Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΣΑΡΩΝΙΚΟΥ

 
«Η Ση βασιλεία εστί η αγάπη...»



Αυτό τόγραψε ο άγιος Νεκτάριος και είναι ο μόνος πλούτος που κουβαλάει καθώς τέλος τού καλοκαιριού του 1904 φτάνει στην Αίγινα.


  Ο Σαρωνικός παίζει και χαϊδεύει το ψαρά­δικο νησί με τα ερείπια τού αρχαίου ναού. Ο κό­σμος στην αγορά τού νησιού πηγαινοέρχεται˙ περιμένει τις τράτες και τα ψαράδικα γιατί αν εξαιρέσεις λίγους, μετρημένους στα δάχτυλα, οι υπόλοιποι στενάζουν από φτώχεια και δέρνονται από το χτικιό. Τα παλληκάρια νοικιάζονται παραγιοί στους έμπορους. Άλλοι τραβούν για τη ξενιτιά. Οι πιότεροι μπαρκάρουν με τα σφουγ­γαράδικα. Στο λιμάνι ο κόσμος της φτώχειας και τού παραδερμού περιμένει τις τράτες με λίγες χάλκινες δεκάρες να βροντούν στην τσέπη για να αγοράσουν μια χούφτα μαρίδες.
  Άνθρωποι τού Σαρωνικού που τους βασανί­ζει η θάλασσα κι η φτώχεια. Ένα νησί με 365 εκκλησιές που εκεί τρέχουν για παρηγοριά και παρακάλιο αυτοί που μείναν πίσω, να παρακα­λέσουν για τους σφουγγαράδες, τους ξενιτεμέ­νους ναυτικούς που δοκιμάζονται σκληρά σε μάκρυνες θάλασσες. Τους σφουγγαράδες που φεύγουν το Φλεβάρη, γυρίζουν τού Αϊ Δημη­τριού, σημαιοστολισμένοι αν δεν έχει συμβεί κά­ποιο ατύχημα. Το επάγγελμα τού δύτη είναι, βλέπεις, πολύ επικίνδυνο. Συχνά παθαίνει ο βουτηχτής παράλυση ή άλλες αρρώστιες και η πρό­νοια είναι ελάχιστη έως και μηδαμινή. Παγαίνουν για νάβρουν το σφουγγάρι Βεγγάζη, Τύνιδα, Σικελία, Μικρασία, Δωδεκάνησα. Και τα τραγούδια του είναι ποτισμένα μ' αρμύρα και καημό:


«μηχανή 'ν' η μάνα μου κι η ρόδα η αδερφή μου σ' αυτά τα παλιομάρκουτσα
κρέμεται η ζωή μου! Έλα να πάμε, μάτια μου, κι ας φέρουν τα κομμάτια μου...
Ένας λαός που και σαν αγρότης πεινά, λι­γοστό και το ψωμί στα σπιτικά. Το Σεπτέμβρη που σταματούν οι αγροτικές δουλειές και κόβε­ται το κολατσό, το δειλινό τραγουδά με θλίψη:

«Φεύγεις, πάεις, Λειδινέ μου
τσ' εμάς αφίνεις κρύους, πεινασμένους, διψασμένους,
τσ'οχι μαραμένους. Λειδινέ μου, Λειδινέ μου!»


Σ' αυτό το νησί τού Σαρωνικού, τέλος καλοκαιριού φτάνει ο Δεσπότης. Φτωχός ο λαός που θα ποιμάνει, μα ξέρει δα από φτώχεια ο Δεσπό­της. «Χριστούλη μου, με ρώτησες γιατί κλαίω. Λιώσανε τα ρούχα μου, λιώσανε τα παπούτσια μου, βγήκαν τα δά­κτυλά μου έξω και υποφέρω˙ και χιονίζει. Τι να κάμω τώρα Πως να τα καταφέρω δίχως ρούχα; Μπαλώνω, μπαλώνω και σχίζονται. Συγχώρεσε με που Σ' ενοχλώ...». Ένα τέ­τοιο γράμμα έχει στείλει παιδί πράμμα στο Χριστό.
Ξέρει από φτώχεια ο Δεσπότης κι από πικρα­μένη πεινασμένη παιδική ψυχή ξέρει. Τούστειλε λέει, με τα παιδιά της μια νοικοκυρά ένα καρβέλι «Εσείς να το φάτε, παιδιά μου, έχετε πιότερη ανάγκη από μένα».
Τι λαχταράει μια παιδική ψυχή, τόξερε ο Δε­σπότης. Μια καραμέλα, ένα λουκούμι. Και είχε πάντα κάτι να δώσει στο παιδομάνι, που σαν τον έβλεπε δήθεν παίζοντας, ζύγωναν. Κι εκείνος έμπαζε τα παιδιά στον Παράδεισο: τα ευλο­γούσε, τα φώναζε με τα μικρά τους ονόματα — γιατί τάξερε τα παιδιά - και απλόχερα μοίραζε καραμέλες. Ευτυχισμένος καθώς έβλεπε τη γιορτή που στήναν τα παιδιά με τα ζαχαρωτά.
Και τότες γίνονταν σχολικές εκδρομές. Οι δά­σκαλοι ανέβαζαν προς το Μοναστήρι τα παιδιά· ο Δεσπότης σά τάβλεπε νάρχονται έβγαινε στο μπαλκόνι να τα ευλογήσει. Ευχές να δίνει, ζαχα­ρωτά να δίνει, και η γλυκειά κουβέντα πιο γλυκειά άπ' τα γλυκά και η συμβουλή, να τα πεσκέσια για τα παιδιά, τους αυριανούς πολίτες τ' Ουρανού.
Κι ήταν χρυσό πάπλωμα στις παιδικές τις σκανταλιές, στις ζαβολιές όπως...

  Κάτι χαρτιά έδωκε στο γιό του ένας πατέρας να τα κουβαλή­σει, λέει, στον Δέσποτα. Παιδί λωλό, ξεχάστηκε να παίζει τις αμάδες μ' άλλα παιδιά κι όταν σουρούπωσε παλάβωσε. Και τα χαρτιά; Που τάχατες τ' απίθωσε; 
Τα βρήκε τελικά τρεχάλα για το Μοναστήρι. Κι είχε νυχτώσει για καλά σαν έφτασε εκεί. 
«Παιδί μου, τέτοια ώρα πως και σ' έστειλε ο πατέρας σου εδώ;», ρώτησε ο Δεσπότης. Το ψέμα να εκεί στο χείλη έτοιμο να το ξεστομίσει το παιδί μα δε το μπόρεσε. Σε τέτοιον άνθρωπο δε πρέπει η ψευτιά. Και είπε όλη την αλήθεια. Εχαμογέλασε ο Δέσποτας. «Μη φύγεις τώρα όμως, εσυμβούλεψε, είναι αργά. Αύριο κατηφορίζεις και έννοια σου, θα τις γλυτώσεις τις ξυλιές άπ' τον πάτερα σου».
Άνθρωποι τού Σαρωνικού!! Παιδεμένοι ξωμάχοι. Κι η χούφτα τού Δεσπότη κάλους έκανε να δίνει... να δίνει κι άπ' αυτό ακόμα που δεν είχε. Μαστόροι δουλεύανε στο Μοναστήρι κι όταν ήρθε η ώρα να κολατσίσουν έβγαζε ο κα­θείς το κάτι τι που εκουβάλησε από το σπιτικό του ο Δέσποτας κοντά. Ένας έβγαλε σκέτες ελιές. «Εσύ δεν έχεις φαγητό; γιατί μόνο ελιές;», ρωτάει ο Δε­σπότης. «Πέντε παιδιά έχω στο σπίτι. Κι αν έπαιρνα εγώ το φαγητό τι θάτρωγαν εκείνα;», Ταπεινή, πικρή η απόκριση. «Από αύριο, κανείς δε θα κουβαλάει μαζί του φαγητό. Όλοι θα τρώτε στην τράπεζα!.».Έτσι λέει ο Δε­σπότης, γιατί στο πρόσωπο τού καθενού βλέπει τον Κύριο. Να τον ταΐσει πρέπει χωρίς να τον πληγώσει όμως.

  Μια μέρα, λέει, μετά τη λειτουργία κάποια κυρά πούχε τον τρόπο της, τον κάλεσε για ένα καφέ. Κι ετοίμασε κατά πως άρμοζε, δίσκο με όλα τα καλά για να τα πάει εκεί πλάϊ στο γιασεμί π' αναπαυόταν ο Δεσπότης. Κείνη την ώρα χτυπά η ξώθυρα. Μια γύφτισσα, μια ζητιάνα. Της ρί­χνει ένα νόμισμα η κυρά. Μα της αρπάζει το χέρι ο άγιος. «Πάρε, παιδί μου, τούτο το δίσκο και πάγαινε κοντά της και κάνε της παρέα ώσπου να φάει. Ύστερα νάρθεις».
Και να τον ντύσεις πρέπει τον ελάχιστο αδερφό. Μια πάμφτωχη ξυπόλητη ανηφορίζει για το Μοναστήρι. Βλέπει τα γυμνοπόδαρά της ο Δεσπότης. Βγάζει αυτοστιγμής τα παπούτσια του. «Φόρα τα εσύ, εγώ θα περπατήσω με τις κάλτσες».
Μόνο ο ίδιος δεν έχει δικαιώματα. Αγάπαγε, λένε, τη σπανακόπιττα. «Αχ νάχαμε ένα κομμάτι», είπε μια φορά.
 «Να φτιάξουμε» είπαν οι μοναχές. 
«Όχι, γιατί θέλει τόσο λάδι, τόσο αλεύρι, τόσα υλικά που θα περάσουμε τρεις μέρες με άλλα φαγητά αν κάμουμε». Όχι λοιπόν στη σπανακόπιττα!!
Οι άνθρωποι τού Σαρωνικού δεν είναι άγγε­λοι. Λένε ψέματα, βλαστημάνε ... καυγαδίζουν. Ένας πηγαίνει στο χωράφι του. Ο Δέσποτας σεργιάναγε, τον βλέπει και τον ευλογεί. «Στα μάτια σου πρωί πρωί» λέει ο αγρότης. «Εγώ πάω στη δουλειά μου κι εσύ με μουτζώνεις». «Σε ευλόγησε, δεν ήταν μούτζωμα», του εξηγεί ένας που πήγαινε μαζί. «Στ' αλήθεια; θα πάω να ζητήσω συγχώρεση». Τρέχει και γονατίζει μπρος στο Δέσποτα. «Δεν πειράζει, μη στεναχωριέσαι», τού λέει καλωσυνάτα εκείνος.
Κι άλλη φορά σ' έναν εργάτη ζυγώνει ο Δε­σπότης. 
«Μανώλη, βάζεις τη σφήνα παρακεί;».
 «Άντε στο δ...», αγριεύει ο εργάτης. Μα μετανοιώνει: «Συγχωρά με», ψελλίζει. «Όχι παιδί μου, εσύ να με συγ­χωρέσεις. Πολεμάς στη ζέστη και ταλαιπωριέσαι κι ήρθα εγώ να σε ζαλίσω, να σ'ενοχλήσω»

Τόπαμε πως δεν ήταν άγγελοι οι άνθρωποι του Σαρωνικού. Μα η αγάπη ξέρει να κουμαν­τάρει τους ανθρώπους. Πολλοί μεθούσανε την Κυριακή, τα βάζανε με τις φαμίλιες τους, βλαστήμαγαν. Τους ήξερε ο Δέσποτας και πήγαινε από βραδύς. «Αύριο να ρθείς να εργαστείς στο Μοναστήρι», με τη σειρά τους επισκεπτόταν ο Δεσπό­της 
«Μα αύριο είναι Κυριακή», όλο απορία απαν­τούσε ο εργάτης. 
«Δε πειράζει, θα μας συγχωρήσει ο Κύριος μια κι έχουμε ανάγκη από κάτι μερεμέτια». 
Την άλλη μέρα ανέβαινε ο εργάτης. Ο Δέσποτας τον έπαιρνε στην εκκλησιά που θα λειτούργαγε. «Άναψε το κεράκι σου και μετά τη λειτουργία θ' ανταμώσουμε». Έτσι τούλεγε, μετά το κολατσιό ερχό­τανε, μετά έτσι για τα μάτια κάτι τις να φτιάξει ο εργάτης και φαγητό το μεσημέρι και ακέραιο το μεροκάματο, 
«Δεν ήταν πιο καλά σήμερα παρά τις άλλες Κυριακάδες;» τούλεγε στο τέλος. Κι ο άλλος καταλάβαινε το μάθημα.

Ένας άλλος, πάλι, είπε το ναι σε κάποιον που τον ήθελε να τού σκάψει το αμπέλι του. «Έλα αύριο και θα σου δώσω πιότερα άπ' το Δεσπότη», τούταξε. Είπε ψέμα το λοιπόν στο Δέσποτα πως τάχατες θα κάτσει αύριο να παλαίψει στο δικό του αμπέλι. Αξημέρωτα ξεκίνησε για το αμπέλι τού άλλου, μα να μπροστά του ο Δέσποτας. Κρύος ιδρώς μουσκεύει το κούτελο τού εργάτη. Μα ο Δέσποτας χαμογελά: «Γιατί δε μούπες την αλήθεια; Εγώ τόξερα από τα χτες. Να πας παιδί μου, εκεί θα πάρεις και περισσότερο μεροκάματο. Να πας, γιατί έχεις και μικρά παιδιά».
Μα κι οι ψαράδες έχουν να λένε...Ίδια πεθα­μένος ανεβαίνει ο ψαράς στο Μοναστήρι. 
«Σκυ­λόψαρα, Δεσπότη μου. Ούτε λέπι στη θάλασσα. Κι είναι με ψωμί μονάχα τέσσερις βδομάδες τα παιδιά. Να βγω να ζητιανέψω ντρέπομαι. Κι όταν έρθουν οι σκύλοι, για πέντε χρόνια ψάρι δεν υπάρχει στη θάλασσα». 
«Φέρε τα σύνεργά σου», λέει ο Δεσπότης. Ίδιο πουλί τρέχει κάτω ο ψαράς. Το δειλινό φέρνει κοφίνια και σπόγγους. Τα πιάνει στα χέρια του ο Δέσποτας, τα πάει εκεί μπροστά στην Αγία Τράπεζα. Τα δείχνει στο Χριστό, στην Κυρά Παναγιά. Δεν είναι σκέτα σύνεργα αυτά. Είναι το φαΐ της φαμελιάς! 
«Πάρτα και πήγαινε και ρίξε τα στη θάλασσα», λέει στον ψαρά. Σε δεκαπέντε μέρες πάνω-κάτω νάτος ολόχαρος ο ψαράς με δύο συναγρίδες εκεί στα χέρια. «Φύγανε οι σκύλοι και γιόμισε ψάρι η θάλασσα», φωνάζει από μακριά. Μα κι άλλοι ψαράδες παραπονέθηκαν στο Δέσποτα πως λέπι δε πιάνουνε μια κι ένα μεγάλο ψάρι τους χαλά τα δίχτυα. Κι είναι φτωχοί άνθρωποι κι οι φαμελιές πεινούν. Σ’ ένα πανέρι τού κουβαλούνε μια κουλούρα δίχτυ. Το ευλόγησε. Και κόντεψε το δίχτυ να σκιστεί. Τόσα τα ψάρια πούπιασαν.
Αγάπαγε να κάθεται στο μπαλκονάκι έξω άπ' το κελλί του. Όποιος κι αν πέρναγε τον σταύ­ρωνε, τον βλόγαγε. Στα 1912, στον πόλεμο, βγήκε πάλι στο μπαλκονάκι και σταύρωνε τους άντρες που περνούσαν άπ' το δρόμο και τραβούσαν να ντυθούν φαντάροι. Στεκόταν ίσαμε να περάσει κι ο τελευταίος. Έτσι δεν έπαθε κανένας άπ' το Μεσαγρό.
Η αγάπη του για τον άνθρωπο και για το κα­θημερινό του! Μα ίδιος Ελληνορθόδοξος ρασοφόρος έγνοια μεγάλη μπας και ξεχάσει η Γυναίκα Χριστό κι Ελλάδα. Για τούτο ονειρευότανε σχολειό να κάνει εκεί στο Μοναστήρι, να μη πηγαίνουν σε φράγκικα σχολεία τα παιδιά και αργότερα ανώτερης διδασκαλίας να γίνει τούτο το σχολειό. Ο ίδιος μα κι η μοναχή Μαγδαληνή μάθαινε γράμματα στα παιδιά. Γράμματα και ψαλμουδιές. Ίδια, ολόιδια σαν το κρυφό σχολειό.
Ρώτησαν ένα γέροντα σημερινό πως γίνεσαι άγιος. «Είναι εύκολο μωρέ!», απάντησε εκείνος «θέλει ταπείνωση και προσευχή και να κρατιέσαι από της Παναγιάς το φόρεμα». Να πως έγινε άγιος ο Δέσποτας. Έγινε άγιος Νεκτάριος και άγιασε τον τόπο τούτο.
Κι είναι μεγάλο πράγμα δα για τη ζωή ενός τόπου ένας άγιος.


Μοιράστηκε δωρεάν στον Ιερό ναό Αγίου Νεκταρίου κ. Κηφισιάς όπου εκκλησιάζεται η κα.Γαλάτεια. Κάποιες φορές δε, ομιλεί μετά την Θ.Λειτουργία στο Πνευματικό κέντρο όπου προσφέρεται καφές.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου