Πολλές φορές λέμε: «Κανείς δεν γύρισε πίσω, πώς ξέρουμε αν υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο;»
Κι όμως, υπάρχουν μαρτυρίες που για πολλούς ανθρώπους λειτουργούν ως ισχυρές ενδείξεις, όχι αποδείξεις με την αυστηρή επιστημονική έννοια, αλλά σημάδια που δεν μπορείς εύκολα να προσπεράσεις.
Μία από τις πιο συγκλονιστικές είναι η επίσκεψη της Αγίας Ευφημίας, της Μεγαλομάρτυρος που μαρτύρησε γύρω στο 288 μ.Χ. επί Διοκλητιανού, στο ταπεινό κελί του Αγίου Παϊσίου στο Άγιον Όρος.
Καθόταν στο κελί του και έκανε τις Ώρες. Άκουσε χτύπημα στην πόρτα και μια γυναικεία φωνή:
— Δι' ευχών των αγίων Πατέρων ημών…
Σκέφτηκε: «Πώς βρέθηκε γυναίκα στο Όρος;». Ρώτησε:
— Ποιος είναι;
Και η απάντηση ήρθε ξεκάθαρη:
— Η Ευφημία.
Δύο φορές. Στην τρίτη φορά, η πόρτα άνοιξε μόνη της, ενώ είχε σύρτη από μέσα. Μπήκε μέσα μια γυναίκα με μανδήλα. Τη συνόδευε κάποιος που έμοιαζε με τον Ευαγγελιστή Λουκά, ο οποίος εξαφανίστηκε. Ο Άγιος, για να βεβαιωθεί, της είπε:
— Αν είσαι η μάρτυς Ευφημία, έλα να προσκυνήσουμε την Αγία Τριάδα. Ό,τι κάνω εγώ να κάνεις κι εσύ.
Εκείνη τον ακολούθησε, έκανε μετάνοιες και επανέλαβε μαζί του την ομολογία πίστης. Μετά του διηγήθηκε τη ζωή της και τα μαρτύριά της. Ο Άγιος Παΐσιος έλεγε:
— Όχι απλώς τα άκουγα, αλλά σαν να τα έβλεπα· τα ζούσα. Έφριξα!
Τη ρώτησε:
— Πώς άντεξες τέτοια μαρτύρια;
Κι εκείνη απάντησε:
— Αν ήξερα τι δόξα έχουν οι Άγιοι, θα έκανα ό,τι μπορούσα να περάσω πιο μεγάλα μαρτύρια.
Για τρεις μέρες μετά, ο Άγιος Παΐσιος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Σκιρτούσε, δόξαζε τον Θεό, ούτε να φάει ούτε να κοιμηθεί μπορούσε.
Διότι ο Άγιος Παΐσιος δεν ήταν φαντασιόπληκτος. Ήταν ένας άνθρωπος που έζησε όλη του τη ζωή στην άσκηση, τη νηστεία και την προσευχή.
Είχε το χάρισμα της διάκρισης και απέρριπτε κάθε τι που δεν ήταν από τον Θεό. Δεν είχε κανέναν λόγο να πει ψέματα. Μάλιστα, όταν το αφηγήθηκε σε κάποιο πνευματικό του τέκνο, του ζήτησε να μην το πει σε κανέναν όσο ζούσε.
Ο Άγιος περιγράφει τη συνάντηση με τέτοια ζωντάνια, με τόσες λεπτομέρειες, τα χτυπήματα, τη φωνή, το άνοιγμα της πόρτας, τα βήματα, τη μορφή της Αγίας, ακόμη και τα λόγια της, που δεν αφήνει περιθώριο για μύθο ή παρανόηση.
Η Αγία Ευφημία πέθανε τον 3ο αιώνα μ.Χ. Κι όμως, σύμφωνα με αυτή τη μαρτυρία, εμφανίστηκε ζωντανή στον 20ό αιώνα. Μίλησε. Κινήθηκε. Προσευχήθηκε. Διηγήθηκε τη ζωή της. Αν δεχτούμε την αφήγηση ως αληθινή, και πολλοί την δέχονται, όχι από αφέλεια αλλά επειδή εμπιστεύονται τον Άγιο Παΐσιο, τότε δεν μιλάμε για μια αόριστη «πνευματική εμπειρία», αλλά για μια συνάντηση δύο ζωντανών ανθρώπων: του ενός με σάρκα και οστά, του άλλου με την ένδοξη μορφή που υποσχέθηκε ο Χριστός σε όσους Τον αγαπούν.
Αυτό σημαίνει ότι οι Άγιοι δεν είναι νεκροί. Είναι ζωντανοί.
Σημαίνει ότι η Εκκλησία δεν τιμά «αναμνήσεις» ανθρώπων που χάθηκαν, αλλά παρουσίες που συνεχίζουν να υπάρχουν, να αγαπούν, να παρεμβαίνουν.
Ο Άγιος Παΐσιος δεν επικαλέστηκε κάποιο «πνεύμα», μίλησε με ένα πρόσωπο που δεν προσκάλεσε ο ίδιος, με μια Αγία που έχει όνομα, ιστορία, μαρτύριο.
Όταν λοιπόν κάποιος πει «δεν ξέρουμε αν υπάρχει ζωή μετά θάνατον», μπορούμε να θυμόμαστε αυτή τη μαρτυρία που δεν μπορεί εύκολα να εξηγηθεί αλλά λειτουργεί ως σημάδι ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος. Και η Αγία Ευφημία, πέρασε από την άλλη πλευρά και, σύμφωνα με αυτή τη μαρτυρία, μας βεβαιώνει ότι είναι ζωντανή.
«ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ὁ Θεὸς Ἰακώβ; οὐκ ἔστιν ὁ Θεὸς Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων».
ΑπάντησηΔιαγραφή(Ματθ. ΚΒ', 32)