Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

Ιεροεθνομάρτυς Κυριάκος Παπαδόπουλος


ΙΕΡΕΙΣ.
Ιερέας ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ 
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΟΛΥΑΝΗΣ ΚΑΙ ΚΙΛΚΙΣΙΟΥ

Ο π. Κυριάκος Παπαδόπουλος καταγόταν από τον Πόντο. Γεννήθηκε ανάμεσα στα χρόνια 1875-80. Ο πατέρας του, καθώς και ο πάππος του ήσαν ιερείς θρεμμένοι στήν θρησκευτικήν ατμόσφαιρα, που είχον δημιουργήσει Βασίλειοι και Γρηγόριοι. Τέτοιοι ιερείς συντήρησαν την πίστι και τον εθνισμό στα μέρη εκείνα στ’ ατέλειωτα χρόνια της σκλαβιάς. Σαν τούς προγόνους τού π. Κυριάκου και σαν τον ίδιο τον π. Κυριάκο.
Μετά την Καταστροφή ο ιερεύς μας έθαψε την πρεσβυτέρα του στο χωριό τους και με τα δύο παιδιά του ήλθε κι εγκατεστάθηκε στο Αχλαδοχώρι Σερρών. Το δοκιμασμένο αγωνιστικό του φρόνημα βρήκε στις ακριτικές αυτές περιοχές το κατάλληλό του περιβάλλον. Προπαγάνδες και θύελλες κακών γειτόνων θα έσπαζαν στούς βράχους της πίστεως  καί τού πατριωτισμού τού π. Κυριάκου καί των συμπατριωτών του. Το Αχλαδοχώρι, πάνω στο βουνό Μενοίκιο, υψόμετρο 700, στα βόρεια του Σιδηροκάστρου, από το Βουλγαρικό σχίσμα κι εδώ έγινε κέντρο ζωηράς πάλης ανάμεσα στούς Έλληνες καί τούς Βουλγάρους. Δύο χιλιάδες κατοίκους είχε το χωριό καί τρείς ιερείς. Πρώτος, όχι γιά τα γράμματά του, ο π. Κυριάκος. Πράος, αφιλοκερδής, φιλόξενος.
Μιά γριούλα ενορίτισσά του διηγείται: «Ήρθαν μιά μέρα ξένοι στο χωριό καί με ειδοποίησε ο άνδρας μου να τούς ετοιμάσω κάτι γιά φαΐ. Τί όμως; Το σπίτι άδειο. Τρέχω στόν π. Κυριάκο γιά κανένα αυγό.
—«Πάρε όσα έχει η φωλιά». Είχε αρκετά. «Πιάσε καί τον πετεινό», λέει στην κόρη του. Κι έτσι έγινε πλούσια φιλοξενία. Αυτό γινόταν συχνά. Ο παπάς δεν λυπόταν να δίνη. Πονόψυχος, καλός λειτουργός. Πάντα πρώτος στο καλό. Γι’ αυτό καί ήταν σεβαστός καί κοσμαγάπητος».
Το Μάρτιο του 41 οι στρατιωτικές αρχές διέταξαν την άμεση εκκένωσι του Αχλαδοχωρίου. Θα εγίνοντο στρατιωτικές επιχειρήσεις. Όλο το χωριό με τον παπά του ξεσηκώθηκε καί πήραν γιά δεύτερη φορά τον δρόμο της προσφυγιάς. Ποιός μπορεί να περιγράψη τα συναισθήματα που ένιωθαν κι έκαναν τις καρδιές να σφίγγωνται καί τα μάτια να βουρκώνουν; Θα γύριζαν πίσω ξανά; Καί πότε;
Ο π. Κυριάκος κρατώντας το χέρι του 10 χρονου εγγονού του προχωρεί. Είκοσι χρόνια πρωτύτερα πήγαινε κρατώντας στον ώμο τον πατέρα του εγγονού του. Δοξασμένο τό’νομα του Κυρίου!
Πήγαν στη Λευκώνα Σερρών. Γρήγορα πέρασαν στη Νιγρίτα. Ο Στρυμών ήταν η νέα συνοριακή γραμμή Ελλάδος—Βουλγαρίας. Ο π. Κυριάκος τοποθετήθηκε στον Αμυγδαλώνα Νιγρίτης, πάνω στα Κερδύλλια. Εδώ τώρα τελεί τη θυσία της ειρήνης.
Ακολουθούν ημέρες μαύρες. Η Ελλάδα πάλι στη σκλαβιά καί ν’ αλληλομαχούν καί τα παιδιά της. Νυχτώνει καί δεν ξέρεις, αν θα σε βρή η ημέρα. Πρέπει να μπής σε μιά παράταξι. Αλλιώτικα σε χτυπούν όλοι. Ο Αμυγδαλώνας, το χωριό της προσφυγιάς τού π. Κυριάκου, ερημώνεται. Είναι στη διάθεσι πότε τού ενός πότε του άλλου. Φεύγει σε κοντινό χωριό ο π. Κυριάκος, το  Αχινό. Κι εδώ τα ίδια. Σκέφτεται τη Θεσσαλονίκη. Εκεί θα είναι αλλιώς τα πράγματα. Παίρνει τον εγγονό του και αποφασίζει ο κάτασπρος γέροντας να κάμη πορεία 120 χιλιομέτρων ως τη Θεσσαλονίκη με ένα παιδί 14 χρόνων. Κοντά στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας τα πράγματα χειρότερα. Κατευθύνεται προς το Κιλκίς.
Αλλά το μαρτύριο κυνηγούσε τον π. Κυριάκο. Εδώ ύστερ’ από μιά αιματηρή μάχη διατάζουν οι Ελασίτες να παραδοθούν όσοι κρύβονται σε σπίτια. Αλλιώς θα τουφεκίζεται ο σπιτονοικοκύρης. Ο π. Κυριάκος παρουσιάζεται. Αμέσως δάρσιμο αλύπητο καί φυλακή. Το κεφάλι του έτρεχε αίμα, το πρόσωπό του πρήστηκε, τα δόντια τού τα είχαν βγάλει, τα γένεια τού τα ξερρίζωσαν. Κανένα σεβασμό αν όχι στα αξίωμα, στην ηλικία.
Στις 4 Νοεμβρίου 1944 τον σκότωσαν μαζί με άλλους ιερείς.
Ο μικρός εγγονός του άρρωστος από τις ταλαιπωρίες έμπαινε στο νοσοκομείο, ενώ ο παππούς του έπαιρνε τού μαρτυρίου το δρόμο. Μήτε τα ίχνη τού παππού του δεν μπόρεσε να βρή. Ας μένη όμως παρηγορημένος. Ο παππούς του «πολλούς βασάνους υπέστη, πολλών καί των επάθλων έτυχε».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου