«Ὅταν ἄρχισαν νά φθάνουν στή Στιμάγκα καθημερινά κρατούμενοι, νά κλείνονται στό σχολεῖο καί μετά νά ὁδηγοῦνται στό Καμάρι γιά σφαγή, ἕνας πού ἐξανέστη καί ἄρχισε νά καλεῖ δημόσια τά στελέχη τοῦ ΕΑΜ νά συνετιστοῦν καί νά σταματήσουν αὐτήν τήν ἀπαράδεκτη κατάσταση, ἦταν ὁ ἱερέας τοῦ χωριοῦ, ὁ πατέρας μου Νικόλαος Μπερτσεκᾶς.
Ὁ πατέρας μου εἶχε ζήσει 8 χρόνια στήν Ἀμερική. Ὅταν γύρισε διορίστηκε δάσκαλος στό Ἑλληνοχώρι, ἀλλά ὁ Μητροπολίτης Κορίνθου τόν ἔπεισε νά γίνει παπάς. Πῆγε στήν Ἱερατική Σχολή στήν Τρίπολη, χειροτονήθηκε παπάς καί ἦρθε ἐδῶ στή Στιμάγκα. Στήν πείνα τῆς Κατοχῆς ἔτρεχε παντοῦ νά βρεῖ τρόφιμα γιά συσσίτια γιά τά παιδιά τοῦ χωριοῦ. Πήγαινε καί ζητιάνευε, στήν Κόρινθο στόν ἔπαρχο Πανούση, στή Μητρόπολη στόν Δεσπότη, καί σέ ἄλλους.
«Πεινάει τό ποίμνιό μου!», ἔλεγε.
Ὅταν ἄρχισαν ἐδῶ οἱ σφαγές δέν μποροῦσε νά τό χωρέσει ἡ ψυχή του. Μιά ἡμέρα, κάτω ἀπό τό σπίτι μας βρῆκε μιά πλάτη ἀνθρώπου καί τήν ἔτρωγαν τά σκυλιά. Τήν πῆρε καί τήν ἔθαψε καί μετά ἦρθε μέσα στό σπίτι καί ἔκλαιγε. Ἔλεγε: «ἐγκληματίες, ἐγκληματίες, σφάζετε τούς χριστιανούς!». Τό εἶπε καί στήν ἐκκλησία καί τόν ἄκουσε ὁ δάσκαλος τοῦ χωριοῦ ὁ Ποῦλος, ἕνας κομμουνιστής ἀπό τίς Κρῆνες, ὁ ὁποῖος ἐκείνη τήν ἡμέρα καθόταν στόν Δεσποτικό θρόνο.
Ὁ πατέρας μου τόν κάκισε:
- «Κατέβα ἀπό ἐκεῖ, δέν εἶναι ἡ θέση σου ἐκεῖ. Σφάζετε τούς ἀνθρώπους καί τούς πετᾶτε καί τούς τρῶνε τά σκυλιά. Γιατί τά κάνετε αὐτά; ».
Ὁ Ποῦλος τοῦ εἶπε:
- «Παπά πρόσεχε, γιατί ἄλλη Κυριακή δέν πρόκειται νά λειτουργήσεις!».
Ὅταν ἦρθε στό σπίτι, μοῦ εἶπε:
- «Κικίτσα μου, ἔλα δῶ νά σοῦ πῶ. Ἐμένα θά μέ σκοτώσουνε!».
- «Πατέρα φύγε, πήγαινε στή Μητρόπολη».
- «Παιδί μου δέν προλαβαίνω πιά. Ἄν φύγω θά σκοτώσουν ὅλους ἐσᾶς». (σ.σ. γνώριζε την Αρχή της Οικογενειακής Ευθύνης ο ιερέας)
Ἐκείνη τή χρονιά τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἦταν Σάββατο καί λειτούργησε στό ἐξωκκλήσι τῆς Εὐαγγελίστριας, μίλησε μετά καί εἶχε πεῖ:
- «Ζήτω τό Ἔθνος», «Ζήτω ὁ Στρατός!»..
Τήν Κυριακή, στίς 26 Μαρτίου τοῦ 1944, λειτούργησε κανονικά στό χωριό. Τό βράδυ εἶχε πάει στό σπίτι τοῦ Μπακόγιαννη νά βαφτίσει ἕνα παιδάκι τοῦ Κώστα Κούμπουλα. Αὐτοί, οἱ Στιμαγκιῶτες κομμουνιστές εἴχανε πιάσει τά στενά γύρω ἀπό τό σπίτι, τόν παρακολουθούσανε μέ τά φανάρια, ὅπως πιάσανε τόν Χριστό. Τόν πήρανε ἀμέσως. Εἶχαν πιάσει μαζί ἕνα ἡλικιωμένο ζευγάρι, τούς Κωνσταντίνου (ἤ Κιτσαλιά) καί δυό ἀκόμη, τόν Δημήτρη Κουμπή καί τόν Μῆτσο Στρίγκα. Τούς δυό τελευταίους τούς εἶχαν μαζί τους γιά παραπλάνηση, ἦταν φίλοι τους. Τήν (Εὐγενία) Κωνσταντίνου τή σφάξανε ἐδῶ κοντά, στό Λυκόρεμα πού τό λένε.
Τώρα τελευταῖα ἔμαθα κάτι γιά τόν πατέρα μου ἀπό ἕναν ἀπό δῶ, τόν Στάθη Φίλιππα, πού εἶχε ἀφήσει ἐντολή στή γυναίκα του νά μοῦ τό πεῖ ὅταν αὐτός πεθάνει. Ὅταν τόν βγάλανε ἀπό τό χωριό, ἐκεῖ πού χωρίζει ὁ δρόμος γιά τή Νεμέα καί κατάλαβε γιατί τόν πιάσανε, εἶπε σ᾽ αὐτόν τόν ἄθλιο τόν ἀντάρτη πού τόν πήγαινε:
- «Ἀφησέ με νά προσευχηθῶ!».
Γονάτισε κάτω ὁ παπάς καί εἶπε:
«Ἅγιέ μου Γεώργιε, συγχώρεσε μέ! Δέν μέ ἄφησαν οἱ κακοῦργοι νά σέ ὑπηρετήσω! Ἡ Στιμάγκα, τήν κατάρα μου νά ἔχει! Παπάς νά μήν στεριώσει στό χωριό αὐτό! Τί τούς ἔκανα γιά νά μέ σκοτώσουν, γύριζα καί ζητιάνευα νά ταΐσω τά παιδιά τους καί τούς ἴδιους!».
Αὐτός ὁ Στάθης πήγαινε κρυφά ἀπό κοντά νά δεῖ τί θά κάνουν στόν παπά, δέν ἦταν μαζί τους.
Τόν πατέρα μου τόν πήγαινε ἕνας ἀντάρτης ξένος, δέν ἦταν ἀπό δῶ, δέν μάθαμε τό ὄνομά του. Ἔφθασαν στήν τοποθεσία Ψώρα, σέ κάτι καλύβια κι ἐκεῖ σταμάτησαν καί κοιμήθηκαν οἱ κρατούμενοι μέ τόν ἀντάρτη. Ἐκεῖ μάθαμε ὅτι ὁ Κουμπῆς μέ τόν Στρίγκα ἔλεγαν στόν πατέρα μου, «Ἔλα νά σκοτώσουμε τόν ἀντάρτη καί νά φύγουμε», ἀλλά ὁ πατέρας μου ἀρνήθηκε.
Τήν ἄλλη μέρα προχώρησαν καί ἔφθασαν στό Καλιάνι. Ἐκεῖ σφάξανε τόν (Χρῆστο) Κωνσταντίνου καί ἀφήσανε τόν Κουμπή καί τόν Στρίγκα.
Τόν πατέρα μου, ὅπως μᾶς εἶπε μετά ὁ παπάς τοῦ Καλιανιοῦ, τόν παρέλαβε ἀπό τόν ἀντάρτη πού τόν πῆγε, ὁ δικηγόρος ὁ Γιαμπουράνης ἀπό τήν Κόρινθο. Ἦταν περιφερειακός ὑπεύθυνος, ἔλεγαν τότε. Τοῦ πῆρε τό καλιμαύχι, τό πέταξε κάτω καί τό πάτησε.
- «Τί σοῦ ἔκανα βρέ κατάραμένε καί μοῦ φέρεσαι ἔτσι;», τοῦ λέει ὁ πατέρας μου. Ὁ Γιαμπουράνης πῆρε τότε ἕνα καδρόνι καί τόν χτύπησε στό κεφάλι καί λιποθύμησε κι ἔπεσε κάτω. Αὐτά τά μάθαμε ἀπό τόν ἱερέα τοῦ χωριοῦ, ὅταν πήγαμε ἀργότερα καί πήραμε ληξιαρχική πράξη θανάτου. Τόν βασάνισαν πολύ στό Καλιάνι, τοῦ ἔβγαλαν τά νύχια ἀπό τά χέρια καί τά πόδια, τοῦ ἔβγαλαν τά γένια ὅλα τρίχα-τρίχα, τόν ἔγδυσαν, τόν ξυπόλησαν..."
- Ποῦ ἀκριβῶς ἔγιναν αὐτά στόν πατέρα σας;
"- Στό Καλιάνι, μέσα στό χωριό. Εἶναι ἀκόμα ἐκεῖνο τό σπιτάκι πού τόν κρατοῦσαν καί τόν βασάνιζαν. Εἶχα πάει μιά χρονιά στό Μοναστήρι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς πού εἶναι σέ ἕνα βράχο πάνω ἀπό τό χωριό καί μοῦ τό ἔδειξε ἡ ἡγουμένη του. Εἶχε πάει αὐτή νά δώσει φαγητό στόν πατέρα μου, ἀλλά ὁ ἀντάρτης πού τόν φύλαγε τήν ἔδιωξε.. Ἐκεῖ στό Καλιάνι τόν κράτησαν δυό ἡμέρες. Καί πίστευε ὁ δόλιος ὁ πατέρας μου ὅτι θά πάει κόσμος ἀπό δῶ τό χωριό νά τόν γλυτώσει. Ἀλλά ἐδῶ οἱ κομμουνιστές δέν ἄφηναν κανέναν νά βγεῖ ἀπό τό χωριό ἐκεῖνες τίς ἡμέρες, γιά νά μή ζητήσουν βοήθεια.
Τήν Τρίτη ἡμέρα τόν πῆραν καί τόν πῆγαν σέ μιά περιοχή πέρα πρός τή Στυμφαλία, στό Σούρι, σ᾽ ἕνα ρεματάκι, ὅπως μοῦ εἶπε ἐμένα μιά γυναίκα βοσκός πού ἦταν ἐκεῖ κοντά καί τά εἶδε ὅλα. Τόν ἔσφαξαν, τοῦ ἔκοψαν τό κεφάλι καί τό ἔχτισαν σ᾽ ἕναν τοῖχο. Τό σῶμα τό ἄφησαν ἄταφο, τό πέταξαν... Στούς σφαγεῖς μάθαμε ὅτι ἦταν κι ἕνας Βαγγέλης Βλάχος ἀπό τή Λέριζα. Ἀπό τό σῶμα δέν βρήκαμε τίποτα νά θάψουμε. Ἀπό τό κεφάλι βρέθηκε ἕνα κόκκαλο ἀπό τό σαγόνι του καί τό φυλᾶνε στόν Ἅγιο Ἀθανάσιο στήν Πουλίτσα Κορινθίας. Αὐτά τράβηξε ὁ πατέρας μου, ὁ παπάς ἐδῶ τῆς Στιμάγκας γιατί ἦταν πατριώτης καί τούς μάλωσε πού σκότωναν τούς ἀνθρώπους.
Ἐμεῖς περιμέναμε ὅλη τή νύχτα νά γυρίσει ὁ πατέρας μου, ἀλλά τιποτε. Τό πρωί πῆγε ἡ μητέρα μου σ᾽ ἕναν ὑπεύθυνο ἐδῶ, τόν Γιάννη Θεοδώρου καί τοῦ λέει:
- «Γιάννη μου, ποῦ εἶναι ὁ παπάς μου; Γιατί δέν ἦρθε στό σπίτι ἀπόψε;».
- «Φύγε ἀπό δῶ, πού μέ ρωτᾶς γιά ἕναν προδότη!».
Φεύγει ἡ μητέρα μου κλαίγοντας καί πηγαίνει σ᾽ ἕναν ἄλλο ὑπεύθυνο, τόν Λιά Τρωγάδη καί τοῦ λέει:
- «Λιάκο μου, ποῦ εἶναι ὁ παπάς; Τί τοῦ κάνατε;».
- «Τώρα παπαδιά, ὁ παπάς εἶναι στόν οὐρανό!»
Πέρασαν ἡμέρες καί δέν εἴχαμε μάθει ἀκόμη τίποτε σίγουρο γιά τόν πατέρα μου. Ἡ μητέρα μου ρώταγε ὅποιον μποροῦσε ἀπ᾽ αὐτούς, ἀλλά δέν τῆς λέγανε τίποτε.
Λέει σ᾽ ἕναν ἀντάρτη ἡ μητέρα μου: - «Βρέ παιδί μου, πού τόν ἔχετε τόν παπά μου, νά τοῦ στείλω τά ροῦχα του νά ἀλλάξει;».
Καί αὐτός τῆς ἀπαντάει: - «Τόν ἔχουμε στόν λάκκο αἰωνίας!».
Οἱ κακοῦργοι μᾶς εἰρωνεύονταν κι ἀπό πάνω...
Δέν πέρασαν πολλές ἡμέρες καί ἦρθαν καί μᾶς ἔβγαλαν ἀπό τό ἐπάνω πάτωμα τοῦ σπιτιοῦ μας. Τό ἔκαναν γραφεῖο τους καί νά κοιμοῦνται. Ἐμεῖς ὅλοι μέναμε πιά στό κατώι. Ἡ μητέρα μου, τά τρία κορίτσια καί ὁ μικρός ἀδερφός μου. Τά δυό μεγαλύτερα ἀδέρφια μου, ὁ δάσκαλος καί ὁ δικηγόρος, εἶχαν φύγει, κρύβονταν. Μετά ἀπό καιρό, ἦρθε μιά νύχτα ἕνας ἀντάρτης μέ ἕνα αὐτόματο καί ζήταγε ἀπό τή μητέρα μου νά βγοῦμε ἀπό τό σπίτι, ὅτι δῆθεν ἐρχόντανε οἱ Γερμανοί. Ἡ μητέρα μου ἀρνήθηκε καί τελικά ἔφυγε ὁ ἀντάρτης. Φαίνεται ὅτι ἤθελαν μόνο νά κάνουν πλιάτσικο στό σπίτι. Σηκώθηκε τό πρωί ἡ μητέρα μου καί πῆγε πάλι στόν ὑπεύθυνο, τόν Γιάννη Θεοδώρου καί τοῦ λέει:
- «Ρέ Γιάννη, δέν ντρέπεσθε καθόλου; Τί σᾶς ἔχουμε κάνει; Μοῦ σκοτώσατε τόν παπά καί τώρα ἀπειλεῖτε καί μένα καί τά παιδιά μου;».
Μᾶς ἄφησαν πιά.
Ἦρθαν καί τά Τάγματα Ασφαλείας ἀπό τήν Κόρινθο καί ἔλεγαν στή μητέρα μου νά φύγουμε νά πᾶμε στήν Κόρινθο, ἀλλά ἐκείνη πάλι ἀρνήθηκε.
- «Δέν φεύγω ἀπό τό σπίτι μου», ἔλεγε. «Μοῦ σκότωσαν τόν παπά, τί ἄλλο νά μοῦ κάνουν!». [...]
Αὐτός ὁ Στάθης πήγαινε κρυφά ἀπό κοντά νά δεῖ τί θά κάνουν στόν παπά, δέν ἦταν μαζί τους.
Τόν πατέρα μου τόν πήγαινε ἕνας ἀντάρτης ξένος, δέν ἦταν ἀπό δῶ, δέν μάθαμε τό ὄνομά του. Ἔφθασαν στήν τοποθεσία Ψώρα, σέ κάτι καλύβια κι ἐκεῖ σταμάτησαν καί κοιμήθηκαν οἱ κρατούμενοι μέ τόν ἀντάρτη. Ἐκεῖ μάθαμε ὅτι ὁ Κουμπῆς μέ τόν Στρίγκα ἔλεγαν στόν πατέρα μου, «Ἔλα νά σκοτώσουμε τόν ἀντάρτη καί νά φύγουμε», ἀλλά ὁ πατέρας μου ἀρνήθηκε.
Τήν ἄλλη μέρα προχώρησαν καί ἔφθασαν στό Καλιάνι. Ἐκεῖ σφάξανε τόν (Χρῆστο) Κωνσταντίνου καί ἀφήσανε τόν Κουμπή καί τόν Στρίγκα.
Τόν πατέρα μου, ὅπως μᾶς εἶπε μετά ὁ παπάς τοῦ Καλιανιοῦ, τόν παρέλαβε ἀπό τόν ἀντάρτη πού τόν πῆγε, ὁ δικηγόρος ὁ Γιαμπουράνης ἀπό τήν Κόρινθο. Ἦταν περιφερειακός ὑπεύθυνος, ἔλεγαν τότε. Τοῦ πῆρε τό καλιμαύχι, τό πέταξε κάτω καί τό πάτησε.
- «Τί σοῦ ἔκανα βρέ κατάραμένε καί μοῦ φέρεσαι ἔτσι;», τοῦ λέει ὁ πατέρας μου. Ὁ Γιαμπουράνης πῆρε τότε ἕνα καδρόνι καί τόν χτύπησε στό κεφάλι καί λιποθύμησε κι ἔπεσε κάτω. Αὐτά τά μάθαμε ἀπό τόν ἱερέα τοῦ χωριοῦ, ὅταν πήγαμε ἀργότερα καί πήραμε ληξιαρχική πράξη θανάτου. Τόν βασάνισαν πολύ στό Καλιάνι, τοῦ ἔβγαλαν τά νύχια ἀπό τά χέρια καί τά πόδια, τοῦ ἔβγαλαν τά γένια ὅλα τρίχα-τρίχα, τόν ἔγδυσαν, τόν ξυπόλησαν..."
- Ποῦ ἀκριβῶς ἔγιναν αὐτά στόν πατέρα σας;
"- Στό Καλιάνι, μέσα στό χωριό. Εἶναι ἀκόμα ἐκεῖνο τό σπιτάκι πού τόν κρατοῦσαν καί τόν βασάνιζαν. Εἶχα πάει μιά χρονιά στό Μοναστήρι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς πού εἶναι σέ ἕνα βράχο πάνω ἀπό τό χωριό καί μοῦ τό ἔδειξε ἡ ἡγουμένη του. Εἶχε πάει αὐτή νά δώσει φαγητό στόν πατέρα μου, ἀλλά ὁ ἀντάρτης πού τόν φύλαγε τήν ἔδιωξε.. Ἐκεῖ στό Καλιάνι τόν κράτησαν δυό ἡμέρες. Καί πίστευε ὁ δόλιος ὁ πατέρας μου ὅτι θά πάει κόσμος ἀπό δῶ τό χωριό νά τόν γλυτώσει. Ἀλλά ἐδῶ οἱ κομμουνιστές δέν ἄφηναν κανέναν νά βγεῖ ἀπό τό χωριό ἐκεῖνες τίς ἡμέρες, γιά νά μή ζητήσουν βοήθεια.
Τήν Τρίτη ἡμέρα τόν πῆραν καί τόν πῆγαν σέ μιά περιοχή πέρα πρός τή Στυμφαλία, στό Σούρι, σ᾽ ἕνα ρεματάκι, ὅπως μοῦ εἶπε ἐμένα μιά γυναίκα βοσκός πού ἦταν ἐκεῖ κοντά καί τά εἶδε ὅλα. Τόν ἔσφαξαν, τοῦ ἔκοψαν τό κεφάλι καί τό ἔχτισαν σ᾽ ἕναν τοῖχο. Τό σῶμα τό ἄφησαν ἄταφο, τό πέταξαν... Στούς σφαγεῖς μάθαμε ὅτι ἦταν κι ἕνας Βαγγέλης Βλάχος ἀπό τή Λέριζα. Ἀπό τό σῶμα δέν βρήκαμε τίποτα νά θάψουμε. Ἀπό τό κεφάλι βρέθηκε ἕνα κόκκαλο ἀπό τό σαγόνι του καί τό φυλᾶνε στόν Ἅγιο Ἀθανάσιο στήν Πουλίτσα Κορινθίας. Αὐτά τράβηξε ὁ πατέρας μου, ὁ παπάς ἐδῶ τῆς Στιμάγκας γιατί ἦταν πατριώτης καί τούς μάλωσε πού σκότωναν τούς ἀνθρώπους.
Ἐμεῖς περιμέναμε ὅλη τή νύχτα νά γυρίσει ὁ πατέρας μου, ἀλλά τιποτε. Τό πρωί πῆγε ἡ μητέρα μου σ᾽ ἕναν ὑπεύθυνο ἐδῶ, τόν Γιάννη Θεοδώρου καί τοῦ λέει:
- «Γιάννη μου, ποῦ εἶναι ὁ παπάς μου; Γιατί δέν ἦρθε στό σπίτι ἀπόψε;».
- «Φύγε ἀπό δῶ, πού μέ ρωτᾶς γιά ἕναν προδότη!».
Φεύγει ἡ μητέρα μου κλαίγοντας καί πηγαίνει σ᾽ ἕναν ἄλλο ὑπεύθυνο, τόν Λιά Τρωγάδη καί τοῦ λέει:
- «Λιάκο μου, ποῦ εἶναι ὁ παπάς; Τί τοῦ κάνατε;».
- «Τώρα παπαδιά, ὁ παπάς εἶναι στόν οὐρανό!»
Πέρασαν ἡμέρες καί δέν εἴχαμε μάθει ἀκόμη τίποτε σίγουρο γιά τόν πατέρα μου. Ἡ μητέρα μου ρώταγε ὅποιον μποροῦσε ἀπ᾽ αὐτούς, ἀλλά δέν τῆς λέγανε τίποτε.
Λέει σ᾽ ἕναν ἀντάρτη ἡ μητέρα μου: - «Βρέ παιδί μου, πού τόν ἔχετε τόν παπά μου, νά τοῦ στείλω τά ροῦχα του νά ἀλλάξει;».
Καί αὐτός τῆς ἀπαντάει: - «Τόν ἔχουμε στόν λάκκο αἰωνίας!».
Οἱ κακοῦργοι μᾶς εἰρωνεύονταν κι ἀπό πάνω...
Δέν πέρασαν πολλές ἡμέρες καί ἦρθαν καί μᾶς ἔβγαλαν ἀπό τό ἐπάνω πάτωμα τοῦ σπιτιοῦ μας. Τό ἔκαναν γραφεῖο τους καί νά κοιμοῦνται. Ἐμεῖς ὅλοι μέναμε πιά στό κατώι. Ἡ μητέρα μου, τά τρία κορίτσια καί ὁ μικρός ἀδερφός μου. Τά δυό μεγαλύτερα ἀδέρφια μου, ὁ δάσκαλος καί ὁ δικηγόρος, εἶχαν φύγει, κρύβονταν. Μετά ἀπό καιρό, ἦρθε μιά νύχτα ἕνας ἀντάρτης μέ ἕνα αὐτόματο καί ζήταγε ἀπό τή μητέρα μου νά βγοῦμε ἀπό τό σπίτι, ὅτι δῆθεν ἐρχόντανε οἱ Γερμανοί. Ἡ μητέρα μου ἀρνήθηκε καί τελικά ἔφυγε ὁ ἀντάρτης. Φαίνεται ὅτι ἤθελαν μόνο νά κάνουν πλιάτσικο στό σπίτι. Σηκώθηκε τό πρωί ἡ μητέρα μου καί πῆγε πάλι στόν ὑπεύθυνο, τόν Γιάννη Θεοδώρου καί τοῦ λέει:
- «Ρέ Γιάννη, δέν ντρέπεσθε καθόλου; Τί σᾶς ἔχουμε κάνει; Μοῦ σκοτώσατε τόν παπά καί τώρα ἀπειλεῖτε καί μένα καί τά παιδιά μου;».
Μᾶς ἄφησαν πιά.
Ἦρθαν καί τά Τάγματα Ασφαλείας ἀπό τήν Κόρινθο καί ἔλεγαν στή μητέρα μου νά φύγουμε νά πᾶμε στήν Κόρινθο, ἀλλά ἐκείνη πάλι ἀρνήθηκε.
- «Δέν φεύγω ἀπό τό σπίτι μου», ἔλεγε. «Μοῦ σκότωσαν τόν παπά, τί ἄλλο νά μοῦ κάνουν!». [...]
- «Πρεσβυτέρα, πές μου ποιός σκότωσε τόν παπά νά τόν σκοτώσω τώρα!», τῆς εἶπε.
- «Δέν ξέρω παιδάκι μου. Ἄστους, θά τούς τιμωρήσει ὁ Θεός», τοῦ εἶπε ἡ μητέρα μου".
Πηγή: «Αθώων Αίμα, «Ελεύθερος Μωριάς» 1943-44», Τόμος Β΄, Ιωάννης Κ. Μπουγάς, Εκδόσεις Πελασγός
(*)Τη μαρτυρία τῆς 90ετοῦς κυρά-Βασιλικῆς την μαγνητοφώνησα στό σπίτι της στή Στιμάγκα, στίς 26 Ἀπριλίου, 2015.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου