε την ηρωίδα, δήθεν ότι δεν κρύωνε, για νά σκεπαζόμαστε εμείς...
Το κρύο στους 10 υπό το μηδέν καί το νερό παγωμένο. Εκείνο το πρωί, σαν άνοιξαν την πόρτα του κελιού για νά βγει, παρακάλεσα τον υπάλληλο νά πάω νά την βοηθήσω γιατί ζαλιζόταν, κρύωνε καί έτρεμε. Είδαν τα χάλια της καί με άφησαν.
Εκείνη την ημέρα δεν τα κατάφερνε καλά η μάνα μου. Εγώ έκανα ό,τι μπορούσα, νά φέρω νερό, νά πετάξω τα σκουπίδια. Αργήσαμε, καί μας πρόλαβε ο διευθυντής στο γραφείο του, όταν ήλθε.
- Ακόμη εδώ είστε, είπε. Τι χάλια είναι αυτά;
Το πώς βρέθηκε ένα τσιγάρο πατημένο κάτω, ούτε πού το καταλάβαμε. Φώναζε σαν υστερικός, λες καί είχαμε κάνει έγκλημα.
- Συγγνώμη, είπε η μητέρα μου πηγαίνοντας νά μαζέψει την γόπα. Ο διευθυντής όρμησε βίαια επάνω της, καί με μία δυνατή κλωτσιά με την μπότα του την κόλλησε επάνω στον τοίχο. Χτύπησε κάπου το κεφάλι της, κι' έμεινε αναίσθητη, πεταμένη στο πάτωμα. Έτρεξα κοντά της, κι' είδα το αίμα νά τρέχει από το κεφάλι της. Δεν άντεξα κι' άρχισα νά φωνάζω καί νά κλαίω. Όρμησα επάνω του καί τον χτύπησα με το ξύλο της σκούπας στην πλάτη...
Εκείνος σφύριξε τότε, κι' όρμησαν μέσα οι άνδρες τής φρουράς. Με σάπισαν με τα γκλόμπς στο ξύλο. Βάραγαν στο κεφάλι, στην πλάτη, χέρια, πόδια, όπου έβρισκαν... Γεμάτο αίματα με βάλανε στην απομόνωση για 40 μέρες... Ένας παράξενος ήλιος με ζέσταινε... Ήταν σαν νά βρισκόμουνα στην κόλαση. Πυκνό σκοτάδι, γύρω γύρω ντουβάρι, τσιμέντο χωρίς φως. Κρύο μέσα, πολλούς βαθμούς κάτω από το μηδέν, καί ανά δύο ώρες άνοιγαν 11 βρύσες από το ταβάνι καταβρέχοντάς με με κρύο, παγωμένο νερό... Είχα μελανιάσει, περιμένοντας το τέλος μου. Το ήξερα ότι δεν θα άντεχα για πολύ. Δεν μπορώ νά υπολογίσω πόσες μέρες πέρασαν, καθώς βρισκόμουν σε αφασία καί σε κώμα.
Αλλά τότε ακριβώς έζησα ένα θαύμα. Το πιο όμορφο συναίσθημα της ζωής μου... Εκεί, πάνω στην οροφή, είχε ανοίξει ένα μεγάλο τετράγωνο, καί από εκεί έμπαινε ένας ήλιος!... Ένας λαμπερός ήλιος, που με έκαιγε στην κυριολεξία. Όχι απλώς με ζέσταινε, άλλά με τσουρούφλιζε, σε σημείο πού νά έχω μαυρίσει μετά, καί στο πρόσωπό μου.
Κάθε μέρα, για ώρες πολλές ένας υπέροχος ήλιος με ζέσταινε, καί με βοηθούσε νά μην κρυώσω. Ούτε πεινούσα. Ένιωθα τόσο καλά, Αφοί το νερό πού έτρεχε από 11 βρύσες με δρόσιζε...
Ήταν απίστευτη αυτή η εμπειρία πού είχα ζήσει εκεί, 40 μέρες μέσα στην απομόνωση. Ένιωθα τόσο δυνατός καί χορτάτος, που την κατάξερη φέτα το ψωμί πού μου έφερναν, καθώς καί το νερό ούτε πού τα είχα πιάσει τόσες μέρες στα χέρια μου. Πρέπει 40 μέρες νά μην έβαλα μπουκιά στο στόμα μου, ούτε γουλιά νερό νά ήπια... Καί όμως, ούτε πείνασα, ούτε δίψασα, ούτε γραμμάριο βάρους έχασα, ούτε λιποθύμησα. Ένιωθα ζεστός, χαρούμενος, χορτάτος, καί έγιναν καλά καί οι πληγές από το πολύ ξύλο πού είχα φάει...
Όταν με πήγαν πάλι στο κελί μου, έλαμπα από ζωντάνια, από χαρά, από δύναμη καί ήμουν κατάμαυρος, λες καί είχα κάνει επί ώρες ηλιοθεραπεία... Όταν διηγήθηκα στους γονείς μου τα καθέκαστα, γονάτισε η μητέρα μου καί ευχαρίστησε τον Θεό πού εισάκουσε τις προσευχές της. «Μέγας είσαι, Κύριε», είπε, «καί θαυμαστά τα έργα σου. Δόξα σοι ο Θεός». Άλλωστε, μέσα στο κελί μας είχε έλθει ο Χριστός πολλές φορές...
Είχαμε νιώσει την χάρη Του, είχαμε ιδεί την ευλογία Του. Τον ζήσαμε! Ήταν ο μόνος επισκέπτης πού είχαμε δει εκεί, τόσα χρόνια...
Ας είναι δοξασμένος ο ζωντανός καί αληθινός Θεός μας!


Επιστολές από πραγματικά γεγονότα που περιέχονται στο βιβλίο «Συγκλονιστικές Ιστορίες Φυλακισμένων», εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη

«Ἄν κάποιος σέ πικράνει σέ ὁ,τιδήποτε, νά μήν πεῖς τό παραμικρό» (Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς)


ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΩΦΕΛΙΜΑ 
(ὑπέροχες συμβουλές γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν θλίψεων)
Ἀββᾶ Ζωσιμά
Ἔλεγε ἀκόμα, πώς ὅ,τι κι ἄν συμβεῖ στόν ταπεινό, ἀμέσως καταφεύγει στήν προσευχή, καί ὅλους τούς θεωρεῖ σάν εὐεργέτες. Ἐμεῖς ξεφύγαμε ἀπό τό δρόμο τῆς ἀλήθειας καί ἀπό τίς ὑποδείξεις τῶν ἁγίων, καί θέλουμε νά χαράξουμε μόνοι τό δρόμο μας, σύμφωνα μέ τά πονηρά μας θελήματα.


  Τί εἶναι τάχα εὐκολότερο, ἀπό τό ν’ ἀκούσουμε ἕναν ἅγιο καί πρακτικό δάσκαλο, τόν ἀββᾶ Ἀμμωνᾶ, πού λέει: «πρόσεχε μέ ἀκρίβεια τόν ἑαυτό σου, ὥστε, ἄν κάποιος σέ πικράνει σέ ὁ,τιδήποτε, νά μήν πεῖς τό παραμικρό. Σώπαινε, μέχρι νά ἠρεμήσει ἡ καρδιά σου μέ τήν ἀδιάλειπτη προσευχή, καί τότε βοήθησε τόν ἀδελφό πού σ’ ἔθλιψε».
Πραγματικά, ὅποιος ποθεῖ τόν ἴσιο δρόμο, κάθε φορά πού ταράζεται, μαλώνει τόν ἑαυτό του καί τόν ἐλέγχει ἀδιάκοπα, λέγοντας:
·    Τί μανιάζεις, ψυχή μου; Τί ταράζεσαι σάν τούς ἐπιληπτικούς; Αὐτό ἀκριβῶς δείχνει πώς εἶσαι ἄρρωστη. Ἄν δέν ἤσουν, δέν θά πονοῦσες. Γιατί, ἀντί νά μέμφεσαι τόν ἑαυτό σου, τά βάζεις μέ τόν ἀδελφό σου, πού σοῦ φανέρωσε τήν ἀρρώστεια σου στήν πράξη καί σ’ ὅλη της τή σοβαρότητα; Μάθε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, «ὅς λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει, πάσχων οὐκ ἠπείλει». Ἄκουσέ Τον νά λέει, αὐτό πού καί ἔμπρακτα ἔδειξε: «Τόν νῶτον μου ἔδωκα εἰς μάστιγας, τάς δέ σιαγόνας μου εἰς ραπίσματα, τό δέ πρόσωπόν μου οὐκ ἀπέστρεψα ἀπό αἰσχύνης ἐμπτυσμάτων». Κι’ ἐσύ, ἄθλια ψυχή, γιά μιά βρισιά καί προσβολή ἤ περιφρόνηση καί ἀντιπάθεια ἤ κοροϊδία ἤ συκοφαντία, κάθεσαι καί πλέκεις χίλιους δυό λογισμούς, κι’ ἐπιβουλεύεσαι ἔτσι τόν ἴδιο σου τόν ἑαυτό, ὅπως οἱ δαίμονες.
Ἀλήθεια σέ μιά τέτοια ψυχή τί περισσότερο μπορεῖ νά κάνει ἕνας δαίμονας, ἀπ’ ὅ, τι κάνει ἡ ἴδια στόν ἑαυτό της;
Τό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ τόν βλέπουμε. Γιά τά πάθη Του, πού ὑπέμεινε γιά μᾶς, διαβάζουμε κάθε μέρα.
Ἐμεῖς ὅμως δέν ἀνεχόμαστε οὔτε μιά προσβολή!
 Πραγματικά ξεφύγαμε ἀπό τόν ἴσιο δρόμο.
Ἔλεγε ἐπίσης, πώς ἀκόμα κι’ ἄν ζήσει κανείς τόσα χρόνια, ὅσα ἔζησε ὁ Μαθουσάλας, δέν τραβήξει ὅμως αὐτό τόν ἴσιο δρόμο πού τράβηξαν ὅλοι οἱ ἅγιοι – ἐννοῶ τό δρόμο  τῆς ἀτιμίας καί τῆς ζημίας καί τῆς γενναιόψυχης ὑπομονῆς – , ὄχι πολύ, μά οὔτε λίγο δέν προκειται νά προκόψει. Τό μόνο πού θά ξοδεύει, τά χρόνια του ἄσκοπα.
****
Ἔλεγε ἀκόμα:
Ὅταν ἤμουν μέ τή μακαρία Διονυσία, κάποιος ἀδελφός τῆς ζήτησε κάτι σάν εὐλογία. Κι’ ἐκείνη τοῦ ἔδωσε ὅσο ἔπρεπε. Ἐπειδή ὅμως δέν τοῦ ἔδωσε ὅσο ἐκεῖνος ἤθελε, ἄρχισε νά τήν προσβάλλει καί νά ξεστομίζει ἄπρεπα λόγια καί γι’ αὐτήν καί γιά μένα. Σάν τόν ἄκουσε ἐκείνη, δαγκώθηκε κι’ ἔψαχνε εὐκαιρία γιά νά τοῦ κάνει κακό. Μόλις λοιπόν τό ἔμαθα ἐγώ τῆς εἶπα:
Τί πᾶς νά κάνεις; Νά ἐπιβουλευθεῖς τόν ἑαυτό σου; Θά διώξεις ἀπό τήν ψυχή σου κάθε ἀρετή. Μήπως τάχα ὑπομένεις ἰσάξια μ’ ἐκεῖνα πού ὑπόμεινε ὁ Χριστός γιά σένα; Τό ξέρω γερόντισσα, ὅτι σκόρπισες χρήματα σά νἄταν κοπριά. Ἄν ὅμως δέν ἀποκτήσεις τήν πραότητα, εἶσαι σάν τό σιδερά, πού χτυπάει ἕνα κομμάτι σίδερο, ἀλλά σκεῦος δέν κατασκευάζει.
****
Τῆς ἔλεγα ἀκόμα:
Ὁ θεοφόρος Ἰγνάτιος λέει:  «Χρειάζομαι πραότητα, γιατί μ’ αὐτήν καταλύεται ὅλη ἡ δύναμη τοῦ ἄρχοντα τοῦ αἰώνα τούτου». Ἀπόδειξη τῆς ἀποταγῆς τοῦ κόσμου εἶναι ἡ ἀταραξία. Γιατί συμβαίνει καμιά φορά, ἐνῶ καταφρονεῖ κανείς πολλά κεντηνάρια, νά κολλάει σ’ ἕνα βελονάκι, καί ἡ προσκόλληση του σ’ αὐτό νά τοῦ προκαλεῖ ταραχή. Δίνει δηλαδή στό βελονάκι ἐκεῖνο τήν ἀξία ἑνός κεντηναρίου. Καί γίνεται δοῦλος στό βελονάκι ἤ στό κουκούλι ἤ στό μαντήλι ἤ στό βιβλίο. Ἔτσι παύει νά εἶναι δοῦλος τοῦ Θεοῦ. Καλά λοιπόν εἶπε κάποιος ἀπό τούς σοφούς, πώς ὅσα πάθη ἔχει ἡ ψυχή, τόσους καί ἀφέντες. Καί ὁ Κύριος: «Ὅπου ὁ θησαυρός σου ἐκεῖ ἐσται ἡ καρδία σου». Καί ὁ Ἀπόστολος ἐπίσης : «ᾧ τις ἤττηται, τούτῳ καί δεδούλωται».
Σάν ἄκουσε ὅλα ταῦτα ἡ Διονυσία, μέ κοίταξε μέ θαυμασμό καί εἶπε:
Νά βρεῖς τό Θεό πού ποθεῖς!
Τέλος καί τῷ Θεῶ δόξα!
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

Ο φόβος στην κινέζικη κοινωνία


Του ιεραποστόλου αρχιμ.π.Ιωνά Μούρτου
Ζώντας στην Ταϊβάν στο ξεκίνημα της ορθόδοξης εκκλησίας, η αγάπη μου για τους Κινέζους έγινε μεγαλύτερη. Βέβαια είχε αρχίσει από τα φοιτητικά χρόνια και τώρα έδωσε η χάρη του Θεού να βρίσκομαι εδώ να τελώ την Θεία Λειτουργία και έτσι η χάρη και η αγάπη του Θεού να γίνονται αισθητά στην Ταϊβάν.


Συζητώντας με διάφορους ταϊβανέζους που σιγά σιγά έτυχε να γνωρίσω μου έκανε εντύπωση το ότι δεν είχαν αρκετή θα έλεγα χαρά. έγινε πιο φανερό αυτό από την παρατήρηση κάποιου φίλου όταν κοιτάζανε φωτογραφίες από τα μαγαζιά για γάμους. – πρέπει να εξηγήσω ότι ο κινεζικός γάμος γίνεται σε εστιατόριο, απλά τρώνε μαζί, η νύφη αλλάζει φορεσιές διάφορες για να δείξει ότι έχει λεφτά, δεν υπάρχει κάποια έννοια μυστηρίου, μια απλή υπόκλιση στους προγόνους, όμως βγάζουν καλλιτεχνικές φωτογραφίες στα αξιοθέατα της πόλης ντυμένοι γαμπροί και νύφες-. Μα αυτοί δεν γελάνε – είπε με απορία! Έχουν τόσο φόβο μέσα τους. Πράγματι, κοίταξα πολλές φωτογραφίες και όλες δείχνουν το ίδιο. Αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή με τον φόβο εδώ.


Σιγά σιγά ο φόβος άρχισε να μπαίνει πιο φανερά στην καρδιά μου, από διάφορες κρυφές ρωγμές και πληγές που δεν είχαν κλείσει. Βλέπετε είμαι και εγώ τώρα κινέζος, αγαπώ τόσο πολύ αυτό το λαό και αυτό τον τόπο, μου φαίνεται τόσο οικείος που κάποιοι μου λένε πως είμαι μετεμψύχωση κινέζου. Εγώ γελώ καλόκαρδα και τους λέω πως υπάρχουν και άλλες αιτίες που μπορεί να νιώθει κανείς έτσι, και όχι η μετεμψύχωση. Ο φόβος όμως μπήκε για τα καλά στην καρδιά μου όταν επισκέφθηκα την έκθεση θιβετιανού βουδισμού στο μουσείο θρησκειών. Εκεί η ευγενική μου φίλη ξεναγός μου εξήγησε τα διάφορα εκθέματα, μου είπε, βλέπεις αυτά τα τύμπανα, είναι από κρανία μικρών παιδιών και η μεμβράνη από το δέρμα τους, αυτές οι σάλπιγγες από κόκαλα ανθρώπινα, αυτή η στολή του λάμα, είναι εξ ολοκλήρου φτιαγμένη από δέρμα ανθρώπινο και κόκαλα, από πεθαμένους φυσικά…. ένοιωσα κάτι κρύο, κάτι κακό. Ακόμα και μετά, στην έξοδο, όπου πουλούσαν μικροαντικείμενα αναμνηστικά, κάτι με σταμάτησε πριν αγοράσω, και ρώτησα. αυτή η τσατσαρούλα από τί είναι φτιαγμένη;


1από κόκαλα ανθρώπινα φυσικά είπε η κοπέλα, όλα είναι από νεκρούς…. καλά είπα δεν πειράζει, θα πάρω άλλη φορά. Μου ήρθαν στο νου οι στίχοι του Τ.Σ. Ελλιοτ
«Όμως σε οστά ανάμεσα στεγνά σέρνεται η τύχη μας για να κρατήσει ζωντανή τη μεταφυσική μας».
(Ψίθυροι Αθανασίας).


Και τότε σαν ένα πέπλο να τραβήχτηκε από τα μάτια μου, πολλά άρχισαν να εξηγούνται μέσα μου. Ο φόβος. Αυτός κυβερνά την κινεζική και γενικότερα την κοινωνία των ανατολικών λαών.


Ο φόβος βρίσκεται παντού. Κατ’ αρχήν ο φόβος των φαντασμάτων. παντού υπάρχουν φαντάσματα, πολλοί μάλιστα μου είπαν ότι τα είδαν κιόλας. Είναι πολύ φυσικό να πεις σε ένα ξενοδοχείο «φάντασμα!», θα σε πιστέψουν, θα τρομοκρατηθούν, θα κάψουν χάρτινα χρήματα, θα ικετέψουν το φάντασμα να μην τους κάνει κακό. Είναι πολύ χαρακτηριστικό αυτό, «σε παρακαλώ μη με βλάψεις ……. πάρε αυτά…». Στην αρχή δεν τους πίστευα μα τώρα πια δεν είμαι τόσο σίγουρος, θυμούμενος τα συναξάρια των μαρτύρων, των Αγίων ειδικά της ερήμου, το πως χτίστηκε η Λαύρα από τον Άγιο Αθανάσιο στο Αγ. Όρος κτλ. Ναι είναι εδώ η χώρα που κυριαρχεί ο διάβολος. χάρη σε αυτούς που βοηθούν αυτήν την ιεραποστολή γίνεται εδώ λειτουργία, έρχεται η χάρη του Θεού. Ποια είναι αυτά τα φαντάσματα? Αυτοί που έχουν βρει βίαιο θάνατο, άλλοι που οι συγγενείς δεν τους πρόσφεραν τις απαραίτητες θυσίες, η και ετάφησαν σε λάθος ημερομηνία, η με λανθασμένο προσανατολισμό του τάφου, αλλά και διάφοροι δαίμονες, από τους πολλούς του κινεζικού πανθέου.


Είναι φανερό πόσο αβάσταχτη είναι εδώ η κυριαρχία της φύσης πάνω στην ανθρώπινη μοίρα. Το λεγόμενο φογκ σουει, δηλ. ο κατάλληλος συνδυασμός των φυσικών ιδιοτήτων ενός κτηρίου, προσανατολισμός, χώρος, φωτισμός, θέση πόρτας, παραθύρου κτλ, ώστε να βρίσκονται σε αρμονία με το λεγόμενο γινκ γιανγ, δηλ τις δυο συζυγείς δυνάμεις που ρυθμίζουν το σύμπαν. Συνεπώς η φύση κυριαρχεί αδυσώπητα πάνω στην ανθρώπινη μοίρα, μπορεί να σε καταστρέψει χωρίς καμία λογική, χωρίς άλλη αιτία.


Προχωρώντας βαθύτερα, στην οικογένεια βλέπουμε το αληθινό δράμα. Πρέπει να προσφέρεις κατάλληλες θυσίες κάθε 2 βδομάδες περίπου στους προγόνους, στο τραπέζι που κάθε οικογένεια έχει στο σπίτι για αυτό το σκοπό. Αν δεν το κάνεις σωστά, η ψυχή του πατέρα της μάνας, θα γίνει πεινασμένο φάντασμα και δεν θα δεις άσπρη μέρα. Μου φάνηκε αδιανόητο αυτό για μας τους Έλληνες. Πως είναι δυνατόν να διανοηθούμε πως οι ψυχές των νεκρών μας θα προσπαθούν να μας βλάψουν, έστω κι αν δεν τους θυμόμαστε, έστω και αν δεν τους μνημονεύουμε σωστά? 
Η ενδιαφέρουσα συνέχεια ΕΔΩ

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

Ένας νέος άγιος της εκκλησίας.Ο Όσιος μεγαλόσχημος επίσκοπος Κριμαίας Αντώνιος(+1 Νοεμβρίου 1942)

Ο αρχιεπίσκοπος Αντώνιος(κατά κόσμον David Iliych Abashidze) γεννήθηκε στην Γεωργία το 1847.Απεφοίτησε το νομικό τμήμα του αυτοκρατορικού πανεπιστημίου του Νοβοροσισκ της Οδησσού το 1891 και την ίδια χρονιά γράφτηκε στην Θεολογική Ακαδημία.Έλαβε την μοναχική κουρά σε ηλικία 24 ετών στις 16 Νοεμβρίου 1891 πέρνωντας το όνομα Δημήτριος,προς τιμήν του Αγ.Δημητρίου του Ροστώβ.Το 1897 διορίστηκε επιθεωρητής στο Θεολογικό σεμινάριο του Κουτάισι και το 1898 διορίστηκε επιθεωρητής στο Θεολογικό σεινάριο της Τυφλίδας.Ειναι αυτός ο οποίος απέβαλε τον Joseph Dzhugashvili-γνωστότερο ως Στάλιν-από το Θεολογικό σεμινάριο.
Το 1912 εκλέχθηκε επίσκοπος Ταυρίδος και Συμφερουπόλεως.Κατά την διάρκεια του Α Παγκ.Πολέμου με πατριωτικά κυρήγματα ενθάρρυνε τον πληθυσμό,ενώ συμμετειχε σε πολλές στρατιωτικές εκστρατείες.Για την βοήθεια που προσέφερε έλαβε τιμητικά μετάλλια.Το 1917-1918,όταν ήταν στην Μόσχα για την τοπική σύνοδο,γύριζε τους δρόμους και με το μικρό του φορητό φαρμακείο βοηθούσε τους τραυματίες των εμφυλίων συρράξεων.
Το 1921 λόγω μίας ασθένειας έχασε την όραση από το δεξί του μάτι.Το 1922 συμμέτειχε στην χειροτονία του επισκόπου και μέλλοντος μάρτυρα Σεργίου(Zvereva)και γιάυτόν τον λόγο έφτασε κρυφά στην Κριμάια
Το 1923 συνελήφθη, τον εκδίωξαν από την Κριμαία και τον εξόρισαν στο ερημητήριο του Κιτσάεβ το οποίο ανήκε στην Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου.Τότε έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο που τον δυσκόλεψε στην ομιλία και στο γράψιμο.Τον συνέδεε πνευματική φιλία με τον Αγιο Λουκά (Voyno-Yasenetsky) τον επίσκοπο Κριμαίας.
Τηρούσε τον όρκο της σιωπής και έλαβε το μεγάλο σχήμα λαμβάνοντας το όνομα Αντώνιος.Ήταν μεγάλος ασκητής, άνθρωπος προσευχής και είχε το διορατικό χάρισμα.Ορθόδοξοι χριστιανοί από την Ρωσία,την Ουκρανία,την Λευκορωσία και την Γεωργία ερχόνταν σ'έκεινον για να λάβουν την πνευματική του συμβουλή.
fotolitopys.in.ua
Εκοιμήθη στις 1 Νοεμβρίου 1942 και τον κήδευσαν στην είσοδο των Σπηλαίων κοντά στην εκκλησία του Τιμίου Σταυρού.
Η αγιοκατάταξή του έγινε την Κυριακή του Θωμά 22 Απριλίου από τον Μητροπολίτη Κιέβου  και πάσης Ουκρανίας,στην Λαύρα των Σπηλαίων.

ΜΗ ΜΟΥ ΑΠΤΟΥ-Τι ερμηνεία δίνουν οι Άγιοι Πατέρες



Δέν μένει παρά ἡ ἑρμηνεία πού δίνουν πρῶτος  ὁ αὐθεντικώτερος ἑρμηνευτής τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, καί ἐν συνεχείᾳ ὁ Θεόδωρος Μοψουεστίας, ὁ Φώτιος, ὁ Θεοφύλακτος καί ὁ Ζιγαβηνός, υἱοθετεῖ δέ καί ἡ ἐκκλησιαστική συνείδηση τῶν Ὀρθοδόξων. 
 Προφανῶς αὐτήν δέχονται καί ὅσοι ἄλλοι πατέρες ἀσπάζονται τήν ἱστορική ἑρμηνεία. Ἀπό τούς ξένους τήν ἀσπάζονται πολλοί διακεκριμένοι. Αὐτοί οἱ ἑρμηνευτές ἑρμήνευσαν μέ τά δεδομένα πού ἀναφέραμε στήν ἀρχή χωρίς παρεκκλίσεις. 
Τόνισαν ὅτι ὁ Κύριος ἀποτρέπει τήν Μαρία, ὄχι διότι δέν ἔπρεπε νά τόν ἀγγίξει, ἀλλά διότι ἀποσκοποῦσε νά τῆς διδάξει ὁρισμένα πράγματα.
Ἡ Μαρία βλέποντας τόν ἀγαπητό διδάσκαλο, νομίζει ὅτι ἀναστήθηκε, ὅπως ἀκριβῶς ἀναστήθηκαν ἀπό αὐτόν τόσοι ἄλλοι νεκροί, καί ὅτι θά ἀρχίσει πάλι τήν παλαιά συναναστροφή του μέ τούς μαθητές καί τίς μαθήτριές του, ὅτι θά κηρύττει, θά ἔχει ἀνάγκη τῆς διακονίας της, πρᾶγμα πού τῆς ἔδινε ἰδιαίτερη χαρά. Νομίζει ὅτι ἡ νίκη του καί ἡ δόξα του δέν ἦταν τίποτε ἄλλο, παρά νά ἀποδείξει στούς κακούς φαρισαίους ὅτι ματαίως τόν δολοφόνησαν. Δέν μπόρεσε νά συλλάβει τόν παγκόσμιο, τόν αἰώνιο, τόν πνευματικό χαρακτήρα τῆς νίκης του κατά τοῦ θανάτου. Δέν γνώριζε ὅτι ἡ κατάσταση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τοῦ Κυρίου δέν εἶναι πλέον ἡ κατάσταση τῆς φθορᾶς, τῶν φυσικῶν ἀναγκῶν, τῆς ταπεινώσεως. Δέν τόν εἶδε ἀκόμη νά παρουσιάζεται «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν», ἀλλά μόνον νά πλησιάζει ὡς κηπουρός. Χάρηκε, ὅπως ἀκριβῶς χάρηκαν οἱ ἀδελφές τοῦ Λαζάρου ὅταν εἶδαν τόν ἀδελφό τους ἀναστημένο. Τίποτε περισσότερο δέν ἀντιλήφθηκε. Ἔπρεπε ὅμως νά τά μάθει ὅλα.
Ωστε ὁ Κύριος ἤθελε νά διδάξει τήν Μαρία τήν Μαγδαληνή ὅτι εἶναι πλέον στήν δόξα του, ὅτι αὐτός εἶναι ὁ Θεός, πού ἀνήκει τόσο σ' αὐτήν ὅσο καί σέ ὅλο τόν κόσμο, ὅτι πρέπει νά πλησιάζει μέ τόν προσήκοντα σεβασμό. Ἐπειδή ὅμως ἦταν ὑπεροπτικό νά τῆς πεῖ κατευθεῖαν ὅλα αὐτά, ἀνάγει τόν νοῦ της ἐμμέσως καί βαθμηδόν ἐπί τά ὑψηλότερα λέγοντας ὅτι «οὔπω ἀναβέβηκε πρός τόν Πατέρα αὐτοῦ». 
«Ἐμφαίνεται», λέγει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, «ὅτι ἐκεῖ σπεύδει καί ἐπείγεται· τόν δέ ἐκεῖ μέλλοντα ἀπιέναι καί μηκέτι μετά ἀνθρώπων στρέφεσθαι οὐκ ἔδει μετά τῆς αὐτῆς ὁρᾶν διανοίας, ἧς καί πρό τούτου». Γι’ αὐτό, καί τούς μαθητές του κατά καιρούς μόνον πλησιάζει. Οἱ σχέσεις του μέ τούς μαθητές καί τούς πιστούς δέν θά εἶναι στό ἑξῆς ὅπως ἦσαν προηγουμένως. Θά εἶναι τελείως πνευματικές.
Γιά νά μή λυπηθεῖ ὅμως ἀπό τήν ἀπαγόρευση ἡ Μαρία καί ἀρχίσει νά συλλογίζεται ὅτι περιφρονήθηκε, τήν καθιστᾶ ὁ Κύριος πρώτη εὐαγγελίστρια τῆς ἀναστάσεώς του παραγγέλλοντας νά πεῖ στούς μαθητές ὅ,τι εἶπε αὐτός πρός αὐτήν.
Βλέπουμε, λοιπόν, ὅτι τό πρώτιστο ἔργο τοῦ Κυρίου μετά τήν ἀνάστασή του εἶναι νά κηρύξει τήν νέα κατάσταση, νά ἐνημερώσει τό στενό περιβάλλον του γιά τίς νέες μεταβολές καί τά ἀποτελέσματα τῆς νίκης του. Καί ἀρχίζει ἀπό τήν Μαρία διά τοῦ «Μή μου ἅπτου».
Στέργιος Ν. Σάκκος/apantaortodoxias

Εικόνα φτιαγμένη από χώμα και αίμα....



Την ώρα που δεκάδες πιστοί  θα διανύσουν είτε με τα πόδια είτε με οχήματα και λεωφορεία 37 χλμ για να φθάσουν και φέτος στο Ιερό Ναό του Ταξιάρχη στο Μανταμάδο με σκοπό να παραστούν στην ιερά πανήγυρη που τελείται κάθε χρόνο ανήμερα της Κυριακής των Μυροφόρων, έρχεται ξανά η ανάγκη να αναζητήσει κανείς τις επιταγές θρύλων και παραδόσεων όσον αφορά την προέλευση της θαυματουργής και παγκοσμίως ξακουστής  εικόνας του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.
Φτιαγμένη από χώμα και αίμα μοναχών η εικόνα αποτυπώνει στο σύνολο όλο το θαύμα που διέπει τη δημιουργία της από την α ή έως το τέλος. Οι ρίζες της χάνονται πολλούς αιώνες πριν και συγκεκριμένα τοποθετούνται γύρω στον 10ο με 11ο αιώνα εποχή όπου οι νησιωτικές περιοχές μαστίζονταν έντονα από τις συνεχείς επιδρομές και λεηλασίες των πειρατών. Η Λέσβος ήταν συχνός προορισμός των μακελάρηδων όντας τόπος πλούσιος με όλα τα καλά σε πλήρη αφθονία. 
Αναζητώντας το θρύλο πάμε στα άδυτα της αδίστακτης ομάδας της οποίας ηγείτο ο ξακουστός για την αγριότητα και την ανίκητη φύση του αρχιπειρατής Σιρχάν  ο οποίος είχε βάλει ως στόχο ζωής την κατάληψη και λεηλασία του μοναστηριού που βρισκόταν λίγο χιλιόμετρα πιο πέρα από την οχυρωμένη πολιτεία με το όνομα Στένακας. Η ίδρυση του μοναστηριού τοποθετείται πολύ παλιότερα ωστόσο οι καλόγεροι που τότε το υπηρετούσαν διατηρούσαν με απόλυτο σεβασμό κάθε ίχνος της ιερής παράδοσης που ο ίδιος ο χώρος εξυπηρετούσε όντας καταφύγιο και για διάφορα πολύτιμα αντικείμενα. Το τελευταίο στοιχείο ήταν αυτό που είχε εξάψει το ενδιαφέρον των πειρατών και μια μέρα έβαλαν πλώρη για την καταπάτηση του. 
Τα πλοία τους έφθασαν τα μεσάνυχτα στις ακτές της περιοχής και οι ίδιοι με συνοπτικές και προσεκτικές διαδικασίες έφθασαν αθόρυβα στην τοποθεσία του μοναστηριού. Οι μοναχοί είχαν ήδη ανταποκριθεί στα συνεχόμενα χτυπήματα του ξύλινου σημάντρου με σκοπό να παραστούν στην ακολουθία του όρθρου. Την ώρα που ο αέρας γέμισε με τις γλυκές μελωδικές ψαλμωδίες του οι πειρατές όρμησαν αλαλάζοντας μετατρέποντας την ειρηνική ιερή στιγμή σε ιαχή πολέμου. Οι καλόγεροι σφαγιάστηκαν με άγριο και απάνθρωπο τρόπο ενώ κανείς δεν γλίτωσε από το μένος και την θηριωδία των πειρατών…Μα να κάποιος κατάφερε να ξεφύγει από το λουτρό αίματος και δεν ήταν άλλος από το νεαρότερο σε ηλικία δόκιμο καλόγερο της Μονής, τον αμούστακο ακόμα Γαβριήλ. Το καλογεροπαίδι όντας ευκίνητο κατάφερε να διαφύγει από ένα σημείο φθάνοντας στη στέγη ωστόσο έγινε αντιληπτός από τους πειρατές οι οποίοι έτρεξαν μανιασμένοι πίσω του επιδιώκοντας να έχει και αυτός την τύχη των συντρόφων του. Και τότε ω του θαύματος: η στέγη μετατράπηκε σε φουρτουνιασμένη θάλασσα και ανάμεσα στους αφρούς και τα μανιασμένα κύματα ξεχώρισε ευθύς αμέσως η ηγετική και πελώρια μορφή ενός στρατιώτη ο οποίος γεμάτος αγριότητα μέσα από φωτιά πρόταξε το σπαθί του εναντίον των πειρατών οι οποίοι τράπηκαν σε άτακτη φυγή.
Ο νεαρός Γαβριήλ ένιωθε δέος και ιερό φόβο να κυριεύουν το μυαλό και το κορμί του ενώ ο πόνος για την απώλεια των συντρόφων του φάνταζε απαρηγόρητος. Το μόνο φωτεινό σημείο ήταν το θαύμα που μόλις είχε προηγηθεί και που του προξένησε ανεξήγητα μία έντονη επιθυμία να αποτυπώσει με κάποιο τρόπο την μορφή του στρατιώτη που ουσιαστικά του έσωσε τη ζωή. Τότε πέφτοντας στα γόνατα ζήτησε μέσω θερμής παράκλησης από τον Ταξιάρχη να του δώσει φώτιση για να μπορέσει να φιλοτεχνήσει τη μορφή του. Και όντως έτσι έγινε.
Σαν κυριευμένος από μία αόρατη και ανώτερη δύναμη να κινεί τα χέρια του πήρε χώμα ενώ με ένα σφουγγάρι μάζεψε το αίμα από τους σφαγιασθέντες αδελφούς του. Ανακατεύοντας τα οραματιζόταν την μορφή του ατρόμητου στρατιώτη. Λέγεται ότι ο πηλός δεν έφθασε για να φτιάξει όλο το υπόλοιπο σώμα με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η εικόνα του προσώπου και να δοθεί έμφαση σε αυτήν.
Έκτοτε ο ιερός ναός Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μανταμάδου αποτελεί πόλο έλξης χιλιάδων πιστών οι οποίοι κάθε χρόνο συρρέουν όχι μόνο στη χάρη του δηλαδή στις 8 Νοεμβρίου καθώς και κατά τη διάρκεια του πανηγυριού ανήμερα της Κυριακής των Μυρoφόρων 2 εβδομάδες ακριβώς μετά την Κυριακή του Πάσχα. Σκοπός η προσκύνηση της ιερής εικόνας με την μαυριδερή όψη που για τους ντόπιους μιλά στην καρδιά και την ψυχή τους. Άλλες φορές αφήνει την αίσθηση ότι το πρόσωπο σκοτεινιάζει δείγμα ότι ο Ταξιάρχης είναι δυσαρεστημένος με όσα συμβαίνουν στην μικρή κοινωνία ενώ άλλοτε απορρέει μία γλυκύτητα και αγαλλίαση. Οι διηγήσεις πιστών σχετικά με θαύματα του Αγίου είναι εκατοντάδες και έχουν καταγραφεί σε δεκάδες βιβλία  ενώ ως ένδειξη ευγνωμοσύνης πολλοί είναι αυτοί που αφήνουν αφιερώματα γύρω από την εικόνα του. 
Μιλώντας για θαύματα είναι πασίγνωστη πλέον και η ιστορία απόρροια της διήγησης του νεωκόρου του ναού όπου εν έτη 1963 ανήμερα της επίθεσης των Τουρκοκυπρίων στην Κύπρο με το που πήγε να ανάψει τα καντήλια είδε έκπληκτος την μεγάλη εξωτερική εικόνα που συναντά κανείς στο προαύλιο του ναού να λείπει. Η απώλεια διήρκεσε μία εβδομάδα ενώ το μυστήριο έλυσε λίγο καιρό μετά ένας νεαρός ο οποίος κουβαλώντας ένα κριάρι έφθασε να προσκυνήσει την εικόνα του Αγίου που με βάση τη μαρτυρία του  έσωσε τη ζωή καθώς τον επικαλέστηκε όντας στο μέτωπο.
Φυσικά οι μαρτυρίες είναι αναρίθμητες ενώ ο Ταξιάρχης αποτελεί για του Λέσβιους σύμβολο πίστεως και ισχυρής προστασίας εν μέσω χαλεπών καιρών και προσωπικών δυσκολιών.
ΠΗΓΗ

Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Ας γονατίζουμε και ας προσευχώμεθα λέγοντας ακαταπαύστως το «Kύριε, ελέησον».



H Εκκλησία μας δεν είναι ψέμα· η επικοινωνία με το Θεό είναι ζωντανή, ολοζώντανη. Mπορεί να΄ναι ψέμα τά άστρα, ο ήλιος, η γη, τά πάντα· ένα δεν είναι ψέμα· ο Kύριός μας. Nά μιμηθούμε λοιπόν κ’ εμείς τη Xαναναία.
 Ας γονατίζουμε και ας προσευχώμεθα λέγοντας ακαταπαύστως το «Kύριε, ελέησον».
Tο «Kύριε, ελέησον» το λέγανε οι άγιοι και έκαναν θαύματα. Tα παλιά τα χρόνια το λέγανε όλοι οι Xριστιανοί γονατιστοί και με δάκρυα. Στη Pωσία ο πιστος λαός το λέει και βουΐζει η εκκλησία. Στο Άγιο Όρος κρατούν κομποσχοίνι όλη νύχτα· κάθε κόμπος κ’ ένα «Kύριε Iησού Xριστέ, ελέησόν με». Εμείς; Tυπικώς· παρόντες στην εκκλησία τω σώματι, απόντες τω πνεύματι· χωρίς συναίσθηση, χωρίς ρήγος.
Tο «Kύριε, ελέησον» είναι η πιο μικρά προσευχή. Mπορεί να την πει κ’ ένας αγράμματος, μπορεί να την πει και το μικρό παιδί, και το νήπιο, κι ο ασπρομάλλης γέρος. Kαd ο Θεός ακούει το «Kύριε, ελέησον».
Tο συνιστώ κ’ εγώ σ’ εσάς. Δεν κάνεις μεγάλες προσευχές, δεν είσαι διαρκώς στην εκκλησία; Λέγε, εκεί που είσαι, το «Kύριε, ελέησον». Kάθεσαι να φας, «Kύριε, ελέησον». Βράδιασε, «Kύριε, ελέησον». Ξημέρωσε, «Kύριε, ελέησον». Πας στη δουλειά, «Kύριε, ελέησον». Σκάβεις τή γη «Kύριε, ελέησον». Βόσκεις τα ζώα, «Kύριε, ελέησον». Είσαι εργάτης, «Kύριε, ελέησον». Είσαι αξιωματικός, «Kύριε, ελέησον». Είσαι στρατιώτης, «Kύριε, ελέησον». Είσαι αμαρτωλός, «Kύριε, ελέησον».
Tό «Kύριε, ελέησον» κάνει θαύματα. Αυτό που ζητούμε θα μας το δώσει ο Θεός, γιατί είναι πατέρας. Λέει ο Xριστός· «Ποιος πατέρας ζητεί το παιδί του ψωμί, και του δίνει πέτρα; ή ζητεί ψάρι, και του δίνει φίδι;» (Mατθ. 7,9-10· Λουκ. 11,11). Αν ο επίγειος πατέρας ενδιαφέρεται για τα παιδιά του, πολύ περισσότερο εκείνος που του λέμε «Πάτερ ημών…». 
Θα μας τα δώσει αυτά ο Θεός, εάν πιστεύουμε πραγματικά, εάν εί­μεθα Xριστιανοί· αμήν.


† Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνος
αποσπασμα ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου, 1-2-1987./πηγή

ΟΙ ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ.(Η Θεοτόκος πρώτη μάρτυρας της Αναστάσεως)


Δεύτε από θέας,γυναίκες ευαγγελιστριαι,καί τη Σιών είπατε:δέχου παρ' ημώνχαράς ευαγγέλιατης Αναστάσεως Χριστού,Τέρπου, χόρευε καίάγάλλου, Ιερουσαλήμ,τον βασιλέα Χριστόν θεασαμένη εκ του μνήματος ως νυμφίον προερχόμενον.
Σαν νικητήριος παιάνας αντηχούν στις εκκλησιές κατά τον όρθρο του Πάσχα τα λόγια τούτα καί ρίγη συ­γκινήσεως διαπερνούν τις καρδιές μας. Ό Ιερός υμνογράφος δανείζεται την έκφραση του Ευαγγελιστή- Προφήτη Ησαΐα (κγ' 11) «Γυναίκες έρχόμεναι, από θέας δεύτε, ου γαρ λαός εστίν έχων σύνεσιν», για να μας αποδώσει ζωντανά τίς ανεπανάληπτες εκείνες στιγμές χαράς, όταν το μήνυμα της "Αναστάσεως φθάνει στην Ιερουσαλήμ από κάποιες ευλογημέ­νες γυναίκες. Καί παράλληλα να μας πα­ραπέμψει στην προφητεία τη σχετική μ'αυτό το γεγονός. 

 Ποιες ήταν όμως αυτές οι γυναίκες, πού αξιώθηκαν να φέρουν πρώτες στον κόσμο το πιο υπέροχο άγγελμα πού ακούστηκε ποτέ; Είναι οι "Αγιες Μυρο­φόρες: Οι γυναίκες πού ακολουθούσαν τον Κύριο μαζί με την Μητέρα Του, έμει­ναν μαζί Της κατά την ώρα του θείου Πά­θους, καί λίαν πρωΐ «τη μια των Σαββάτων», δηλαδή προς τα χαράματα της Κυ­ριακής, πήγαιναν ν' αλείψουν με μύρα το σώμα του Κυρίου, σαν τελευταία πράξη τιμής καί αγάπης προς τον λατρεμένο Νε­κρό. Μιας αγάπης γεμάτης ήρωίσμό, πού δεν φοβήθηκε ούτε το σκοτάδι, ούτε τους στρατιώτες, ούτε τη λύσσα των Φαρισαίων, ούτε την απέτρεψε ό τεράστιος λίθος, αν καί τον σκέφθηκε.

Τα γνώριζαν τα προβλήματα οι Αγιες Μυροφόρες. Ομως, κατέχοντας την κορωνίδα των αρετών, την αγάπη, ελκύουν τη θεία Χά­ρη, πού έρχεται αρωγός τους. "
Από τα Ευαγγέλια έχουμε τα ονόματα μερικών από αυτές: Πρώτη Μυροφόρος, ή Κυρία Θεοτόκος. Πρόκειται για την άλλη Μα­ρία, ή Μαρία του Ιακώβου ή Ίωση, παι­διών του Ιωσήφ του Μνήστορος, των οποίων αποκαλείται μητέρα. Ή Μαρία ή Μαγδαληνή, από την οποία, κατά τον Ευαγγελιστή Μάρκο, ό Κύριος έξέβαλε επτά δαιμόνια καί στην οποία εμφανί­σθηκε ξεχωριστά την ίδια την ήμερα της Αναστάσεως. Ή Σαλώμη ήταν κόρη του Ιωσήφ του Μνήστορος. Ή "Ιωάννα, ή γυ­νή του Χουζά, πού ήταν επίτροπος της οικίας του βασιλέως Ήρώδου. Μάρθα καί Μαρία, οι αδελφές του Λαζάρου Μα­ρία ή του Κλωπά, καί Σωσάννα.Ή μνήμη κάθε μιας από τις άγιες Μυ­ροφόρες τιμάται χωριστά, όμως επειδή πρώτες αυτές εΐδαν τον Κύριο εκ νεκρών άναστάντα καί κατά πολύ συνέβαλαν στην άψευόη διακήρυξη της Αναστάσε­ως, οι άγιοι Πατέρες έταξαν να τιμάται ή μνήμη όλων μαζί την Κυριακή μετά του Θωμά. 

Ομως πώς ακριβώς έγιναν τα πράγματα; Πώς πληροφορήθηκαν οί άγιες εκείνες γυναίκες την Ανάσταση καί πείσθηκαν ότι πράγματι ό Χριστός ανα­στήθηκε; Καί τα τέσσερα ευαγγέλια (Μτ.28, 1-8/Μκ. 16, 1-8/Λκ.24,1-12/ Ίω 20,1-10) συμφωνούν στα κύρια σημεία: Βλέπουν τον κενό τάφο καί τα εντάφια σπάργανα, τον απαστράπτοντα άγγελο πού τους αναγγέλλει την Ανάσταση («ανέστη ουκ εστίν ώδε») καί τέλος αξιώ­νονται να δουν τον ίδιο τον Κύριο.
Όμως στη Γραφή υπάρχουν πάντοτε σημεία συνεσκιασμένα, πού ή κατανόηση τους χρειάζεται θείο φωτισμό. Φωτισμό πού μόνο οί αγίες ψυχές απέκτησαν μετά από σκληρούς πνευματικούς αγώνες.
 Ενα τέτοιο σημείο υπάρχει καί εδώ, σύμ­φωνα με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, ό οποίος, καθοδηγημένος από το "Αγιο Πνεύμα, ρίχνει φως στίς διηγήσεις των Ευαγγελίων καί βάζοντας τα γεγονότα στη σειρά μας δίνει το χρονικό της ημέ­ρας, στην ομιλία του αριθμ. 18 (-Στήν Κυριακή των Μυροφόρων).

Ό άγιος, ό οποίος διαπιστώνει ότι καί τα τέσσερα Ευαγγέλια κατ' αρχήν συμφωνούν στη διήγηση των γεγονότων, μας αποκαλύ­πτει ότι το Ευαγγέλιο της Αναστάσεως του Κυρίου πρώτη από όλους τους ανθρώπους, όπως ήταν σωστό καί δί­καιο, δέχθηκε ή Θεοτόκος καί αυτή εΐδε αυτό το γεγονός.πριν από όλους τον Αναστάντα και άπήλαυσε τη θεία ομιλία Του, καί αυτή πρώ­τη καί μόνη άγγιξε τα άχραντα πόδια Του, έστω καί αν οι Ευαγγελιστές δέν τα λένε φανερά όλα αυτά μη θέλοντας να προσαγάγουν ως μάρτυρα τη μητέρα, για να μη δώσουν αφορμή υποψίας στους απίστους.

Τοΰτο συνάγει κυρίως από τον Ευαγ­γελιστή Ματθαίο, ό όποιος μας δίνει πε­ρισσότερες λεπτομέρειες για τις πρώτες στιγμές μετά την ανάσταση καί την πλη­ροφορία ότι πρώτη απ' όλες ήρθε στον τάφο του Κυρίου ή Θεοτόκος. Είναι ή άλλη Μαρία, πού ήρθε μαζί με τη Μαρία τη Μαγδαληνή για να δουν τον τάφο. Καί ακριβώς τη στιγμή πού έφθαναν, ιδού έγι­νε σεισμός μέγας. Διότι άγγελος Κυρίου, άφοϋ κατέβηκε από τον ουρανό, άποκύλησε το λίθο από τη θύρα του μνημείου καί καθόταν πάνω σ' αυτήν. Ήταν δέ ή μορφή του σαν αστραπή καί το ένδυμα του λευκό σαν το χιόνι, από τον φόβο δέ εμπρός του ταράχθηκαν οι φύλακες κι έγιναν σαν νεκροί. "Ολες λοιπόν οί άλλες γυναίκες ήλθαν μετά το σεισμό καί τη φυ­γή των φυλάκων καί βρήκαν τον τάφο ανοιγμένο καί την πέτρα άποκυλισμένη. 

Ή δε Παρθενομήτωρ έφθανε τη στιγμή πού γινόταν ό σεισμός, άποκυλίστηκε ή πέτρα καί ανοιγόταν ό τάφος. Γι' αυτήν λοιπόν πρώτη ανοίχθηκε ό ζωηφόρος εκείνος τάφος (διότι γι' αυτήν πρώτη καί δι' αυτής έχουν ανοιχθεί σε μας όλα, όσα εΐναι επάνω στον ουρανό καί κάτω στη γη) καί γι' αυτήν άστραφτε έτσι ό άγγε­λος, ό όποιος προφανώς ήταν ό Γαβριήλ, ώστε, αν καί ή ώρα ήταν ακόμα σκοτεινή, αυτή με το πλούσιο φως του αγγέλου όχι μόνο να δει τον τάφο κενό, αλλά καί τα εντάφια να είναι τακτοποιημένα. Εξήλθαν δε με φόβο καί χαρά μεγάλη. Τον φόβο είχε ή Μαρία ή Μαγδαληνή καί οί άλλες γυναίκες, διότι δεν κατενόησαν τα λόγια του αγγέλου ούτε μπόρεσαν να συλλάβουν τελείως το φως, ώστε να δουν καί να μάθουν ακριβώς, ενώ ή Θεοτόκος απέκτησε τη μεγάλη χαρά, διότι κατενόη­σε τα λόγια του αγγέλου καί παραδόθηκε ολόκληρη στο φως, τελείως καθαρά καί θείως χαριτωμένη. 

Όταν δε εξήλθαν από τον Ευαγγελισμό τοϋτο, ή μεν Μαρία ή Μαγδαληνή σαν να μην άκουσε καν τον άγγελο, άφού άλλωστε καί εκείνος δεν μίλησε γι'αυτήν, διαπιστώνει μόνο την κέ­νωση του τάφου καί τρέχει προς τον Σίμωνα Πέτρο για να πει ότι πήραν τον Κύ­ριο. Ή δε θεομήτωρ Παρθένος, συνοδευ­όμενη από άλλες γυναίκες, επανερχόταν πάλι εκεί άπ' οπού ήλθε. Στό δρόμο της επιστροφής είναι πού τις συναντά ό Ιη­σούς λέγοντας «χαίρετε». Αυτές λέγει ό Ευαγγελιστής προσήλθαν, έπιασαν τα πόδια Του καί Τον προσκύνησαν. Όπως δε όταν ή Θεοτόκος άκουσε το Ευαγγέλιο της Αναστάσεως μαζί με τη Μαρία τη Μαγδαληνή από τον άγγελο, μόνο αύτή κατάλαβε τη σημασία των λόγων, έτσι καί μαζί με τίς άλλες γυναίκες, όταν συνά­ντησε τον Υιό καί Θεό Της, πρώτη άπ' όλες τίς άλλες είδε καί αναγνώρισε τον Άναστάντα.

 Ό άγιος, συσχετίζοντας τα γεγονότα της Αναστάσεως με τα γεγονότα της Δη­μιουργίας, βρίσκει μία ωραία αναλογία, πού θα μποροΰσε να τεθεί ως κατακλεί­δα:Ή ανάσταση του Κυρίου είναι ανανέ­ωση της ανθρώπινης φύσεως, είναι άναζώωση καί ανάπλαση καί επάνοδος προς την αθάνατη ζωή του πρώτου Αδάμ, πού καταβροχθίστηκε από το θάνατο λόγω της αμαρτίας. "Οπως λοιπόν εκείνον στην αρχή δεν τον είδε κανένας άνθρω­πος να πλάττεται καί να παίρνει ζωή, με­τά δέ τη λήψη της πνοής με θειο εμφύση­μα πρώτη άπ' όλους τον είδε μία γυναί­κα, διότι μετά άπ' αυτόν πρώτος άνθρω­πος ήταν ή Εύα, έτσι καί τον δεύτερο "Αδάμ, δηλαδή τον Κύριο, όταν άνίστατο από τους νεκρούς κανένας άνθρωπος δεν Τον είδε, άφοΰ δεν παρευρισκόταν κανείς δικός Του καί οί στρατιώτες πού φύλα­γαν το μνήμα είχαν γίνει σαν νεκροί από το φόβο- μετά την "Ανάσταση πρώτη άπ'όλους τον είδε μία γυναίκα, ή Κυρία Θεο­τόκος. Ή Γυναίκα πού γέννησε τη Ζωή καί έγινε αιτία της σωτηρίας μας.


Της Κυριακής Θ.Ασημακοπούλου(Δικηγόρου-Θεολόγου)

Άγιος Κύριλλος επίσκοπος Τούρωβ(+28 Απριλίου)


Εικόνα 14 από 201
Ὁ Ἅγιος Κύριλλος γεννήθηκε ἀπὸ πλούσιους γονεῖς τὴν τρίτη δεκαετία τοῦ 12ου αἰῶνος μ.Χ. στὴν πόλη Τούρωφ, στὸν ποταμὸ Προπάϊατ. Ἀπὸ πολὺ νωρὶς ὁ Ἅγιος Κύριλλος μὲ ἔνθερμο ζῆλο μελετοῦσε τὰ ἱερὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοὺς Πατέρες. Σπούδασε μάλιστα καὶ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα.
Ὅταν ὡρίμασε, ἀρνήθηκε τὴν πατρική του κληρονομιὰ καὶ ἐγκατέλειψε τὰ ἐγκόσμια. Ἐκάρη μοναχὸς στὸ μοναστήρι τῶν Ἁγίων Βόριδος καὶ Γκλέμπ, στὸ Τούρωφ. Ἀσκήθηκε πάρα πολὺ στὴ νηστεία καὶ στὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ δίδασκε μὲ τὸν τρόπο του τὴν ὑπακοή. Ἔλεγε δὲ ὅτι ὁ μοναχὸς ὁ ὁποῖος δὲν ὑπακούει στὸν ἡγούμενο, δὲν ὁλοκληρώνει τὴν μοναχική του ὑπόσχεση καὶ ἔτσι δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ. Ἔχουν μάλιστα διασωθεῖ καὶ τρία συγγράμματα τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου σχετικὰ μὲ τὸν μοναχικὸ βίο καὶ τὴν πολιτεία τῶν μοναχῶν.
Εικόνα 5 από 201
Μετὰ ἀπὸ κάποιο χρονικὸ διάστημα, ὁ Ἅγιος ἔζησε ὡς στυλίτης καὶ ἐντρύφησε πολὺ στὴν Ἁγία Γραφή. Καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι τὸν ἐπισκέπτονταν γιὰ συμβουλὲς στὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ καθοδήγηση.
Λόγω τῆς ἁγιότητας τοῦ βίου του ὁ Ἅγιος ἀσκητὴς ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Τούρωφ ἔχοντας πάντα συναίσθηση τοῦ ὑψηλοῦ ἱεραρχικοῦ ἀξιώματος, στὸ ὁποῖο ὁ Κύριος τὸν εἶχε καλέσει.


Τὸ ἔτος 1169, ὁ Ἅγιος Κύριλλος συμμετεῖχε σὲ μία Σύνοδο καὶ ἐπέκρινε τὸν Ἐπίσκοπο Θεόδωρο, ὁ ὁποῖος κατεῖχε τὴν καθέδρα τοῦ Βλαντιμὶρ καὶ τῆς Σουζδαλίας καὶ ὁ ὁποῖος ἐπιθυμοῦσε νὰ χωρισθεῖ ἀπὸ τὴν κανονικὴ δικαιοδοσία τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας τοῦ Κιέβου.
Εικόνα 1 από 201
Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴν ἡσυχία καὶ τὴν ἀπομόνωση τὸν ὁδήγησε σὲ παραίτηση ἀπὸ τὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο. Ἔτσι ἀφιερώθηκε πλήρως στὴν ἄσκηση καὶ τὴν συγγραφὴ πνευματικῶν ἔργων.
Ὁ Ἅγιος Κύριλλος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1183. Οἱ σύγχρονοί του τὸν θεωροῦσαν ὡς τὸν Χρυσόστομο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας. Ἐκεῖνος ὅμως ταπεινὰ ἔγραφε γιὰ τὸν ἑαυτό του: «Δὲν εἶμαι θεριστής, παρὰ μαζεύω τὰ δεμάτια τῶν σιτηρῶν».

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Πιότρ Mamonov-Η αλήθεια που σκοτώνει

Ο Άγιος Αντώνιος του Ζαντόνσκ για την εξομολόγηση...


Ό Αντώνιος γεννήθηκε το 1726 μ.Χ. και καταγόταν από οικογένεια χωρικών της Ρωσικής πόλης Ζαντόσκ και έφερε το επίθετο Αλεξέγιεβιτς. Σέ ηλικία εφτά χρονών εξαφανίστηκε από το σπίτι του κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας. "Οταν τον βρήκαν δυο εβδομάδες αργότερα κοντά σ' ένα ποταμάκι στους αγρούς της περιοχής, συ­μπεριφερόταν πολύ παράξενα. Σ' όλες τις ερωτήσεις, τους απαντούσε ασυνάρτητα ή δεν μιλούσε καθόλου. Το μόνο γνωστό για το διάστημα των δυο αυτών εβδομάδων είναι ότι έτρωγε άγρια φασόλια. Από εκεί και πέρα συνέχισε να ζει ως ένας γιουροντύβι, μέχρι τα 125 του χρόνια πού κοιμήθηκε ειρηνικά. Ντυνόταν πολύ ιδιόρρυθμα, φορώντας πάντοτε άσπρα, ενώ μια κόκκινη μαντίλα τον έσφιγγε στη μέση και κρατούσε πάντοτε ένα μπαστούνι, καίτοι δεν είχε κανένα πρόβλημα στο περπάτημα.
Οί προσκυνητές πού έρχονταν στο λείψανο του αγίου Τύχωνα στο Ζαντόσκ, τον αντιμετώπιζαν με πολλή αγάπη και συχνά ζητούσαν τις συμβουλές του και τις ευλογίες του. Κάποτε δυο γυναίκες πού πήγαν κοντά του, του είπαν ότι ή μια ήρθε να προσκυνήσει τον άγιο Τύχωνα και να προσευχηθεί για μια μεγάλη της αμαρτία και ή άλλη ότι δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο πού βάραινε τη συνείδηση της, εκτός από μικροπράγματα, άλλα παρ' όλα αυτά ήρθε να προσκυ­νήσει. Τότε ό Άντωνούσκα, όπως τον φώναζαν χαϊδευτικά, είπε στην πρώτη: «Πάρε μια μεγάλη πέτρα και ρίξε την όσο πιο μακριά μπορείς». "Υστερα γύρισε στη δεύτερη και της είπε να μαζέψει πολλές μικρές-μικρές πέτρες και να τις πετάξει και εκείνη. Μετά από όλα αυτά τους ξανα­λέγει: «Φέρτε πίσω ή καθεμιά τις πέτρες σας και βάλτε τις στο σημείο από οπού τις πήρατε». Ή πρώτη δεν δυ­σκολεύτηκε καθόλου, ενώ για τη δεύτερη ήταν αδύνατον. «Πήγαινε» λέει στην πρώτη «εξομολόγησου τη μεγάλη σου αμαρτία και θα σου συγχωρεθεί». «Ενώ εσύ», είπε στην άλλη «πού νόμιζες ότι ήσουν εντάξει με τη συνείδη­ση σου, γιατί δεν είχες κάνει παρά μόνο πολλές μικρές καθημερινές αμαρτίες, των οποίων ή σπουδαιότητα σου φαινόταν ελάχιστη, να ξέρεις ότι το βάρος όλων αυτών μαζί ξεπερνάει ίσως το βάρος της βαριάς αμαρτίας της συντρόφου σου. Μόνο πού θα έχεις μεγαλύτερη δυσκολία να τις ανακαλύψεις και να τις ξεφορτωθείς».
"Ετσι ζώντας ό άγιος κοιμήθηκε ειρηνικά στις 29 Σεπτεμβρίου 1851 μ.Χ., ημέρα πού μέχρι σήμερα ή Αγία Ρωσική Εκκλησία τιμά και εορτάζει τη μνήμη του.

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

Έχω δικό μου τάφο και με μάρμαρο! Δε μου λείπει τίποτα!(Συζητώντας με τον γέροντα Γαβριήλ)


Γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΜΒΥΣΕΛΛΗΣ


 Αγνωρες δυνάμεις κι ένα αόρατο χέρι με σπρώχνανε, το αποφάσισα.  Με ένα ξερόκλαδο για μπαστούνι, πήρα το μονοπάτι στο δάσος εδώ στο Όρος το Ιερό, πέρασα αγριοκαστανιές, βάτα, καρυδιές, ελιές και θάμνους πολλούς, τρύπωσα, ξετρύπωσα ανάμεσα νεροφαγιές, σκόνταψα σε χωμένες στα ξερά φύλλα ρίζες, ακροβάτησα να διασχίσω το ποταμάκι, έστριψα δεξιά, βρέθηκα στη σκήτη του. 
***
Απ'όξω περίμεναν κάμποσοι προσκυνητές. Χαιρέτισα, φάνηκε ένας μεσήλικας καλόγερος, με κέρασε λουκούμι και νερό, δεν πήρα, είχα αγωνία, βλέπεις και τον παρακάλεσα αν μπορούσα να δω τον γέροντα Γαβριήλ.  Άφωνος, μπήκε μέσα, ξαναβγήκε και μου έγνεψε να περάσω. Ένα σκελετωμένο γεροντάκι, μια χούφτα κόκαλα κι ένα άσπρο πετσί ολόγυρα κι ένα τριμμένο ράσο να κρέμεται απάνω τους, χρόνια ανήλιος, με υποδέχτηκε χωρίς να μιλήσει. Ήταν σκυμμένος στο χιλιόχρονο τραπεζάκι με μια στοίβα θρησκευτικά βιβλία μπροστά του. Σε τούτο το δωμάτιό που δεν χωρούσανε πάνω από τέσσερα άτομα, η μόνη πολυτέλεια ήταν το πίσω μέρος μιας εντοιχισμένης ξυλόσομπας. Χωρίς να αφήσει τα βιβλία του, αδιαφορώντας θαρρείς για την παρουσία μου, είπε μπερδεμένα: 
«Λέγε». Δεν ήξερα τι να κάνω, τον ρώτησα μήπως τον ενοχλώ. «Λέγε», επανέλαβε, πήρα θάρρος. «Μήπως θυμόσαστε, γέροντα, κάποιον Αλέξανδρο Γαλανό;» Τώρα, σταμάτησε, γύρισε, είδα κάτι βαθουλωμένα κόκκινα από τα ξενύχτια και τις προσευχές μάτια και βαθιά μες απ' την ψυχή του ήρθε απορημένη η φωνή του. «Ζει;». Τούτη τη φορά κοίταζε με αγωνία. Του είπα ότι είχε κοιμηθεί, μουρμούρισε κάτι λόγια, έκανε το σταυρό του, δεν έδειξε λύπη και ξαναμίλησε. «Καλός άνθρωπος. Κι ελεήμων. Πολλούς βοηθούσε. Ό,τι είχε τα έδινε. Απ' όλο το κορμί του έβγαινε αγάπη». Μετά με ξανακοίταξε, σα να 'μπαινα κείνη την ώρα και χαρούμενος, με λίγο μπερδεμένα λόγια, όπως πάντα αυτοί οι γέροντες, μου είπε.  «Ήθελε να πεθάνει καλόγερος. Και να τον θάψουμε εδώ. Παράγγειλε και τον τάφο του. Πλέρωσε και του τον έφτιαξα να, εδώ». 
***
 Κείνη την ώρα παίρνοντας ένα πιο χαρούμενο ύφος ανασηκώθηκε λίγο στην ξεχαρβαλωμένη καρέγλα του, λες κι ήταν ένα πετεινό του ουρανού, έσκυψε αριστερά στο αρχαίο παράθυρο, μου έδειξε με το σκελετοδάχτυλο του και ανέκφραστος είπε. «Νάτος. Τον βλέπεις; Δικός του ήταν.» Έσκυψα προσεχτικά μην τον σπρώξω και τον βεβαίωσα ότι είδα τον τάφο. Τότε ήταν που πήραν φωτιά τα μάτια του, μεγάλωσαν, βγήκαν από τις κόγχες, περιπλανήθηκαν στον ουρανό και με ένα ύφος θριάμβου, ευγνωμοσύνης και πληρότητας, είπε δυνατά. «Ήθελε ο Αλέξανδρος και μάρμαρο! Του παράγγειλα μάρμαρο! Να δες το τι ωραίο που είναι! Μετά όμως άλλαξε γνώμη. Ήθελε να πάει στην Αθήνα να κοιμηθεί. Και μια μέρα μου λέει: Γέροντα, θα σου κάνω δώρο τον τάφο μου.» 
Κι η ευδαιμονία ζωγραφίστηκε στα χείλη του, ξέσκισε τα ράσα του, βγήκε από μέσα ολάκερος και ζωντανός μπήκε στο μνήμα. Το δικό του! Δίπλα στο καλύβι του. Που το βλέπει συνέχεια όσο κάθεται ή όταν προσεύχεται. «Το φαντάζεσαι; Έχω δικό μου τάφο και με μάρμαρο! Δε μου λείπει τίποτα. Μόνο ένα σκαμνάκι πρέπει να σάξω δίπλα, να έρχονται όσοι με αγαπάνε να τα λέμε με την ησυχία μας». 
***
Έκανε μετά το σταυρό του, δίπλωσε τα χέρια του χιαστί στο στήθος του απάνω κι έμεινε κάμποσο έτσι, λες και βρισκόταν εκεί μέσα. Γαλήνιος, δίπλα στην Παναγία. Γιατί αυτή είναι η ευχή τους, η στερνή τους επιθυμία, όπως κι ο γέροντας Παΐσιος έγραψε με τρεμάμενο χέρι στους λιγοστούς στίχους που ζήτησε να χαραχτούν στον τάφο του:
 Εδώ τελείωσε η ζωή, // εδώ και η πνοή μου, // εδώ το σώμα θα θαφτεί // θα χαίρει κι η ψυχή μου. // Ο Άγιός μου κατοικεί, // αυτό είναι τιμή μου. // Πιστεύω Αυτός θα λυπηθεί // την άθλια ψυχή μου //  θα εύχεται στο λυτρωτή, // νάχω την Παναγιά μαζί μου.
 Γιατί εδώ, οι Αγιορείτες μοναχοί, δεν τον φοβούνται τον θάνατο. Απεναντίας τον περιμένουν χαρούμενοι. Αμέσως μετά ο αιωνόβιος αυτός ασκητής άρχισε να γελάει και να λέει. «Φαντάζεσαι να πεις έξω σε κανέναν λαϊκό, 'σου κάνω δώρο ένα τάφο!', θα σε κυνηγήσει. Για μας είναι μεγάλο αγαθό». 
Εκστασιασμένος ζήτησα την ευχή του κι έφυγα με το μυαλό μου πίσω.  Μεσόστρατα, βρεθήκανε μπροστά μου οι μοναχοί Ιάκωβος και Μακάριος. Είχανε ανησυχήσει μη χαθώ κι ερχόντουσαν προς αναζήτησή μου. Κάτσαμε σε μια πέτρα με μια βατομουριά από πάνω να μας αγκυλώνει κι όσο τους έλεγα την ιστορία αυτή για το δώρο του Γαλανού στον γέροντα Γαβριήλ, ανοίγανε τα μάτια τους λες κι επρόκειτο για κανένα καράβι γιομάτο λίρες. Τόση η χαρά και η ζήλια που νιώθανε. «Άαα!!» Είπανε με ένα στόμα. 
* Giorgiok1936@yahoo.gr 


www.haniotika-nea.gr /ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ

Άγιος Βίκτωρ ο Ιερομάρτυρας Επίσκοπος Γκλαζώφ(+19 Απριλίου/2 Μαίου 1934)


Картинка 7 из 14
Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Βίκτωρ, Επίσκοπος Γκλάζωφ, κατά κόσμον Κωνσταντίνος Αλεξάνδροβιτς Οστροβίντωφ, διετέλεσε βικάριος της επαρχίας Βιάτσκαγια και γεννήθηκε στις 20 Μαΐου του 1875 μ.Χ. στο χωριό Ζολοτόε της περιφέρειας Σαρατόβσκαγια. Ο πατέρας του ήταν ιεροψάλτης και η οικογένειά του τον ανέθρεψε με παιδεία και νουθεσία Κυρίου.


Ο Κωνσταντίνος φοίτησε αρχικά στην ιερατική σχολή του Σαράτωβ και στην συνέχεια στην ιερατική ακαδημία του Καζάν. Φοιτητής, ακόμη, κείρεται μοναχός με το όνομα Βίκτωρ. Το έτος 1903 μ.Χ. αποφοιτά από την εκκλησιαστική ακαδημία ως διδάκτωρ της Θεολογίας και διορίζεται υπεύθυνος του ναού Τρόιτσκι της πόλεως Χβαλίνσκ. Από το 1905 μ.Χ. έως το 1908 μ.Χ. ο Βίκτωρ κατέχει την θέση του ιερομονάχου της ιεραποστολής των Ιεροσολύμων και μετά το 1908 μ.Χ. γίνεται επιθεωρητής της ιερατικής σχολής της πόλεως του Αρχαγγέλσκ.
Μετά από λίγο μετατίθεται στην πρωτεύουσα και διορίζεται ως ιερομόναχος της Λαύρας του Αγίου Αλεξάνδρου Νέφσκιυ. Το 1910 μ.Χ. γίνεται αρχιμανδρίτης και αναλαμβάνει καθήκοντα ηγουμένου της μονής Αγίας Τριάδος του Ζελενέτσκ, που βρίσκεται στην επαρχία της Αγίας Πετρουπόλεως. Στην δύσκολη περίοδο του εμφυλίου πολέμου, από τις 21 Φεβρουαρίου έως τον Δεκέμβριο του έτους 1919 μ.Χ., ο αρχιμανδρίτης Βίκτωρ εκτελεί τα καθήκοντα του υπευθύνου της Λαύρας του Αγίου Αλεξάνδρου.
Το έτος 1919 μ.Χ. ο Άγιος Βίκτωρ συλλαμβάνεται στην Αγία Πετρούπολη, σε λίγο όμως αποφυλακίζεται. Τον Ιανουάριο του 1920 μ.Χ. χειροτονείται Επίσκοπος Ουρζούμσκι και βικάριος της επαρχίας Βιάτσκαγια. Την ίδια χρονιά το στρατοδικείο της επαναστάσεως της επαρχίας Βιάτσκαγια καταδικάζει τον αρχιερέα Βίκτωρα σε φυλάκιση μέχρι το τέλος του πολέμου με την Πολωνία, όμως σε πέντε μήνες αποφυλακίζεται. Λόγω των έντονων διαδηλώσεών του συλλαμβάνεται και πάλι στις 12 Αυγούστου του 1922 μ.Χ. και εκτοπίζεται για τρία χρόνια στην περιοχή του Ναρίμ. Μετά την απελευθέρωσή του, το έτος 1924 μ.Χ., του αφαιρείται το δικαίωμα παραμονής σε μεγάλες πόλεις. Ο Επίσκοπος επιστρέφει στη Βιάτκα και την ίδια χρονιά διορίζεται Επίσκοπος του Γκλαζώφ και προσωρινός διοικητής της επαρχίας Βιάτσκαγια και Όμσκαγια. Στις 14 Μαΐου του 1926 μ.Χ. συλλαμβάνεται και πάλι κατηγορείται για οργάνωση παράνομου επαρχιακού γραφείου και εκτοπίζεται για τρία χρόνια με αφαίρεση του δικαιώματος παραμονής, όχι μόνο σε μεγάλες πόλεις, αλλά και στην επαρχία Βάτσκαγια. Έτσι μένει πλέον στην πόλη Γκλάζοβο. Τον Σεπτέμβριο του 1926 μ.Χ. του ανατίθεται η διοίκηση της γειτονικής επαρχίας Βότκινσκαγια και της επαρχίας Ιζέβσκαγια.


Τον Οκτώβριο του 1927 μ.Χ. ο Επίσκοπος Βίκτωρ απευθύνεται στον Μητροπολίτη Σέργιο, με επιστολή στην οποία τον προειδοποιεί για τις κακές συνέπειες του συμβιβασμού με τους άθεους. Μετά από αυτό μετατίθεται στο Σάντρινσκ με δικαίωμα διοικήσεως της επαρχίας Αικατερινμπούργκσκαγια. Ο Επίσκοπος Βίκτωρ αρνήθηκε να υπακούσει στην απόφαση της Συνόδου και δεν έφυγε για το Σάντρινσκ.


Ο Άγιος απέρριπτε την ιδέα της «νόμιμης υπάρξεως της Εκκλησίας» μέσω της δημιουργίας μιας Κεντρικής Διοικήσεως αναγνωρισμένης από την εξουσία, η οποία δήθεν θα εξασφάλιζε την εξωτερική ηρεμία της Εκκλησίας. Αυτό το σχέδιο υποταγής της Εκκλησίας στην εξουσία το θεωρούσε ως αλλοτρίωση και μέσο το οποίο μετέτρεπε την Εκκλησία από οίκο του Θεού σε μια κοσμική οργάνωση της εξουσίας.


Τον Μάρτιο του 1928 μ.Χ. ο Άγιος αποστέλλει νέα επιστολή προς τους ιερείς, μα σκοπό να τους προφυλάξει από την ιδέα της βίαιης ενώσεως της Εκκλησίας (με τρόπο που θα μετατραπεί σε κομματική οργάνωση) με την κρατική εξουσία. «Το θέμα μας», έγραφε, «ευρίσκεται όχι στην αποχώρηση από την Εκκλησία, αλλά στην υπεράσπιση της αλήθειας».


Στις 22 Μαρτίου του 1928 μ.Χ. συλλαμβάνεται στο Γκλάζωφ και καταδικάζεται σε τρία χρόνια φυλακίσεως σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Καθ' όλη την διάρκεια της παραμονής του στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως της νήσου Σολόφσκι εργάζεται ως λογιστής, λειτουργεί κρυφά και χειροτονεί με άλλους Επισκόπους, Αρχιερείς για την Εκκλησία.


Σύμφωνα με τις διατάξεις του στρατοπέδου απαγορευόταν η μακριά ενδυμασία και όλοι οι κρατούμενοι έπρεπε να κουρευτούν. Ο Επίσκοπος Βίκτωρ αρνήθηκε να υπακούσει σε αυτή τη διάταξη. Έτσι τον έκλεισαν στην απομόνωση, διά της βίας τον ξύρισαν και έκοψαν τα μαλλιά του τραυματίζοντάς τον στο πρόσωπο, και κόντυναν τα ενδύματά του.


Το έτος 1931 μ.Χ., μετά την αποφυλάκισή του, διαμένει στο χωριό Ουστ - Τσίλμα της βόρειας Ρωσίας. Όμως σε μερικούς μήνες, το 1932 μ.Χ., συλλαμβάνεται πάλι και εξορίζεται αυτή την φορά στην Αυτονομία των Κόμι, στη Σιβηρία. Εδώ, στο χωριό Νέριτσα, έζησε τρία χρόνια. Ο Άγιος βοηθούσε τους χωρικούς στις δουλειές και συζητούσε μαζί τους για την πίστη. Συχνά απομακρυνόταν στο δάσος και προσευχόταν.


Αγωνιζόμενος για την αλήθεια ο Επίσκοπος Βίκτωρ δέχθηκε όλα τα βάσανα με πνευματική χαρά και υπομονή, μιμούμενος τους Μάρτυρες της πρώτης Εκκλησίας και διατηρώντας μια αξιοθαύμαστη πνευματική ηρεμία και ειρήνη. Κοιμήθηκε το έτος 1934 μ.Χ. από πνευμονία.


Στις 18 Ιουνίου του έτους 1997 μ.Χ. τα ιερά λείψανά του βρέθηκαν άφθαρτα στο κοιμητήριο του χωριού Νέριτσα, παρόλο που έμειναν ενταφιασμένα σε βαλτώδες έδαφος περί τα εξήντα τρία χρόνια. Μεταφέρθηκαν στη Μόσχα και στις 2 Δεκεμβρίου του 1997 μ.Χ. πραγματοποιήθηκε η επίσημη μετακομιδή τους στο γυναικείο μοναστήρι της πόλεως Βιάτκα.
ΠΗΓΗ

«Ούτως ουν τιμήσωμεν τας του Κυρίου εορτάς,μη κοσμικώς, αλλ’ υπερκοσμίως»(Όσιος Εφραίμ ο Σύρος)

Δεν πρέπει από τον ορθόδοξο χριστιανό να πάψει να υπάρχει η πίστη και η ελπίδα, ότι δια της χάριτος νικάται η αμαρτία, ότι όπως ο ληστής και η πόρνη, έτσι και αυτός θα κερδίσει τον Παράδεισο.
 Και αυτό γιατί πίστη των ορθοδόξων είναι ότι η ελπίδα και η χαρά πηγάζουν από το όλο μυστήριο της Θείας Οικονομίας για τη σωτηρία μας, από τη Σάρκωση και το Πάθος, κυρίως όμως και κατ’ εξοχήν από το γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού.
Εφ’ όσον ο Χριστός ανέστη και βεβαίως η ελπίδα και το κίνητρο της χαράς είναι βέβαια μετά απ’ αυτό, η χαρά των χριστιανών δεν έχει να πάθει τίποτε από οποιαδήποτε πραγματικότητα του κόσμου τούτου. Είναι μια χαρά αέναος, αδιάλειπτος, αμετάπτωτος, μη αναιρούμενη. Και αυτό οφείλουμε να μην το ξεχνάμε ποτέ.
Από την άλλη, χωρίς Σταύρωση δεν υπάρχει Ανάσταση και χωρίς την Ανάσταση δεν θα υπήρχε Εκκλησία, επομένως «ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή η πίστις υμών» (Α΄ Κορινθ. 15,14).
Για εμάς τους Ορθοδόξους Σταυρός και Σταύρωση σημαίνει διακονία, θυσία αγαπητική σαν αυτή του Κυρίου μας, αγώνας ενάντια σ’ όλες τις δαιμονικές εκείνες δυνάμεις του «άρχοντος του κόσμου τούτου» (Ιωαν 12,31), του οποίου τα έργα ο Κύριος ήλθε «ίνα λύση» (Α΄ Ιωαν. 3,8). Και ποια είναι τα έργα αυτά; Εγωισμός, υποκρισία και ψευτιά, φτώχεια και αρρώστια, καταπίεση, αδικία και ανισότητα καθώς και τόσα άλλα, ειδικά τις μέρες τούτες με τα κοσμοϊστορικά γεγονότα που βιώνουμε.
Ο Χριστός μας δείχνει το δρόμο για απαλλαγή απ’ όλα αυτά, για σωτηρία, για ανά-ταση και ανά-σταση, εσωτερική του καθενός από εμάς αλλά και κοινωνική, αφού για το κακό που υπάρχει στον κόσμο ευθύνη έχουμε όλοι μας. Και ο Παύλος, ο πρώτος μετά τον Ένα, συνεχίζει στην ίδια πορεία να μας δείχνει το δρόμο λέγοντας: «Μιμηταί μου γίγνεσθαι καθώς καγώ Χριστού» (Α΄ Κορινθ. 11, 1).
Για να γίνουν όλα αυτά βίωμα των χριστιανών όμως, θα πρέπει να κάνουμε μεγάλο αγώνα, για να νικήσουμε τον κακό εαυτό μας πρωτίστως (έργο πολύ δύσκολο ιδιαίτερα στην σημερινή εποχή, εποχή άκρατου ευδαιμονισμού και καταναλωτισμού), να μεταθέσουμε την ψυχή μας «από των παρόντων στων μελλόντων την μέριμνα» όπως ο Μέγας Βασίλειος προτείνει και τελικά «ούτως ουν τιμήσωμεν τας του Κυρίου εορτάς, μη κοσμικώς, αλλ’ υπερκοσμίως» κατά τον Εφραίμ τον Σύρο

Άγιος Στέφανος του Πέρμ-Ιεραπόστολος στο μέσο των ειδωλολατρών

Φωτογραφία 3 από 132
Ο Άγιος Στέφανος, Φωτιστής της πόλεως Περμ και Απόστολος των Ζυριανών, γεννήθηκε το έτος 1345 στην πόλη Ούστιουγκ της επαρχίας Βολογκντά της Ρωσίας από την οικογένεια του ιερέα Συμεών και της Μαρίας. Στην διάπλαση του χαρακτήρα του, επηρεάστηκε πάρα πολύ από την ευσεβή μητέρα του. Προικισμένος με πολλές δυνατότητες είχε ήδη δείξει ένα ασυνήθιστο ζήλο για τον λειτουργικό βίο της Εκκλησίας. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα είχε μάθει να διαβάζει τα ιερά βιβλία και βοηθούσε τον πατέρα του στο ναό κατά την διάρκεια των Ακολουθιών, εκτελώντας χρέη κανονάρχου και αναγνώστου.
Ο νεαρός Στέφανος εκάρη μοναχός στη μονή του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, στο Ροστώβ. Το μοναστήρι ήταν διάσημο για την περίφημη βιβλιοθήκη του. Επειδή ο Άγιος Στέφανος θέλησε να μελετήσει τους Πατέρες στην αυθεντική τους γλώσσα, σπούδασε τα Ελληνικά.
Εικόνα 8 από 132
Κατά την περίοδο της νεότητάς του, όταν βοηθούσε τον ιερέα πατέρα του στην εκκλησία, πολύ συχνά συνομιλούσε με τους Ζυριανούς. Τώρα πια, έχοντας εντρυφήσει στην πλούσια παράδοση της Εκκλησίας, ο Στέφανος φλεγόταν από την επιθυμία να κηρύξει στους Ζυριανούς το Ευαγγέλιο του Χριστού.
Για να επιτύχει τον φωτισμό των Ζυριανών σχεδίασε ένα αλφάβητο από την γλώσσα τους και μετέφρασε μερικά από τα εκκλησιαστικά βιβλία. Γι' αυτή την σπουδαία πολιτιστική, ιεραποστολική και θεολογική εργασία ο Επίσκοπος Ροστώβ Αρσένιος (1374-1380) τον χειροτόνησε διάκονο.


Έχοντας ετοιμασθεί για ιεραποστολική δραστηριότητα, μετά από παραμονή δεκατριών ετών μέσα στο μοναστήρι, ο Άγιος Στέφανος ταξίδεψε στη Μόσχα, το έτος 1379, για να δει τον Επίσκοπο Κολόμνας Γεράσιμο, ο οποίος τότε προΐστατο της διοικήσεως στη μητροπολιτική περιφέρεια. Ο Άγιος τον ικέτευσε: «Ευλόγησέ με, Γέροντα, για να πάω σε μια ειδωλολατρική χώρα, το Περμ. Θέλω να διδάξω την Αγία Πίστη στους άπιστους ανθρώπους. Έχω αποφασίσει είτε να τους οδηγήσω στον Χριστό, είτε να θυσιάσω την ζωή μου γι' αυτούς και τον Κύριο». ο Επίσκοπος με χαρά τον ευλόγησε και τον χειροτόνησε Πρεσβύτερο. Του πρόσφερε μάλιστα ένα αντιμήνσιο, Άγιο Μύρο και λειτουργικά βιβλία, ενώ ο μεγάλος πρίγκιπας Δημήτριος του έδωσε ένα έγγραφο για ασφαλή διάβαση.
Από την πόλη Ούστιουγκ, ο Άγιος Στέφανος, ξεκίνησε για τον βόρειο ποταμό Ντβίνα μέχρι τη συμβολή του ποταμού Βικέγκντα, περιοχή μέσα στην οποία υπήρχαν οικισμοί των Ζυριανών. Ο πρόδρομος της πίστεως του Χριστού υπέφερε πολλές μοχθηρίες, αγώνες, στερήσεις και πικρίες, ζώντας ανάμεσα σε ειδωλολάτρες, οι οποίοι τιμούσαν είδωλα με φωτιά, νερό, δένδρα, πέτρες, μια χρυσή γυναικεία φιγούρα και εμπιστεύονταν την ζωή τους σε μάγους.
Φωτογραφία 24 από 132
Το ιεραποστολικό έργο του Αγίου με την βοήθεια του Θεού άρχισε να καρποφορεί. Εκεί που άλλοτε υψωνόταν ένα είδωλο, οικοδομήθηκε ναός προς τιμήν του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, νικητή του σκότους. Ο ιερέας των ειδωλολατρών, μετά από μια ισχυρή δοκιμασία κατά την οποία αποκαλύφθηκε η πλάνη των ειδώλων, αρνήθηκε να δεχθεί το Φως της Θεότητας και αυτοεξορίσθηκε. Και ο Άγιος Στέφανος, για να ευχαριστήσει τον Θεό, έχτισε στο Βισερό μια εκκλησία προς τιμήν του Αγίου Νικολάου.


Το έτος 1383 ο Άγιος Στέφανος χειροτονήθηκε Επίσκοπος της Περμ. Ως στοργικός πατέρας αφοσιώθηκε στο ποίμνιό του. Για να ενθαρρύνει τους νεοβαπτισθέντες άνοιξε σχολεία δίπλα στις εκκλησίες, όπου μελετούσαν τα ιερά κείμενα στην περμιανή γλώσσα. Τους δίδαξε τι έπρεπε να ξέρουν προκειμένου να γίνουν ιερείς και διάκονοι για να διακονήσουν την Εκκλησία, όπως επίσης και το πώς να γράφουν στην περμιανή γλώσσα(φώτο)
Зырянская азбука, составленная Стефаном Пермским (? - 1396), епископом Великопермским, переведшим Библию на язык коми.
Ο Άγιος Στέφανος προστάτευε το ποίμνιό του από τις απάτες των διεφθαρμένων αξιωματούχων, προσέφερε ελεημοσύνη και το βοηθούσε στην οργάνωση της άμυνάς του εναντίων των εισβολών των άλλων φυλών. Άλλοτε πάλι ταξίδευε στη Μόσχα και το Νόβγκοροντ, για να υποστηρίξει τα συμφέροντα των Ζυριανών, που πολλές φορές καταπιέζονταν από τους Ρώσους υπαλλήλους.


Η ιεραποστολική προσπάθεια του Αγίου και η προσευχή του απέδωσαν καρπούς. Οι κάτοικοι της περιοχής της Περμ ασπάσθηκαν τον Χριστιανισμό και την αλήθεια.
Όταν το έτος 1390 ο Άγιος Στέφανος ταξίδευε στην Μόσχα για υποθέσεις της Εκκλησίας, πέρασε από το μοναστήρι του Αγίου Σεργίου του Ραντονέζ. Το μοναστήρι απείχε από τον τόπο που βρισκόταν ο Άγιος Στέφανος περί τα δέκα χιλιόμετρα. Ο Άγιος Στέφανος διακαώς αγαπούσε τον Άγιο ασκητή του Ραντονέζ και επιθυμούσε πάρα πολύ να τον επισκεφθεί, δεν είχε όμως χρόνο για να το κάνει. Τότε ο Άγιος Στέφανος γύρισε προς την κατεύθυνση του μοναστηριού και κάνοντας μία υπόκλιση είπε: «Ειρήνη σε εσένα, πνευματικέ μου αδελφέ». Ο Άγιος Σέργιος, ο οποίος εκείνη την στιγμή γευμάτιζε μαζί με τους αδελφούς, σηκώθηκε, έκανε μια προσευχή και υποκλινόμενος προς την κατεύθυνση όπου βρισκόταν ο Άγιος Στέφανος απάντησε: «Χαίρε και σε εσένα, αρχηγέ του ποιμνίου του Χριστού. Είθε η ειρήνη του Θεού να είναι μαζί σου».
Ο Άγιος Στέφανος ίδρυσε, επίσης, αρκετές μονές για τους Ζυριανούς: τη μονή του Σωτήρος στην έρημο του Ουλιάνωβ, τη μονή του Στεφάνωβ, τη μονή του Αρχαγγέλου στο Ουστ-Βιμ και τη μονή του Αρχαγγέλου στο Ιάρενκ.


Το έτος 1395 ο Άγιος Στέφανος πήγε πάλι στη Μόσχα για υποθέσεις του ποιμνίου του. Εκεί ασθένησε και μετά από λίγες ημέρες κοιμήθηκε με ειρήνη. Το ιερό λείψανό του τοποθετήθηκε στην εκκλησία της Μεταμορφώσεως, στο Κρεμλίνο της Μόσχας. Οι Ζυριανοί με πικρία θρήνησαν το θάνατο του ποιμένα τους. Με ειλικρίνεια παρακάλεσαν τον πρίγκιπα της Μόσχας και τον Μητροπολίτη να στείλουν το σκήνωμα του προστάτου τους, πίσω στην Περμ, αλλά η Μόσχα δεν θέλησε να φύγουν από εκεί τα ιερά λείψανα του Αγίου Στεφάνου.


www.saint.gr

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

Ο ῾Ιεροδιάκονος Χριστοφόρος ὁ ῾Ησυχαστὴς ἀπὸ τὴν Σκήτη Σύχλα (1930)

Η ΣΚΗΤΗ ΣΥΧΛΑ ΣΤΗΝ ΡΟΥΜΑΝΙΑ

ΚΑΤΑ τὰ χρόνια 1930-1933 ἡσύχαζε στὰ γειτονικὰ δάση τῆς Σύχλας ἕνας ῾Ιεροδιάκονος, ποὺ καταγόταν ἀπὸ ἄλλους τόπους, ὀνόματι Χριστοφόρος. ῾Η μετάνοιά του ἦταν στὸ Μοναστήρι Φρασινέϊ.
῞Οταν ἦταν ἀκόμη φοιτητὴς τῆς θεολογίας, στὶς διακοπές του πήγαινε στὴν Σύχλα καὶ ἀγωνιζόταν μόνος του στὸ βουνό, μέσα σ᾿ ἕνα μικρὸ χαμόσπιτο, ποὺ ἀπεῖχε ἕνα χιλιόμετρο μακρυὰ ἀπὸ τὴν Σκήτη. ᾿Εκεῖνο τὸν καιρὸ ζοῦσαν πολλοὶ Μοναχοὶ
῾Ησυχασταὶ στὰ βουνὰ τῆς Σύχλας.
Κάποτε περνοῦσαν μὲ τὰ πρόβατά των ἀπ᾿ τὰ ἀπάτητα δάση δύο ᾿Αδελφοὶ τοῦ
Μοναστηριοῦ Συχάστρια, ὁ Βασίλειος καὶ ὁ Κωνσταντῖνος ᾿Ιλίε(Ο γνωστος π.Κλεόπας). ῾Ο ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς ἀντίκρυσε τὴν πόρτα μιᾶς ἐρημικῆς καλύβας, πλησίασε καὶ κτύπησε σιγανά.
– Εὐλόγησον, πάτερ!
᾿Αλλὰ κανεὶς δὲν τοῦ ἀποκρίθηκε.Τότε κοίταξε καλὰ ὅτι ἡ πόρτα ἦταν κλειδωμένη μὲ ἕνα σύρτη, στὸν ὁποῖον κρεμόταν ἕνα σχοινί. ῎Εκοψε μαλακὰ τὸ σχοινὶ καὶ ἡ πόρτα ἄνοιξε. ᾿Εμπῆκε μέσα καὶ εἶδε ἕνα μικρὸ κελλὶ κάτω ἀπὸ ἕνα βράχο. Στὸ δάπεδο τοῦ κελλιοῦ ὑπῆρχαν φρέσκα ἐλάτινα κλαδιά, στὴν γωνία ἕνας πάγκος σὰν τραπέζι καὶ ἐπάνω τὸ ῾Ωρολόγιο τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ ἕνα κομμάτι χαρτὶ ποὺ ἔγραφε:«᾿Εδῶ κατοικεῖ τὸ πιὸ ἐλεεινὸ κτῆνος τοῦ κόσμου».Τότε εἶπε ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο Μοναχούς:
– Πόσους κρυμμένους δούλους ἔχει ὁ Θεὸς στὰ δάση αὐτά!᾿Εὰν γνώριζα ποιός εἶναι,θὰ τοῦ ἔφερνα φαγητὸ ἀπὸ τὸ μαντρί.
Μετὰ ἔκλεισαν τὴν πόρτα καὶ ἀνεχώρησαν γιὰ τὰ πρόβατά των.
῞Υστερα ἀπὸ μερικὲς ἡμέρες ἔφθασε μιὰ βραδυὰ στὸ μαντρὶ τοῦ Μοναστηριοῦ ἕνας ξένος ᾿Αββᾶς. ῏Ηταν ἀδύνατος, ὑψηλὸς καὶ κουβαλοῦσε κάτι στὴν πλάτη του.
– ᾿Αδελφοί, τοὺς εἶπε, σᾶς γνωρίζω, ὅταν εἴχατε πάει στὸ κελλί μου μὲ τὰ πρόβατα.
Σᾶς εἶδα ἀπὸ τὴν λόχμη τοῦ δάσους. ᾿Εγὼ εἶμαι τὸ πιὸ ἐλεεινὸ κτῆνος τοῦ κόσμου,ὁ ῾Ιεροδιάκονος Χριστοφόρος.
– Τί ἔχεις σ᾿ αὐτὸ τὸν ντορβᾶ, μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ σημαδεμένο ἐπάνω του;Τὸν
ἐρώτησαν οἱ ᾿Αδελφοί.
– Εἶναι τὸ κρανίο ἑνὸς ῾Αγίου ποὺ εὑρῆκα στὸ δάσος. ῾Οδηγῆστε με στὸ Μοναστήρι,στὸν ἅγιο ῾Ηγούμενο,νὰ τοῦ ἀποκαλύψω αὐτὸ τὸ γεγονός.
῾Οδηγώντας τον λοιπὸν στὸν Πρωτοσύγκελλο ᾿Ιωαννίκιο Μορόϊ, τὸν ῾Ηγούμενο τῆς Συχάστριας, ὁ ῾Ιεροδιάκονος Χριστοφόρος τοῦ εἶπε τὴν παρακάτω ἱστορία:
Τὸ περασμένο καλοκαίρι, τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ ῾Αγίου Προφήτου ᾿Ηλιού, ἀφοῦ ἱερούργησα στὴν Θεία Λειτουργία τῆς Σκήτης Σύχλας, ἐπέστρεφα στὴν καλύβα μου
στὸ δάσος. Στὸν δρόμο, ἐπειδὴ ἤμουν κουρασμένος, ξάπλωσα καὶ κοιμήθηκα λίγο σ᾿ἕνα ξέφωτο. Ξαφνικὰ ὅμως ἕνα ἀόρατο χέρι μοῦ ἔστρεψε τὸ κεφάλι ἐκεῖ ποὺ ἦταν τὰ πόδια μου. ῾Υπολόγισα ὅτι θὰ ἦταν διαβολικὸς πειρασμός. Ξάπλωσα καὶ ἀποκοιμήθηκα πάλι. Καὶ πάλι τὸ ἴδιο χέρι μὲ ξύπνησε. ᾿Εκείνη τὴν στιγμὴ βλέπω νὰ στέκεται στὸν ἀέρα ἕνας ῞Οσιος ᾿Ασκητής. ῏Ηταν ντυμένος μὲ ράσα, χωρὶς σκοῦφο στὸ κεφάλι, μὲ λευκὰ μαλλιὰ ριγμένα στὶς πλάτες, μὲ γένεια κανονικά, μὲ πρόσωπο λαμπρὸ καὶ κρατοῦσε ἕνα κομποσχοίνι στὸ χέρι. Στὴν συνέχεια μοῦ εἶπε μὲ σιγανὴ φωνή:
«– Μὴ φοβᾶσαι, πάτερ Χριστοφόρε. Εἶμαι ἕνας ταπεινὸς δοῦλος τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀσκήτευσα στὸν τόπο αὐτό, ἄγνωστος σὲ ὅλους πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια. ᾿Ετελείωσα τὴν ζωή μου ἐδῶ καὶ τὰ Λείψανά μου παραμένουν μέχρι τώρα ἄταφα. Λοιπόν, σήκω καὶ ἔχε ἐμπιστοσύνη. Βάδισε πρὸς τὰ δεξιὰ ἑκατὸ βήματα. Θὰ εὕρης δίπλα σ᾿ ἕνα βράχο τὰ ὀστᾶ μου. Νὰ πάρης ὡς εὐλογία μόνο τὸ κεφάλι μου, καὶ νὰ τὸ ἔχης μαζί σου σ᾿ ὅλη σου τὴν ζωή, ὁπουδήποτε πηγαίνης, διότι αὐτὸ θὰ σοῦ εἶναι μεγάλη βοήθεια. Τὰ Λείψανά μου ὅμως νὰ μὴ τολμήσης νὰ τὰ πάρης, ἀλλὰ νὰ τὰ ἐνταφιάσης σ᾿ ἐκεῖνο τὸ μέρος».
᾿Αφοῦ ἐξαφανίσθηκε ὁ ῞Οσιος ἀπὸ μπροστά μου, πρῶτα προσευχήθηκα μήπως εἶναι καμμιὰ πανουργία τοῦ δαίμονος, ἀλλὰ κατὰ τὴν προσευχή μου αἰσθάνθηκα μιὰ πρωτοφανῆ χαρὰ μέσα στὴν καρδιά μου. Εἶπα τὸ «Πιστεύω» καὶ μέτρησα ἑκατὸ βήματα πρὸς τὰ δεξιά. Ξαφνικὰ εὑρῆκα κάτω ἀπὸ μιὰ κουφωτὴ-σκαλιστὴ πέτρα τὰ ὀστᾶ αὐτοῦ τοῦ ῾Οσίου. ῏Ηταν κίτρινα σὰν τὸ κερὶ καὶ μὲ ὡραία εὐωδία. Κατόπιν ἔκανα τρεῖς μετάνοιες καὶ ἄρχισα νὰ ἐκτελῶ τὴν ἐντολή του. ῾Ο λογισμός μου ὅμως μὲ παρακινοῦσε νὰ πάρω ὅλα τὰ Λείψανα. ῎Εστρωσα λοιπὸν κάτω τὸ ράσο μου. ᾿Αλλ᾿ ὤ τοῦ θαύματος!
Καθὼς ἔπιασα τὰ Λείψανα, ἀπὸ μιὰ ἀνεξήγητη θερμότητα ποὺ εἶχαν, κάηκαν τὰ χέρια μου καὶ ἀναγκάστηκα νὰ τὰ πετάξω κάτω στὸ ἔδαφος. Τότε ζήτησα συγχώρησι ἀπὸ τὸν ῞Αγιο, ἐπειδὴ κατεπάτησα τὴν ἐντολή του, πῆρα μαζί μου μόνο τὸ κρανίο, ἔθαψα τὰ ἄλλα καὶ ἐπέστρεψα στὴν καλύβα μου.
᾿Απὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα μεταφέρω μαζί μου τὸ κρανίο αὐτοῦ τοῦ ῾Οσίου καὶ μὲ τὶς εὐχές του εἶμαι λυτρωμένος ἀπὸ ὁποιοδήποτε πειρασμὸ καὶ κίνδυνο.
– Πάτερ Χριστοφόρε, τὸν ἐρώτησε ὁ ῾Ηγούμενος, μήπως γνωρίζεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ τοῦ ῾Οσίου;
– Γιὰ πολὺ καιρὸ δὲν γνώριζα τὸ ὄνομά του. Καὶ προσευχήθηκα στὸν Θεὸ μὲ δάκρυα γιὰ νὰ μοῦ τὸ ἀποκαλύψη. Μιὰ νύκτα ποὺ ἔκανα τὸν ῎Ορθρο στὸ κελλί μου, παρουσιάσθηκε ξαφνικὰ μπροστά μου αὐτὸς ὁ θαυμαστὸς ῞Οσιος καὶ μοῦ εἶπε:
– Πάτερ Χριστοφόρε, μὴ λυπᾶσαι πλέον ἄλλο, ἐπειδὴ δὲν γνωρίζεις πῶς ὀνομάζομαι.
᾿Ονομάζομαι ῾Ιερομόναχος Μεγαλόσχημος Παῦλος.Νὰ μὲ μνημονεύης στὴν ἁγία σου προσευχή. Καὶ ἀμέσως ἔγινε πάλι ἄφαντος.
– Ναί, αὐτὸς ἦταν ὁ Πνευματικὸς τῆς ῾Αγίας Θεοδώρας τῆς Σύχλας.Αὐτὸς ἔζησε στὴν Σκήτη Συχάστρια κατὰ τὸ τέλος τοῦ 18ου αἰῶνος.Κατόπιν ἔφυγε γιὰ τὴν ἔρημο καὶ ἐκοιμήθη ἐκεῖ (εἶπε ὁ ῾Ηγούμενος).
῾Ο ῾Ιεροδιάκονος Χριστοφόρος παρέμεινε τρεῖς ἡμέρες στὸ Μοναστήρι Συχάστρια, ἱερουργώντας καθημερινὰ στὴν Θεία Λειτουργία μαζὶ μὲ τὸν Πρωτοσύγκελλο ᾿Ιωαννίκιο Μορόϊ.
Αὐτὲς τὶς ἡμέρες τὸ κρανίο τοῦ ῾Οσίου ῾Ιερομονάχου Παύλου ἦταν τοποθετημένο ἐπάνω στὴν ῾Αγία Τράπεζα, ἀπ᾿ ὅπου σκόρπιζε στὴν ᾿Εκκλησία μία ὡραία πνευματικὴ εὐωδία. Μετὰ ἀσπάσθηκαν τὸ ἅγιο Λείψανο οἱ Πατέρες, κατόπιν ὁ ῾Ιεροδιάκονος Χριστοφόρος τὸ ἔβαλε πάλι στὸν ντορβᾶ του καὶ ξεκίνησε γιὰ τὴν Σκήτη Σύχλα.᾿Απὸ τὴν ἡμέρα αὐτὴ κανεὶς πλέον δὲν συνάντησε τὸν π. Χριστοφόρο.῾Υποθέτουν μερικοὶ ὅτι προχώρησε στὰ βάθη τῶν δασῶν τῶν βουνῶν τῆς Σύχλας καὶ ἐκεῖ ἐτελειώθη, δοξάζοντας τὸν Θεό.


Μάταια ἀνέβηκαν πολλὲς φορὲς οἱ Πατέρες τῆς Συχάστριας γιὰ νὰ εὕρουν τὸν εὐλογημένο ᾿Ερημίτη.Κανεὶς δὲν τὸν ξαναεῖδε πάλι.Λέγεται στὴν παράδοσι τοῦ τόπου ἐκείνου ὅτι μεταξὺ τῆς Σκήτης Σύχλας καὶ (τῆς περιοχῆς) Ρίπας τοῦ Κορόϊ ὑπάρχει ἕνας μυστικὸς θεῖος τόπος, τὸν ὁποῖον κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀνακαλύψη.᾿Εκεῖ ἀσκήτευσαν κατὰ τὴν διάρκεια τῶν αἰώνων πολλοὶ ῞Αγιοι ῾Ησυχασταί.῎Ισως, λοιπόν, ἐκεῖ νὰ ἐκοιμήθη ὁ πατὴρ Χριστοφόρος,μὲ τὸ κρανίο τοῦ ῾Οσίου Παύλου στοὺς ὤμους του.