Τρίτη 10 Μαΐου 2016

Οι πορσελάνες της γιαγιάς

Του Πρεσβυτέρου  Ιωάννη Reeves
Συχνά ακούμε να λέγεται ότι ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός μοιάζει με το παλιό πορσελάνινο σερβίτσιο της Γιαγιάς. Είναι ωραίο. Είναι ένας θησαυρός. Το κρατάμε, λοιπόν, προφυλαγμένο στη βιτρίνα, για να το θαυμάζουν από μακριά, και ποτέ δεν το χρησιμοποιούμε για να περιποιηθούμε τους επισκέπτες μας.

Μια από τις παγίδες της υπερασπίσεως των ορθών δογμάτων (εμείς φταίμε αν υπάρχουν παγίδες), είναι ότι μπορεί να καταντήσει αυτοσκοπός. Αν συμβεί αυτό (ή αν οι άγιοι πριν από μας είχαν οδηγήσει τα πράγματα έτσι ώστε να συμβεί αυτό), τότε χάνουμε κάθε προοπτική, χάνουμε το παν. Η Ορθοδοξία όντως κινδυνεύει να γίνει σαν το σερβίτσιο της Γιαγιάς, και εμείς να γίνουμε απλοί φύλακες εκκλησιαστικών κειμηλίων εκ πορσελάνης!

Αν η Ορθοδοξία είναι αληθινή, τότε γιατί αδιαφορούμε καθολικά και επίμονα για τη Μεγάλη Αποστολή, να πορευθούμε στον κόσμο και να κάνουμε μαθητές απ' όλα τα έθνη; Αν η Ορθοδοξία είναι αληθινή, δεν είναι ακριβώς η μόνη Αλήθεια για το Θεό και τον άνθρωπο, για την οποία ο κόσμος πεινά; Και αν, αντίθετα, η Ορθοδοξία δεν είναι αληθινή τότε, ειλικρινά, γιατί ασχολούμαστε να την προβάλλουμε;



Στα 1868, ο Άγιος Ιννοκέντιος (Αλάσκας) οδυρόταν που οι πιο πολλοί στην Ρωσική Αυτοκρατορία δεν είχαν γνωρίσει ακόμα το Ευαγγέλιο του Χριστού. Η μορφή αυτή ήταν αποκαλυπτική για την ιεραποστολική κοινωνία της εποχής του. ΤΙ να πούμε, όμως, για τη δική μας χώρα, για τη δική μας εποχή, που πολύ περισσότεροι αγνοούν το Ευαγγέλιο και δεν έχουν φτάσει σε ωριμότητα πίστεως; και όλο αυτό, γιατί εμείς κρατάμε… τις πορσελάνες της Γιαγιάς κλειδαμπαρωμένες!

Ο στίχος που προηγείται της Μεγάλης Αποστολής λέει: «εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης» (Ματθ. κη' 18). Και ακριβώς μέσα σ' αυτό το πλαίσιο εξουσίας ο Χριστός βροντοφωνάζει: «Πηγαίνετε, λοιπόν». Είναι προσταγή. Είναι στοιχειώδες έργο. Επειδή όλες οι εξουσίες δόθηκαν στο Χριστό και στην Εκκλησία Του, μας δίδεται η εντολή (όχι παρότρυνση, αλλά διαταγή), να πορευθούμε και να κάνουμε μαθητές, βαφτίζοντάς τους στο Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αυτή η εντολή, αυτή η αποστολή, είναι ό,τι συνιστά όντως το raison d' etre (λόγο υπάρξεως) της Εκκλησίας.

Η Ορθόδοξη πίστη μας δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι μέσο, με το οποίο ο άνθρωπος έρχεται σε γνώση Θεού. αυτός είναι ο στόχος, γιατί σ' αυτή τη θεογνωσία υπάρχει η όντως αιώνια ζωή (Ιωάν. ιζ' 3). Έτσι, ο Χριστός έδωσε έμφαση κατά την ανάληψή Του στο να συλλάβουν οι Απόστολοι όλο το βάθος των εμπειριών, που είχαν βιώσει κοντά Του, όχι μόνο κατά τις προηγούμενες σαράντα μέρες, αλλά απ΄ όλη την πορεία Του πάνω στη γη. Πράγματι, έλαβαν την εντολή να γυρίσουν στην Ιερουσαλήμ, όχι για να διατηρήσουν κάποιες ευσεβείς αναμνήσεις από τις εμπειρίες τους αυτές, αλλά να περιμένουν να λάβουν εξ ύψους τη δύναμη και το φωτισμό για να εκπληρώσουν τη Μεγάλη Αποστολή να αγρεύσουν μαθητές.

Είναι γνωστό ότι η συμπεριφορά μας φανερώνει αυτό, που πιστεύουμε. (Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος από τη συμπεριφορά κάποιου για να φανεί το πιστεύω του). Η όλη μας στάση, λοιπόν, δείχνει σα να μην πιστεύουμε καθόλου ότι η Μεγάλη Αποστολή είναι μια εντολή. Στην καλύτερη περίπτωση τη θεωρούμε ως προσωπική επιλογή κάποιων. Ακόμα και αν διατηρούμε ακέραιη την πίστη, η συμπεριφορά μας αποκαλύπτει το γιατί θέλουμε αυτή η πίστη να διατηρηθεί. Αν, δηλαδή, θεωρούμε ότι η Ορθόδοξη πίστη είναι βασική προϋπόθεση για τον άνθρωπο να γνωρίσει το Θεό, ή απλώς ότι πρέπει να την κρατήσουμε σαν ένα μεγάλο επίτευγμα, που προκαλεί ενδιαφέρον, μέσα στα τόσα ιδεολογικά συστήματα του ανθρώπινου γένους. Κάτι σαν το πορσελάνινο σερβίτσιο της Γιαγιάς, όμορφο να το βλέπει κανείς, άχρηστο, όμως, για την περιποίηση επισκεπτών.

 Ας ερευνήσουμε την παγιωμένη νοοτροπία σε μια ενορία, όπως αποτυπώνεται στις καθημερινές εκφράσεις ενοριακής ζωής. Πώς κυλά ο χρόνος της; Πώς ξοδεύονται τα χρήματά της; Πώς τρέχουν οι υποθέσεις της; Βλέπουμε να έχει κάποια σχέση με την θεμελιώδη επιταγή του Χριστού προς τους Αποστόλους, να κάνουν μαθητές απ’ όλα τα έθνη; Ή δεν πράττει τίποτα πάρα πάνω απ’ ό,τι κάνουν καμιά δωδεκαριά άλλοι κοινωνικοί οργανισμοί; Αν όλη η εξουσία στον ουρανό και στη γη έχει δοθεί στην Εκκλησία, και έχει δοθεί ακριβώς για να εκπληρωθεί η Μεγάλη Αποστολή, φαίνεται αυτό τη ζωή της ενορίας; Ζούμε με την αίσθηση της άμεσης ανάγκης να εξαγγείλουμε το Ευαγγέλιο σ’ όποιον άντρα, σ’ όποια γυναίκα, σ’ όποια ψυχή πεθαίνει στην πόρτα της Εκκλησίας, έξω από το συνηθισμένο περίγραμμα των ενοριακών δραστηριοτήτων; Ή περιμένουμε παθητικά γεμάτοι θρησκευτική έπαρση, αυτόν τον άντρα, αυτή τη γυναίκα, αυτή την ψυχή, που πεθαίνει, να μας ζητήσουν να δουν την εκκλησιαστική μας συλλογή ειδών πορσελάνης, να θαυμάσουν το σερβίτσιο της Γιαγιάς;

  Άγιοι και Μάρτυρες αγωνίστηκαν με ζέση για την Ορθοδοξία δια μέσου των αιώνων. Δεν το έκαναν για να διαφυλάξουν κάποια κειμήλια, ούτε για να υπερασπιστούν τετριμμένες εκφράσεις και έθιμα. Αγωνίστηκαν ολόψυχα για την πίστη, μήπως και μπορέσουμε, εσείς και εγώ, και όλος ο κόσμος, να έρθουμε σε σωτήρια γνώση Χριστού. Όταν, όμως, εμείς στεκόμαστε μπροστά στο βίο, στη θυσία, στη μαρτυρία τους γεμάτοι θρησκευτική έπαρση γι’ αυτό που είμαστε και γι’ αυτό που ζούμε, δείχνουμε περιφρόνηση στα ίδια τα ιερά πρόσωπό τους. Μπορεί, τότε, να περιερχόμαστε γη και θάλασσα, και όταν προσηλυτίσουμε κάποιον, τον κάνουμε παιδί της κολάσεως, δυο φορές χειρότερο από μας (Ματθ. κγ' 15).

Αν η Ορθοδοξία είναι αληθινή, γιατί, με τόση επιμονή, αλήθεια, αδρανούμε για τη Μεγάλη Αποστολή; Αν κάθε εξουσία ουρανού και γης έχει δοθεί στην Εκκλησία του Χριστού, γιατί φερόμαστε τόσο υποτονικά; Αν η Μεγάλη Αποστολή δεν είναι μια προσωπική επιλογή, αλλά γενική εντολή, γιατί την υποβαθμίζουμε τόσο με τις προτεραιότητες, τις οποίες έχουμε θεσπίσει στη ζωή μας;

 Για πολλά πράγματα θα πρέπει να απολογηθούμε, αν πάρουμε στα σοβαρά το λόγο του Θεού. Πράγματι, Εκείνος μας έδωσε την εντολή να κάνουμε μαθητές απ’ όλα τα έθνη, και εφορεύει τόσο την ενοριακή ζωή στο σύνολό της, όσο και τη ζωή κάθε μιας ψυχής. Ζούμε (ή πρόκειται να ζήσουμε), σαν Εκκλησία και σαν απόστολοι, ή απλά και μόνο σαν έφοροι και φρουροί μουσείου; Είμαστε απλοί φύλακες του πορσελάνινου σερβίτσιου της Γιαγιάς, που είναι ωραίο, που είναι ένας θησαυρός, μόνο, όμως, για να τον δείχνει κανείς από μακριά και ποτέ να μη περιποιείται τους επισκέπτες με αυτό; Η Γιαγιά, βέβαια, ήξερε για ποια χρήση και για χάρη ποιών κρατούσε τις πορσελάνες της. Εμείς ξέρουμε;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου