Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Παρά τις αδυναμίες της μεταδίδει, έστω και κατά προσέγγιση, το πνεύμα και το μέγεθος του Ιωάννη Καποδίστρια.

 «Ο αγώνας ανάμεσα στον Καποδίστρια και σε μένα μοιάζει με αγώνα ανάμεσα σε μία θετική και μία αρνητική δύναμη… Ο μόνος αντίπαλος που δύσκολα ηττάται είναι ο απόλυτα έντιμος άνθρωπος, και τέτοιος είναι ο Καποδίστριας»

~Κλέμενς Φον Μέττερνιχ~

Τα λόγια αυτά του Μέττερνιχ, δεν αποτελούν απλώς μια ιστορική μαρτυρία προσωπικής αντιπαλότητας αλλά είναι έστω και ακούσια μια περίτρανη ομολογία θαυμασμού. Διότι σπάνια στην ιστορία συμβαίνει ένας από τους ισχυρότερους άνδρες της Ευρώπης να αναγνωρίζει ότι ο πιο επικίνδυνος αντίπαλός του δεν είναι ένας στρατός ή μια αυτοκρατορία, αλλά ένας απολύτως έντιμος άνθρωπος. Και αυτή ακριβώς η αναγνώριση αποτυπώνει το πραγματικό μέγεθος του Ιωάννη Καποδίστρια ενός ηγέτη που τον σέβονταν και τον φοβούνταν ακόμη και οι μεγαλύτεροι εχθροί του.

Με αυτά τα λόγια στο μυαλό μπήκα ανήμερα Πρωτοχρονιάς στην κινηματογραφική αίθουσα, μαζί με την οικογένειά μου, για να δω την πολυσυζητημένη ταινία «Καποδίστριας». Και θέλω να το δηλώσω εξαρχής, καθαρά και χωρίς αστερίσκους ήμουν από εκείνους που στήριξαν και προώθησαν αυτή την κινηματογραφική προσπάθεια του Σμαραγδή με τον πιο εμφατικό τρόπο. Γιατί θεωρώ πολύτιμο κάθε εγχείρημα που επιχειρεί να φέρει στο προσκήνιο μορφές όπως ο Ιωάννης Καποδίστριας. Ωστόσο, ακριβώς επειδή η πρόθεση είναι σοβαρή και το εγχείρημα σημαντικό, ως άνθρωπος ειλικρινής απέναντι σε όσους ζήτησαν την κριτική μου αλλά κυρίως συνεπής στον εαυτό μου αισθάνομαι την υποχρέωση να επισημάνω και τις αστοχίες.

Θα ξεκινήσω με κάτι δίκαιο και κατανοητό πιστεύω για όλους,καμία ταινία διάρκειας δύο ωρών δεν μπορεί να χωρέσει την πολυσχιδή και γιγαντιαία προσωπικότητα του Ιωάννη Καποδίστρια. Τον διεθνή διπλωμάτη της Ρωσίας, τον συνδιαμορφωτή της ελβετικής ουδετερότητας, τον πολιτικό στοχαστή και, τέλος, τον Κυβερνήτη μιας χώρας κατεστραμμένης, διχασμένης και συχνά εχθρικής ακόμη και προς τον ίδιο της τον σωτήρα. Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι η πληρότητα αλλά η εστίαση.

Δυστυχώς εδώ ακριβώς κατά την ταπεινή μου γνώμη εντοπίζεται μία από τις βασικές αδυναμίες της ταινίας. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Καποδίστρια με τη Ρωξάνδρα Στούρτζα, υπαρκτός ιστορικά και βαθιά ανθρώπινα συγκινητικός, καταλαμβάνει δυσανάλογο αφηγηματικό χώρο. Δεν είναι ότι δεν έχει θέση αλλά ότι επανέρχεται ξανά και ξανά(7-8 σκηνές που έκοβαν την ροή της ταινίας), στερώντας χρόνο από την πιο καθοριστική περίοδο της ζωής του, δηλαδή τα έτη 1827–1831 τα οποία αποτέλεσαν μια πραγματική κοσμογονία για το Ελληνικό κράτος που βρισκόταν στα σπάργανα του. Εκείνα τα χρόνια όπου ο Καποδίστριας, με κόπους και βασάνους, έθεσε τα θεμέλια της σύγχρονης Ελλάδας. Διοίκηση, παιδεία, νόμισμα, θεσμοί, κράτος δικαίου όλα χτισμένα μέσα σε εχθρικό περιβάλλον, με εσωτερικούς αντιπάλους και ασφυκτικές εξωτερικές πιέσεις.

Στην ίδια λογική κινείται και ο φανταστικός χαρακτήρας του Καλογέρου, ο οποίος τον ακολούθησε από την γενέτειρα του την Κέρκυρα από νεαρή ηλικία λειτουργώντας ως σκιά του Καποδίστρια και επεξηγώντας διαρκώς τα τεκταινόμενα, σε εξαντλητικό ρυθμό. Η πρόθεση είναι σαφής να βοηθηθεί ο ανυποψίαστος θεατής. Ωστόσο, σε αρκετά σημεία, η παρουσία του γίνεται ενοχλητική, αφαιρώντας από τη δύναμη της εικόνας και της σιωπής. Ακόμη και τα μικρά παιδιά μου σχολίασαν ότι τους φαινόταν περιττός έως κουραστικός. Ο Καποδίστριας είναι μια προσωπικότητα που δεν χρειάζεται διαρκή λεκτική ερμηνεία αλλά χρειάζεται χώρο να σταθεί μόνος του.

Για τις σκηνές δράσης (στην ουσία μία που δεν χρήζει περαιτέρω κριτικής)δεν θα σταθώ στο χαμηλό μπάτζετ. Είναι δεδομένο και, σε μεγάλο βαθμό, αναπόφευκτο. Εκεί όμως που το μπάτζετ δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία είναι σε ορισμένες αδύναμες ερμηνείες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Γεώργιο Κουντουριώτη τον οποίο αναπαριστά(και όχι ενσαρκώνει)στα όρια του γραφικού ο Παύλος Κοντογιαννίδης, οι οποίες αποδυναμώνουν τη δραματική ένταση και τη σοβαρότητα των ιστορικών στιγμών.

Υπάρχει, ωστόσο, και ένα ακόμη σημείο προς το τέλος της ταινίας που με ξένισε βαθιά. Η επιλογή να παρουσιαστεί ο Ιωάννης Καποδίστριας να ζητά χρησμό από κάποιον μάντη με το όνομα Έλενος, σε μια προφανή αλλά αμήχανη απόπειρα συσχέτισης με τον μυθικό Σκαμάνδριο-Έλενο, γιο του Πριάμου, δεν μπορώ να καταλάβω τι ακριβώς εξυπηρετεί. Η σύνδεση αυτή, όσο συμβολική κι αν επιχειρεί να είναι, μοιάζει ανώφελη και, το κυριότερο, αντιφατική προς ολόκληρη τη στάση ζωής και σκέψης του Καποδίστρια.

Ένας άνθρωπος βαθιά ορθολογικός, αυστηρός, εμποτισμένος με την έννοια του καθήκοντος και της θείας πρόνοιας όχι με μαντείες και χρησμούς δεν έχει ανάγκη από τέτοιες μυθολογικές υπεκφυγές, και σίγουρα όχι λίγο πριν το κλείσιμο της αφήγησης.Αντί αυτής της σκηνής, η ταινία θα μπορούσε να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην τελευταία του πορεία και να την παρουσιάσει πιο ρεαλιστικά και ιστορικά φορτισμένη. Να αναδείξει, για παράδειγμα, τον περίφημο διάλογο με τον μονόχειρα και μονόφθαλμο Κρητικό σωματοφύλακά του, τον Γεώργιο Κοζώνη μια μορφή που δυστυχώς απουσιάζει πλήρως από την ταινία, έχοντας καταχρηστικά αντικατασταθεί από τον υποβολέα Καλόγερο που αναφέρω παραπάνω. Τη στιγμή που ο Κοζώνης τον προειδοποιεί ότι «του την έχουν στημένη» και εκείνος απαντά πως δεν πρόκειται να χάσει δεύτερη κυριακάτικη λειτουργία και ότι ό,τι είναι να συμβεί θα είναι θέλημα Θεού. Εκεί, χωρίς χρησμούς και συμβολισμούς, βρίσκεται όλη η τραγική αξιοπρέπεια του Καποδίστρια. Όχι στη μαντεία, αλλά στο θυσιαστικό του πνεύμα και στη συνειδητή αποδοχή της μοίρας του.

Παρόλαυτα, παρά τις όποιες αδυναμίες της, η ταινία πετυχαίνει κάτι καθοριστικό μεταδίδει, έστω και κατά προσέγγιση, το πνεύμα και το μέγεθος του Ιωάννη Καποδίστρια. Και σε αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό η συγκλονιστική ερμηνεία του Αντώνη Μυριαγκού, που κουβαλά την ταινία στους ώμους του με απόλυτη φυσικότητα. Με εσωτερικότητα και μέτρο, χωρίς θεατρινισμούς, δίνει έναν Καποδίστρια αυστηρό, σιωπηλό, βαθιά μόνο και διαρκώς επιβαρυμένο από το βάρος του καθήκοντος. Δεν επιδιώκει να επιβληθεί στον θεατή αλλά αφήνει τον χαρακτήρα(παρά τα εμπόδια που ίσως άθελα του βάζει ο σκηνοθέτης)να υπάρξει και να μιλήσει από μόνος του.

 Σε μια ταινία με περιορισμένα μέσα, αυτή η υποκριτική ακρίβεια προσδίδει βαρύτητα και συνοχή, δίνοντας υπόσταση ακόμη και σε σκηνές που διαφορετικά θα έμοιαζαν ατελείς. Ο Μυριαγκός δεν «ερμηνεύει» απλώς τον ρόλο αλλά τον φέρνει βαθιά μέσα του, και η παρουσία του γίνεται ο πυλώνας πάνω στον οποίο στηρίζεται όλη η αφήγηση.

Έτσι ενα παιδί δέκα ετών, ένας νέος ή ακόμη και ένας ενήλικας που δεν έχει ανοίξει ποτέ βιβλίο ιστορίας μπορεί έστω και επιδερμικά να αντιληφθεί ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος ακέραιος, αυστηρός, βαθιά μόνος και αφοσιωμένος στο καθήκον μέχρι αυτοθυσίας.Ακόμη και ένας θεατής από άλλη χώρα(γεγονός σημαντικό σε περίπτωση που παίξει και στο εξωτερικό), χωρίς να γνωρίζει την ελληνική ιστορία, μπορεί να καταλάβει αμέσως ότι παρακολουθεί όχι απλώς τη βιογραφία ενός εθνικού ηγέτη, αλλά τη ζωή ενός ανθρώπου του οποίου το πνεύμα και η ακεραιότητα τον καθιστούν παράδειγμα ηγεσίας, θάρρους και αδιάπτωτης προσήλωσης στο κοινό καλό. Αυτό το πνεύμα, που διαπερνά κάθε σκηνή, φαίνεται και στο τέλος της ταινίας, όταν συνέβη κάτι μοναδικό για κινηματογραφική αίθουσα όπου μεγάλο μέρος του κοινού ξέσπασε σε αυθόρμητο χειροκρότημα.
Όχι βέβαια για την κινηματογραφική αρτιότητα ή για την πλήρη ιστορική καταγραφή αλλά το χειροκρότημα αφορούσε ξεκάθαρα το μήνυμα, το μέγεθος του Ιωάννη Καποδίστρια. Την υπενθύμιση ότι υπήρξε ένας ηγέτης που έβαλε το κοινό καλό πάνω από τον εαυτό του και πλήρωσε το τίμημα.

Και ακριβώς εδώ αναδεικνύεται το βαθύτερο νόημα αν μια ταινία με περιορισμένα μέσα κατάφερε να προκαλέσει τόσο μεγάλο δημόσιο διάλογο και να επαναφέρει τον Ιωάννη Καποδίστρια στο προσκήνιο, τότε το ερώτημα δεν αφορά μόνο τον κινηματογράφο. Αφορά το ίδιο το ελληνικό κράτος, τις επιλογές και τις δυνατότητές του. Ίσως γι’ αυτό ο Ιωάννης Καποδίστριας παραμένει τόσο επίκαιρος και, ταυτόχρονα, τόσο ενοχλητικός όχι επειδή ανήκει στο παρελθόν, αλλά επειδή εξακολουθεί να μας θέτει ένα αμείλικτο ερώτημα αν θα μπορούσαμε σήμερα να αντέξουμε ξανά έναν τέτοιο έντιμο άνθρωπο.

Στυλ. Καβάζης
Υ.Γ. Και κάτι ακόμη που ίσως να είναι το πιο σημαντικό, με όλα τα λάθη και τις αδυναμίες της, η ταινία κατάφερε κάτι πολύ σημαντικό να γίνει αφορμή για διάλογο. Μετά την προβολή, ήταν εμφανές πως οικογένειες, νεαρά ζευγάρια, ακόμη και άτομα που σπάνια ασχολούνται με ιστορικά θέματα, συζητούσαν μεταξύ τους όχι για σκάνδαλα, πολιτικά παιχνίδια ή τη σύγχρονη σαπίλα της πολιτικής σκηνής, αλλά για έναν από τους σπουδαιότερους Έλληνες ηγέτες, για την ακεραιότητα και την προσφορά του. Και αυτό είναι ίσως το πιο θετικό μήνυμα ότι ακόμη και μια ταινία με τις οποίες αστοχίες της μπορεί να λειτουργήσει ως αφετηρία, ως κίνητρο να ανοίξουμε βιβλία, να ψάξουμε περισσότερο, να εμβαθύνουμε στην ιστορία και να κατανοήσουμε καλύτερα το μέγεθος ενός ανθρώπου που έθεσε το κοινό καλό πάνω από τον εαυτό του
.

πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου