Το Γομάτι είναι τόπος αγιασμένος με ιδρώτες και πύρινες προσευχές οσίων ανδρών, μιας κι αποτελούσε μοναστική περιοχή κατά τον 8ο και 9ο αιώνα, πριν περιοριστεί το Άγιο Όρος στις οριστικές του συντεταγμένες. Εκεί γύρω υπήρχαν ξακουστές Μονές όπως του αγίου Ιωάννου του Κολοβού, του αγίου Ευθυμίου του νέου και “της καθέδρας των Γερόντων” όπου κείται πλέον το χωριό του Γοματίου. Εκεί λοιπόν που υπήρχε τέτοια ευλογημένη παράδοση στην άσκηση και τη νήψη, ήταν επόμενο να βλαστάνουν διαχρονικά σα μαντζουράνες κι ανθεμίδες άνθρωποι του Θεού, κεχαριτωμένοι και θεοφόροι. Τέτοιο λευκάνθεμο ήταν κι ο Γιώργης.
Ήταν έγγαμος, είχε παιδιά κι ήταν μυλωνάς στο επάγγελμα. Άλεθε σιτηρά και με τα λιγοστά του χρήματα όχι μόνο συντηρούσε την οικογένειά του, αλλ’ ελεούσε και τους φτωχούς. Μάλιστα, όταν γνώριζε πως κάποιος δεν είχε οικονομική άνεση δεν του έπαιρνε χρήματα αλλά τον συναπόβγαζε έτσι, αναργύρως. Στους ανήμπορους και τους οδοιπόρους πάντοτε έδινε εκείνος το αλεύρι που είχαν χρεία δωρεάν, μ’ ευφρόσυνη καρδιά.
Μια μέρα πέρασε τούρκικο απόσπασμα απ’ το χωριό.




