Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2014

Τα Χριστούγεννα του ακοινώνητου


Γράφει ο Γιάννης Πρόφης
Λαογράφος
      Η καμπάνα της εκκλησίας χτύπησε χαρούμενα εκείνο το παγωμένο χριστουγεννιάτικο πρωινό κι ακούστηκε σ’ όλο το χωριό. Κι έξω ήταν ακόμα σκοτάδι και καταχνιά. Η θείτσα Θανάσαινα πετάχτηκε από τα στρωσίδια της, σκούντηξε τον άντρα της, που κοιμόταν δίπλα κι ύστερα μπήκε στο διπλανό δωμάτιο των παιδιών:  «Σηκωθείτε κι ετοιμαστείτε, να πάμε στην εκκλησία. Σήμερα είναι Χριστούγεννα κι η λειτουργία αρχίζει πολύ πρωί… Χρόνια πολλά…» φώναξε κι άρχισε να σιγοψάλλει με γλυκιά φωνή: « Η γέννησή σου, Χριστέ, ο Θεός ημών…» 

Έτρεξε έπειτα ν’ ανάψει τη φωτιά στο τζάκι, να ζεσταθεί λίγο και το δωμάτιο. Σηκωθήκανε τα παιδιά, φορέσανε τα καθαρά τους ρούχα, κι ας ήταν μπαλωμένα,  και πλυθήκανε στο τενεκεδένιο βρυσάκι που ’χανε έξω στην αυλή. Σε λίγο φτάσανε κι ο παππούς και η γιαγιά, που κοιμόντουσαν σ’ ένα παλιό δωμάτιο, στο βάθος της αυλής, δίνοντας σ’ όλους ευχές.  
           
        Δέκα νοματαίοι ζούσανε σ’ αυτό το σπίτι. Δυο οι γονείς, πέντε αγόρια, ένα κορίτσι, βάλε και τον παππού και τη γιαγιά, σύνολο δέκα άτομα. Όμως από τα δέκα μόνο τα έξι ξεκίνησαν τώρα για την εκκλησιά: Ο μπαμπάς και η μαμά, η κόρη, ο μεγάλος γιος, που είχε πατήσει τα δεκατρία, ο παππούς και η γιαγιά. Το σπίτι τους βρισκότανε πολύ κοντά στην εκκλησία. Τόσο κοντά, που όταν μέσα γινότανε λειτουργία, άκουγες από την αυλή τις ψαλμουδίες του ψάλτη και τα λόγια του παπά. Μέχρι κι η μυρουδιά του λιβανιού έφτανε στα ρουθούνια σου.

        Τα τέσσερα μικρότερα αγόρια, έμειναν πίσω μόνα τους, κάθισαν κοντά στο τζάκι και ζέσταιναν στη φωτιά τις γυμνές πατούσες τους. Υπήρχε σπουδαίος λόγος, που τα εμπόδιζε να πάνε κι αυτά μαζί με τους άλλους: Δεν είχανε παπούτσια, τα καημένα, πώς να πήγαιναν στην εκκλησιά ξυπόλυτα; Ήτανε ντροπή να πήγαιναν τέτοια μέρα χωρίς παπούτσια. Γιατί στην οικογένεια δύσκολα τα φέρνανε βόλτα. Χτήματα και χωράφια είχανε, αλλά τι να το κάνεις… Αυτά δε φέρνανε λεφτά για να ταΐσουνε και να ντύσουνε τους ανθρώπους. Κάτι λίγα λεφτουδάκια που βγάζανε από το θέρος και το τρύγος, φτάνανε ίσα – ίσα για να πληρώνανε τα βερεσέδια,  που χρωστούσανε στα μαγαζιά. Ας ήτανε καλά οι κότες και η κατσίκα, που είχανε στην αυλή τους. Έτσι τρώγανε κανά αβγό, πότε – πότε καμιά κοτόσουπα, πίνανε και μια κούπα γάλα.     
        Από τα λίγα λεφτά τους αγοράζανε κάθε χρόνο μια τραγιάσκα για τον παππού,  ένα μαντήλι του κεφαλιού για τη νοικοκυρά κι ένα ζευγάρι παπούτσια για την κόρη. Τα ρούχα τους τα ύφαινε η μάνα στον αργαλειό, δεν είχανε γι’ αυτά πολλά έξοδα. Η  μεγάλη δυσκολία ήτανε στα παπούτσια. Γι’ αυτό αγοράζανε ένα μόνο ζευγάρι παπούτσια για τ’ αγόρια… Ένα κοινό ζευγάρι, που το φορούσαν όλα τα παιδιά, πότε ο ένας και πότε ο άλλος. Το νούμερο των παπουτσιών ήταν αυτό που χωρούσανε μέσα οι πατούσες του μεγάλου. Κι αφού χωρούσαν οι πατούσες του μεγάλου, χωρούσαν και οι πατούσες των πιο μικρών. Άσχετο αν ο μικρός – μικρός, που τώρα μόλις πάτησε τα πέντε του χρόνια, έπρεπε να κάνει πρώτα ένα βήμα μέσα σ’ αυτά και μετά να ξεκινήσει το περπάτημα. Εξάλλου τα παπούτσια για τα μικρά παιδιά δεν ήταν είδος πρώτης ανάγκης. Μπορούσανε να περπατάνε και ξυπόλυτα, δεν παθαίνανε και τίποτα.       
        Μικρό πρόβλημα υπήρχε μόνο κάθε Χριστούγεννα, Πάσχα και Δεκαπενταύγουστο, γιατί έπρεπε να κοινωνήσουν όλα, όχι μόνο το ένα. Αλλά αφού είχανε την εκκλησία τόσο κοντά, είχανε βρει από πρόπερσι τη λύση: Πηγαίνανε στην εκκλησία ένα – ένα, κατά σειράν ηλικίας. Την ώρα που άρχιζε ο παπάς να κοινωνάει τον κόσμο, ο μεγάλος γιος, φορώντας τα παπούτσια του, βρισκότανε μπροστά και κοινώναγε από τους πρώτους. Μόλις λοιπόν κοινώναγε αυτός, έτρεχε στο σπίτι, έβγαζε τα παπούτσια του και τα φόραγε ο επόμενος. Έτρεχε κι ο επόμενος στην εκκλησία, τρύπωνε λαθραία ανάμεσα σ’ αυτούς που περίμεναν, για να έφτανε όσο πιο γρήγορα γινόταν στον παπά, κοινωνούσε κι έτρεχε ξανά στο σπίτι. Τα παπούτσια του τα φόραγε τώρα ο άλλος, που  έτρεχε κι αυτός, κοινωνούσε κι έτρεχε μ’ όλη τη φόρα στο σπίτι. Πετούσε στην αυλόπορτα τα παπούτσια, φωνάζοντας στα δυο αδέρφια του, που τον περίμεναν εκεί: «Γρήγορα, γιατί η ουρά τελειώνει!»  Τα φόραγε τώρα ο άλλος, έτρεχε κι αυτός, κοινωνούσε κι έβαζε στα πόδια του φτερά, για να φέρει τα παπούτσια του στο καημένο το Νικολάκη, τον Βενιαμίν, που τον περίμενε όλο αγωνία. Με τα πόδια στο κεφάλι και την ψυχή στο στόμα πέταγε τα παπούτσια μπροστά στον μικρό και  του φώναζε: «Γρήγορα, ήμουν ο τελευταίος που κοινώνησα, ο παπάς θα φύγει… Τρέξε γιατί δεν προλαβαίνεις!».  Φόραγε τα παπούτσια ο μικρός,  έκανε να τρέξει, αλλά τι να έτρεχε; Τα παπούτσια ήτανε τόσο μεγάλα, τα ποδαράκια του τοσοδά, μικρά κι αδύνατα, που κάθε δυο – τρία βήματα του έβγαινε πότε το ένα και πότε το άλλο. Και το καημενάκι σταμάταγε κάθε τόσο, γύριζε πίσω, έσκυβε να το φορέσει, σηκωνότανε και συνέχιζε το τρέξιμο.

 
        Μα πάντα το καημένο δεν προλάβαινε τον παπά με τ’ Άγιο Δισκοπότηρο στο χέρι. Όταν έμπαινε στην εκκλησιά, ο κόσμος είχε φύγει κι ο παπάς βρισκότανε μέσα στο Ιερό. Είχε βγάλει το πετραχήλι του και σήκωνε ψηλά το Δισκοπότηρο, για να πιει όσο κοινώνημα είχε απομείνει. «Σέλω να κοινωνήσω!», του φώναζε δειλά ο μικρός μπροστά από την Ωραία Πύλη. «Η Θεία Κοινωνία τελείωσε σήμερα, παιδί μου! Έλα άλλη μέρα» του απαντούσε αυτός από μέσα. Και το καημενάκι γύρναγε στο σπίτι φαρμακωμένο, με βαριά καρδιά.
*
        Έτσι έγινε και τα φετινά Χριστούγεννα. Κι ενώ έξω είχε βαριά συννεφιά κι έπεφτε νερόχιονο, οι άλλοι είχαν γυρίσει τώρα από την εκκλησία και κάθονταν γύρω από το τζάκι. Εκτός από τη μαμά, που έψηνε στο φούρνο της αυλής τη μεγάλη τετράπαχη κότα με τις πατάτες και μοσχομύριζε ο τόπος. Αλλά κι ο Νικολάκης δεν είχε γυρίσει ακόμη από την εκκλησία. Κι όταν σε λίγο μπήκε στο δωμάτιο, όλοι τον ρώτησαν με αγωνία: 

«Τι έγινε, πρόλαβες;» 
«Όσι, ζεν πρόλαβα… Ο παπάς μου είπε να πάω άλλη μέλα…», απάντησε με παράπονο ο μικρός, που μισοέκλαιγε. 
«Μη σταναχωριέσαι, παιδί μου, θα σε πάω εγώ την άλλη Κυριακή στην εκκλησία να κοινωνήσεις» τον παρηγόρησε η γιαγιά του.
 Κι αφού τον έβαλε να καθίσει κοντά στο τζάκι, τον φίλεψε με μισή χούφτα σταφίδες για να τον γλυκάνει. Κι αδερφή του, του χάιδεψε το κουρεμένο γουλί κεφαλάκι του και του ’πε:
 «Σώπα, πουλάκι μου, και την άλλη Κυριακή, που οι άλλοι δε θα χρειάζονται τα παπούτσια, θα πάμε μαζί να κοινωνήσεις».
 clip_image002

        Σε λίγο μπήκε κι μαμά στο δωμάτιο κι όταν έμαθε τα νέα, κοίταξε στεναχωρημένη τον άντρα της:

 «Πρέπει ν’ αγοράσουμε παπούτσια του παιδιού, είπε, να τα ’χει δικά του, αλλιώς δεν προλαβαίνει να κοινωνήσει το καημένο. Τουλάχιστον να είχε πιάσει λεφτά από το καλημέρι που είπε χτες… Τότε θα βάζαμε και μεις κάτι και θα του αγοράζαμε… Αλλά όλο πορτοκάλια και μανταρίνια του δίνανε κι άλλοι το διώχνανε». Ο πατέρας έμεινε για λίγο σκεφτικός. 
«Να δούμε…», μουρμούρισε στο τέλος στεναχωρημένος, σκαλίζοντας τη φωτιά. «Να του αγοράσουμε, να του αγοράσουμε… Κι εμείς να δώσουμε ό,τι λεφτά έπιασε χτες ο καθένας από το καλημέρι. Αλλιώς ο Νικολάκης μας θα μένει πάντοτε ακοινώνητος!» συνηγόρησε κι η αδερφή του.                                            
        Άκουσε τα τελευταία λόγια ένα από τ’ αδέρφια του μικρού, που η λέξη «ακοινώνητος» του φάνηκε αστεία. Γέλασε, σήκωσε τα χέρια του ψηλά, χτύπησε έπειτα παλαμάκια και φώναξε: «Ο ακοινώνητος, ο ακοινώνητος!». Γέλασαν τότε και τ’ άλλα αδέρφια κι ανάμεσα σε χαχανητά, επανέλαβαν σαν αντήχηση: 

«Ο ακοινώνητος, ο ακοινώνητος… Ο Νικολάκης μας είναι ακοινώνητος!» Κι από τότε του κολλήσανε το σουσούμι: «Ο Ακοινώνητος»! Παπούτσια του αγόρασε μετά από λίγο καιρό ο πατέρας, αλλά τι να το κάνεις; Το σουσούμι είχε κολλήσει για καλά στο καημένο το μικρό και δεν του ξεκόλλησε ποτέ. Ακοινώνητο τον ανεβάζανε, Ακοινώνητο τον κατεβάζανε…     
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου