Κυριακή 28 Μαρτίου 2010

ΠΑΣΧΑ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ-ΣΙΒΗΡΙΑ 1955

Ο Αλέξιος Κιμπάρντιν γεννήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου του 1882 στο χωριό Βσεχσβιάτσκοε στην περιοχή του Σλομπόντσκ.

Ποτισμένος από τα ορθόδοξα νάματα και νιώθοντας μέσα του την κλήση του Θεού, χειροτονήθηκε ιερέας. Το 1913 διορίσθηκε εφημέριος στο τσαρικό παρεκκλήσιο, όπου υπηρέτησε μέχρι το 1930. Τότε ήταν πού σήμανε γι' αυτόν ή ώρα της Θυσίας. Ό π. Αλέξιος συνελήφθη καί με την απόφαση του δικαστηρίου καταδικάσθηκε για πέντε χρόνια σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως καί μετά έζησε εξόριστος στη Σιβηρία. Την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου το καθεστώς, επειδή είχε ανάγκη τη βοήθεια της Εκκλησίας, έλυσε λίγο τα σκληρά δεσμά του καί ή πίστη ανάσανε. Όχι για πολύ όμως. Το 1950 ό π. Αλέξιος συνελήφθη καί καταδικάσθηκε σε νέα φυλάκιση σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Αποφυλακίσθηκε το 1955 καί το 1964 παρέδωσε τη μακαριά ψυχή του στον Αγαπημένο του Κύριο. Ό π. Αλέξιος ήταν πνευματικό παιδί του νεοφανούς Αγίου της Ρωσικής Εκκλησίας Σεραφείμ της Βύριτσα. Πολλά θαυμαστά γεγονότα εκπληρώθηκαν στη ζωή του π. Αλεξίου μετά από προρρήσεις του Αγίου Σεραφείμ. Στήν τελευταία φυλάκιση του ό π. Αλέξιος έλεγε πώς ευχαριστούσε θερμά τον Κύριο γιατί έγινε αιτία νό γνωρίσουν πολλές ψυχές το Χριστό.


Ή ζωή στη φυλακή σκληρή καί απάνθρωπη. Καί πιο πολύ τον στενοχωρούσε πού δεν του επιτρεπόταν να τελέσει τη Θεία Λειτουργία. Το 1953, όταν πέθανε ό Στάλιν, τα πράγματα φαίνονταν να αλλάζουν. Κάποια μέρα κάποιος έστειλε σ' ένα φυλακισμένο ιερέα ένα άντιμήνσιο καί από τότε τις μεγάλες γιορτές έτελεϊτο ή Θεία Λειτουργία.

"Ωσπου έφθασε το Πάσχα του 1955. Ό π. Αλέξιος μάζεψε τους φυλακισμένους ιερείς καί διακόνους καί προετοίμασε την εορτή. Τα διακονήματα μοιράσθηκαν. Ή φυλακή έγινε άγιο εργοτάξιο. Παλιά υφάσματα καί τριμμένες λινάτσες έγιναν άμφια ιερατικά. Καί που θα βρεθούν "Αγια Σκεύη; Χέρια από ιερείς μαστόρους σκαλίσανε από ξύλο "Αγια Ποτήρια, "Αγια Δισκάρια, "Αγιες Λαβίδες καί Λόγχες. Ή προσμονή της Αναστάσεως σαν ουράνιος γλυκασμός έκανε τον απάνθρωπο χώρο της φυλακής κομμάτι του Παραδείσου. Μέχρι πού έφθασε ή νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου. Οί καλλίφωνοι ιερείς άρχισαν τον Κανόνα της ημέρας «Κύματι θαλάσσης...». Τότε άρχισαν οι πατέρες φορεμένοι τα άμφια πού έραψαν στη φυλακή να βγαίνουν με τάξη καί ευλάβεια. Κι ήταν οι πιο λαμπρές στολές πού είχαν φορεθεί ποτέ, Τότε ένα σημάδι έδειξε την παρουσία του Θεού καθώς ένα μεγάλο κύμα χτύπησε στην άκρη της γειτονικής λίμνης βρέχοντας τους φυλακισμένους. "Ενα ατέλειωτο ποτάμι από τους κατάδικους πού μες στη νύχτα κρατούσε αντί για κερί ένα ξύλο πού σιγόκαιγε με τ' "Αγιο Φως είχε κυκλώσει τους ιερείς. ΄0 π. Αλέξιος στάθηκε στο μέσο καί φώναξε ν' ακούσει όλος ό κόσμος.

-Χριστός Ανέστη!

Καί τα χαρακωμένα πρόσωπα πού άστραφταν άπ' τ' "Αγιο Φως απάντησαν θαρρετά.

-Αληθώς Ανέστη!

Αμέτρητο λεφούσι από πουλιά πετούσαν πάνω από τη φυλακή καί παίρνοντας το μήνυμα της Αναστάσεως το μοίραζαν στον κόσμο.

Ό π. Αλέξιος διάβαζε αργά καί κατανυκτικά τον Κατηχητικό λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Σέ λίγο οι φυλακισμένοι κοινωνούσαν του Σώματος καί του Αίματος του Κυρίου.

Ό π. Αλέξιος σήκωσε το ξύλινο Άγιοπότηρο ψηλά ευχόμενος: «Πάντοτε νυν καί αεί...»

Με δάκρυα ευχαρίστησε το Θεό για το πιο όμορφο Πάσχα πού έζησε

στη ζωή του. Γιατί όπως του είχε πεϊ κάποιος γέροντας: «Οί ώρες του πό¬

νου είναι οι πιο γλυκές ώρες της προσευχής».

Αρχιμ.Εφραίμ Παναούση
περιοδικό ''Πειραική Εκκλησία''

Η Κασσιανή,ο Θεόφιλος και η Αγία Θεοδώρα η Αυγούστα

 Για τον τρόπο εκλογής Αύγούστας από τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, καί την μη επιλογή της Κασσιανής, ό λογοτέχνης καί συγγραφέας κ. Κ. Σαρδελής αναφέρει μεταξύ άλλων:

«Πήρε το χρυσό μήλο ό Θεόφιλος καί μαζί με την μητρυιά του μπήκε στη μεγάλη αίθουσα υποδοχής, οπού ήταν συγκεντρωμένες οι υποψήφιες καί όλοι οι παλατιανοί αξιωματούχοι. Όλοι υποκλίθηκαν μπροστά στο βασιλιά καί την βασιλομήτορα. Ό Θεόφιλος προχώρησε μόνος στο μέρος πού ήταν οι αρχοντοπούλες καί στάθηκε για λίγο σαν να ήταν έτοιμος να δώσει το χρυσό μήλο σε μια από τίς νέες. "Εμεινε εκεί καί όλοι τότε είπαν, ότι, να, ό Θεόφιλος θα δώσει το χρυσό μήλο στην νέα Αύγούστα την Εικασία, "ωραιότατη πάνυ"... Καί κείνη πίστεψε, για μια στιγμή, ότι σε λίγο θα ήταν ή Αυγούστα.

»...Όλοι δε πίστεψαν ότι ή εκλογή του Θεόφιλου ήταν οριστική. Τα δευτερόλεπτα πού περνούν είναι κρίσιμα... Γιατί άραγε ό Θεόφιλος δεν δίνει, επιτέλους το χρυσό μήλο στην Εικασία; Άλλαξε γνώμη; "Οχι. Ακόμη είναι εκεί. Μπροστά της. Καί την κοιτάζει μ' ένα τρόπο παράξενο, αλλόκοτο σα να βλέπει κάποιο όραμα. Σάν κάποιο φως από πάνω, από τον ουρανό, να του πήρε τη μιλιά, να τον κρατάει εκεί καί να μη μπορεί να προχωρήσει σε άλλη αρχοντοπούλα καί σε κείνη να δώσει το χρυσό μήλο. Άλλα δεν ήταν αυτό. Γιατί το μήλο ήταν σίγουρα δικό της. Της άνηκε. Γιατί οποιοσδήποτε μπορούσε να αδικήσει την Εικασία, ή Ιστορία όμως ποτέ. Ή Ιστορία, ωστόσο, εκείνη τη στιγμή ήταν ό Θεόφιλος. Αυτός κρίνει. Αυτός ανοίγει την χρυσή θύρα της σε κεϊνον ή σε κείνη πού θέλει. Ή Ιστορία πάει συχνά μαζί με την εξουσία. Πλάϊ-πλάϊ. Καί ή εξουσία είναι ό Θεόφιλος. Να τώρα θ' ανοίξει τη θύρα της Ιστορίας να μπει ή Εικασία, μία από τίς ωραίες τούτες κόρες, τίς αρχοντοπούλες, πού πίσω τους ένας ολόκληρος κόσμος, μεγάλες καί ένδοξες οικογένειες... περιμένουν την παράδοση του χρυσού μήλου στην ωραιότερη αρχοντοπούλα.

»...Άλλά το υφός του Θεοφίλου γίνεται ξαφνικά υπεροπτικό, προκλητικό... Της Εικασίας το πρόσωπο γαλήνιο, ήρεμο, πράο. Σά να προσεύχεται.. Ό,τι αποφασίσει ό Θεός... Οι άλλοι πιστεύουν, ότι αυτό οφείλεται στη σιγουριά, ότι αύτη θα κάνει γυναίκα του ό Θεόφιλος. "Η σίγουρη για την εκλογή της είναι ή τίποτε άλλο συμβαίνει. Ποιος μπορεί να το γνωρίζει. Αυτή είναι μια άλλη στιγμή. Έξω από τη ζωή. Της αίωνιότητος...

-Από τη γυναίκα πηγάζουν τα κακά,της λέει ξαφνικά ό Θεόφιλος, εννοώντας την Εύα.
-Ναι, αλλά καί από την γυναίκα πηγάζουν τα καλά, αποκρίνεται ή Εικασία με την ηρεμία της εκούσιας Μάρτυρος στο βασανιστή της. Καί εννοούσε την Τπεραγία Θεοτόκο.

Σά να έπεσε αστροπελέκι μέσα στην αίθουσα. Όλοι πάγωσαν.

»...Δέν πέρασε όμως ούτε στιγμή. Ό Θεόφιλος,κοιτάζοντας πάντοτε την Εικασία, δίνει το χρυσό μήλο στη Θεοδώρα(Η μετέπειτα Αγ.Θεοδώρα η Αυγούστα) Όλοι ξέσπασαν σε ζητωκραυγές. Στίς ίδιες πού ήταν έτοιμες να ξεσπάσουν καί για την Εικασία. Μόνο το όνομα άλλαξαν. Καί ή ζωή ξαναπήρε, μέσα στο παλάτι,το δρόμο της. "Ετσι θέλησε ό Θεός, έτσι έγινε.
»Ή Θεοδώρα άνηκε στίς πρώτες τίς αρχοντοπούλες. Καί το θρόνο τον χρωστάει στην εξυπνάδα μιας άλλης γυναίκας, της Εικασίας (Κασσιανής). Χωρίς αυτό, φυσικά, να σημαίνει, ότι ή ίδια είναι κουτή.

»...Κι όλα πήραν το δρόμο του Θεοϋ. Όπως τα οικονομεί πάντοτε ή Χάρη Του. Ή Εικασία, ή ωραιότατη αρχοντοπούλα, αφιέρωσε την υπόλοιπη ζωή της στο Θεό. Εκείνη τη στιγμή, πού άλλη δεν έρχεται στη ζωή του ανθρώπου, άκουσε την κλήση Του. 
"Εικασία, ακολουθεί μοι. Τί ζητάς εσύ εδώ μέσα; Δεν είναι για σένα το παλάτι, τα πλούτη, τα αξιώματα, οί θρόνοι, ή πορφύρα. Ακολουθεί μοι". Καί χωρίς να σκεφθεί τίποτε, τίποτε απολύτως, σα να το είχε κάμει χίλιες φορές, Τον ακολούθησε. "Εγινε μοναχή. 
Έκτισε μάλιστα δικό της μοναστήρι καί κει έζησε, μακριά άπ' τον κόσμο, πολλά χρόνια γράφοντας ποιήματα. Ή ποίηση είναι μια σίγουρη πορεία προς το Θεό, προς τη θέωση, εύαγγελίζει τον άνθρωπο, τον ξαναγεννά, χωρίς το ρύπο της αμαρτίας. Ή ποίηση είναι άσκηση. Είναι ακραία άσκηση. Καί με την άσκηση το άπ' έξω κάλλος, ή ωραιότητα, ή έμορφιά, περνάει από μέσα από το πετσί... καί σιγά-σιγά λα γίνονται ποίηση καί πνεύμα Θεοΰ. "Κύριε ή εν πολλαϊς άμαρτίαις περιπεσουσα γυνή"» 

(Κ. Σαρδελή «Καί έγένετο φως Κύριλλος καί Μεθόδιος» Εκδόσεις «Αστέρας» 1991 σ. 99-103).

ΤΟ ΤΡΟΠΑΡΙΟ ΤΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ

Το Τροπάριο της Κασσιανής


Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, την σήν αισθομένη Θεότητα μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει.


Οίμοι! λέγουσα, οτι νύξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος ερως της αμαρτίας


Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων, ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας, ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει.


Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις ων εν τω Παραδείσω Εύα το δειλινόν κρότον τοις ώσιν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη.


Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου; Μη με την σήν δούλην παρίδης, Ο αμέτρητον έχων το έλεος.
——————————————–
(Φώτη Κόντογλου μεταγραφή)


Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες, σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου κι έλεγε οδυρόμενη:


Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.


Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων, εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας. Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου, εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.


Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου, και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου• αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό, τ’ άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.


Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο, ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου; Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος.

Οντως φοβερά αυτής της εβδομάδος τα μυστήρια

Περάσαμε πια το πέλαγος της νηστείας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Καί τώρα στεκόμαστε μπροστά στη θύρα της Μεγάλης Εβδομάδος, οπού ονομάζεται Μεγάλη όχι γιατί είναι μεγαλύτερη, ή έχει περισσότερες μέρες, αλλά «επειδή μεγάλα ήμϊν γέγονεν εν αυτή παρά του Δεσπότου κατορθώματα. Καί γαρ εν αύτη τη έβόομάδί τη Μεγάλη, όπως λέγει ό Ιερός Χρυσόστομος, ή χρονία του διαβόλου κατελύθη τυραννίς• ό θάνατος έσβέσθη• ό ισχυρός έδέθη• τα σκεύη αυτόν δίηρπάγη• αμαρτία άνηρέθη• ή κατάρα κατελύθη• ό Παράδεισος άνεώχθη• ό ουρανός βάσιμος γέγονεν άνθρωποι άγγέλοις άνεμίγησαν το μεσότοίχον τον φραγμού ήρθη• το θριγγίον περιηρέθη;• ό της ειρήνης Θεός είρηνοποίησε τα άνω καί τα επί της γης• δια τούτο Μεγάλη καλείται Έβδομας».

Όντως φοβερά αυτής της εβδομάδος τα Μυστήρια! Όλη ή ποίηση του Χριστιανισμού καί όλη ή δόξα της Όρθοδοξίας, από αύτη την εβδομάδα πηγάζουν. "Απ' τον καιρό πού, μαθητούδια ακόμη, παίρναμε άπ' το ζεστό χέρι της μάνας μας τη σύνοψη καί το κερί, πού καθώς ήτανε αγνό μοσχοβολούσε σαν λιβάνι όταν έκαιγε, καί πηγαίναμε στις ακολουθίες του Νυμφίου, ή στις Μεγάλες Ώρες των Παθών, της Μεγ. Πέμπτης καί της Μεγ. Παρασκευής, Οπου κλαίγαμε από καρδιάς μπρος στον Εσταυρωμένο, καθώς αποθέταμε με τρέμοντα δάχτυλα τα παρθενικά αγριολούλουδα, πού με μιαν όλόζεστη λαχτάρα τρέχαμε να μασούμε στους κήπους καί στα χωράφια- άπ' τα μικρά μας εκείνα χρόνια, πού προσμέναμε να 'ρθεί ή εβδομάδα των Παθών, για να δεχθοϋμε υστέρα καί την ^Ανάσταση, μέχρι τα γηρατειά μας τα βαθιά, αύτη ή Εβδομάδα είναι πού μας κρατάει συντροφιά με τον πόνο της, με τα δάκρυα της, με τη λύπη της, αλλά καί με τη χαρά καί την ευφροσύνη της Αναστάσεως, πού ακολουθεί. Κι αυτή είναι ή μεγαλύτερη φιλοσοφία της ζωής, πού ή αγία Εκκλησία μας την δίνει με τον πιο ωραίο, απλό καί κατανυκτικό τρόπο στη Μεγάλη Εβδομάδα. Καί είναι αλήθεια, ότι αυτή ή φιλοσοφία, πού δεν είναι άλλη από την υψηλή θεολογία του Σταυροϋ, δεν θα μπορέσει ποτέ κανείς να την αφομοιώσει καί να την κατανοήσει έξω από τον εκκλησιαστικό περίβολο, έξω από τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Έξω από την Εκκλησία, ό Σταυρός ή η


Μεγάλη Εβδομάδα γίνεται λογοτεχνία, γίνεται θέατρο ή κινηματογράφος, γίνεται στοχαστική διάλεξη ή δημοσιογραφικό άρθρο, γίνεται ευκαιρία για να δοκιμάσει κανείς τίς ικανότητες του μ' έναν τρόπο -οποιοδήποτε- επάνω σ' ένα σοβαρό θέμα. Καί μόνο μέσα από τίς ιερές "Ακολουθίες καί τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας, μπορεί ό άνθρωπος να φτάσει στην κορφή της πνευματικής φιλοσοφίας καί στη δόξα της Αναστάσεως, άνεβαίνοντας τον ανηφορικό δρόμο του Γολγοθά καί περνώντας πνευματικά μέσα από την αγωνία της Σταυρώσεως.Ό ορθόδοξος χριστιανός όλη την Εβδομάδα έχει ένα μεγάλο δρόμο να οδοιπορήσει. Μεγάλο, όχι με τις εξωτερικές, αλλά με τίς εσωτερικές διαστάσεις. "Ενα δρόμο πού περπάτησε ό ίδιος ό Χριστός. Ναι, κι ας μη φανεί σε κανέναν έτοϋτο το πράγμα παράδοξο. "Αν δεν «συμπορευθώμεν αύτω και συσταυρωθώμεν», δεν θα μπορέσουμε ούτε τη Μεγαλοβδομάόα να νιώσουμε, ούτε και στην Ανάσταση να φτάσουμε μαζί Του. Σ' αυτό το δρόμο, πού βρίσκεται πάντα κάτω άπ' τη σκιά του Σταυροϋ καί άντικρύζει στο βάθος το φωτεινό λόφο της Αναστάσεως, οι άγιοι Πατέρες έβαλαν μερικά σημάδια σαν ορόσημα, πού μας βοηθούν κι αυτά με έναν ειδικό το καθένα τρόπο, για να πετύχουμε το σκοπό μας.


Τη Μεγάλη Δευτέρα, μετά το Κοντάκιο καί τον Οΐκο της ημέρας, θ' ακούσουμε μαζί με το σύντομο συναξάρι αυτό το υπόμνημα: «τη Αγία καί Μεγάλη Δευτέρα, μνείαν ποιούμεθα τον μακαρίου Ιωσήφ του πάγκαλου καί της υπό του Κυρίου καταρασθείσης συκής». Ή κατάρα έπειτα της άκαρπης συκιάς μας λέει ν' αποφεύγουμε το πάθος της καί να κάμουμε έργα καί καρπούς πνευματικούς, για να μη μας εΰρει ό Χριστός με φύλλα μοναχά σαν έρθει, καί μας δείξει τη φωτιά, σαν μοίρα άναπόφυγη των άκαρπων μας δέντρων.
 Τη Μεγάλη Τρίτη θ' ακούσουμε: «της τών δέκα παρθένων παραβολής μνείαν ποιούμεθα», δηλ. των πέντε φρονίμων καί των πέντε μωρών παρθένων, με τίς διδακτικές λαμπάδες τους. Μας συμβουλεύει κι εδώ με ύμνους εξαίσιους ή Εκκλησία μας, «να σπουδάσωμεν να άνά-ψωμεν τα νοητάς λαμπάδας των ψυχών μας, ως αί φρόνιμοι έκεϊναι παρθένοι. Διατί; "Ινα με το λαμπρόν φως των λαμπάδων μας καί με ύμνους πνευματικούς, συναπαντήσωμεν τον άθάνατον νυμφίον των ψυχών, ήτοι τον Δεσπότην μας Ίησοϋν Χριστόν, όστις μέλλει να έλθη εν τη συντελεία τον κόσμον, δια να έμβάση τάς φρόνιμους ψυχάς μέσα εις τον ούράνιον νυμφώνα της άϊδίου τρυφής τε καί βασιλείας».
Τη Μεγάλη Τετάρτη: «της άλειψάσης τον Κύρίον μύρο πόρνης γυναικός μνείαν ποιεϊσθαι οι θειότατοι Πατέρες έθέσπισαν, ότι προ του σωτηρίου Πάθους μικρόν τούτο γέγονεν». Ποιος δεν δακρύζει, όταν σκεφθεί ότι, ενώ όλοι άμαρτάνουμε -καί πολλές φορές βαρύτερα από την πόρνη- ωστόσο δεν ακολουθούμε το παράδειγμα της, για να σβήσουμε με δάκρυα μετανοίας το χειρόγραφο, πού είναι φορτωμένο με το πλήθος των αμαρτιών μας!
Τη Μεγάλη Πέμπτη «έορτάζομεν τον Ιερόν Νιπτήρα, τον Μστικόν Δεϊπνον, την ύπερφυά προσευχήν καί την Προδοσίαν». Ή κυριαρχούσα μορφή -αιώνιο σύμβολο σκότους συνειδήσεως καί παράδειγμα προς αποφυγήν- είναι ή προδοτική όψη του Ιούδα.
Τη Μεγάλη Παρασκευή «τα "Αγια καί Σωτήρια καί Φρικτά Πάθη του Κυρίου καί Θεοϋ καί Σωτήρος ημών Ιησού Χρίστου έπιτελοϋμεν».
Καί το Μέγα Σάββατον «την Θεόσωμον Ταφήν καί την εις "Αδου κάθοδον του Κυρίου καί Σωτηρος ημών Ίησοϋ Χρίστου έορτάζομεν».
Είπαμε οτι πίσω από το μαρτύριο και το Πάθος της Σταυρώσεως ό ορθόδοξος χριστιανός βλέπει πάντοτε το γλυκό φως της "Αναστάσεως. Είναι αυτό πού τον εμποδίζει να ιδεί τα Πάθη μέσα σ' ένα ζοφερό καί καταλυτικό σκοτάδι. Ό ορθόδοξος -καί ό "Ελληνας, ιδιαίτερα, πού πέρασε τόσα καί τόσα πάθη μέσα στη μακραίωνη πορεία της ιστορίας του- είναι ντυμένος με το ζεστό ένδυμα της χαρμολύπης. Πάσχει καί υποφέρει, αλλά όχι με ασυγκράτητο σαρκικό πόνο. Ή πνευματική φιλοσοφία του Σταυροϋ, αυτές τις μέρες ειδικότερα, πρέπει να είναι ό επιούσιος άρτος μας, ό άρτος της ζωής μας.
Ω! Ευτυχισμένοι καί τρισμακάριοι όσοι μπορέσουν ν' αφήσουν τίς βιοτικές τους μέριμνες αυτές τίς μέρες, κι αρχίσουν από τώρα, από αυτή την ώρα κιόλας, την ευλογημένη πορεία δίπλα στον πορευόμενο προς το Πάθος Χριστό! «Δεύτε οΰν καί ημείς συμπορευθώμεν αυτφ καί συσταυρωθώμεν, καί νεκρωθώμεν δι' αυτόν ταις του βίου ήδοναϊς», «ϊνα μη μείνωμεν έξω του νυμφώνος Χριστού»,

Παρασκευή 26 Μαρτίου 2010

ΜΙΑ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΣΕΒΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ ΤΟΥΡΚΟΥ ΑΝΤΙΝΑΥΑΡΧΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ

Ο γαλήνιος Επίσκοπος Τριμυθούντος Κύπρου, ο "των ορθοδόξων υπέρμαχος και των κακοδόξων αντίπαλος" Αγιος και θαυματουργός Σπυρίδων (270-350), είναι από τους πιο γνωστούς αγίους της Χριστιανοσύνης. Και, όπως είναι γνωστό, έχει συνδεθεί αδιάσπαστα και αρμονικά το όνομα του με το όνομα της Κέρκυρας, από τότε που μεταφέρθηκε το Σεπτό του Σκήνωμα στο νησί από την Κωνσταντινούπολη το 1456, τρία χρόνια δηλαδή μετά την άλωση της από τους Τούρκους.
Οφείλουμε εδώ να τονίσουμε ότι η παρουσία του Σεπτού του Σκηνώματος στην Κέρκυρα, την σκλαβωμένη στους καθολικούς κατακτητές (από το 1267 μέχρι το 1386 στους Γάλλους Ανδηγαβούς και από το 1386 μέχρι το 1797 στους Ενετούς) ήταν θείο Δώρο για τον καταπιεζόμενο θρησκευτικά και εθνικά κερκυραϊκό Ορθόδοξο λαό. Και τούτο γιατί ο Κάρολος ο Ανδηγαβός, αδελφός του Βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου του Β', όταν κατέλαβε την Κέρκυρα, κατήργησε πραξικοπηματικά τον ορθόδοξο νόμιμο Μητροπολίτη Κερκύρας, για να ευχαριστήσει τον Πάπα Κλήμη τον Β', ο οποίος τον είχε βοηθήσει να γίνει βασιλιάς της Νεαπόλεως. Και από τότε μέχρι το 1800, δηλαδή 533 χρόνια, συνεχώς η Κέρκυρα μόνο Καθολικό Αρχιεπίσκοπο είχε, ο οποίος προσπαθούσε μαζί με τους λοιπούς καθολικούς να ξερριζώσει από την ψυχή του ελληνικού Κερκυραϊκού λαού, την ελληνορθόδοξη συνείδηση του. Επίσης πρέπει να θυμίσουμε ότι τον περιφρονημένο ορθόδοξο κλήρο αντιπροσώπευε ο λεγόμενος Μέγας Πρωτοπαπάς, ο οποίος δεν είχε το δικαίωμα να χειροτονεί. Οσοι ορθόδοξοι ήθελαν να γίνουν κληρικοί, επήγαιναν στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, συνήθως στην Ήπειρο, και εκεί έχειροτονουντο από Έλληνες Επισκόπους. Επομένως ο Άγιος Σπυρίδων ήταν ο προστάτης, η ελπίδα και ο Παρήγορος Αγγελος των περιφρονημένων ορθοδόξων, Αντικαθιστούσε στη σκέψη και στη καρδιά των Κερκυραίων τον νόμιμο ορθόδοξο Αρχιεπίσκοπο Μητροπολίτη, τον οποίο τους είχαν στερήσει παράνομα οι κατακτητές.
Έτσι δικαιολογείται η ιδιαίτερη αγάπη και ο άπειρος σεβασμός του κερκυραϊκού ελληνορθόδοξου λαού προς τον προστάτη του νησιού Αγιο Σπυρίδωνα, του οποίου το Σεπτό Σκήνωμα έγινε ιερό εθνικοθρησκευτικό λάβαρο και ελπίδα για την θρησκευτική και εθνική μελλοντική του αποκατάσταση.




Για όλα αυτά δεν είναι παράδοξο, που η φήμη, ο σεβασμός και η αγάπη προς τον Άγιο Σπυριδωνα απλώθηκε σε όλο τον χριστιανικό κόσμο, αλλά ακόμα και στους αλλόθρησκους Τούρκους. Ένα πολύ σημαντικό παράδειγμα εδώ με συντομία θα αναφέρουμε. Το διηγείται στον Α' τόμο των περιηγήσεων του ένας ξένος συγγραφέας ο BARHTOLOZ


Κάποτε, στις αρχές του 19ου αιώνος, ο Τούρκος Αρχιναύαρχος Κατήρ Μπέης έπλεε με το στόλο του έξω από το Παλέρμο της Σικελίας. Εκεί αντιμετώπισε μια πρωτοφανή σε αγριότητα τρικυμία, στην οποία "είδε τον Χάρο με τα μάτια του", όπως λέει ο λαός μας.. Μέσα σ' αυτό τον τρομερό κίνδυνο θυμήθηκε τον Άγιο Σπυρίδωνα. Είχε πολλές φορές ακούσει να μιλούν για τα θαύματα του. Για τούτο και με όλη τη δύναμη της ψυχής του τον παρεκάλεσε να τον βοηθήσει. Τελικά η σφοδρότατη αυτή θαλασσοταραχή εκόπασε και σώθηκαν τα πλοία του από τον καταποντισμό. Επιστρέφοντας κατόπιν στην Τουρκία πέρασε από την Κέρκυρα, για να εκφράσει στον Αγιο Σπυρίδωνα την ευγνωμοσύνη για την σωτηρία του. Ήταν όμως πολύ άρρωστος και δεν μπορούσε αμέσως να πάει ο ίδιος στον Ναό του Αγίου. Ανέλαβε να τον θεραπεύσει ο Κερκυραίος Ιατρός Ιωάννης Καποδίστριας, ο μετέπειτα Υπουργός των Εξωτερικών της Ρωσίας και τέλος ο Πρώτος Κυβερνήτης του απελευθερωμένου από τους Τούρκους Ελληνικού Κράτους. Στον Ιωάννη Καποδίστρια λοιπόν διηγήθηκε τον φοβερό κίνδυνο, που είχε διατρέξει έξω από το Παλέρμο, και τον παρεκάλεσε να πάει στον Ναό του Αγίου Σπυρίδωνα και να ανάψει μεγάλες λαμπάδες σε ένδειξη σεβασμού και ευγνωμοσύνης για την σωτηρία του.
Αυτή με λίγα λόγια ήταν η περιπέτεια του Τούρκου Αρχιναυάρχου Κατήρ Μπέη, δείγμα λαμπρό του σεβασμού και αλλοθρήσκων ακόμη προς την σεπτή μορφή του Κυπρίου Ιεράρχου και Προστάτου της Κερκύρας Αγίου και θαυματουργού Σπυρίδωνος,
του φιλόλογου Σπύρου Σταμ.Μεσημέρη
περιοδικό ''Απολύτρωση''

ΑΓΙΟΣ ΛΑΖΑΡΟΣ Ο ΤΕΤΡΑΗΜΕΡΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΙΤΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ

Αγ.Λάζαρος.Τοιχογραφία Ι.Ν.Παναγίας του Αρακά-Λαγουδερά Κύπρου(1192)

Ο τάφος του στην Κύπρο(http://www.ayioslazaros.org/)

Η Βηθανία μας είναι γνωστή από το φίλο του Χρίστου Λάζαρο, πού ζοΰσε σ' αυτήν, και οπού μετά το θάνατο του τον άνέστησε ό Χριστός καί μάλιστα τέσσαρες ήμερες μετά, παρά την προτροπή της αδελφής του Μάρθας να μην πλησιάσει στο μνημείο λέγοντας «Κύριε, ήδη όζει, τεταρταΐος γαρ εστί» (Ίω. ια' 39). Τον απέτρεπε δηλαδή να πλησιάσει, γιατί εξέπεμπε τη δυσοσμία της άποσυνθέσεως της σάρκας, ή όποια φυσιολογικά ακολουθεί το θάνατο κάθε ανθρώπου.Ό Χριστός μας, όμως, ό όποϊος ήλθε για να καταργήσει με το σταυρικό θάνατο Του τον «το κράτος έχοντα του θανάτου» (Εβρ. β' 14), πλησίασε καί τον άνέστησε τονίζοντας με αυτό τον τρόπο το μυστήριο της κοινής των ανθρώπων αναστάσεως.

Ιερός Ναός Αγ.Λαζάρου-Λάρνακα

Το υπερφυσικό αυτό θαΰμα της έγέρσεως του Λαζάρου έξήγειρε τους Ιουδαίους καί οί αρχιερείς τους «έβουλεύσαντο ίνα καί τον Λάζαρον άποκτείνωσι» (Ίω. ιβ' 10), γιατί πλήθος Ιουδαίων πήγαινε στη Βηθανία, για να βεβαιωθεί για το θαΰμα, το όποιο διαδιδόταν από στόμα σε στόμα, καί, όταν διαπίστωναν ότι ό Λάζαρος ζοϋσε, πίστευαν στο Χριστό. "Ετσι ό Λάζαρος μετά την έγερση του και τα εκούσια πάθη καί την ανάσταση του Χρίστου μας διωκόμενος κατέφυγε στη νήσο Κύπρο, οπού αργότερα τον συνάντησαν οι απόστολοι Παύλος καί Βαρνάβας καί τον χειροτόνησαν επίσκοπο Κιτίου.

Το άρχαΐο Κίτιο εΐναι ή γενέτειρα πόλη του φιλοσόφου Ζήνωνος καί βρίσκεται κοντά στη σημερινή Λάρνακα, την οποία κοσμεί περίλαμπρος ναός του αγίου Λαζάρου, μέσα στον όποιο βρίσκεται καί ό πάνσεπτος τάφος του.Η πόλη αυτή είχε τη μεγάλη τιμή να δεχθεί τό Ευαγγέλιο της αγάπης από το στόμα ενός προσωπικού φίλου του Κυρίου, ό όποιος, μαζί με τις αδελφές του Μάρθα καί Μαρία, παρακαθόταν «παρά τους πόδας του Ίησοΰ καί ήκουε των λόγων Αύτοΰ» (Λουκ. Γ 42). Ό άγιος Λάζαρος ποίμανε το λαό του Κιτίου με ταπείνωση καί αγάπη καί του πέρασε όχι μόνο το μήνυμα της ευσέβειας, για να ζήσει αυτός την παρούσα ζωή «σωφρόνως καί δικαίως καί εύσεβώς» (Τιτ. β' 12), αλλά καί το μήνυμα της αιώνιας μακαριότητας, την όποια καί αυτός απολαμβάνει μετά το θάνατο του, από τα σκαλιά του όποιου πέρασε δύο φορές. Τον πρώτο, για να ζήσει τριάντα ακόμη χρόνια καί να ακολουθήσει τα βήματα των αποστόλων εύαγγελιζόμενος τη σωτηρία• καί το δεύτερο, για να απολαύσει μόνιμα τη Βασιλεία των ουρανών κοντά στον αγαπημένο του φίλο, τον αναστημένο Ίησοΰ.

Ή παράδοση του λαού αναφέρει ότι ό άγιος Λάζαρος τα τριάντα χρόνια πού έζησε μετά την πρώτη του ανάσταση ήταν σκυθρωπός καί αγέλαστος, όχι γιατί δεν είχε χάρη Θεοϋ, άφοΰ ανάμεσα στα αγαθά πού αυτή παρέχει στους πιστούς με το Πανάγιο Πνεύμα είναι ή «χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, πραότης» (Γαλ. ε' 22), αλλά γιατί τα μάτια του είδαν τη ατέλειωτη καταδίκη των αμαρτωλών κατά την τετραήμερη παραμονή του στον "Αδη. Λέγεται μάλιστα δτι δεν γέλασε ποτέ στη ζωή του, παρά μόνο μία φορά, όταν είδε κάποιον να κλέβει ένα πήλινο αγγείο καί το σχολίασε χαμογελώντας καί λέγοντας: «Το ένα χώμα κλεβει το άλλο», δηλαδή ό χωμάτινος άνθρωπος κλέβει κάτι το χωμάτινο, το ευτελές, αγνοώντας ότι «ή ήμερα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτι έρχεται» {Α' Θεσ. ε' 2).

Τάφος Αγ.Λαζάρου-Βιθυνία

Τα τριάντα χρόνια της ζωής του αγίου Λαζάρου μετά την έγερση του από τον Κύριο στη Βηθανία αναφέρει ό άγιος Έπιφάνιος Κύπρου λέγοντας: «Εν παραδόσεσιν εΰρομεν ότι τριάκοντα ετών ην τότε ό Λάζαρος, ότε έγήγερται μετά δε το αναστήναι αυτόν άλλα τριάκοντα έζησε καί ούτω προς Κύριον έξεδήμησε κοιμηθείς». Για τριάντα χρόνια παραμονής του άγιου Λαζάρου στον επισκοπικό θρόνο
του Κιτίου αναφέρει καί ό άγιος Θεόδωρος ό Στουδίτης στις Κατηχήσεις του.


Μετά τη δεύτερη κοίμηση του, πού συνέβη οτίς 16 "Οκτωβρίου σύμφωνα με κώδικα των Καυσοκα-λυβίων, ό άγιος Λάζαρος ετάφη σε μαρμάρινη λάρνακα, ή όποια σύμφωνα με το Συναξαριστή της Κωνσταντινουπόλεως έφερε την επιγραφή: «Λάζαρος ό τετραήμερος καί φίλος του Χρίστου». Στόν κώδικα των Καυσοκαλυβίων στις 16 Όκτωβρίου αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι είναι άτοπο να μην εορτάζεται ιδιαίτερα ένα τόσος μεγάλος άγιος, άφοΰ ή ανάσταση του από τον Κύριο (όπως καί ή ψηλάφηση του Χρίστου μας από τον απόστολο Θωμά) δεν είναι εορτές των άγιων, αλλά είναι δεσποτικές εορτές. Ή 16η Όκτωβρίου συνδέθηκε με την ημερομηνία της άνακομιδής του τιμίου του λειψάνου καί προηγείται αυτής κατά μία ημέρα, ώστε ή άνακομιδή να εορτάζεται τη μεθέορτο.

Ή άνακομιδή των ϊερών λειψάνων του άγιου Λαζάρου έγινε στα χρόνια της βασιλείας του Λέοντος ΣΤ' του Σοφοΰ, το έτος 890 μ.Χ. Αυτή εορτάζεται στις 17 Όκτωβρίου. Ή ανάσταση δέ του Λαζάρου εορτάζεται το γνωστό «Σάββατο του Λαζάρου».

Δρος Χαραλάμπους Μπούσια

Ποιοί είστε εσείς οι Έλληνες;

Όταν κάποτε ένας εξέχων ξένος συνομιλητής του Γιώργου Σεφέρη τον ρώτησε «Μα είσαστε πραγματικά απόγονοι του Λεωνίδα καί του Θεμιστοκλή;» εκείνος απάντησε: ""Οχι, είμαστε απόγονοι μονάχα της μάνας μας πού μας μίλησε ελληνικά, πού προσευχήθηκε ελληνικά, πού μας νανούρισε με παραμύθια για τον Παπαφλέσσα καί τίς Σουλιώτισσες, κι ένοιωσε την ψυχή της να βουρκώνει τη Μεγάλη Παρασκευή, μπροστά στο ξόδι του νεκρού Θεανθρώπου».

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

ΜΥΡΟ ΕΤΡΕΞΕ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΜΑΧΙΟ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΕΝΟΣ ΜΑΡΤΥΡΑ -ΘΥΜΑ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΘΗΡΙΩΔΙΑΣ ΣΤΗ ΡΟΥΜΑΝΙΑ

Θαύμα έγινε στο Ιάσιο της Ρουμανιάς όταν μύρο άρχισε να τρέχει από το λείψανο ενός από τους αγίους μάρτυρες και ομολογητές που μαρτύρησαν και πέθαναν στις φυλακές του Αιουντ(Aiud),θύματα της κομμουνιστικής θηριωδίας


Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή
Η εικόνα των αγίων μαρτύρων και ομολογητών
του Αιουντ(Aiud)



Στις 19 Μαρτίου 2009,στο θέατρο Λουτσεάφαρουλ του Ιασίου της Ρουμανίας,παρουσία μερικών εκατοντάδων χριστιανών έγινε μια ομιλία με τελικό σκοπό να ξεκινησει μια καμπανια για να μαζευθούν υπογραφές υπέρ της αγιοποιησης των μάρτυρων των κομμουνιστικών φυλακών, από τη Ρουμανική Ιερά Σύνοδο(η οποία, σε αντίθεση με τους Ρώσους αρνείται να το κάνει,για πολιτικούς λόγους)

Στο τέλος της ομιλίας οι παρευρισκόμενοι προσκλήθηκαν να προσκυνήσουν ένα λειψανάκι κάποιου από τους μάρτυρες-ομολογητές του Αιουντ.Ξαφνικά άρχισε να αναβλύζει από αυτό μύρο!



Φέτος, στις 19 Μαρτίου 2010,επαναλήφθηκε η συνάντηση στο ίδιο μέρος,στο θέατρο Λουτσεάφαρουλ του Ιασίου.Στο τέλος όταν πήγαν να προσκυνήσουν τα ίδια λειψανα,άρχισε να τρέχει πάλι μύρο!

Ας δούμε πως διηγείται το γεγονός ο π.Χρυσόστομος:

‘’Ενώ κρατούσα τα άγια λείψανα,αισθάνθηκα μια δυνατή μυρωδιά.Δεν είπα όμως τίποτα για να μην νομίσει ο κόσμος ότι είναι κάποια απάτη.Κάλεσα τον θεολόγο Ντανιόν Βασίλε(σ.σ.είναι ο κάτοχος του λειψάνου.Προκειται για έναν από τους μεγαλύτερους αυτή τη στιγμή αντι οικουμενιστές ομολογητές στην Ρουμανία,ο οποιος δίνει δεκάδες διαλέξεις σ’όλη τη χώρα και στο εξωτερικό)

Μόλις σιγουρευτηκε και αυτός το είπαν στον κόσμο.



Τα μικρά αυτά λειψανάκια προέρχονται από τη Μονή Πέτρου Βόντα όπου ηγούμενος είναι ο π.Ιουστίνος ΠίρβουΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΏ ΤΟ ΒΙΟ ΤΟΥ..ΚΑΙ ΕΔΩΤα λειψανάκια αυτα έχουν βρεθεί στους ομαδικούς τάφους οπου οι κομμουνιστές έριχναν τα θύματά τους,τους κρατουμένους των τρομερών φυλακών του Αιουντ.Εκεί ο π.Ιουστίνος έχει φτιάξει προς τιμήν τους και ένα μνημειό .Τα λειψανάκια τα μοιράζει ως ευλογία σε ιερείς και όπου αυτός κρίνει ότι πρέπει.

Ας είναι οι άγιοι αυτοί μάρτυρες ένα παράδειγμα για εμάς τους χριστιανούς των έσχατων καιρών και ας προσευχόμαστε σ’αυτούς.

Τρίτη 23 Μαρτίου 2010

Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΗΣ 25ης ΜΑΡΤΙΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ

Μέσα στην πολυτάραχη ιστορία του εθνικού μας βίου, πολλές φορές ό εορτασμός της 25ης Μαρτίου, πήρε δραματικό χαρακτήρα διαδήλωσης υπέρ της ελευθερίας. Οί πιο σημαντικές εκδηλώσεις τέτοιας μορφής στα νεώτερα χρόνια, ήταν αναμφισβήτητα, εκείνες του 1942 καί 1943 στην καρδιά της σκλαβωμένης Αθήνας.

Στίς 24 Μαρτίου 1942 το πρωί, μικρές ομάδες φοιτητών μαζεύτηκαν στην πλατεία Εξαρχείων. Ήταν ειδοποιημένοι από την οργάνωση τους, το σπουδαστικό τμήμα του ΕΑΜ Νέων, που κατηύθυνε τον αγώνα στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Οί περισσότεροι έρχονταν κατευθείαν από το φοιτητικό συσσίτιο, όπου επί ώρες περίμεναν κάθε μέρα με τα κατσαρολάκια τους για να πάρουν μια κουταλιά μπλιγούρι ή νεροζούμι με λιγοστές φακές, για να κρατηθούν στα πόδια τους. Λίγα άτομα ήταν στην πλατεία, όταν ακούστηκαν τα πρώτα χειροκροτήματα. Ήταν κάτι το απροσδόκητο. Κάτω από τη μύτη των Γερμανών καί των Ιταλών, ένας φοιτητής ανέβηκε σε μια καρέκλα, καί με βιαστικά λόγια, μίλησε για τους αγώνες καί τίς θυσίες των προγόνων μας του '21, «πού μας δείχνουν καί σήμερα το δρόμο για να λευτερωθούμε από τους καινούργιους τυράννους...».

Τα βαθουλωμένα από την πείνα μάτια του νέου, πετούσαν φλόγες καθώς υπογράμμισε με έμφαση τίς τελευταίες αυτές φράσεις.
Συγχρόνως εκατοντάδες νεανικές φωνές άρχισαν να τραγουδούν το «Μαύρη είναι ή νύχτα στα βουνά». Τα γύρω παράθυρα άνοιξαν, καί οί σκλάβοι Αθηναίοι δεν πίστευαν στα μάτια τους. Χειροκροτήματα ακούστηκαν από παντού. Κάποιος κρατούσε μπροστά μια ελληνική σημαία, καί ή φάλαγγα των διαδηλωτών, συνεχώς μεγάλωνε. Προχώρησαν όλοι, κι έφτασαν στο Κολωνάκι, στην πλατεία Ξανθού, για να στεφανώσουν το άγαλμα του Φιλικού.




Τα πρώτα σύννεφα φάνηκαν λίγο αργότερα. Στήν οδό Σόλωνος, κοντά στη Νομική Σχολή, δύο ζώνες αστυφυλάκων, προσπαθούσαν να φράξουν το δρόμο. Το κύμα όμως των διαδηλωτών ήταν τόσο ορμητικό, πού έσπασε τον κλοιό. Ένας από τους φοιτητές, πλησίασε τον επικεφαλής αστυνόμο καί του υπενθύμισε ότι κι αυτός ήταν Έλληνας καί δεν θα έπρεπε να εκτελεί τίς εντολές των Ιταλών. Εκεί στο Κολωνάκι, μια φοιτήτρια σκαρφάλωσε καί πέρασε το στεφάνι στην προτομή του Ξανθού. 'Από τίς παρόδους όμως είχαν ήδη κάνει την εμφάνιση τους οί Ιταλοί. Οί καραμπινιέροι όρμησαν στο πλήθος καί χτυπούσαν με τα κοντάκια των όπλων τους, με σπαθιά, κι άρχισε αληθινή μάχη, ενώ ό σημαιοφόρος, ένα παιδί από τα Δωδεκάνησα αμυνόταν ηρωικά για να μην του πάρουν τη σημαία. Οί φοιτητές ξανασυγκεντρώθηκαν στη Δεξαμενή, όπου έγινε νέα εκδήλωση με καινούργιο ομιλητή, μέσα σε πέλαγος πατριωτικού ενθουσιασμού. Ξαφνικά, ακούστηκαν πυροβολισμοί καί όμοβροντίες. Οί φοιτητές σκόρπισαν χωρίς να καταλάβουν από πού τους χτυπούσαν, θα το συνειδητοποιούσαν λίγο αργότερα. Οί Ιταλοί από τον Λυκαβηττό έριχναν επιθετικές χειροβομβίδες καί πυροβολισμούς.

Οί κατακτητές καί ή προσκυνηματική ψευδοκυβέρνηση, είχαν απαγορεύσει αυτές τίς εκδηλώσεις κι ετοιμάζονταν να... «τιμήσουν» οί ίδιοι την επέτειο, με τελετή στη Μητρόπολη καί στον "Αγνωστο στρατιώτη!.

Οί αρχές Κατοχής ένιωθαν την οργή του λαού, καί προσπαθούσαν να τον κατευνάσουν ύποκρινόμενοι ότι σέβονται τίς εθνικές παραδόσεις. Νωρίς λοιπόν, στον Μητροπολιτικό Ναό, εμφανίσθηκε ο «πρωθυπουργός» Τσολάκογλου, με στολή στρατηγού καί εκπρόσωποι των γερμανικών καί ιταλικών άρχων, οπού παρακολούθησαν τη Λειτουργία. Αμέσως κατόπιν, ό Τσολάκογλου κατευθύνθηκε στο Μνημείο του Άγνωστου, κατέθεσε οτεφάνι καί ...γονάτισε! Για να συμπληρωθεί ή... «παράσταση», την ίδια ώρα πού ό Τσολάκογλου στεφάνωσε τον "Αγνωστο, ό «αντιπρόεδρος» της «κυβερνήσεως» ό Κ. Λογοθετόπουλος, πήγε στο μνημείο των Γερμανών στρατιωτών καί κατέθεσε δάφνινο στεφάνι πού έφερε ταινίες με τα... ελληνικά χρώματα! Παράλληλα, ό «υπουργός Οικονομικών», ό Γκοτζα-μάνης μετέβη στο μνημείο των Ιταλών στρατιωτών για τον ίδιο σκοπό... Ό «Κουίσλιγκ», ό θλιβερός εκείνος «πρωθυπουργός» Τσολάκογλου, συνεπής προς την παράδοση πού εγκαινίασε έναν χρόνο νωρίτερα στη Μακεδονία, δεν δίστασε να απευθύνει «διάγγελμα» στο λαό καί να εκφωνήσει λόγο από ραδιοφώνου απευθυνόμενος προς την νεολαία, την οποία είχε το θράσος να καλέσει να σταθεί στο πλευρό των... «επαναστάσεων» του φασισμού καί του Έθνικοσοσιαλιομού, διότι «μόνον με τάς νέας ιδέας το έθνος μας δύναται να ευτυχήσει εντός της νέας ευρωπαϊκής καί μεσογειακής τάξεως»!

Καί κατέληξε με την υπόσχεση, δτι «συντόμως θα είμαι είς θέσιν να αναγγείλω την άνάπλασιν των θεσμών μας καί την προσαρμογή των είς το νέον πνεύμα, το όποιον ενσαρκώνει ή Γερμανία του Χίτλερ καί ή Ιταλία του Μουσολίνι. Καί τότε θα καλέσω τους νέους να αναλάβουν είς χείρας των την διεύθυνσιν της Ελλάδος είς όλους τους τομείς...».Σ' αυτήν την προκλητική ομιλία, ή νεολαία απάντησε στον Τσολάκογλου με τον εορτασμό στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ό καθηγητής Δημ. Ζακυνθινός εκφώνησε έναν ενθουσιώδη πατριωτικό λόγο, πού τέλειωνε με τα λόγια του Ρήγα:
«Ακόμα ταύτη την άνοιξη, ραγιάδες, ραγιάδες...». Το τι έγινε, είναι δύσκολο να περιγραφεί με τη θύελλα των χειροκροτημάτων και' των ζητοκραυγών, ενώ ό χώρος είχε περικυκλωθεί από τους καραμπινιέρους καί τα ελληνόφωνα όργανα τους.

Οι νέοι ξεχύθηκαν στους δρόμους της αδούλωτης Αθήνας, με πρώτους τους ηρωικούς ανάπηρους του πολέμου στην Αλβανία. Λευκοντυμένες νοσοκόμες κυλούσαν τα καροτσάκια τους, ενώ ό κόσμος τους χειροκροτούσε. Φοιτητές, εργάτες, υπάλληλοι καί χιλιάδες λαού ακολούθησαν εκείνη τη μαχητική διαδήλωση.


Οι Ιταλοί πάνω στ' άλογα με γυμνά τα ξίφη, πέσανε πάνω στο πλήθος καί τραυμάτισαν πολλούς, αλλά η διαδήλωση δεν διαλύθηκε. Οί νέοι μας κατέθεσαν στεφάνι στον Αγνωστο, καί μετά στεφάνωσαν τίς προτομές των ηρώων στο Πεδίο του ΄Αρεως, ενώ μια ατέλειωτη ουρά από μαυροντυμένες γυναίκες πού είχαν χάσει τους δικούς τους στο Μέτωπο, κατευθύνθηκαν με λουλούδια στον "Αγνωστο Στρατιώτη

Ή επιστράτευση
Μεγαλειώδης ήταν καί ό εθνικός εορτασμός την επόμενη χρονιά. Από τον Ιανουάριο του 1943, είχε δημοσιευτεί ή διαταγή της αναγκαστικής επιστράτευσης: «Έκαστος κάτοικος της Ελλάδος ηλικίας από 16 έως 45 ετών, είναι υποχρεωμένος εάν το απαιτήσουν αί περιστάσεις, να αναλάβει υποδείκνυό μένην  εις αυτόν έργασίαν δια γερμανικός ή ιταλικάς υπηρεσίας...».

Ό προδότης Λογοθετόπούλος προσπαθούσε να παραπλανήσει τίς λαϊκές μάζες: «Ως υπεύθυνος κυβερνήτης παρέχω σήμερον προς τον έλληνικόν λαόν την διαβεβαίωσιν ότι ή ελληνική πατρίς θα παραμείνει μετά τον πόλεμον ανεξάρτητος καί ελευθέρα»... Άλλα ό Χίτλερ δεν είχε πια καιρό για υποσχέσεις. Σέ προκήρυξη του πού διαβάστηκε στο Μόναχο στίς 24 Φεβρουαρίου, έγραφε: «Θα θεωρήσουμεν ως εντελώς φυσικόν να μη φεισθώμεν ξένης ζωής εϊς μίαν γραμμήν καθ' ην ζητούνται διό την ιδίαν ημών ύπόστασιν τόσο σκληραί θυσίαι. Θα πραγματοποιήσω μεν την κινητοποίησιν των πνευματικών καί υλικών αξιών της Ευρώπης εις αναλογίας τάς οποίας ή ήπειρος δεν είδε ποτέ...».

Ύστερα από λίγες μέρες, ό λαός της Αθήνας έδινε την απάντηση. Κάτω από την καθοδήγηση του ΕΑΜ καί της ΕΠΟΝ έδινε καί κέρδιζε την μεγάλη μάχη της 5ης Μαρτίου κατά της έπιστρατεύοεως.

Ό Λογοθετόπουλος αναγκάσθηκε να πεί την επομένη: «Έδήλωσα ήδη επισήμως προς τον ελληνικό λαό, δτι ή έπιστράτευσις αυτή, δεν πρόκειται να γίνει...».
Καταπτοημένοι οί Γερμανόδουλοι κυβερνώντες δεν μπόρεσαν ούτε τον επίσημο εορτασμό της 25ης Μαρτίου να οργανώσουν, όπως άλλες φορές. Ό λαός όμως πού τον θέρμανε ή παράδοση του '21 καί τον χαλύβδωναν οί πρόσφατοι αγώνες, ετοιμάσθηκε να γιορτάσει με τον δικό του τρόπο. Την παραμονή το μεσημέρι 4.000 Έπονίτες στεφάνωσαν με δάφνες τους ήρωες του '21 στο Πεδίο του Άρεως, ενώ συνθήματα είχαν καλύψει τους τοίχους της πρωτεύουσας.

Ή Αθήνα έπλεε στίς κυανόλευκες σημαίες. Προσυγκεντρώσεις έγιναν στη Δεξαμενή, στο Πανεπιστήμιο, στο Πεδίο του Άρεως, στο Ζάππειο κι αλλού. Ή ανθρωποθάλασσα γονάτισε ατό Πεδίο του Άρεως καθώς στεφάνωναν τίς προτομές καί όλοι έψαλλαν τον εθνικό ύμνο. Γερμανοί καί Ιταλοί περικύκλωσαν την περιοχή καί όρμησαν χτυπώντας τη μάζα, ενώ κραυγές ακούγονταν από παντού:



Κατάρα στους Ούννους...
Οί περαστικοί μάζεψαν βιαστικά τους τραυματίες καί τους μετέφεραν στο γαλλικό νοσοκομείο. Οί Ιταλοί όμως έφθασαν κι εκεί, χτύπησαν τραυματίες καί νοσοκόμες έσχισαν τίς σημαίες καί κακοποίησαν όσους βρήκαν στο χώρο... Ποτάμια όμως είχαν ξεχυθεί από τίς γειτονιές της Αθήνας, προχωρούσαν προς το κέντρο καί ή λέξη «λευτεριά» αντηχούσε σαν βροντή.


Οί σταυραετοί των βουνών
Στίς 25 Μαρτίου 1944 τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Τώρα πλάι στην ψυχή έστεκε καί το τουφέκι. Κάθε σπίτι της Αθήνας ήταν καί κάστρο. Κάθε γειτονιά μετερίζι. Καί ή μεγάλη είδηση σκόρπισε ρίγη ενθουσιασμού. Έγινε ή ΠΕΕΑ. Πανεθνικός συναγερμός... Ή 25η Μαρτίου γιορτάστηκε στην ελεύθερη Ελλάδα, στο βουνό, με τρόπο συγκινητικό, μέσα σε πατριωτική έξαρση. Τώρα υπήρχε ή πραγματική κυβέρνηση του λαού πού κατηύθυνε τον αγώνα, οί «αετοί των βουνών». Σβώλος, Μπακιρτζής, Σιάντος, Τσιριμώκος, Μάντακας, Γαβριηλίδης, Γρηγοριάδης, Χατζήμπεης, Κόκκαλης κι όλα τα στελέχη, οί έθνοσύμβουλοι, όλος ό λαϊκός στρατός στο άκουσμα του οποίου έτρεμαν κατακτητές καί δοσίλογοι... Όλοι οι λαϊκοί αγωνιστές πού ανταποκρίθηκαν στο μεγαλόπρεπο ποιητικό σύνθημα του "Αγγέλου Σικελιανοΰ: «Όμπρός να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω άπ' την Ελλάδα...».


Α.Γ.Λεονταρίτη
περιοδικό-''Νεανικοί Προβληματισμοί''324/1998

Κοινωνία εν Χριστώ-Αγιοι Αλέξιος και Αγ.Μαρία Αιγυπτία

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΛΕΞΙΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ
ΡΩΣΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ 17ου ΑΙΩΝΑ

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ-ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΡΥΦΑΙΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ

Μία από τίς κορυφαίες μορφές του Ελληνισμού διαχρονικά, από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα, είναι χωρίς αμφιβολία ό Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο θρυλικός Γέρος του Μωρία, όπως τον ονόμασε ή λαϊκή φωνή.


Όταν ή μακαρίτισσα ή Σοφία Βέμπο τραγουδούσε: «Γεια καί χαρά σας, Μωραΐτες αδελφοί, πού αν μάνα δεν σας γέννα, οϋτ' "Αγια Λαύρα θάχαμε, ούτε Εικοσιένα», λίγο σκανδαλιζόμουνα. Αμάν, πια, πάλι με τους Μωραΐτες! Νισάφι! Μας έπρηξαν! Οι υπόλοιποι Έλληνες, δηλαδή, δεν κάναμε τίποτα; Ό σκανδαλισμός μου σταμάτησε όταν το βλέμμα μου στηλώθηκε στην πολυσέβαστη μορφή του Κολοκοτρώνη. - Μάλίστα εΐπα. "Αν τόπε για τον Κολοκοτρώνη, τότε δεν χωράει κουβέντα! Έτσι είναι!... Συμφωνώ καί επαυξάνω!...

Ποιος είναι, λοιπόν, αυτός ό θρύλος, πού ό επιβλητικός ανδριάντας του πάνω στο περήφανο άλογο του υψώνεται μεγαλοπρεπής μπροστά στο κτήριο της Παληάς Βουλής των Ελλήνων, στο κέντρο της Αθήνας, με το χέρι να δείχνει δρόμο πορείας στους Έλληνες; Ποιος είν' αυτός ό ιερός μύθος, πού τ' όνομα του αγιάζει αμέτρητους δρόμους σ' ελληνικές πόλεις καί χωριά, πού ή φωτογραφία του στολίζει κάθε Εθνική γιορτή των Πανελλήνων; Ποιος είν' αυτός, πού τα Τουρκάκια, μέχρι τα βάθη της Ανατολίας, ακούγανε τ' όνομα του καί πάθαιναν ακράτεια εντέρου καί τσίριζαν σαν λωλά: Κολοκοτρώνα!... Κολοκοτρώνα!... κι έτρεχαν να κρυφτούν;

Γεννήθηκε στις 3 Απριλίου 1770, Δευτέρα του Πάσχα, στη ρίζα ενός δένδρου, πάνω σ' ένα απόκρημνο βουνό της Μεσσηνίας, ονομαζόμενο Ραμαβούνι. Πατέρας του ήταν ό ηρωικός αρχηγός των αρματολών του Μωρία Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης, ό φόβος και ό τρόμος των Τούρκων. Φονεύθηκε το 1780 στους Πύργους της Καστανιάς,μεταξύ Γυθείου καί Σπάρτης. Ή μητέρα του, ή ηρωική καπετάνισσα, λεγόταν Ζαμπία, το γένος Κωτσάκη και σώθηκε μόνη αυτή από την οικογένεια των Κολοκοτρωναίων στη μάχη των Πύργων πού έπεσε ό σύζυγος της. Ντυμένη άντρίκια, με το σπαθί στο χέρι καί με το δεκάχρονο Θεόδωρο δίπλα της διέφυγε καί διέσωσε τον κατόπιν θρυλικό Αρχιστράτηγο γιο της. Ανάδοχος του στο άγιο βάπτισμα ήταν ό Ρώσος ναύαρχος Θεόδωρος 'Ορλώφ, ό οποίος του χάρισε το δικό του όνομα.


Μεγαλωμένος μέσα σε μια ατμόσφαιρα βαθειάς χριστιανικής πίστεως καί άμετρης φιλοπατρίας, έκλεισε ό μικρός Θοδωράκης από νωρίς στην καρδιά του την αγάπη για το Χριστό καί για την Ελλάδα, την οποία πονούσε να τη βλέπει σκλαβωμένη καί τα παιδιά της να τυραννοϋνται καί να βασανίζονται από τους Τούρκους. Το ψαλτήρι, το κτωήχι, ό μηναϊος, άλλαι προφητείαι, ήσαν τα βιβλία οπού άνέγνωσα, μας πληροφορεί ό ίδιος. Αυτές ήταν οί πρώτες καί κύριες πηγές της γνώσεως του, οί όποιες άρδευσαν την ψυχή του με τα νάματα της ευσέβειας. Γυμνάστηκε σωματικά από παιδί πολύ γερά καί είχε πόθο του να συνεχίσει το έργο του πατέρα του καί της ηρωικής οικογένειας των Κολοκοτρωναίων. Τον προίκισε καί ό Θεός με εξαιρετική ευφυία, μυαλό - ξυράφι, τετραγωνική λογική, ισχυρή θέληση, διορατικότητα, γερό ένθυμικό, δύναμη σωματική και βροντερή φωνή επιβλητική, στεντόρεια, στοιχεία πού αναμφίβολα αναδεικνύουν τον Ηγέτη. Παράλληλα, έκαλλιέργησε από παιδί στον εαυτό του κάθε αρετή; εγκράτεια, αυτοκυριαρχία, ευθύτητα χαρακτήρας, υψηλό αίσθημα τιμής, παροιμιώδη άνιδιοτέλεια καί αφιλοκέρδεια, παραδειγματική άμνησικακία, τέτοια πού μόνο σε Συναξάρια συναντά κανείς, σεμνότητα, αξιοπρέπεια, μεγαλοψυχία, φιλαδελφία, αγνό πατριωτισμό. Σπάνια βρίσκει κανείς τόσες αρετές συγκεντρωμένες σ' ένα μονάχα πρόσωπο!

Δεκαπέντε χρονών παλληκαράκι ό Θοδωρής ανακηρύχθηκε από τα επιζώντα παλληκάρια τοϋ πατέρα του Καπετάνιος καί βγήκε στο κλαρί στα βουνά της Αρκαδίας. Δεκαεφτά χρονών αναγνωρίστηκε αρματολός στην επαρχία του Λεονταρίου. Είκοσι χρονών παντρεύτηκε την κόρη ενός προεστού της περιοχής, την Αικατερίνη Καρούσου, με την οποία απέκτησε τρεις γιους, τον Πάνο, τον Ιωάννη ή Γενναίο καί τον Κωνσταντίνο ή Κολίνο. Επίσης δυο θυγατέρες, τη Γεωργίτσα, πού πέθανε μικρή, καί την Ελένη, την οποία στα 1820 πάντρεψε με τον Νικήτα, αδελφό του Παπαφλέσσα. Όμως ό σκοπός της ζωής του ήταν ένας: Να λευτερώσει την Πατρίδα! Γι' αυτό τον βλέπουμε να πετιέται σαν αρχάγγελος από βουνοκορφή σε βουνοκορφή κι από λαγκαδιά σε ρέμα, από χωριό σε χωριό κι από πολιτεία σε πολιτεία να ξεσηκώνει τους Έλληνες, να τους ενθαρρύνει, να ειρηνεύει καί να συμφιλιώνει όσους τρωγόντουσαν μεταξύ τους από οικογενειακά μίση καί ανόητες εχθρότητες, καί να ετοιμάζει όλους με κάθε τρόπο για τον μεγάλο σηκωμό. Αφού τους μιλούσε με τη μεγάλη ρητορική άνεση πού του χάρισε ό Θεός, έκανε το σταυρό του καί τους έλεγε: "Οσοι αγαπάτε την Πατρίδα, ελάτε κοντά μου! Πήγε στα Εφτάνησα. "Ορκίστηκε τον όρκο του Φιλικού στη Ζάκυνθο. Μπήκε στην υπηρεσία του Αγγλικού στρατού για να μάθει καί την επιστήμη του πολέμου, να ετοιμαστεί για το μεγάλο έργο πού είχε μπροστά του. Έγινε Λοχαγός, κι αργότερα Ταγματάρχης. Συνεργάστηκε με τους Ρώσους καί με τους Γάλλους. Ήθελε να τον βοηθήσουν να πολεμήσει τον Τούρκο. Κέρκυρα, Λευκάδα, Ζάκυνθος, Ιθάκη ήταν τόποι πού τους έμαθε τόσο καλά, όσο καί την Πελοπόννησο. Ετοίμαζε τους Έφτανησιώτες να έρθουν αρωγοί στον ξεσηκωμό εναντίον των Τούρκων. Πήγε καί στα Κύθηρα. Διηγείται σχετικά ό ίδιος: Μια φορά επήγα εις το πανηγύρι της Αγίας Μόνης. Αυτό το μοναστήρι ήταν μεγάλο καί έχαλάσθη εις την πρώτην Τουρκιά. "Οταν έπέρασα ήτον μία μάνδρα χαλασμένη καί σκεπασμένη ή εκκλησιά με κλάδους δένδρων. Τότε έταξα ότι: Παναγιά μου, βοήθησε μας να έλευθερώσωμεν την Πατρίδα μας από τον τύραννο, καί να σε φκιάσω καθώς ήσουν πρώτα (1803). Τον αξίωσε πράγματι καί έκαμε το τάμα του: Με έβοήθησε, καί είς τον δεύτερον χρόνον της Επαναστάσεως μας έπλήρωσα το τάμα μου καί την έφκιασα. Στό μεγάλο κυνηγητό πού έκαμαν οι Τούρκοι στους κλέφτες της Πελοποννήσου όταν αντιλήφθηκαν ότι σε λίγο θα φούντωνε ό ξεσηκωμός, ό Κολοκοτρώνης απάντησε περνώντας ξανά στον Μωρία, επιτιθέμενος με ορμή κατά των Τούρκων, καίγοντας κι αφανίζοντας τα τουρκοχώρια περνώντας από μαχαίρι Τούρκους καί τουρκολάτρες. Κι όταν πίά τα πράγματα έφτασαν στο ανθρωπίνως απροχώρητο για την ώρα, μπαρκάρησε, πήγε στ' "Αγιον Όρος, όπου συναντήθηκε με τον Παπα-Βλαχάβα, τον Νικητάρα κι άλλους ονομαστούς οπλαρχηγούς καί συγκρότησαν έναν πειρατικό στόλο, με τον όποιο καταναυμαχοϋσαν τα τουρκικά πλοία στο ανατολικό Αιγαίο καί κούρσευαν τα τουρκικά παράλια, ώσπου νάρθει ή ώρα του γενικού ξεσηκωμού.


Ό Κολοκοτρώνης δεν είχε αυταπάτες, όσον αφορά στη βοήθεια των ξένων για την απελευθέρωση της Πατρίδος: "Οταν είδα ότι εις τα συμβούλια της Βιέννας δεν έγινε κανένα καλό δι' ημάς... είπα, να μην έχωμεν ελπίδα λυτρώσεως άλλη παρά από τον εαυτό μας καί από τον Ύφιστον, γράφει. Έτσι, κάθε του σκέψη, κάθε του σχέδιο, κάθε του προσπάθεια καί ενέργεια, τα έναπέθετε πάντοτε στα χέρια του Θεού. Καί πίστευε απόλυτα καί διεκήρυσσε πώς: Ό Θεός έδωσε την ύπογραψήν Του δια την έλευθερίαν της Ελλάδος. Δεν την παίρνει πίσω! Κατόπιν έμπαινε στον αγώνα χωρίς να λογαριάζει τίποτα. Ή λέξη ηρωισμός είναι πολύ φτωχή για να χαρακτηρίσει τον τρόπο με τον όποιο έμάχετο.

Οι μεγαλύτερες στρατιωτικές επιτυχίες καί νίκες του ιερού αγώνα στην Πελοπόννησο φέρουν ανάγλυφη την προσωπική σφραγίδα του Κολοκοτρώνη. Τη σφραγίδα της φρόνησης, της σύνεσης, της στρατηγικής τέχνης, της ανδρείας, της πίστεως, της θυσίας καί της πολεμικής αρετής του: Καλαμάτα, Βαλτέτσι, Δολιανά, Τριπολιτσά, Δερβενάκια κσί ό Μωρίας ολόκληρος!... Μετά την αποφασιστική μάχη του Βαλτετσίου, ό θεοσεβής Αρχιστράτηγος έκήρυξε νηστεία για να ευχαριστήσουν καί δοξολογήσουν τον Θεό. Όπως διηγείται ό ϊδιος: Δώδεκα - δεκατρείς Μαίου ήτον. Εικοσιτρεϊς ώρες έβάσταξε ό πόλεμος. Έκείνην την ήμερα ήτον Παρασκευή καί έβαλα λόγον ότι: Πρέπει να νηστεύσω-μεν όλοι δια δοξολογίαν εκείνης της ημέρας, καί να δοξάζεται αιώνας αιώνων έωσοϋ στέκει το έθνος, διατί αυτή ήταν ή ελευθερία της Πατρίδος(2). Τί έχουν να πουν άραγε έπ' αυτού όσοι, δεξιά κι αριστερά διοργανώνουν σουβλακομάζωξες καί ξεφαντώματα κοιλιοδουλείας καταμεσίς στη Μεγάλη Σαρακοστή, για να τιμήσουν τάχα μου την Επανάσταση του '21; "Αν σηκωνόταν από τον τάφο του ό Γέρος του Μωρία, το λιγότερο πού θάκουγαν από το στόμα του θάταν κανένα: Ντροπής όρέεε!!!... Ντροπής!!!


Παρά τη μεγάλη του συμβολή στην απελευθέρωση της Ελλάδος, παρά την αρετή του καί την άνιδιοτέλειά του, ό Πατέρας αυτός του Γένους ήπιε άπ' αυτούς πού λευτέρωσε πολλά πικρά ποτήρια. Στή διάρκεια του αγώνα, κάποιοι Μανιάτες προσπάθησαν να τον σκοτώσουν μπαμπέσικα. Σώθηκε. Τους είχε κατόπιν του χεριού του. Κι όμως δεν εκδικήθηκε! Ή απάντηση του ήταν: Εάν ό Θεός μ'έφύλαξε, τούς χαρίζω τήν ζωήν. Αργότερα είδε τον γιο του Πάνο, τον δοξασμένο ήρωα του Αγώνος να πέφτει νεκρός από ελληνική σφαίρα. Στή διάρκεια εμφυλίων ταραχών, διαρκοϋντος του Αγώνος, φυλακίστηκε σ' ένα Μοναστήρι στην Ύδρα. Αργότερα, στον καιρό της Όθωνικής Αντιβασιλείας συνελήφθη ξανά, φυλακίσθηκε καί μετά από μια παρωδία δίκης, κατά την οποία την τιμή του Γένους έσωσαν μόνο δύο τίμιοι δικαστές, ό Πολυζωίδης καί ό Τερτσέτης κηρύσσοντας τον αθώο, ό Κολοκοτρώνης καταδικάστηκε, ό κορυφαίος αυτός ήρωας της φυλής καί Πατέρας της Ελληνικής Ελευθερίας, σε... θάνατο! Ακούγοντας την καταδικαστική σε βάρος του απόφαση, ό μεγάλος Κολοκοτρώνης, σηκώθηκε ήρεμα, έκαμε αργά - αργά τον σταυρό του καί είπε: Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία Σου!Τίποτε άλλο! Κανένα σχόλιο! Έτοιμος να υποστεί καί τον θάνατο, ως πρόβατον επί σφαγήν, όπως ό Κύριος τον Όποιο πίστευε καί λάτρευε βαθύτατα.

Ευτυχώς ό Κύριος έφώτισε τον Όθωνα καί δεν επέτρεψε να συντελεσθεί το άνοσιούργημα, αλλά μετέτρεψε την ποινή του σεπτού ήρωα σε φυλάκιση, ώσπου, όταν ενηλικιώθηκε, του την χάρισε ολότελα καί τον αποκατέστησε πλήρως ηθικά καί στρατιωτικά στον βαθμό του Στρατηγοϋ. Μάλιστα τον διόρισε καί στην υψηλή καί έπίζηλη θέση του Συμβούλου της Επικρατείας. Έτσι αποφεύχθηκε ένα έγκλημα, το όποιο θα έστιγμάτιζε το Γένος μας αιώνια.Σεβαστός σε όλους ό Κολοκοτρώνης πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του τιμώμενος από όλους καί μάλιστα από τους βασιλείς Όθωνα καί Αμαλία. Το ταπεινό σπίτι του στην Πλάκα ήταν πανελλήνιο προσκύνημα. Όλοι οι επίσημοι επισκέπτες του νεοσύστατου κράτους θεωρούσαν τιμή τους να τον επισκεφθούν. Σπουδαίοι καί σοφοί τον συμβουλεύονταν. Ή νεολαία τον λάτρευε. Όποτε περπάταγε στους δρόμους της Αθήνας ό κόσμος μέριαζε, αποκαλύπτονταν κι έκανε εδαφιαίες υποκλίσεις. Περνά ό Γέρος του Μωρία!, έλεγαν με σεβασμό. Καί πίσω του συνήθως ακολουθούσαν τιμητικά νέα παλληκάρια πού έψαλλαν πατριωτικά τραγούδια. Κάποτε επισκέφθηκε το Γυμνάσιο των Αθηνών, το οποίο διηύθυνε ό μέγας εκείνος παιδαγωγός καί Δάσκαλος του Γένους, ό Γεώργιος Γεννάδιος. Μίλησε στους νέους. Άπλα. Μέσα από την καρδιά του, όπως συνήθιζε. Τους είπε ανάμεσα στα άλλα σοφά καί αγιασμένα: ''Πρέπει να φυλάξετε την Πίστη σας, καί να την στερεώσετε, διότι, όταν έπιάσα-με τα άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ Πίστεως καί έπειτα υπέρ Πατρίδος!... Πρίν άπ' όλα να φυλάξετε στην ψυχή σας την Πίστη σας καί την Πατρίδα σας. Εμείς, περισσότερο από τα ντουφέκια, με την Πίστη μας οτόν Χριστό καί την αγάπη μας στην Πατρίδα ελευθερώσαμε την Ελλάδα. Μείνετε πάντα καλοί Χριστιανοί καί κολοί Έλληνες. Έτσι ό Θεός θα οάς εύλογη, ή Ελλάδα, θα σας προοτατεύη καί όλα θα πάνε καλά στη ζωή σας...


Την νύχτα της 3ης προς την 4η Φε

βρουάριου του 1843, επιστρέφοντας

από μια γιορτή στα ανάκτορα για την

επέτειο της άφίξεως του Όθωνα στην

Ελλάδα, ό θρυλικός Γέρος του Μωρία,

ό Δάσκαλος της πίστεως, της αρετής,

του ήθους, της ανδρείας καί της λευτε¬

ριάς, προσβλήθηκε από αποπληξία κι

αναχώρησε για την ουράνια Πατρίδα. Το

Γένος υποκλίνεται στη μνήμη του. 0ί

Πανέλληνες τον θυμούμαστε. Πρέπει

να τον θυμούμαστε! Ιδιαίτερα σήμερα,

στις δύσκολες μέρες πού ζούμε καί πού

οι αρετές πού μας δίδαξε σπανίζουν τό¬

σο τραγικά.

1. Θ. Κολοκοτρώνη, ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ ΤΗΣ ΕΛ¬


ΛΗΝΙΚΗΣ ΦΥΛΗΣ, Αθήναι, Κεφ. Β', σελ. 44.


2. "Ενθ'όνωτ., σελ. 72.


3. Ένθ'άνωτ., σελ. 31.

κ.ΙΩΣΗΦ-ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΝΕΑΣ ΖΗΛΑΝΔΙΑΣ
πηγή-περιοδικό ΄΄Πειραική Εκκλησία''(Μαρτ.2007)

Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ

Ό Ευγένιος Βούλγαρης διετέλεσε διευθυντής στην Άθωνιάδα σχολή το δεύτερο ήμισυ του 18ου αϊ. Στήν Ιερά μονή Διονυσίου ό σοφός αυτός άνδρας δοκίμασε τη θαυματουργική δύναμη της Παναγίας του Ακάθιστου, ή οποία τον θεράπευσε από ένα οδυνηρό απόστημα.


Θα διηγηθώ, σημειώνει ό ϊδιος, το θαύμα πού έκανε σε μένα ή Παναγία, για να της αποδώσω έτσι την ευγνωμοσύνη πού της οφείλω. Δεν το γράφω για να ύπερηφανευθώ ότι δέχτηκα τάχα θεία επίσκεψη, κι οΰτε με πειράζει, αν θα με χαρακτηρίσουν ανόητο για τη διήγηση.

Το 1875, λοιπόν, ήμουν σχολάρχης στην Άθωνιάδα. "Οταν ήρθε ή άνοιξη, παρουσιάστηκε στο βάθος της αριστερής μου μασχάλης ένα επικίνδυνο απόστημα. Με ταλαιπωρούσε ένας ελαφρός πυρετός κι ένοιωθα εξάντληση. Το απόστημα διαρκώς μεγάλωνε καί σκλήραινε. "Ολο το κοίλωμα της μασχάλης καί ό αριστερός μαστός είχαν σκληρύνει σαν την πέτρα.

Πονούσα φοβερά. Δεν μπορούσα όχι μόνο να σταθώ, μα οϋτε να καθήσω, να ξαπλώσω, να κοιμηθώ ή να αναπνεύσω ελεύθερα. "Ενοιωθα απογοήτευση καί προτιμούσα τον θάνατο από τη φοβερή εκείνη ταλαιπωρία.


Μερικοί φίλοι με συμβούλευαν να νοσηλευθώ σε νοσοκομείο της Χίου, της Σμύρνης ή της Θεσσαλονίκης. Κάθε όμως μετακίνηση ήταν δύσκολη καί επικίνδυνη.

Πάνω στην απελπισία μου μαθαίνω ότι κάποιος διονυσιάτης μοναχός Νικη¬ φόρος εΐναι ειδικός στο να χειρουργεί αποστήματα. Παίρνω την απόφαση να τον επισκεφθώ. Με βάλανε με πολύ κόπο σε μία μικρή βάρκα, κι άφοϋ κάναμε τον περίπλου του "Αθωνα φθάσαμε στη μονή Διονυσίου.

Ό π. Νικηφόρος εξέτασε προσεκτικά το απόστημα καί μου είπε:

- "Εχε θάρρος. Τη θεραπεία όμως να την περιμένεις από τον Τίμιο Πρόδρομο, τον προστάτη της μονής. Εγώ μόνο σαν βοηθός του θα σου χρησιμεύσω.

Συγχρόνως έβαλε στο πονεμένο μέρος μαλακτικά, για να μαλακώσουν τη σκληρότητα του. Μέσα μου φούντωσε ή ελπίδα ότι με τη δύναμη του Τιμίου Προδρόμου θα με θεράπευε.

Ό π. Νικηφόρος μου έβαζε χίλια δυο καταπλάσματα. Καί τί δεν επινοούσε! Χόρτα, ρίζες, φύλλα, φρούτα, ξύγκια, σαλιάγκια, πυρακτωμένους πλίθους, λάδια διάφορα. Το απόστημα όμως οϋτε υποχωρούσε οϋτε μαλάκωνε. Αντίθετα, χειροτέρευε.Τότε ό γέροντας αποφάσισε να με χειρουργήσει. "Ηθελε να χτυπήσει το κακό στη ρίζα, ή οποία, καθώς έλεγε, ήταν μεγάλη σαν ρεβύθι. Θα βύθιζε λοιπόν στο βάθος το μαχαίρι καί, βγάζοντας τη ρίζα πού ήταν ή αρχή του κάκου, σύντομα θα εξαφανιζόταν καί όλο το απόστημα.


Εγώ όμως φοβήθηκα την τόλμη του χειρούργου. Απόστημα πού δεν είχε ωριμάσει δεν έπρεπε καί να χειρουργηθεί. Γι' αυτό αρνήθηκα την επέμβαση. "Ετσι ό π. Νικηφόρος απελπίστηκε για τη θεραπεία μου, ενώ εγώ για τη ζωή μου.

Απογοητευμένος τελείως από την ανθρώπινη βοήθεια, στράφηκα προς τη Μητέρα της ευσπλαχνίας, καί την ικέτευα επίμονα με δάκρυα να μου γίνει ιατρός καί θεραπευτής.

- Βλέψον ίλεω όμματί σου καί επισκεψαι την κακώση ην έχω

έπίσκεψαι την κάκωσιν ην έχω, θρηνουσα με χαμηλή φωνή.



"Υστερα γυρίζω στους παρόντες καί τους λέω:

- Πηγαίνετε με στο παρεκκλήσι της

Θεοτόκου του Ακάθιστου, καί αφήστε με

μπροστά στη θαυματουργή εικόνα της.

Πράγματι, με πήγαν εκεί σηκωτό. Κι ενώ ό παπάς έψαλλε για χάρη μου τη μεγάλη Παράκληση, εγώ διαρκώς έκλαιγα. Τέλος έπεσα μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, κι άφοϋ έβρεξα το έδαφος με τα δάκρυα μου, Ίκέτευσα θερμά καί είπα:

- Μη μ' αφήσεις, Μητέρα, να χαθώ.

Σταμάτησε τη συμφορά μου. «Πάντα γαρ

δύνασαι ως μήτηρ ούσα του τα πάντα

ισχύοντος Θεού».

Αυτό ήταν! Αμέσως ένοιωσα μέσα μου δύναμη, σηκώθηκα καί βγήκα χαρούμενος από το παρεκκλήσι. Με τη βοήθεια ενός αδελφού καί του μπαστουνιοϋ μου ανέβηκα στο κελλί μου καί
κοιμήθηκα επί τέλους όλη τη νύχτα -εγώ, πού πέρασα τόσες νύχτες άυπνος από τους πόνους.


Το πρωί ήμουν ήρεμος. Το απόστημα σε λίγο μαράθηκε καί εξαφανίστηκε.

Από τότε αισθάνομαι οφειλέτης στη Θεομήτορα καί κηρύττω παντοϋ το θαϋμα της.

Από το βιβλίο-''Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας''
(Εκδ.Ιερά Μονή Παρακλητού)

ΥΠΑΡΧΕΙ ΖΩΗ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ;

Ή ζωή πού ισοδυναμεί με θάνατο


Εάν δούμε τα πράγματα μέσα από τη ρωγμή πού ανοίγει στη ματιά μας το σύνθημα του νέου θα διαπιστώσουμε ότι ό θάνατος δε συνάπτεται με τη ζωή αλλά με το νόημα πού δίνουμε εμείς σε αυτή. «Όσο υπάρχει ζωή δεν υπάρχει θάνατος. Και τοΰτο επειδή ό θάνατος τίθεται στο τέλος. Αυτό συμβαίνει όταν ό θάνατος είναι το τέλος της ζωής. Όταν όμως με το έρεβος του περιγράφει τα όρια της τότε ταυτίζεται με τη ζωή. Γι' αυτό καί ή έλευση του δεν έχει νόημα, άφοϋ νόημα έχει μόνο ή συ-μπαρουσία του με τη ζωή.» Το σύνθημα όμως καταγγέλλει ότι ό συγγραφέας του δε ζει, δε βλέπει πουθενά γύρω του τη ζωή ή ότι ή ζωή ταυτίζεται με θάνατο. Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή μάλλον διαβιούμε παρά ζούμε.Ή προοπτική μας είναι ό κόσμος πού έχει τέλος. Αρκούμαστε στην ευμάρεια. Στή δημιουργία ενός πολιτισμού της «πέτρινης τροφής», όπως ονομάζει τα υλικά αγαθά ό "Αγ.Γρηγόριος Νύσσης από τα οποία ό άνθρωπος εξαρτά την τροφή του, χωρίς όμως αύτη να «χορταίνει» τίς αναζητήσεις του. Αρκούμαστε, όπως φαίνεται, σε μια θνήσκουσα ευτυχία ή οποία για να υπάρξει πρέπει όλα να είναι υπό το έλεγχο μας. Όρίζουμε ως «ζωή» την εικόνα πού δίνει για τα πράγματα ή τηλεόραση καί οί διαφημίσεις της. Την κρούστα των πλαστικών χαμόγελων, τη εξωτερική λάμψη πού όλα τα συμφιλιώνει στο βωμό της κυρίαρχης ιδεολογίας των καιρών μας: «Να περνάμε καλά καί εύκολα». Όσο έξαρτώμαστε από την κυριαρχία της δύναμης τόσο φοβόμαστε την απουσία της, την απώλεια του ελέγχου. Για αυτό καί φτιάχνουμε καί αντίστοιχη «θρησκεία» ή οποία εξευμενίζει τίς «δυνάμεις» εκείνες πού άπειλοϋν την τακτοποίηση πού έχουμε επιβάλλει με μία εύκολη θρησκευτικότητα στα όρια της μαγείας, για να μας βοηθάει στις «δυσκολίες μας». Αυτό το ιδεολόγημα πολύ συχνά το ονομάζουμε Χριστιανισμό καί πότε - πότε Όρθοδοξία!


Αυτή τη ζωή ό "Αγιος Μάξιμος ό Όμολογητής την ονομάζει «σκιά θανάτου».

Ή θρησκεία της «καθημερινής ζωής»


Εάν προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε τα αϊτια πού οδήγησαν στη γραφή του συνθήματος, θα διαπιστώσουμε ο,τι ένα από αυτά είναι ό «χριστιανισμός» των «σύγχρονων» χριστιανών.

Ή θρησκεία αυτή φοβάται το θάνατο καί κάνει ότι είναι δυνατό να τον εξαφανίσει από το προσκήνιο της καθημερινότητας. Φοβάται επίσης την ασθένεια καί λατρεύει την υγεία. Αποτελεί καί αυτή μια «θεραπεία», μια «βοήθεια» για τα αδιέξοδα των ανθρώπων. Είναι μία οδός συμβιβασμού των «απαιτήσεων ή των αναγκών» τους με τη δίψα για κάτι πού είναι πέρα από τα όρια πού διαγράφει ό ορίζοντας μας. Είναι μία προσπάθεια μεταφυσικών «εξηγήσεων» των πολλών «γιατί» πού θέτει ό ορθολογισμός των καιρών μας.


Για το λόγο αυτό πολλοί πηγαίνουν στην Εκκλησία όταν είναι έρημη από ανθρώπους για να προσευχηθούν, εξομολογούνται για να «εξιλεωθούν» ή να «αναπαυθούν», συγχέουν τη μετάνοια με τη μεταμέλεια, «κοινωνούν» για το καλό, τελούν «θρησκευτικό» γάμο χωρίς να πιστεύουν στο μυστήριο της αγάπης, «βαπτίζουν» ακολουθώντας τίς παραδόσεις, τελοΰν το εύχέλαιο «για την υγειά τους», «κηδεύουν» τους συγγενείς τους εξοργισμένοι για το κακό πού τους έκανε ό Θεός!

Ή ζωή αυτή γιατί να μη σημαίνει θάνατο; Ή θρησκεία αυτή γιατί να μην προκαλεί απέχθεια;
«Για μένα ζωή σημαίνει Χριστός καί θάνατος σημαίνει κέρδος»


Ή φράση του Απ. Παύλου δείχνει καί την αλήθεια πού περιγράφεται στα βιβλία της Καινής Διαθήκης ενώ αποκαλύπτει τη μεγάλη απόσταση πού χωρίζει τη θρησκεία από την Εκκλησία ή οποία είναι Σώμα Χριστού.

Ό Χριστός με το θάνατο Του αποκαλύπτεται ως Ζωή καί ό θάνατος ως εχθρός του ανθρώπου πού πρέπει να νικηθεί καί όχι να συμφιλιωθούμε μαζί του. Στό Ευαγγέλιο του Ιωάννη διαβάζουμε: «Αυτός ήταν ή ζωή, καί ήταν ή ζωή αυτή το φως για τους ανθρώπους».

Υπάρχει ζωή πριν το θάνατο μας όταν ή ζωή μας συνάπτεται με το Χριστό, το Σώμα καί το Αίμα Του. Όταν «είμαστε πεθαμένοι για την αμαρτία». Ό Απ. Παύλος τονίζει «Ή μήπως λησμονείτε πώς το βάπτισμα στο όνομα του Χριστού σημαίνει συμμετοχή στο θάνατο Του; ...Ό παλιός αμαρτωλός εαυτός μας πέθανε στο Σταυρό μαζί με το Χριστό... Έτσι να σκέφτεστε για τον εαυτό σας: Έχετε πεθάνει για την αμαρτία, κι ή ζωή σας είναι πια κοντά στο Θεό χάρη στην ένωση σας με τον Ιησού Χριστό, τον Κύριο μας».

Ζούμε όταν πραγματοποιούμε αυτό πού γράφει ό "Αγ. Ιωάννης ό Χρυσόστομος στη Θ. Λειτουργία: «πάσαν την βιοτικήν άποθώμεθα μέριμναν». Όταν ό καθένας από εμάς είμαστε μία «ζώσα εικόνα του ζώντος Θεού».

Ή ζωή στην Εκκλησία είναι ή κοινή πορεία όλων όσων ή ζωή τους συνδέεται άρρηκτα με την Ανάσταση του Χριστού, Με αυτή την έννοια έχει δίκιο ό Ντεριντά όταν ισχυρίζεται ότι «Το να ζείς, εξ ορισμού, δεν μαθαίνεται. Οϋτε από τον ϊδιο τον εαυτό σου, οϋτε από τη ζωή μέσω της ζωής. Μονάχα από τον άλλον καί μέσω του θανάτου» παρά το γεγονός ότι δεν ξέφυγε από την ίουδάικότητα πού χαρακτήριζε τη σκέψη του.

Π. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΑΛΛΙΓΕΡΗΣ
περιοδικό''Πειραική Εκκλησία''Μάρτιος 2007

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

ΠΕΝΤΕ ΑΓΙΟΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΕΣ-ΘΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ''ΑΓΑΠΗΣ''ΤΩΝ ΚΑΘΟΛΙΚΩΝ

Το 18ο αιώνα η Τρανσυλβανία ήταν υπό την κατοχή της Αψβουργικής αυτοκρατορίας. Οι καθολικοί για να κατακτήσουν ότι έχασαν από τους Προτεστάντες ξεκίνησαν μια επίθεση εναντίον της Ορθοδοξίας. Οι μέθοδοι τους βέβαια βασίζονταν στη βία και στη διπλωματία για να υποτάξουν τους ορθοδόξους τους οποίους θεωρούσαν ¨καθυστερημένους¨.
Μέσω της Ουνίας προσπαθούσαν να προσηλυτίσουν τους ορθόδοξους. Οι μεθόδοι γνωστες και οι οποίες βέβαια δεν έχουν αλλάξει μέχρι σήμερα. Μπρος σ΄ αυτές τις ''λεπτεπίλεπτες'' μεθόδους (μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στο 18ο αιώνα) που χρησιμοποιούσαν οι καθολικοί για να προξενήσουν ομαδικές απαρνήσεις της ορθοδοξίας δεν έλειψαν οι ομολογητές και οι μάρτυρες. Είτε μοναχοί οι οποίοι δεν μπορούσαν να υποφέρουν τις ελλείψεις των ομόδοξων τους ( με ξεχνάμε ότι οι Ορθόδοξοι που δεν ασπάζονταν την ουνία ήταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας) και έδωσαν και τη ψυχή τους για να βοηθήσουν τον πλησίον τους και να ενισχύσουν την πίστη στα Τρανσυλβανικά εδάφη ( όπως οι όσιοι ομολογητές Βησσαρίων και Σωφρόνιος), είτε θαρραλέοι ιερείς οι οποίοι έκαναν ότι μπορούσαν για να προστατέψουν το ποίμνιο τους (όπως οι ιερείς ομολογητές Ιωάννης του Γκάλες και Μωυσής του Σιμπιέλ), είτε απλοί πιστοί, χωρικοί, που άφησαν τις οικογένειές τους και τα χωράφια τους, για να σαπίσουν στις φυλακές της'' φωτισμένης μοντέρνας και ανεπτυγμένης'' τωνΑψβούργων αυτοκρατορίας (όπως ο άγιος μάρτυρας ΄Οπρεα Μικλαούς).


Πρέπει να σημειώσουμε ότι σ΄ αυτό το μέτωπο των στρατηγικών που χρησιμοποιούνται για να προξενήσουν μια ομαδική αποστασία ¨ ουδέν καινόν από τον ήλιο¨ Και σήμερα λαμβάνουν χώρα ολόκληρες καμπάνιες για να κάνουν τους ορθόδοξους να αισθάνονται κομπλεξικοί και ντροπιασμένοι για την ταυτότητά τους και ταυτόχρονα για να μην αισθάνονται περιθωριοποιημένοι, τους πιέζουν να εισχωρήσουν σε πανθρησκευτικές ιδεολογίες και να μοντερνοποιηθούν ώστε να μη μείνουν πίσω από την ¨ εξέλιξη¨ (βλέπε ¨πτώση¨ ) του κόσμου και για να πετάξουν στα σκουπίδια ότι είναι πολιτικά μη ορθό

Οι Άγιοι ιερομάρτυρες Μωυσής του Σιμπιέλκαι Ιωάννης του Γκάλες

Στις 21 Οκτωβρίου εορτάζεται η μνήμη των Αγίων Ομολογητών του Αρντεαλ. Των οσίων ομολογητών Βησσαρίωνα και Σωφρονίου του αγίου μάρτυρος ΄Οπρεα Μικλαούς και των αγίων ιερομαρτύρων Μωυσή από το Σιμπιέλ και Ιωάννου του Γκάλες.


Ο βίος του Αγίου Βησσαρίωνος
Ο Βησσαρίων Σαράι ήταν βλάχος καταγόμενος από τη σημερινή Βοσνία, ο οποίος αφού ταξίδεψε στους Αγίους τόπους και στο Άγιο Όρος έφτασε στο Κάρλοβατς, ενώ από εκεί ο Πατριάρχης των Σέρβων τον έστειλε στην Τρανσυλβανία για να κηρύξει ενάντια στην Ουνία. Διέσχισε όλη τη Τρανσυλβανία και κήρυξε παντού. Κάπου μεταξύ Σίμπιου και Σάλιστε τον συνέλαβαν. Μετά από ολοήμερες ανακρίσεις τον φυλάκισαν στην τρομερή φυλακή του Kufstein στις Τυρολικές Άλπεις όπου πέθανε ως ομολογητής της ορθοδοξίας.


Ο βίος του οσίου Σοφρωνίου της Τσιοάρα
Ο μοναχός Σωφρόνιος είναι αυτός που κατά τα έτη 1759-1761 ήταν επικεφαλής της εξέγερσης ενάντια στις αψβουργικές αρχές, αλλά και ενάντια στην Ουνιτική Επισκοπή του Μπλαζ, η οποία πρωτοστατούσε στον πόλεμο ενάντια στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Η καταγωγή του ήταν από την Τσιοάρα του νομού Άλμπα και ήταν έγγαμος κληρικός. Όταν έμεινε χήρος έφτιαξε μια σκήτη έξω από το χωριό Τσιοάρα, την οποία οι αρχές την κατέστρεψαν. Αυτό ήταν αιτία να ξεκινήσει έναν αγώνα που κράτησε δύο χρόνια. Οργάνωσε μια μεγάλη σύναξη Ορθόδοξων κληρικών και πιστών στην Αλμπα-Ιουλία ενόψει μιας μελλοντικής οργάνωσης της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Εδώ πρέπει να θυμίσουμε ότι από το 1701 η Ρουμανική Ορθόδοξη εκκλησία της Τρανσυλβανίας δεν είχε επίσκοπο. Μετά από μία συνάντηση με τον στρατηγό Nicolaus Adolf Bucow, αυτόν που κατέστρεψε σχεδόν όλα τα ορθόδοξα μοναστήρια, αποτραβήχτηκε στη Μουντένια. Πέθανε ή στη μονή Βιερόσι ή στη μονή Ρομπαια σε χρονολογία που δε γνωρίζουμε. Η σύνοδος της Ρουμανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας τον ανακήρυξε άγιο λαμβάνοντας υπ’ όψιν τους αγώνες του για την Ορθοδοξία.
Οι άγιοι Βησσσαρίων,Σοφρώνιος και Όπρεα


Ο βίος του αγίου μάρτυρος ΄Οπρεα Μικλαούς
Καταγόταν από το Σάλιστε του Σιμπίου και έκανε πολλά ταξίδια στη Βιέννη για να ζητήσει από την αυτοκράτειρα Μαρία Τερέζα να παραχωρήσει στους Τρανσυλβανούς Ορθοδόξους 
χριστιανούς τα δικαιώματά τους. Σ’ ένα από τα ταξίδια του το 1752 συνελήφθη και πέθανε στις φυλακές του Kufstein ως ομολογητής της ορθοδόξου πίστεως.


Ο βίος του αγίου ιερομάρτυρος Μωυσή του Σιμπιέλ
Ανακηρύχτηκε άγιος από τη Σύνοδο της Ρουμανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας το 1992 μαζί με τον άγιο μάρτυρα ΄Οπρεα Μικλαους. Ήταν έγγαμος ιερέας από το χωριό Σιμπιελ και γνωρίζουμε ότι ταξίδεψε  στη Βιέννη, ενώ πέθανε κι αυτός στις φυλακές του Kufstein.


Βίος του Αγίου ιερομάρτυρος Ιωάννου του Γκάλες
Ήταν έγγαμος ιερέας και ανέλαβε δράση τα έτη 1756-1757 διασχίζοντας όλη την Τρανσυλαβανία και μαζεύοντας υπογραφές από τους πιστούς του Αρντεάλ ζητώντας ίσα δικαιώματα για τους Ορθοδόξους και την ελευθερία της Ορθοδόξου πίστεως.
Συνελήφθη στο Γκρατζ στου οποίου τις φυλακές πέθανε. Γνωρίζουμε ότι μετά από 24 χρόνια κράτησης τον επισκέφθηκαν κάποιοι Ρουμάνοι έμποροι από το Μπρασοβ, οι οποίοι επισκεπτόμενοι το Γκρατζ για τις δουλειές άκουσαν ότι εδώ και πολλά χρόνια βρίσκεται στις φυλακές ένας ορθόδοξος ιερέας.
Είχε μια συνομιλία μαζί τους όπου ο Αγ. Ιωάννης τους ομολόγησε ότι υποφέρει για το Χριστό και την Ορθόδοξη πίστη 24 χρόνια , μένοντας σταθερός στην πίστη του.



πηγή-www.agnos.ro