Κυριακή 24 Μαρτίου 2024

Ἑλλάδα δίχως ραχοκοκκαλιά εὐτολμίας δέν ὑπάρχει..!


1821. Πρῶτο Σάββατο τῆς Ἁγίας Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου. Φθάνει ἐπιστολὴ ἀπὸ Κισνόβι. 
Γράφει ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης.
"Ἀδελφέ Σταμάτη Κουμπάρε! εἶναι καιρός· ἦλθεν ἡ ὥρα, ὁποῦ θὰ ἀποφασισθῇ ἡ τύχη τῆς Πατρίδος μας καὶ τῶν ἀδελφῶν μας. Ἐγώ μὲ τοὺς ἀδελφούς μου καὶ τὸν πρίγκηπα Κατακουζηνὸν ἀφήνομεν τὴν γῆν τῆς Ρωσσίας καὶ ἀπερνοῦμεν εἰς Ἰάσιον. Ἐκεῖ προετοίμασα τὰ πάντα καὶ τὴν πρώτην Κυριακὴν τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, τῆς ὀνομαζομένης τῆς Ὀρθοδοξίας, ὑψώνω εἰς Ἰάσιον τὴν σημαίαν τῆς Ἐλευθερίας τῆς Πατρίδος μας καὶ ἀρχίζει ὁ ἀγῶνας περὶ τῆς Ἐλευθερίας μας καὶ τῶν ἀδελφῶν μας. Λοιπόν. Εἰδοποίησε τοὺς αὐτοῦ ἀδελφούς μας νὰ τρέξωμεν εἰς τὸ στάδιον τοῦ ἀγῶνος, ἐνθυμούμενοι τὸν ὅρκον, ὁποῦ ἔδωσαν διά τὴν Πατρίδαν των καὶ τῶν ἀδελφῶν των. Εἰς Ἰάσιον προσμένω καὶ ἐσὲ τὸν ἴδιον."

 Διαβάζοντας τὴν ἐπιστολή, ὁ Θρὰξ Φιλικὸς εἰδοποιεῖ τοὺς ἕν Ὀδησσῷ ἀδελφούς. Ἀρχίζουν νὰ ὁπλίζονται καὶ τρέχουν στὸ Ἰάσιο. Ἤθελε νὰ κινήσει κι ἐκεῖνος, ἀλλὰ οἱ ἔφοροι τὸν ἐμπόδισαν καὶ ἔγραψαν στὸν Ἀλέξανδρο Ὑψηλάντη.
"Ὁ Σταμάτης Κουμπάρης, μᾶς εἶναι ἐδῶ ἀναγκαῖος. Καὶ γι' αὐτὸ τὸν ἐμποδίζουμε ἀπὸ τὸ νὰ ἔρθει ἐκεῖ."

 Τὴν ἡμέρα ἐκείνη, εἶχε ταχυδρομεῖο γιὰ τὸ Ταϊγάνιον. Ὁ Κουμπάρης ἀποφασίζει νὰ γράψει ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς ἐκεῖ Ἕλληνες.
"Φίλοι καὶ ἀδελφοὶ Ἕλληνες πατριῶται!
Αὔριο στὸ Ἰάσιο ὑψώνεται ἡ Σημαία τῆς Ἐλευθερίας τῆς Πατρίδος μας ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο Ὑψηλάντη. Νέοι, τρέξατε ! Πλούσιοι, βοηθήσατε! Γέροντες, παρακινήσετε!
Ἡ Ἑλλάς, ἡ δυστυχισμένη Πατρίς μας, μᾶς κράζει νὰ τὴν ἐλευθερώσωμεν ἀπὸ τὸν σκληρὸν καὶ αἱμοβόρον τύραννον."

Τὴν ὑπογράφει καὶ τὴν στέλνει στὸν Νικόλαο Πλέσσα.
Λαμβάνοντάς την ὁ Πλέσσας, τρέχει στὸ καφενεῖο ὅπου συνάζονταν οἱ Ἕλληνες. Τοὺς διαβάζει τὴν ἐπιστολὴ καὶ, ὅλοι μαζὶ, τὴν πηγαίνουν στὸν Γέρο Ἰωάννη Βαρβάκη.
Τοῦ διαβάζουν τὴν ἐπιστολή, καὶ ἀμέσως στέλνει μὲ τὸν γραμματικό του στὴν Ἐφορία 100.000 ρούβλια. Οἱ ὑπόλοιποι βοήθησαν μὲ χρήματα, ὅπλισαν τοὺς νέους καὶ τοὺς ἔστειλαν στὸν Ὑψηλάντη.

 Ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Ὀδησσό, στὸ νότιο μέρος, στὸ χεῖλος τοῦ ποταμοῦ Τύρα, βρίσκεται μία πόλη, ὀνόματι Ἄκκερμαν. Κατοικεῖται ἀπὸ ἀρκετοὺς Ἕλληνες φυγάδες ἀπὸ τὴν τυραννία τῶν βαρβάρων Ὀθωμανῶν. Ἐνῶ ὁ Ὑψηλάντης στρατολογοῦσε στὸ Ἰάσιο, ὁ Σταμάτης Κουμπάρης ἤξερε ὅτι οἱ Ἀκκερμανλῆδες δὲν εἶχαν ἰδέα περὶ τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας, οὔτε ὅτι ὁ Ὑψηλάντης κίνησε τὰ ὅπλα κατὰ τῶν τυράννων.
 Γράφει λοιπὸν καὶ σὲ αὐτοὺς μία ἐπιστολὴ τὴν ὁποία στέλνει μὲ τὸν Χατζή Φαρμακάκη.
"Εἰς ὅσα σᾶς εἰπῆ ὁ ἐπιφέρων τὸ παρόν μου, δώσετε πίστιν εἰς τοὺς λόγους του."
Ὁ Φαρμακάκης ἐπιστρέφει ἄπρακτος. Τοῦ εἶπαν, ἄς ἔλθει ὁ Σταμάτης Κουμπάρης.
Ἦταν ἀπόγευμα. Ἀμέσως παίρνει τὰ ἄλογα τοῦ ταχυδρομείου καὶ τὸ ἴδιο βράδυ φθάνει στὴν Ὀβιδιόπολη. Τὸ πρωὶ διασχίζει τὸν παγωμένο ποταμὸ καὶ περνᾷ ἀπέναντι στὸ Ἄκκερμαν. Βρίσκει τοὺς ἐκεῖ Ἕλληνες διχασμένους σὲ δυὸ κόμματα νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ πολιτικά. Τοὺς μαζεύει στὴν οἰκία τοῦ Κωνσταντῆ Μπάλα. Καὶ τοὺς μονοιάζει. Τοὺς ὁρκίζει τὸν μεγάλο Ὅρκο καὶ τοὺς βάζει νὰ ἀσπασθοῦν ἀλλήλους.
Ὅλοι δάκρυσαν.

Διορίζει ἐγγράφως δύο ἐφόρους, ἕναν ἀπὸ τὸ κάθε κόμμα. Μαζεύουν τίς συνεισφορὲς τῶν ὑπολοίπων. Ἀμέσως συντάσσουν κατάλογο, καταγράφουν τὴν συνεισφορὰ τοῦ καθενός. Τίς συγκεντρώνουν, ὁπλίζουν τοὺς νέους καὶ τοὺς στέλνουν στὸν Ὑψηλάντη.
Ὅμως. Μέχρι ὁ Κουμπάρης νὰ φέρει σὲ ἁρμονία τοὺς Ἀκκερμανλῆδες, οἱ συνθῆκες στὸν Τύρα ποταμὸ ἐπιδεινώθηκαν. Ὁ διάπλους ἦταν ἀδύνατος. Ἀναγκάστηκε νὰ μείνει δύο ἡμέρες ἄπραγος. Βλέποντας ὅτι ὁ χρόνος περνοῦσε παίρνει τὰ ἄλογα τοῦ ταχυδρομείου καὶ τρέχει στὸ Μαγιάκη. Ἐκεῖ νοικιάζει ἕνα μικρὸ ἀμαξίδιο καὶ τὰ μεσάνυχτα φθάνει στὴν Ὀβιδιόπολη ὅπου εἶχε ἀφήσει τὴν ἅμαξα. Δύο ἡμέρες μετά, βρέθηκαν τέσσερα ἄλογα καὶ τὸ πρωὶ κίνησε γιὰ τὴν Ὀδησσό. Πολὺ χιόνι καὶ λάσπη. Στὸ δρόμο του τὸ ρέμα κατέβαζε τόσο ὁρμητικὰ νερὰ ποὺ φάνταζε ἐμπόδιο ἀνυπέρβλητο. Πλῆθος χωρικῶν κάθονταν στὶς δύο ὄχθες καὶ δὲν περνοῦσαν ἀπὸ φόβο νὰ μὴν πνιγοῦν. Ὁ Κουμπάρης, φθάνοντας στὴν ὄχθη, λέει στὸν ἁμαξά.
-Πέρνα!
Ἐκεῖνος ἀρνεῖται.
-Θὰ πνιγοῦμε! Εἶναι βαθὺ καὶ ὁρμητικό!
Τὸν πίεσε καὶ ξεκίνησαν.
Οἱ χωρικοὶ φώναζαν. Θὰ χαθεῖτε! βγάζει ὁ Κουμπάρης τὴν γούνα καὶ τὸ πανωφόρι του, ἔτσι ὥστε ἂν χρειαστεῖ, νὰ μπορέσει νὰ κολυμπήσει ἐνάντια στὰ ὁρμητικὰ νερά.
Ἡ ἅμαξα πλημμυρίζει. Σηκώνεται ὄρθιος. Τὰ ἄλογα δὲν πατοῦσαν πιά. Ἔπλεαν. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ἅμαξα. Τὸ ρέμα τούς εἶχε παρασύρει. Ὁ ἀμαξὰς χτυποῦσε τὰ ἄλογα καὶ καταριόταν τὸν Κουμπάρη. Ἄνθρωποι εἶχαν μαζευτεῖ τριγύρω νὰ βοηθήσουν. Ὁ Κουμπάρης λέει τότε:
"Σταμάτη ! Μὴ Φοβᾶσαι ! Ἡ Εὐχὴ τῶν ὁμογενῶν σου θὰ σὲ σώσει!"
Ἐν τέλει, τὰ κατάφεραν. Πέρασαν ἀντίκρυ. Ἦταν τόση ἡ λάσπη στὸ δρόμο, πού, μετὰ βίας ἔφθασαν στὴ Ζαστάβα τὰ μεσάνυχτα.
Βρεγμένος, καταπαγωμένος καὶ πεινασμένος, ὁ Κουμπάρης καταφεύγει στὸ σπίτι τοῦ γέροντα Παλατίνου. Τοῦ προσφέρει τσάϊ καὶ ἀμέσως ξεκινάει γιὰ τὴν Ὀδησσό.
Φθάνει ξημερώματα. Ὅλοι κοιμοῦνται. Ὁ ἀδελφός του Ἀλέξανδρος τοῦ δίνει τὸ γράμμα τοῦ ἀδελφοῦ τους Κυριάκου. Τοῦ ζητοῦσε νὰ πάει στὴν Πόλη νὰ πάρει τὴν οἰκογένεια καὶ νὰ τὴν φέρει στὴν Ὀδησσό. Ἀργότερα θὰ ἐρχόταν καὶ ἐκεῖνος. Ἀμέσως ὁ Σταμάτης βγάζει διαβατήριο γιὰ τὴν Πόλη. Ὁ Ἀλέξανδρος τοῦ λέει.
- Ἀποφασίζεις νὰ πᾶς καὶ νὰ κινδυνεύσεις;
-Ναί ! τοῦ ἀπαντᾷ. Κάποιος πρέπει νὰ κινδυνεύσει!
-Μὰ δὲ βλέπεις ὅτι καθημερινῶς ἔρχονται πλοῖα ἀπὸ τὴν Πόλη φορτωμένα ἀπὸ ἀδελφούς μας Ἕλληνες καὶ γυναικόπαιδα ποὺ καταφεύγουν ἐδῶ γιὰ νὰ σωθοῦν;
Ὁ Σταμάτης δὲν ἄκουγε τίποτε.

 Στὸ μεταξὺ ἡ ἕν Ὀδησσῷ Ἐφορία λαμβάνει ἐπιστολὲς ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο Ὑψηλάντη γιὰ νὰ τίς προωθήσει πρὸς τοὺς Ψαριανούς, Ὑδραίους, Σπετσιῶτες καὶ Μωραΐτες στοὺς ὁποίους ἔστελνε τὴν προκήρυξή του. Μαζὶ ἔστελνε καὶ τίς Σημαῖες τῆς Ἐλευθερίας, τυπωμένες σὲ χαρτί. Εἶχε ζωγραφισμένον τὸν Φοίνικα. Τοὺς παρακινοῦσε νὰ λάβουν τὰ ὅπλα κατὰ τοῦ τυράννου γιὰ τὴν Ἐλευθερία τους.
Κανεὶς ὅμως ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες στὴν Ὀδησσὸ δὲν ἀποφάσιζε νὰ τίς μεταφέρει στὴν Κωνσταντινούπολη. Κανένα πλοῖο δὲν ἀποφάσιζε νὰ ἀποπλεύσει γιὰ τὴν Βασιλεύουσα. Κανεὶς πλὴν ἑνὸς Ἄγγλου πλοιάρχου ποὺ εἶχε φορτώσει τὸ πλοῖο του μὲ σιτάρι γιὰ τὸ Λονδῖνο. Ὁ Σταμάτης Κουμπάρης ἦταν ἀποφασισμένος νὰ σώσει τὴν οἰκογένειά του καὶ νὰ πράξει τὰ δέοντα. Δίνει στὸν Ἄγγλο 35 δίστηλα καὶ μπαίνει στὸ καράβι μαζὶ μὲ τὸν Γεώργιο Βλαχαβάρη.

Φίλτατε Ἀναγνώστη.
Ἑλλάδα δίχως ραχοκοκκαλιὰ εὐτολμίας δὲν ὑπάρχει. Οἱ ἥρωες ὅταν λαμβάνουν τὴν Ἀπόφαση ἔχουν βαθειὰ συνείδηση τοῦ Χρέους. Γνωρίζουν ὅτι ἂν τὰ ἰδανικὰ πέσουν σὲ χέρια ἀσυνείδητων καὶ ὑποτακτικῶν, αὐτὸ σημαίνει ἀποτυχία. Ἀλλοίμονο σὲ ἐκεῖνον ποὺ ἐμπιστεύεται τὰ Ἱερὰ καὶ τὰ Ὅσια στοὺς χυδαίους. Ὅποτε συμβαίνει αὐτό, τὰ ἰδανικὰ ἀτιμάζονται. Χάνονται.
Μόλις πάψουμε οἱ Ἕλληνες νὰ ἀναζητοῦμε τὴν τελειότητα τοῦ εἶναι καὶ πράττειν θὰ πάψουμε νὰ ὑπάρχουμε.
Τὸ Ἑλληνικὸ πρότυπο, τὸ διαχρονικὸ πρότυπο, συμπυκνώνεται σὲ τοῦτα ἐδῶ τὰ λόγια:
"Φέρω μάρτυρα τὸν ἀλάνθαστον ὀφθαλμὸν τοῦ Δημιουργοῦ μας, εἰς τὸν ὁποῖον κανεὶς συλλογισμὸς καὶ ἐπιθυμία δὲν εἶναι ἀπόκρυφος, ὅτι ἐπιθυμῶν τῆς ταλαιπώρου Πατρίδος μας καὶ τοῦ δυστυχοῦς Γένους τὴν Ἀνάστασιν, ἐμβαίνω μέλος εἰς αὐτὴν τὴν Ἀδελφότητα.
Ὅτι ἡ ἀφιέρωσίς μου γίνεται, χωρὶς νὰ παρακινηθῶ ἀπὸ καμμίαν ἄλλην αἰτίαν, εἰ μὴ μόνον ἀπὸ ἀληθῆ Πατριωτισμόν, ὅτι ἔδωσα τὸν Ὅρκον μου μὲ ἐλευθέραν θέλησιν, εὑρισκόμενος ὑγιὴς καὶ κατὰ τὸν νοῦν καὶ κατὰ τὸ σῶμα.
Τὸν Ὅρκον τοῦτον ὑπόσχομαι, ὡς τίμιος ἄνθρωπος καὶ ὀμνύω εἰς τὸ πανάγιον καὶ φοβερὸν Ὄνομα τοῦ Θεοῦ, νὰ φυλάξω ἀπαρασάλευτον.
Ἂν ἴσως ποτὲ λησμονήσω τὴν ὑπόσχεσίν μου καὶ δὲν φερθῶ ὡς πιστὸς Πατριώτης καὶ ὡς ἀληθινὸς Ἀφιερωμένος, τὸ μὲν σῶμα μου ἀφήνω εἰς ὅλα τὰ βάσανα καὶ δυστυχίας ταύτης τῆς πρόσκαιρου ζωῆς καὶ τὸν σκληρότατον καὶ ἀτιμότατον θάνατον, νὰ μὴν ἀξιωθῶ ταφῆς καὶ εὐλογίας τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Τὴν δὲ ψυχήν μου παραδίδω δι' αἰώνιον κόλασιν εἰς τὰς χεῖρας τῶν δαιμόνων, τῶν ἐχθρῶν τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἱερᾶς Πίστεώς μας. Καὶ τὸ ὄνομά μου νὰ γίνῃ τὸ ὄνομα τῆς κατάρας καὶ τοῦ ἀναθέματος.
Σὺ λοιπόν, Ἀδελφέ, δέξου τὴν ἀφιέρωσίν μου, τὴν ὁποίαν τώρα καὶ διὰ πάντα προσφέρω εἰς τὸ Γένος μου διὰ τὴν Ἐλευθερίαν του.
Δέξου μὲ Ἀδελφὸν Ἀφιερωμένον εἰς αὐτὸν τὸν Ἱερὸν Δεσμόν."

Ἔτος 2024. Παραμονή τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ὁ Ὅρκος ἐμφυσᾶ τὸ ἀρχέγονο γιὰ τὴν Ἐλευθερία πάθος. Ἡ Ἰδέα μετατρέπει τὸ Φρόνημα σὲ Πράξη.
Εὐκαιρία γιά περισυλλογή, μὲ ταπείνωση.
Ὀρθῶς τε καὶ καλῶς πράττοντας.
-------------
Μὲ Ἀγάπη καὶ Σεβασμό,
Ἰωάννα Γ. Καραγκιούλογλου
23 Μαρτίου 2024

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου