«Σε περιόδους ανομβρίας οι Τούρκοι άνοιγαν ένα μνήμα, έκοβαν το κεφάλι του Χριστιανού κι έκαναν επικλήσεις στον Αλλάχ…»
Μια μέρα, θα ήταν στα 23, ήρθε η γρια-Δέσποινα, η πεθερά του κουνιάδου μου, καταχαρούμενη στο σπίτι μου και μου έλεγε σιγά, για να μην ακούνε οι Τούρκοι: “Αννίκα, Αννίκα, έμαθες; Ήρθε είδηση να πάμε στην Ελλάδα μας”. Η κερα-Δέσποινα ανακατευόταν στην πολιτική. Μιλούσε σαν άντρας. Οι Τούρκοι δεν την αγαπούσαν.
Και ένα βράδυ, καθώς πήγαινε σε ένα δικό μας σπίτι, βγήκαν πάνω στο δρόμο της και τη μαχαιρώσανε. Γύρισε αμέσως στο σπίτι της και την ώρα που περνούσε από το δικό μου σπίτι φώναξε: “Αννίκα, Αννίκα, με δείρανε”. Νόμισε πως τη δείρανε, αμά σαν πήγε στο σπίτι κι είδε τα αίματα, κατάλαβε πως τη μαχαιρώσανε. Ήταν έξυπνη γυναίκα. Σε όλα έφτανε ο νους της, γι’ αυτό οι Τούρκοι θέλανε να τη βγάλουν από τη μέση. Η μαχαιριά της δεν ήταν βαθιά. Γρήγορα έγινε καλά, μα της έμεινε ο φόβος.
Πέρασε δεν πέρασε ένας χρόνος και πέθανε. Πριν πεθάνει μας φώναξε και μας είπε να κρύψομε το μνήμα της με χώματα και χορτάρια να μην το αναγνωρίσουν οι Τούρκοι. Δεν ήθελε, παιδί μου, να το γνωρίσουν, γιατί στην πατρίδα μας, όταν δεν βρέχει, πηγαίνουν οι Τούρκοι, ανοίγουν ένα χριστιανικό μνήμα, κόβουν το κεφάλι του πεθαμένου Χριστιανού, το βάζουν στην κόγχη του ποταμού και –τι να σου πω παιδί μου− όταν το κάμουν αυτό, βρέχει. Πέφτει λίγη βροχή και μετά το παίρνουν πάλι και το βάζουν στη θέση του, γιατί αν το πάρει ο ποταμός, λένε οι Τούρκοι, θα γίνει κατακλυσμός. Η κερα-Δέσποινα δεν ήθελε να αγγίξουν τούρκικα χέρια το κεφάλι της. Γι’ αυτό μας παρακάλεσε να σκεπάσομε καλά και να κρύψομε το μνήμα της.
Μαρτυρία Αννίκα Χαριτωνίδου από το Κέσι.Η ιστορία της κυράς-Δέσποινας δεν αποτελεί ένα προσωπικό γεγονός,είναι κομμάτι της συλλογικής ψυχής ενός λαού που δοκιμάστηκε πέρα από τα όριά του. Η τόλμη της, η σοφία της, η αγάπη της για την πατρίδα και την πίστη της, αντιπροσωπεύουν κάθε Έλληνα που βίωσε τον ξεριζωμό, την καταστροφή και την απώλεια.
Όταν κοιτάζουμε πίσω, βλέπουμε τη Μικρά Ασία, τον Πόντο ή την Ανατολική Θράκη,βλέπουμε εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες που ξεριζώθηκαν, χωριά που κάηκαν, μνήμες που προσπαθούσαν να σβήσουν, πολιτισμό που απειλήθηκε με αφανισμό. Η φρίκη της γενοκτονίας και η βεβήλωση των μνημάτων δεν ήταν μόνο για τους νεκρούς,ήταν για να σπάσουν την ψυχή των ζωντανών.
Κι όμως, οι φωνές εκείνων που επιβίωσαν, όπως η Αννίκα και οι συντοπίτες της, δεν έσβησαν. Οι ιστορίες τους, οι μαρτυρίες τους, τα μυστικά που φυλάχτηκαν στα μνήματα και στις καρδιές τους, έγιναν όπλο ενάντια στη λήθη. Η μνήμη τους απαιτεί να μιλάμε, να θυμόμαστε, να διδασκόμαστε.
Σήμερα, 100 και πλέον χρόνια μετά, η αλήθεια παραμένει επίκαιρη. Οι πολιτικοί αρνητές, οι εθνοαποδομήτες και οι αδιάφοροι μπορεί να προσπαθούν να σβήσουν ή να παραποιήσουν τα γεγονότα, αλλά η ιστορία δεν λυγίζει. Οφείλουμε να κρατήσουμε ζωντανή τη μνήμη των Ποντίων, των Μικρασιατών, των Θρακιωτών όλων των ξεριζωμένων που πάλεψαν για την επιβίωση της πίστης, της γλώσσας και της γης τους.
Η μνήμη είναι όπλο η σιωπή είναι προδοσία. Κάθε λέξη, κάθε ντοκουμέντο, κάθε μνήμα που προστατεύεται, είναι μια κραυγή αντίστασης, μια νίκη ενάντια στη λήθη και στην αδικία. Οι Έλληνες που ξεριζώθηκαν ζουν μέσα σε κάθε ιστορία που λέγεται, σε κάθε φωνή που θυμάται.
Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που θυμούνται, η αλήθεια δεν πεθαίνει, η ιστορία δεν μπορεί να ξαναγραφεί από τους αρνητές. Η μνήμη των Αλύτρωτων Πατρίδων είναι ζωντανή και οι φωνές τους αντηχούν σήμερα πιο δυνατά από ποτέ.
Στον Μικρό Γυαλό το σώμα νεαρής γυναίκας που πνίγηκε μέσα στον πανικό της στα γεγονότα που επακολούθησαν ύστερα από την "σφαγή της Φώκαιας". Στο βάθος διακρίνονται οι έφιπποι Τσέτες να μπαίνουν στην πόλη από τη βόρεια πλευρά, Σάββατο 13 Ιουνίου 1914
Στυλ. Καβάζης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου