Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Το χάρισμα της διακρίσεως(Από το γεροντικό)

Ο Μ. Αντώνιος καί ό κυνηγός
Ένας κυνηγός, βλέποντας τον «πατριάρχη της ερήμου» Μ. Α­ντώνιο (251 - 356) ν' αστειεύεται με τους υποτακτικούς του, σκανδαλίσθηκε. Θέλοντας ό όσιος να τον διδάξη ότι μερικές φορές ή διάκρισις επιβάλλει κάποια συγκατάβαση στην πολλή αυστηρότητα, του είπε:
- Τέντωσε το τόξο σου.
Ό κυνηγός ύπήκουσε. Ό όσιος του είπε πάλι:
-Τέντωσε το περισσότερο.
Ό κυνηγός το τέντωσε περισσότερο, οπότε ό όσιος του είπε ξανά:
- Τέντωσε το ακόμα πιο πολύ.
Ό κυνηγός διαμαρτυρήθηκε:
- "Αν το τεντώσω περισσότερο, θα σπάση.
- Το ίδιο θα συμβή, αποκρίθηκε ό όσιος, καί με τους αδελφούς,εάν άγωνίζωνται συνεχώς σκληρά, χωρίς καμμιά άνάπαυση καί αναψυχή.
(Γεροντικό)

Ό άββάς Ζήνων καί ό νηστευτής 
Σέ μια κωμόπολη ζούσε κάποιος πού τόσο πολύ νήστευε, ώστε όλοι να τον διαφημίζουν σαν μεγάλο νηστευτή. Ή φήμη του έφθασε καί στον άββά Ζήνωνα. Τότε ό άββάς τον κάλεσε κο­ντά του. Εκείνος ήρθε. Χαιρετήθηκαν καί κάθησαν. Ό άββάς άρχισε το εργόχειρο του καί ή ώρα περνούσε σε απόλυτη σιω­πή. Ό νηστευτής, μη μπορώντας να μιλήση, άρχισε να στενοχωρήται καί ν' άδημονή. Στό τέλος δεν άντεξε καί είπε:
- Εύχήοου για μένα, άββά, γιατί θέλω να φύγω.
- Γιατί; τον ρώτησε εκείνος.
- Νιώθω σφίξιμο στην καρδιά μου καί δεν ξέρω τι συμβαίνει.
Όταν ήμουν στον κόσμο νήστευα μέχρι το βράδυ καί δεν ένιω­θα καμμιά δυσκολία. Εδώ στην έρημο δεν αντέχω.
- Στόν κόσμο, του άπαντα ό άββάς, από τα αυτιά σου τρεφό­σουν. Σέ έτρεφαν οι έπαινοι των ανθρώπων. Πήγαινε λοιπόν καί, όπως οι άλλοι, να κάνης κάθε μέρα ενάτη (δηλ. να γευματίζης μια φορά στις τρεις το απόγευμα).
Ό νηστευτής πήγε στον κόσμο καί με δυσκολία καί θλίψη περί­μενε την ώρα του φαγητού, ενώ άλλοτε με ευκολία νήστευε μέχρι το βράδυ. Το διαπίστωσαν αυτό οι γνωστοί του καί έλε­γαν μεταξύ τους:- Φαίνεται ότι δαιμόνιο τον κυρίευσε.
Λυπημένος εκείνος πήγε στον άββά Ζήνωνα καί του περιέ­γραψε τη νέα κατάσταση. Καί ό γέροντας του είπε:
- Αυτός είναι ό σωστός δρόμος. Αυτό είναι το θέλημα του Θεού. Μακριά από τους επαίνους να εργάζεσαι μυστικά καί με κόπο την αρετή.
(Γεροντικόν)






Ο άββάς Παφνούτιος καί ό άρχιληστής

Ο άββάς Παφνούτιος δεν έπινε εύκολα κραοί. Συνήντησε όμως σ' ένα ταξίδι του μια συμμορία ληστών την ώρα πού έπι­ναν. Ό άρχιληστής τον έγνώριζε καί ήξερε ότι αποφεύγει να πίνη, αλλά βλέποντας τον κατάκοπο από την όδοιπορία τον λυπήθηκε καί, για να τον ξεκούραση, πήρε ένα ποτήρι κρασί στο ένα χέρι καί ένα σπαθί στο άλλο, τον πλησίασε καί, προ­τείνοντας του το κρασί, είπε: -"Αν δεν το πιής, θα σε σκοτώσω.
Ο όσιος κατάλαβε γιατί το έκανε αυτό ό Ληοτής, εννόησε το Θέλημα του Θεού καί, θέλοντας να τον κερδίση, πήρε το πο­τήρι καί το ήπιε.
Ό άρχιληστής τότε σκέφθηκε ότι φέρθηκε σκληρά καί του είπε:
-Συγχώρησέ με, σββά, σε στενοχώρησα. -Δεν με στενοχώρησες, αποκρίθηκε ό όσιος. Πιστεύω μάλι­στα ότι γι αυτή σου την καλωσύνη, ό Θεός θα σε άνταμείψη καί σ' αυτή τη ζωή καί στην άλλη.
- Με την χάρη του Θεού, υποσχέθηκε τότε ό άρχιληστής, από τώρα δεν θα κάνω κακό σε κανένα. Ετσι ό διακριτικός άββάς τον κέρδισε, θυσιάζοντας το θέλη­μα του.
(Γεροντικόν)


Ο άββάς Σιλουανός καί ό επισκέπτης του

Ένας μοναχός επισκέφθηκε τον άββά Σιλουανό. Και βλέπο­ντας τον να εργάζεται είπε τα ευαγγελικά λόγια:
- «Μη εργάζεσθε την βρώσιν την άπολλυμένην... Μαρία γαρ την άγαθή μερίδα έξελέξατο».
Άκούοντάς τον ό γέροντας λέει στον μαθητή του:
Ζαχαρία, δώσε στον αδελφό ένα βιβλίο καί βάλε τον σ' ένα άδειο κελλί.
Όταν έφθασε ή ενάτη, δηλ. στις τρεις το μεσημέρι, ό επισκέ­πτης είχε τα μάτια του στην πόρτα του κελλιού περιμένοντας να τον καλέσουν στο φαγητό. Καί επειδή κανείς δεν τον έκάλεσε, σηκώθηκε καί πήγε στο γέροντα.
- Δεν έφαγαν οι αδελφοί σήμερα; ρώτησε.
-Έφαγαν, απήντησε ό άββάς.
- Καί γιατί δεν με καλέσατε κι εμένα;
- Μα εσύ είσαι άνθρωπος πνευματικός καί δεν έχεις ανάγκη
υλικής τροφής. Ενώ εμείς είμαστε σαρκικοί, θέλουμε να φάμε καί γι' αυτό εργαζόμαστε. Εσύ όμως την «άγαθήν μερίδα» διά­λεξες. Διάβαζες λοιπόν όλη την ήμερα καί δεν θέλεις άλλη
τροφή.
(Γεροντικόν)

1 σχόλιο: