Παρασκευή 18 Μαρτίου 2022

Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΟΥ ΣΒΙΡ



  Τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, όπως λέει ο Απόστολος, είναι διάφορα και στον καθένα δίνεται ό,τι είναι ωφέλιμο, σύμφωνα με την πίστη του (Α' Κορ. ιβ'). Και ο όσιος πατέρας Αλέξανδρος, που είχε μεγάλη πίστη στο Θεό και είχε να επιδείξει πολλές και διάφορες αρετές, έλαβε πολλή χάρη απ' Αυτόν και έκανε πολλά θαυμάσια:παρηγορούσε τους θλιμμένους, θεράπευε τους άρρωστους, διόρθωνε τους αμαρτωλούς, αντιλαμβανόταν τα ''κεκρυμμένα'', προφήτευε τα μέλλοντα σαν παρόντα και γενικά έδινε ωφέλεια σε όλους ανεξάντλητα, γιατί η καρδιά του ήταν ''πηγή ύδατος ζώντος''.

  Κατά το 1525, σαράντα χρόνια από τότε που ο Όσιος είχε έρθει στην έρημο, κάποιος άνθρωπος που ονομαζόταν Δανιήλ αρρώστησε ξαφνικά από μια φοβερή αρρώστια. Ήταν ευλαβής, είχε φόβο Θεού και ήταν πνευματικό παιδί αλλά και ευεργέτης του οσίου Αλεξάνδρου' κατοικούσε κάπου είκοσι μίλια μακριά από το μοναστήρι.
 Η αρρώστιά του χειροτέρευε και για εφτά μέρες, ήταν σαν νεκρός. Την όγδοη ημέρα κινήθηκε λίγο στο κρεβάτι του, άρχισε να μουγκρίζει και ήταν τρομοκρατημένος, αλλά δεν μπορούσε να πει τίποτα και παρέμεινε έτσι άλλες οχτώ ημέρες και μάλιστα άρχισε να μιλάει και να λέει σ' αυτούς που ήταν κοντά του:


-Την έβδομη νύχτα της φοβερής αρρώστιας μου ήρθαν δύο άγγελοι για να πάρουν την ψυχή μου, αλλά μια φωνή από ψηλά τους απαγόρευσε να την πάρουν. Εγώ τότε άρχισα να τους παρακαλώ: ''Άγιοι άγγελοι του Θεού! Ελεήστε με και δείξτε μου που βρίσκεται ο όσιος πατέρας και διδάσκαλός μας Αλέξανδρος και σε ποια θέση έχει προετοιμαστεί η αιώνια κατοικία του''.

 Κι εκείνοι για να μη λυπηθώ με μετέφεραν ανατολικά, σ' ένα λαμπρό και ένδοξο τόπο, γεμάτο από κάθε χαρά και ευωδία κι εκεί μου έδειξαν τα ενδιαιτήματα που έχει προετοιμάσει ο Θεός για πολλούς αγίους. Και πάλι οι άγιοι άγγελοι με πήραν από κει και με μετέφεραν σ' έναν άλλο λαμπρότατο και ωραιότατο τόπο, γεμάτο απ' όλα τα αγαθά που είναι αδύνατο να εκφραστούν με λόγια.

 Και στη μέση αυτών των θαυμασίων πραγμάτων είδα μια περίφημη πόλη, φτιαγμένη από καθαρό χρυσό και πολύτιμες πέτρες και μέσα σ΄αυτή άνθρωποι με φτερά έψαλαν γλυκύτατους ύμνους και η χαρά και η αγαλλίαση ήταν ανέκφραστες. Οι άγγελοι με οδήγησαν σ' αυτή τη μεγάλη χαρά και τη λαμπρή πόλη.


 Και ξαφνικά στη μέση αυτής της λαμπρής πόλης, είδα τον όσιο πατέρα και διδάσκαλό μας Αλέξανδρο να κάθεται σ' έναν θρόνο με μεγάλη δόξα. Στο κεφάλι του ήταν ένα στεφάνι από χρυσό, στολισμένο με πολύτιμες πέτρες και διάφορα λουλούδια, το πρόσωπό του έλαμπε σαν τον ήλιο και τα ρούχα του ήταν λευκά σαν το φως.

Εγώ όταν τον είδα να κάθεται σε τέτοια δόξα, είχα κυριευτεί από τρόμο και χαρά μαζί. Τον πλησίασα με φόβο, του έβαλα εδαφιαία μετάνοια και είπα: ''Ευλόγησέ με, άγιε πατέρα και πνευματικέ μου διδάσκαλε''.
 Κι εκείνος με κύτταξε, με ευλόγησε και είπε: ''Είθε ο Θεός να σε ευλογήσει, παιδί μου Δανιήλ' τί ήρθες να ζητήσεις εδώ;''.

Εγώ του απάντησα: ''Θα ήθελα κι εγώ να μείνω εδώ, εάν μου δείξεις το έλεός σου, άγιε πατέρα''. Εκείνος μου αποκρίθηκε: ''Εάν θέλεις να έρθεις εδώ, πήγαινε πίσω και αγωνίσου ασκητικά''. 
Τότε οι άγγελοι με πήραν πάλι και με έφεραν σε κάποιον τόπο, στην όχθη ενός ποταμού που είναι κοντά στο χωριό μου. Εκεί μου έδειξαν μια νέα εκκλησία και μετά έγιναν άφαντοι. Κι εγώ βρέθηκα πάλι στο κρεβάτι μου.


Όταν ο Κύριος ανακούφισε τον Δανιήλ απ' την αρρώστιά του, ήρθε στο μοναστήρι και διηγήθηκε στον Όσιο με λεπτομέρειες αυτά που είχε δει. Ο όσιος Αλέξανδρος όταν άκουσε αυτά χαμογέλασε λίγο και μετά ξέσπασε σε δάκρυα και του είπε: -Παιδί μου Δανιήλ, πραγματικά είδες έναν άγιο άγγελο που εμφανίστηκε με τη μορφή μου, εγώ όμως είμαι αμαρτωλός' πώς μπορώ να λάβω ένα τέτοιο δώρο απ' το Θεό σαν κι αυτά που έχει ετοιμάσει για τους αγίους Του;

Σε παρακαλώ, παιδί μου, όσο ζω να τα κρατήσεις μυστικά όσα είδες. Ο Δανιήλ πήρε την ευλογία του Οσίου και γύρισε στο σπίτι του χαρούμενος και δοξολογώντας το Θεό που δόξασε τον Άγιό Του. Και στη θέση που τον άφησαν οι άγγελοι έχτισε μια εκκλησία στο όνομα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, στο σχήμα που του είχαν δείξει τότε.


Το όραμα αυτό έλαβε χώρα πριν την κοίμηση του Οσίου. Όσο όμως ο Θεός δόξαζε τον Όσιό Του, τόσο αυτός ταπείνωνε τον εαυτό του μπροστά στο Θεό και τους ανθρώπους, γνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να κληρονομήσει κανείς την αιώνια δόξα, παρά μόνο να υποτάξει πρώρα τη φιλαυτία του σώματος στην ταπείνωση της ψυχής.
Γι' αυτό εργαζόταν σε όλες τις δουλειές του μοναστηριού σαν τον τελευταίο υπηρέτη και ήταν ντυμένος μ' έναν μανδύα τόσο φτωχό και παλιό, ώστε οι επισκέπτες δεν μπορούσαν να αναγνωρίσουν ότι αυτός ήταν ο ηγούμενος, αλλά τον έπαιρναν σαν κάποιον απ' τους τελευταίους.

 Έτσι θαυμαστή ήταν η ζωή του οσίου Αλεξάνδρου και γι' αυτό επέσυρε τόσο ενεργά επάνω του τη Χάρη του Θεού. Λίγα χρόνια πριν κοιμηθεί ο μεγάλος αυτός θαυματουργός, ο Θεός ένευσε στην καρδιά του να χτίσει μια μεγαλόπρεπη πέτρινη εκκλησία για τιμή και δόξα της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, στη χάρη της τιμημένης και δοξασμένης Προστασίας Της.

 Έτσι ξεκίνησε το έργο, ζήτησε για το χτίσιμο της εκκλησίας βοήθεια απ' τον αυτοκράτορα, την οποία και έλαβε, και έθεσε γρήγορα τα θεμέλια για την ανέγερσή της. Μια νύχτα ο Όσιος έκανε τον ορισμένο κανόνα του μπροστά στην εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, προσευχήθηκε αρκετά, με θέρμη και δάκρυα, έψαλε τον κανόνα του Ακαθίστου και τους Χαιρετισμούς και μετά κάθισε λίγο για ν' αναπαυτεί και είπε στον Αθανάσιο, το μαθητή του:

-Παιδί μου, μείνε ήρεμος και άγρυπνος, γιατί αυτήν την ώρα θα έχουμε μια θαυμάσια και φοβερή επίσκεψη. Και ξαφνικά ακούστηκε μια μεγάλη φωνή: -Ιδού, έρχεται ο Κύριος και Εκείνη που Τον γέννησε. Ο Όσιος έσπευσε στο μπαλκόνι του κελλιού του κι ένα μεγάλο φως, λαμπρότερο από τον ήλιο, περιέλουσε τόσο αυτόν όσο και ολόκληρο το μοναστήρι.

 Πάνω στα θεμέλια της εκκλησίας της ένδοξης Προστασίας Της, στη θέση του θυσιαστηρίου, είδε να κάθεται η Παναγία Μητέρα του Θεού, ίδια βασίλισσα πάνω σε θρόνο, κρατώντας στα χέρια Της, σαν νήπιο τον Κύριό μας Ιησού Χριστό' γύρω της στέκονταν ένα πλήθος αγγελικών χορών που έλαμπαν με ανέκφραστη λαμπρότητα.
 Βλέποντας ο Όσιος το θαυμάσιο αυτό όραμα, έπεσε στο έδαφος έμφοβος και έντρομος και δεν μπορούσε ούτε ν' ατενίσει το ανέκφραστο και υπέρλαμπρο αυτό φως. Η Υπεραγία Θεοτόκος όμως, η ταχινή βοήθεια όλων των χριστιανών, του είπε: -Σήκω, εκλεκτέ του Υιού και Θεού μου, γιατί ήρθα εδώ να επισκεφτώ εσένα, τον αγαπητό μου, και να δω τα θεμέλια της εκκλησίας μου' μη λυπάσαι πια, η προσευχή σου εισακούστηκε.

 Και όπως ζήτησες στην προσευχή σου για τους μαθητές και για το μοναστήρι σου, έτσι από τώρα και στο εξής θα έχουν απ' όλα τ' αγαθά με αφθονία' και όχι μόνο όσο ζεις, αλλά και μετά την αναχώρησή σου θα είμαι πάντα κοντά στο μοναστήρι σου και θα δίνω ανεξάντλητα οτιδήποτε είναι απαραίτητο.
Κοίταξε πόσοι είναι οι μοναχοί που ήρθαν στην ποίμνη σου και πρέπει να καθοδηγηθούν από εσένα ''εις οδόν σωτηρίας'' στο όνομα της Αγίας Τριάδος.

Ο Όσιος σηκώθηκε και παρακολουθώντας με πραγματική κατάνυξη την απερίγραπτη οπτασία της Θεοτόκου, είδε ένα πλήθος απ' τους μοναχούς του να πηγαίνουν προς τα θεμέλια της εκκλησίας Της, μερικοί μεταφέροντας πέτρες, άλλοι τούβλα κι άλλοι κουβαλώντας άλλα υλικά για το χτίσιμο.

Και πάλι η Παναγία Μητέρα του Θεού του είπε: -Οποιοσδήποτε μεταφέρει έστω και ένα μόνο τούβλο για το χτίσιμο της εκκλησίας Μου, στο όνομα του Ιησού Χριστού, του Υιού και Θεού Μου, δεν θα χάσει το μισθό του. Και λέγοντας αυτά εξαφανίστηκε. Απ' το όραμα αυτό κι απ' το άκουσμα της φωνής της Μητέρας του Θεού, ο Όσιος φοβήθηκε και έτρεμε ολόκληρος.

Αφού συνήλθε κάπως, βρήκε το μαθητή του Αθανάσιο να κείτεται στο έδαφος έντρομος, σαν νεκρός, και τον σήκωσε. Ο μαθητής του άρχισε να κλαίει και να οδύρεται και έπεσε στα πόδια του Οσίου λέγοντας:
-Πληροφόρησέ με πατέρα, τι θαυμάσιο και φοβερό ήταν αυτό το όραμα που η ψυχή μου παρά λίγο να χωριστεί απ' την ένωσή της με το σώμα, ατενίζοντας το ανέκφραστο και λαμπρό αυτό φως;

Και ο Όσιος με μεγάλη ψυχική αγαλλίαση και με πρόσωπο που έλαμπε απ' αυτή τη χαρά, δεν μπορούσε να πει τίποτ' άλλο παρά τα εξής: -Περίμενε παιδί μου, γιατί η ψυχή μου τρέμει ακόμη απ' το εξαίσιο αυτό όραμα. Πήγαινε και φώναξε τον πνευματικό μου πατέρα Ησαϊα να έρθει.

Και όταν ήρθε ο γέροντας Ησαϊας, του εξομολογήθηκε το κάθε τι με λεπτομέρειες. Ο Ησαϊας, αφού τα άκουσε όλα αυτά, ένιωσε μεγάλη χαρά και δοξολόγησε το Θεό. Ο Όσιος παρέμεινε όλη αυτή τη νύχτα άγρυπνος, έχοντας στραμμένη την προσοχή του στο θαυμαστό όραμα κι αργότερα το εξομολογήθηκε και σε μένα, τον ταπεινό Ηρωδίωνα, σαν νά' χε συμβεί σε κάποιον άλλο κι όχι στον εαυτό του.


Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου: <<Η Θηβαϊδα του Βορρά>>
σε μετάφραση και επιμέλεια του Πέτρου Μπότση,
δ' έκδοση, σελ. 168-173, Αθήνα 1988.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου