Δευτέρα 22 Μαΐου 2023

Τα κουρελάκια-ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΜΟΥ ΗΛΙΚΙΑ

Η μικρή μοδίστρα. Ζωγράφος: Αλεξέϊ Χαρλάμοβ

Άννα Μπερσένεβα-Σάνκεβιτς

«Μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν»! (Ματθ. ε΄ 5).

   Κάποτε, στα παλαιά σοβιετικά χρόνια, ένα από τα αγαπημένα κοριτσίστικα παιχνίδια ήταν τα «κουρελάκια»: με τα κουρέλια τα κορίτσια έραβαν τις βραδινές τουαλέτες για τις κούκλες τους ή απλώς διακοσμούσαν με αυτά το χώρο όπου έπαιζαν. Τα κουρελάκια ήταν το πολυτιμότερο πράγμα. Ευτυχισμένη ήταν εκείνη, που είχε μάνα ή γιαγιά μοδίστρα: τα πολλά κομμάτια ύφασμα την έκαναν κάτοχο ανεκτίμητου θησαυρού. Τα κορίτσια κουβαλούσαν τα κουρελάκια τους στην αυλή σε σακούλες, έστρωναν κουβέρτες πάνω στο χορτάρι και κάθονταν πάνω τους με ψαλίδια και βελόνες. Η καθεμιά έφερε μαζί της σε αυτό το αυτοσχέδιο εργαστήρι την κούκλα, για την οποία ήθελε να ράψει ρούχα. Έπρεπε να σκεφτεί το σχέδιο, να διαλέξει το κουρέλι που ταιριάζει, να το κόψει και να το ράψει. Τα κορίτσια συμβουλεύονταν η μια την άλλη και αντάλλασσαν κουρέλια, έτσι ώστε το ρούχο να γίνεται όσο το δυνατόν πιο όμορφο.

  Βεβαίως, όσο πιο όμορφο ήταν το ύφασμα, άλλο τόσο πιο απλό μπορούσε να γίνει το σχέδιο και άλλο τόσο πιο εντυπωσιακό το φόρεμα. Μπορούσες να μην ράψεις καν τίποτα: π.χ. να κάνεις στο κουρέλι τρύπες για να περνάνε τα χέρια, να το τυλίξεις όπως τη ρόμπα, να το δέσεις με ζώνη και να, η βραδινή τουαλέτα σε στιλ μποέμ είναι έτοιμη. Το κοιτάς και χαίρεται το μάτι σου.

  Τα κουρέλια τα προμηθευόμασταν με πολλούς τρόπους. Στο δρόμο απέναντι βρισκόταν εργοστάσιο παραγωγής ζέρσεϊ. Οι πιο θαρραλέες από μας έμπαιναν εκεί κρυφά για κουρελάκια και φέρναμε ολόκληρους σάκους. Το ζέρσεϊ δεν είναι το πιο κομψό ύφασμα, αλλά για καθημερινή ζωή της κούκλας ταίριαζε αρκετά. Βέβαια, από το ζέρσεϊ γίνονταν πολύ χουχουλιάρικα και τα σεντόνια για τις κούκλες. Και όταν τέτοια κουρέλια ήταν πάρα πολλά, μπορούσες να τα ανταλλάξεις για πραγματικά πολύτιμα υφάσματα: το μπροκάρ, το γκιπούρ ή το μετάξι. Ένα χοντρό μάτσο κουρέλια από ζέρσεϊ μπορούσες να το ανταλλάξεις με ένα κουρέλι μπροκάρ.

  Μια φορά στην αυλή μας εμφανίστηκε ένα κορίτσι που ερχόταν πολύ σπάνια. Δε θυμάμαι γιατί, ίσως, απλώς ερχόταν για να επισκεφτεί κάποιον… Αυτό το κορίτσι έφερε μαζί της ένα τεράστιο σάκο με κουρέλια. Θάμπωσαν τα μάτια μας έκπληκτα από το θησαυρό που βλέπαμε. Τα κοιτούσαμε, τα χαϊδεύαμε, φανταζόμασταν τα φορέματα που θα μπορούσαμε να φτιάξουμε από αυτά. Και πού τα είχε βρει όλα αυτά, το ένα κουρέλι πιο όμορφο από το άλλο!

Η ζήλια έφερε μαζί της και το φθόνο: αρχίσαμε συζητήσεις για το πώς να αποκτήσουμε έστω μέρος αυτού του θησαυρού

  Στην αρχή, μέσα στις παιδικές μας καρδιές γεννήθηκε η ζήλια. Αυτό μαρτυρούσαν τα βλέμματα και οι αναστεναγμοί μας. Η ζήλια έφερε μαζί της και το φθόνο: απομακρυνθήκαμε και αρχίσαμε συζητήσεις για το πώς να αποκτήσουμε έστω μέρος αυτού του θησαυρού. Το κορίτσι δε μένει εδώ, σκεφτήκαμε. Έτσι, όταν θα καταλάβαινε και θα ανακάλυπτε ότι της λείπουν κάποια κουρέλια, θα ήταν μακριά και άρα δε θα μπορούσε να μας κατηγορήσει για κλοπή. Και αν ερχόταν για να βρει το δίκιο της, θα λέγαμε ότι δεν ξέρουμε τίποτα, δεν είδαμε τίποτα. Ποια κουρέλια; Εσύ η ίδια τα έχασες, και εμείς δεν έχουμε ιδέα.

 Για να είμαστε δίκαιες, στην αρχή της προτείναμε ανταλλαγή. Πολλά κομμάτια ζέρσεϊ να τα ανταλλάξουμε με κάποιους από τους θησαυρούς της. Όπως ήταν αναμενόμενο, το κορίτσι αρνήθηκε. 
«Τότε καλά να πάθεις», – ήταν η σκέψη που πέρασε από το μυαλό όλων μας.

Σκεφτήκαμε ένα πονηρό σχέδιο, δε θυμάμαι λεπτομέρειες, αλλά η ουσία ήταν ότι η καθεμιά μας με τη σειρά θα της αποσπούσαμε την προσοχή ώσπου να μπορέσει να αφαιρέσει από το σάκο το κουρέλι που της άρεσε. Το σχέδιο πέτυχε. Το εύπιστο κορίτσι δεν κατάλαβε τίποτα και στις τσέπες μας σύντομα βρέθηκαν τα κουρέλια που θέλαμε να αποκτήσουμε.

Απομακρυνθήκαμε και καυχηθήκαμε η μια μπροστά στην άλλη για το θήραμά μας. Ήταν σίγουρα πολύ τυχερή ημέρα.

Ήμασταν έτοιμες για άμυνα και ψέματα. Σε περίπτωση που το κορίτσι άρχιζε να αγανακτεί και να μας κατηγορεί, θα παίζαμε την παράσταση «Πληγωμένη αξιοπρέπεια». Και θα νιώθαμε νικήτριες σε μια δύσκολη μάχη της ζωής.

Όμως, το κορίτσι καθόταν στην κουβέρτα και συνέχιζε να ράβει, σαν να μην συνέβαινε τίποτα. Έψαχνε κουρέλια στο σάκο της, έπαιρνε αυτά που χρειαζόταν και σαν να μην καταλάβαινε ότι η συλλογή της είχε γίνει πιο μικρή!

 Καθίσαμε δίπλα και αρχίσαμε να ράβουμε και εμείς, ρίχνοντας η μια στην άλλη ματιές γεμάτες νόημα. Μιλούσαμε με το κορίτσι, και αυτό μας απαντούσε με ηρεμία και φιλικότητα, λες και δεν ήμασταν εμείς που είχαμε κλέψει με δόλο και πονηριά αυτό που της ανήκε. Και σιγά-σιγά αυτή η αίσθηση του θριάμβου έσβηνε, δίνοντας τη θέση της στη σιχαμερή μελαγχολία. Τα κουρέλια που είχαμε κλέψει μας έκαιγαν την τσέπη. Μια από μας σηκώθηκε απότομα, έτρεξε λίγο πιο έξω και άρχισε να κλαίει. Εμείς την περικυκλώσαμε αμέσως.

Σιγά-σιγά αυτή η αίσθηση του θριάμβου έσβηνε, δίνοντας τη θέση της στη σιχαμερή μελαγχολία. Τα κουρέλια που είχαμε κλέψει μας έκαιγαν την τσέπη

«Δεν μπορώ!» – έκλαιγε η φίλη μας. – «Θα τα επιστρέψω!»

«Ναι», – ξαφνικά με μια φωνή συμφωνήσαμε όλες. – «Να της τα επιστρέψουμε».

Και εμείς, με την ίδια σειρά, που τα είχαμε κλέψει, αρχίσαμε να πλησιάζουμε στο κορίτσι και να επιστρέφουμε τα κουρέλια, λέγοντας:
 «Να, έχασες εκεί αυτό το πράγμα… Το έχασες και δεν το κατάλαβες… Να εδώ σου έπεσε…». 
Αυτή δε ρώτησε πώς μπορούσε να τα είχε χάσει και να της είχαν πέσει όλα αυτά, μια και δεν είχε κουνήσει το σάκο της από την κουβέρτα. Απλώς, πήρε τα κουρέλια από μας και τα έβαλε στη θέση τους. Χωρίς κατηγορίες και υποψίες.

Καθίσαμε ξανά και ράβαμε, πλέον, με μεγάλη ανακούφιση. Καμία από μας δεν είχε αυξήσει τη συλλογή της με όμορφα κουρέλια, αλλά όλες μας ήμασταν χαρούμενες και κεφάτες. Ήμουν τότε πέντε ή έξι χρονών, αλλά θυμάμαι ακόμα και τώρα εκείνη την αίσθηση, την αίσθηση του να σου φεύγει ένα βάρος από τη συνείδησή σου. Πολλά χρόνια μετά, διάβασα ότι η συνείδηση είναι η φωνή του Θεού στην ψυχή του ανθρώπου. Χωρίς να ξέρω ακόμα τίποτα για αυτό, έμαθα πολύ καλά πόσο σημαντικό είναι να ακούμε αυτή τη φωνή και να την ακολουθούμε. Τι ανακούφιση και τι γιορτή κυριεύουν την ψυχή, όταν δεν αντιστέκεσαι σε αυτήν τη φωνή!

Μάλιστα, κάτι που το είχα καταλάβει κιόλας με το παιδικό μου μυαλό, είναι ότι η πραότητα του κοριτσιού εκείνου ήταν ακριβώς αυτή που επέτρεψε σε μας, τις κλέφτρες, να ακούσουμε αυτή τη φωνή. Αν είχε αρχίσει καυγάς, δε θα είχαμε συνειδητοποιήσει τίποτα, μια και θα υπερασπιζόμασταν τα συμφέροντά μας.

«…ἰδοὺ παρελεύσεται Κύριος, καὶ ἰδοὺ πνεῦμα μέγα κραταιὸν διαλῦον ὄρη καὶ συντρίβον πέτρας ἐνώπιον Κυρίου, οὐκ ἐν τῷ πνεύματι Κύριος· καὶ μετὰ τὸ πνεῦμα συσσεισμός, οὐκ ἐν τῷ συσσεισμῷ Κύριος· καὶ μετὰ τὸν συσσειμὸν πῦρ, οὐκ ἐν τῷ πυρὶ Κύριος· καὶ μετὰ τὸ πῦρ φωνὴ αὔρας λεπτῆς, κἀκεῖ Κύριος…» (Γ΄ Βασ. 19, 11-12).


Μετάφραση  Αναστασία Νταβίντοβα
Pravoslavie.ru

1 σχόλιο: