Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2022

Δέν βράχηκαν καθόλου, οὔτε σταγόνα νερό δέν τούς ἄγγιξε(Από τον βίο του Οσίου Γεωργίου Καρσλίδου)

Όσιος Γεώργιος Καρσλίδης


   Βοηθοῦσε πολύ. Ἡ μάνα μου πήγαιναν στά χωράφια καί μᾶς ἄφηναν ἐδῶ κοντά στόν Γέροντα. Δέν μᾶς ἄφηνε να μείνουμε μόνοι μας, μᾶς ἔδινε καί νά φάμε, γιατί ἐκεῖνοι ἔλειπαν ὅλη μέρα. 
  Μιά φορά ἦταν καλοκαίρι καί οἱ γονεῖς μας θέριζαν στά χωράφια. Καί ἐνῶ ἔλαμπε ὁ ἥλιος ξαφνικά σκοτείνιασαν ὅλα, ἔγινε νύχτα. Ἐκεῖνος τότε βγῆκε στο καμπαναριό καί μᾶς φώναξε μέ τήν ἀδελφούλα μου νά πᾶμε κοντά του. Ἔκλεισε καί τά παραθυρόφυλλα ἀπό τό κελλάκι του. Ἔξω βροντές, ἀστραπές, μεγάλο κακό γινόταν. Κι ἐγώ καθόμουν ὅλο ἐκεῖ στά πόδια του, κοντά στή σόμπα καί περιμέναμε. Εἶχε ἀναμμένο καντήλι, ἔκανε προσευχή ἐκεῖ στό κελλάκι του κι ἔξω γινόταν χαλασμός. Κάπου-κάπου ἔλεγε:
  «Ε, παιδί μου, ἔ, παιδί μου...», σκεφτόταν τόν κόσμο στά χωράφια. 
 Μετά μᾶς εἶπε νά καθίσουμε ἐμεῖς ἐκεῖ στο κελλάκι του καί νά τόν περιμένουμε. Ἐκεῖνος πῆγε στό ἐκκλησάκι του νά προσευχηθεῖ. Ἐμεῖς περιμέναμε περιμέναμε, φοβηθήκαμε καί στό τέλος ἡ ἀδελφή μου, πού ἦταν μεγαλύτερη ἀπό μένα, μέ πῆρε νά πᾶμε νά τόν βροῦμε. Ἀνοίξαμε λίγο τήν πόρτα καί τόν εἴδαμε γονατιστό πού προσευχόταν. Μόλις μᾶς κατάλαβε, σηκώθηκε, ήρθε κοντά μας καί μᾶς πῆρε πάλι μέσα. «Δέν παθαίνουν τίποτε ἐκεῖνοι, εἶπε μέ σιγουριά, θά 'ρθοῦνε».
  Κι ἐμεῖς παιδιά τότε, ἀλλά στενοχωριόμασταν. Ὅταν μετά σταμάτησε ἡ βροχή, ὁ δρόμος ἔξω ἀπό τό μοναστήρι ἦταν ἕνα ποτάμι. Εἶχε ἀνεβεῖ τό νερό ψηλά καί εἶχε ἕνα βουητό δυνατό. Εὐτυχῶς πού ἦταν κατήφορος κι ἔφευγε γρήγορα τό νερό.
 Τότε εἶπε ὁ Γέροντας: «τώρα ὅπου νἆναι θά 'ρθοῦν καί οἱ γονεῖς σας». 
Μετά ἀπό λίγο ἦρθε ἡ μάνα μου καί εἶπε: 
«ἄχ, πάτερ, καλά πού τά πῆρες τά παιδιά ἐδῶ, γιατί ἐμεῖς σκεφτόμασταν πῶς θά εἶναι μόνα».
 Τήν κοίταξε ὁ Γέροντας μέ νόημα, γέλασε καί τή ρώτησε: 
«Πῶς περάσατε;» 
«Καλά» εἶπε ἡ μητέρα μου.
 «Ἐκεῖ δέν βραχήκατε;»
 «Ὄχι, εἶπε, καί ἦταν σ' ἕνα χωράφι πού οὔτε ἕνα δέντρο δέν εἶχε. Γείραμε λίγο δύο δεμάτια ἀπό τό σιτάρι καί μπήκαμε ἀπό κάτω».
 Σέ κείνη τή φουρτούνα δέν βράχηκαν καθόλου. Ἐκεῖνος γελοῦσε μέ μία εὐχαρίστηση, σάν νά τήν ἔλεγε «ποῦ νά ἤξερες πόση προσευχή μέ δάκρυα γονατιστός μπροστά στήν Παναγία ἔκανα ἐδῶ καί γι' αὐτό δέν πάθατε τίποτε». Ἀπό πολλά σπίτια στό χωριό πῆρε τά κεραμίδια ὁ ἀέρας κι ἔγιναν μεγάλες ζημιές. Κι ἐκεῖνοι μέσα στό χωράφι, πού δέν ὑπῆρχε καμία ἀσφάλεια, δέν βράχηκαν καθόλου, οὔτε σταγόνα νερό δέν τούς ἄγγιξε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου