Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2022

… ζούσε με το τίποτα και δεν του χρειαζότανε τίποτα άλλο έξω από την Ποίηση…



"Δὲν εἴμαστε ποιητὲς σημαίνει φεύγουμε
Σημαίνει ἐγκαταλείπουμε τὸν ἀγῶνα
Παρατᾶμε τὴ χαρὰ στοὺς ἀνίδεους
Τὶς γυναῖκες στὰ φιλιὰ τοῦ ἀνέμου
Καὶ στὴ σκόνη τοῦ καιροῦ
Σημαίνει πὼς φοβούμαστε
Καὶ ἡ ζωή μᾶς ἔγινε ξένη
Ὁ θάνατος βραχνὰς"

  Ο Ελύτης θα γράψει αργότερα για τον Σαραντάρη στα Ανοιχτά χαρτιά» το ‘74: «Δεν έχω γνωρίσει μορφή πνευματικού ανθρώπου αγνότερη από τη δική του… ζούσε με το τίποτα και δεν του χρειαζότανε τίποτα άλλο έξω από την Ποίηση… Έτσι όμως είχε φτάσει στο σημείο να μπορεί να υψώνει τα ασθενικά του μάτια ως τις Πλατωνικές Ουσίες… επί τέλους να κάποιος αδικημένος από τη φύση, φτωχός, έρημος που στρέφει το κάτοπτρο από την ύβρη της ζωής προς το θαύμα της…». 

Και συνεχίζει με οργή και παράπονο: «Θέλω να καταγγείλω το επιστρατευτικό σύστημα της εποχής εκείνης και που, άγνωστο πως, κατάφερνε να κρατά στα γραφεία και τις επιμελητείες όλα εκείνα τα χοντρόπετσα θηρία των Αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και να ξαποστέλνει στην πρώτη γραμμή άνθρωπο σαν αυτό το αγνό και ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραυστο διανοούμενο που μόλις στεκόταν στα πόδια του, που όμως είχε προφτάσει να κάνει τις πιο πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη, σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της. Ήταν σχεδόν μια δολοφονία».

 Ο Σαραντάρης έφτασε στην Ελλάδα το ’31, διδάκτορας πλέον της Νομικής, για να εκπληρώσει τη στρατιωτική του θητεία, όχι από υποχρέωση, αλλά από ευαισθησία, από ρομαντισμό κι όπως θα αποδειχθεί αργότερα από πηγαία αντίσταση στο φασισμό.

  Το καλοκαίρι του ‘40 θα εκμυστηρευτεί στο Δεσποτόπουλο: «Φοβάμαι ότι θα γίνει πόλεμος, θα μας επιστρατεύσουν, δε φοβάμαι μη σκοτωθώ αλλά μη σκοτώσω». Στο αλβανικό μέτωπο αρρωσταίνει βαριά από κοιλιακό τύφο. Την Άνοιξη πεθαίνει. «Είμαστε όλοι μαζί»,«Είμαστε όλοι μαζί», έλεγε, «Όμως μόνος του ο καθένας αντιμετωπίζει το απρόσωπο σύμπαν» και γράφει κάποιους μήνες πριν πεθάνει, «Όταν εξετάσουμε καλά τον εαυτό μας , βλέπουμε ότι είμαστε καμωμένοι από ουρανό. Είμαστε καμωμένοι και από γη αλλά η γη ταξιδεύει μέσα μας , χωρίς να ρίχνει ρίζες , ενώ ο ουρανός μένει. Όποιος πιστεύει στο Θεό γίνεται ουρανός μέσα στον ουρανό, η αιωνιότητά του αποκαλύφθηκε…»

Άλλωστε, όπως έγραψε ο ίδιος,
«Η ποίηση είναι εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ».
Αν αφήσουμε το αυθεντικό κομμάτι, που κρύβεται στο συνονθύλευμα που κουβαλάμε μέσα μας κι ονομάζουμε εαυτό, να κοιμηθεί, τότε η ποίηση έχει χαθεί. Όπως κι αν αφήσουμε την ποίηση να κοιμηθεί, θα έχουμε ήδη χάσει το πολυτιμότερο κομμάτι του εαυτού μας.

«Έφυγε η ζωή μας ή έφυγαν πουλιά απ’ την παλάμη του Θεού;» ρώτησε ο Σαραντάρης. Έφυγαν πουλιά, αλλά δεν πειράζει θα επιστρέψουν. Kι αν δεν επιστρέψουν, τουλάχιστον θα είναι πια ελεύθερα. Ελεύθερα από τη ζωή, από την ύλη, από καθετί που μας κρύβει τον ουρανό. Μα μέχρι να σε συναντήσουμε σ’ αυτόν τον ουρανό περιφρονητή της ύλης και σεμνέ αλήτη των ιδεών, δεν θα φύγουμε, δεν θα εγκαταλείψουμε τον αγώνα, δεν θα παρατήσουμε τη χαρά στους ανίδεους και τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου και στη σκόνη του καιρού. Γιατί
«η καρδιά μας είναι ένα κύμα που δεν σπάει στην ακρογιαλιά… Καὶ ἀθόρυβα σκαλίζει τὸ ἀνάγλυφο ἑνὸς πόθου, ποὺ δὲν ξέρει ἀπογοήτευση καὶ ἀγνοεῖ τὴν ἡσυχία.»

Απόσπασμα από κείμενο του Νίκου Ερηνάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου