Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2023

Τα έργα της νυχτός...



  Ἀκόμη ὅμως καὶ σήμερα μὲ τὴν πλημμύρα τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς οἱ περισσότερες ἐργασίες τὸ βράδυ συμμαζεύονται. Ἔπειτα ἀρχίζουν τὰ ἔργα τῆς νύχτας. Σκοτεινὰ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον: κλοπές, φόνοι, αἰσχρότητες, παράνομες συναλλαγές. Οἱ ἄνθρωποι παίρνουν γιὰ βοηθό τους τὸ σκοτάδι, γιὰ νὰ πραγματοποιήσουν τὰ σκοτεινὰ ἔργα τους.

   Ὡστόσο, τὴν ἴδια ὥρα ποὺ ὁ διάβολος βυθίζει τὸν κόσμο στὴ διαφθορά ἕνας ἄνθρωπος στενάζει γονατισμένος μπροστὰ στὸ κρεβάτι του. Τὰ δάκρυά του τρέχουν ποτάμι, λούζουν τὸ κρεβάτι, καταβρέχουν τὸ στρῶμα του. Καὶ τί παράδοξο! αὐτὸς εἶναι καὶ βασιλιάς. Εἶναι ὁ προφήτης καὶ βασιλιὰς Δαβίδ.

   Προσεύχεται ἐναγώνιος μὲ πόνο ψυχῆς καὶ βεβαιώνει: «ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου, λούσω καθ᾿ ἑκάστην νύκτα τὴν κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν στρωμνήν μου βρέξω»· κουράσθηκα, λέει, ἀπὸ τοὺς στεναγμούς μου γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου. Κάθε νύχτα λούζω μὲ τὰ δάκρυά μου τὸ κρεβάτι μου, καταβρέχω μὲ αὐτὰ τὸ στρῶμα μου (Ψαλ. ς΄ 7).

  Πιὸ πέρα ἄλλος Ψαλμωδὸς σηκώνεται τὰ μεσάνυχτα νὰ ὑμνήσει τὸν Δημιουργό του γιὰ τὰ σωτήρια παραγγέλματα τοῦ Νόμου Του! Εἶναι ὁ συγγραφέας τοῦ συγκλονιστικοῦ 118ου Ψαλμοῦ ποὺ λέει: 
«Μεσονύκτιον ἐξεγειρόμην τοῦ ἐξομολογεῖσθαί σοι ἐπὶ τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου» (Ψαλ. ριη΄ [118] 62).

  Καὶ λίγο πιό ᾿κεῖ ὁ συγγραφέας τοῦ 133ου Ψαλμοῦ παρακινεῖ ὅλους νὰ ὑψώνουν μέσα στὴ νύχτα τὰ χέρια τους σὲ προσευχὴ καὶ νὰ ὑμνοῦν τὸν Κύριο στραμμένοι πρὸς τὸν ἅγιο Ναό Του (Ψαλ. ρλγ΄ [133] 2): «Ἐν ταῖς νυξὶν ἐπάρατε τὰς χεῖρας ὑμῶν εἰς τὰ ἅγια καὶ εὐλογεῖτε τὸν Κύριον». 

  Ὅμως τὴ φλογερότερη ἐναγώνια ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ τὴν περιέκλεισε ἡ Ἁγία Γραφὴ στὸ μυστικότατο πρόσωπο τῆς Νύμφης τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων. Μένει καὶ αὐτὴ ξάγρυπνη! Ἀλλὰ ξάγρυπνη ἀναζητώντας τὸν Κύριο καὶ Νυμφίο της. Ξεχύνει τὸ ποτάμι τῆς ἀγάπης της πρὸς Αὐτὸν μὲ λόγια πύρινα:
  «Ἐπὶ κοίτην μου ἐν νυξὶν ἐζήτησα ὃν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου». Δὲν ἡσυχάζει, ἀναζητεῖ μὲ ἀγωνία τὸν Δημιουργό της, Αὐτὸν γιὰ τὸν Ὁποῖον ἔχει πλασθεῖ καὶ πρὸς τὸν Ὁποῖον κατευθύνεται ὅλη ἡ ἀγάπη της (βλ. ᾎσμ. γ΄ 1­4). Στὸ πρόσωπο τῆς ἀσματίζουσας Νύμφης οἱ ἅγιοι Πατέρες διέκριναν ταυτόχρονα τόσο τὴν Ἐκκλησία ὡς σύνολο, ὅσο καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ κάθε πιστοῦ. Ὄχι τῶν πιστῶν ποὺ ἀρκοῦνται σὲ μιὰ τυπικὴ πνευματικὴ ζωή, ἀλλὰ αὐτῶν ποὺ φλέγονται ὁλόκληροι ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς Ἐκεῖνον, τὸν Ὁποῖον αἰσθάνονται καὶ εἶναι ὁ Νυμφίος τῆς ψυχῆς τους.
   Καὶ πόση ἀγωνία καὶ πόνο αἰσθάνεται αὐτὴ ἡ ψυχὴ τὴ νύχτα, ὅταν γονατίζει νὰ Τοῦ μιλήσει καὶ νιώθει ὅτι Τὸν ἔχει λυπήσει μὲ τὰ ἁμαρτήματά της! Ποτάμι τότε τὰ δάκρυά της! Κι ὅταν διαπιστώνει ὅτι Ἐκεῖνος δέχεται τὴ μετάνοιά της, τότε ξεσπάει σὲ ὕμνους δοξολογικούς. Ὑμνεῖ τὸ ἔλεός Του, τὴν ἄπειρη ἀγάπη Του, τὸ ἀσύλληπτο μεγαλεῖο Του. Κι ἔτσι ἡ ἀγωνία της μετατρέπεται σὲ ἀγώνα. Σὲ ἀγώνα νὰ ζεῖ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά Του, νὰ μὴν Τὸν λυπεῖ μὲ τὶς παρεκτροπές της. Κι ὅσο ἀγωνίζεται, τόσο αὐξάνει ἡ ἀγάπη της. Γίνεται «κραταιὰ ὡς θάνατος»· τόσο δυνατή, ὅσο ὁ θάνατος ποὺ καμιὰ δύναμη δὲν μπορεῖ νὰ τοῦ ἀντισταθεῖ καὶ νὰ τὸν νικήσει (ᾎσμ. η΄ 6). 

  Μέρες Τριωδίου. Ὁ κόσμος γύρω βυθίζεται στὸ σκοτάδι. Ξεφαντώνει, ὀργιάζει, μολύνεται μὲ βδελυρὰ ἁμαρτήματα τὶς νύχτες, κυλιέται στὶς βρώμικες λάσπες κάθε εἴδους διαστροφῆς. Ἐσύ, ψυχή μου, ποῦ βρίσκεσαι; Ἀνάστα! Τί καθεύδεις; 
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ''Ο  ΣΩΤΗΡ''   2214

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου