Τρίτη 13 Απριλίου 2021

12η πρός 13η Ἀπριλίου 1204



  817 ἔτη, ἡ ἀπαρχὴ τοῦ πραγματικοῦ τέλους τοῦ ἑλληνιστικοῦ καὶ ἑλληνορωμαϊκοῦ κόσμου, καὶ ἡ «ἀλλαγὴ κατηγορίας» τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀπὸ αὐτοκρατορικὸ σὲ ἕναν γενναῖο καὶ ἕως πρόσφατα ἡρωικὸ πλὴν μικρὸ λαὸ καὶ καρπαζοεισπράκτορα Ἀσίας καὶ Δύσης. 817 ἔτη ἀθεράπευτης παρακμῆς παρὰ τὰ μεγάλα καὶ συγκινητικὰ κατορθώματα ἀπὸ τὸ 1261 ἕως τὴν ΕΟΚΑ καὶ τοὺς πολεμιστὲς τοῦ 1974. Αὐτὴ τὴν πισώπλατη μαχαιριὰ ποτὲ δὲν θὰ τὴν ξεχάσουμε. Ὅπως καὶ ὅσους Νεοέλληνες ἔβλεπαν καὶ βλέπουν τὰ πράγματα ἀπὸ τὴ σκοπιὰ τῆς μεσαιωνικῆς Δύσης, τοῦ Ἐρρίκου Δάνδολου, τοῦ Βοημούνδου καὶ τοῦ Γοδεφρείδου Βιλλαρδουίνου -δηλαδή, ἀπὸ τὴ σκοπιὰ τῶν πατεράδων τους. Ὅσοι παραμείναμε πιστοὶ στὴν Κομνηνὴ καὶ τὸν Ἀλέξιο, καὶ τὸν Βατάτζη, ἔχουμε καὶ τὴν ἴδια πατρίδα μ’ αὐτούς, ἀκόμη καὶ σήμερα, καὶ πάντοτε μνημονεύουμε τοὺς ἥρωες ποὺ πολέμησαν τότε στὰ τείχη τῆς Κωνσταντινούπολης.


  Διὰ χειρὸς Χρήστου Βακαλόπουλου τὰ παρακάτω. Σαρκαστικὰ καὶ μελαγχολικά, μὰ χωρὶς διάθεση γιὰ ἐσωτερικὴ ἀποδοχὴ τῆς γερμανολατινικῆς ἀνωτερότητας, χωρὶς κανένα θαυμασμὸ γιὰ τὸ ξανθὸ κτῆνος. Ἴσως ἡ μοναδικὴ μετὰ τὸν Θεοτοκᾶ καὶ τὸν Σεφέρη λογοτεχνικὴ ἀναφορὰ τοῦ 1204 ἀπὸ τὴ βυζαντινὴ σκοπιά (καὶ μακάρι νὰ σφάλω). Μιὰ θαρραλέα περιγραφὴ δίχως πολλὲς εὐγένειες, καὶ «νὰ τὰ βροῦμε», καὶ «περασμένα-ξέχασμένα», καὶ «πράγματι, φταίξαμε κι ἐμεῖς». Βλέπεις, οἱ περισσότεροι Νεοέλληνες λογοτέχνες κατοικοῦν σὲ ἄλλες, ἀνώτερες σφαῖρες (οἱ Βυζαντινοὶ δὲν εἶχαν σπουδαία μοντέρνα λογοτεχνία, ἦταν ἄρα ἐχθροὶ τῶν Νεοελλήνων λογοτεχνῶν), καὶ περὶ πολλὰ τυρβάζουν:

 …Μπῆκαν στήν Κωνσταντινούπολη, τά ἔκαναν γυαλιά καρφιά, πλακώθηκαν μεταξύ τους καί μερικά χρόνια ἀργότερα ἄρχισαν νά γυρίζουν διαφημιστικά. Συνεχίζουν τίς σταυροφορίες μέσω τῶν διαφημιστικῶν μέ μεγάλη ἐπιτυχία, ἐπαναλαμβάνουν πράγματα πού ἔχουν ἀκουστεῖ κάπου , θυμοῦνται χειρονομίες πού τίς ἔχουν δεῖ κάπου, καταπίνουν, γελᾶνε, λένε ναί, δέχονται τίς προτάσεις γάμου. Ὅλα εἶναι πολύ φυσικά, ὅλα ἔχουν γίνει φοβερά φυσικά, ἐπιτέλους ἡ ζωή ἔγινε φυσική, ἀπό τό 1204 καί μετά ἡ ζωή ἄρχισε νά γίνεται ἀπίστευτα φυσική, καθαρή, δημοκρατική, ἰσορροπημένη. Καθώς περνάει ὁ χρόνος γίνεται ὅλο καί πιό φυσική, σχεδόν χαμογελαστή, ὅλο εὐχάριστες μπουκιές, μακαρόνια, σάλτσα, κιμάς, κόκκινο κρασί, ψίχουλα στό τραπέζι πού θά τά μαζέψει ὁ Γιάννης καί θά τά πετάξει στά περιστέρια. Ἐπιτέλους μπῆκαν στήν Κωνσταντινούπολη, διέλυσαν τήν αὐτοκρατορία τῶν Ρωμαίων, τά ἔκαναν γυαλιά καρφιά. Τό στιβαρό χέρι τοῦ Γοδεφρείδου Βιλλαρδουῒνου ὁδήγησε τήν πολιτισμένη ἀνθρωπότητα μέ ἀποφασιστικότητα πρός τά διαφημιστικά. Ἦταν ἱστορική ἀναγκαιότητα τά διαφημιστικά, πάντα ὑπῆρχαν διαφημιστικά καί οἱ Βυζαντινοί τό ἔκρυβαν, ἔπρεπε νά μποῦν στήν Κωνσταντινούπολη νά διαλυθεῖ ἡ ἀπάτη, νά μποροῦν νά παντρεύονται τρώγοντας μακαρόνια μέ κιμά, νά μαζεύουν ψίχουλα σέ μία χαρτοπετσέτα καί νά ταῒζουν τά περιστέρια. Ἄν δέν ἔμπαιναν στήν Κωνσταντινούπολη δέν θά ἀποκτοῦσε ποτέ ἡ ἀνθρωπότητα χαρτοπετσέτες, διαφημιστικά, ὡραῖα μακαρόνια μέ κιμά, ξεναγούς μέ ὡραῖα παντελόνια.

…τά καταφέρνουν ἀρκετά καλά, ἔχουν μάθει νά τά κάνουν γυαλιά καρφιά μέ ἀπόλυτα φυσικό τρόπο, ἀπό τό 1204 καί μετά ἡ ὑπόθεση γυαλιά καρφιά ἐξελίσσεται ἤρεμα, ἀνθρώπινα, πολιτισμένα, ὁμαλά. Παρατηροῦν τόν ἑαυτό τους στά διαφημιστικά, ἀκόμα κι ὅταν χέζουν συμπεριφέρονται διαφημιστικά, κάποτε θά βρεθεῖ ἕνας τρόπος νά διαφημίζονται τά σκατά. Ἡ αὐτοκρατορία τῶν Ρωμαίων ἐμπόδιζε νά διαφημιστοῦν τά σκατά, αὐτό ἦταν ἀπαράδεκτο. Οἱ Βυζαντινοί δέν θά ἀνακάλυπταν ποτέ τά διαφημιστικά, εἶχαν ἀλλοῦ τό νοῦ τους, αὐτό ἦταν ἀπαράδεκτο.

…Ἄν δέν ὑπῆρχε ἡ αὐτοκρατορία τῶν Ρωμαίων, θά εἴχαμε φτάσει πολύ πιό σύντομα στά διαφημιστικά, καθυστερήσαμε χίλια χρόνια νά ἀνακαλύψουμε τήν ἱστορική ἀναγκαιότητα, ἄν δέν ἦταν ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Μέγας καί οἱ χριστιανικές τρέλλες του, οἱ ἄνθρωποι θά εἶχαν γνωρίσει τήν εὐτυχία πολύ νωρίτερα.

…Αὐτὸ προσπάθησε νὰ ἐξηγήσει ὄρθιος καὶ σχεδὸν σιωπηλὸς ὁ αὐτοκράτορας τῶν Ρωμαίων Ἀλέξιος Κομνηνὸς στὸν Βοημοῦνδο καὶ τοὺς κόμητες καί, βέβαια, δὲν τὰ κατάφερε. Προσπάθησε νὰ τοὺς ἐξηγήσει ὅτι δὲν ὑπάρχει χρόνος, δὲν ἔπρεπε νὰ βιάζονται, ὅλοι οἱ τόποι εἶναι ἅγιοι, ὅλοι οἱ τόποι εἶναι ἁμαρτωλοί, θὰ ζήσετε μέσα στὸν πόνο καὶ πρέπει νὰ συνηθίσετε, μόλις κατακτηθεῖ ἡ Ἱερουσαλήμ θὰ πάψει νὰ σᾶς ἐνδιαφέρει. Δὲν κατάλαβαν ὅτι ἔπρεπε νὰ συνηθίσουν στὸν πόνο καὶ σιγὰ σιγὰ μετέφεραν τὴν προσπάθεια στὶς φωτογραφίες, αὐτὲς τὶς μούμιες τῆς στιγμῆς. Τὴ θέση τῆς Ἱερουσαλήμ τὴν πῆρε ἡ κάθε στιγμή, νά γιατὶ δὲν πρόκειται νὰ σταματήσουν ποτὲ νὰ πυροβολοῦν μὲ τὶς μηχανές τους καὶ νὰ σκοτώνουν ὅλες τὶς στιγμές, νὰ τὶς κάνουν πόζες. Προσπαθοῦν νὰ ξεχάσουν τὸν πόνο, μάχονται μὲ τὸν ἀνύπαρκτο χρόνο, φωτογραφίζουν τὰ πάντα. Ἀκόμα καὶ τὸ αἷμα μπορεῖς νὰ τὸ χορτάσεις. Ὁ αὐτοκράτορας τῶν Ρωμαίων Ἀλέξιος Κομνηνὸς προσπάθησε νὰ ὑπερασπισθεῖ τὴν αἰωνιότητα, ἀλλὰ αὐτοὶ εἶχαν στήσει μιὰ διεκδικητικὴ μηχανή, οἱ κόμητες εἶχαν συνδικαλισθεῖ κι ὅλο ψιθύριζαν μεταξύ τους «καὶ ποιός νομίζει ὅτι εἶναι αὐτός», ὅλο μουρμούριζαν «κι ἐμεῖς εὐγενεῖς εἴμαστε».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου