Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013

Μνήμη Αγ.Ανδρέου Σαγκούνα του Γραικού εκ Β.Ηπείρου(+30 Νοεμβρίου)

ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΑΓΚΟΥΝΑ Ο ΓΡΑΙΚΟΣ
ὑπό τοῦ Ἀρχιμ. Νεκταρίου Ν. Πέττα Δρ. Φιλοσοφίας,
Προέδρου τοῦ μή κερδοσκοπικοῦἸνστιτούτου:
«ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ».
Αποτέλεσμα εικόνας για sfantul andrei saguna

Μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ εμεῖς οἱ Ἕλληνες ἔχουμε νά παρουσιάσουμε στρατιές ἀμέτρητες Ἁγίων καί Μαρτύρων.
Ἕνας τέτοιος μεγάλος Ἅγιος, πού κατάγεται ἀπό τά ἁγιασμένα χώματα τῆς Βορείου Ἠπείρου εἶναι ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Γραικός.Ὁ πατέρας του Ναούμ νας ἦταν μεγαλέμπορος καί ἡ μητέρα του Ἀναστασία καταγόταν ἀπό τήν πλούσια ἐμπορική οἰκογένεια Μουσίου. Καί οἱ δύο γονεῖς του κατάγονταν ἀπό τό Γκράμποβα τῆς Βορείου Ἠπείρου.
Οἱ ἐμπορικές δραστηριότητες τῶν οἰκογενειῶν τους ὁδήγησαν τά βήματά τους στή Ρουμανία, στήν πόλη Pesta. Τό νεαρό ζευγάρι τοῦ Ναούμ καί τῆς Ἀναστασίας μετοίκησαν στό γειτονικό Miscolt, ὅπου ἀπέκτησαν τρία παιδιά. Ὁ Ἀνδρέας ἦταν τό μικρότερο, γεννήθηκε στίς 20 Δεκεμβρίου 1808 καί στόἍγιο Βάπτισμα ἔλαβε τό ὄνομα Ἀναστάσιος.
Τή ζωή τῆς οἰκογένειας σκίασαν ὅμως σημαντικά οἰκονομικά προβλήματα, πού ἀνάγκασαν τόν πατέρα προκειμένου νάἐπιβιώσει νά ἀπαρνηθεί τήν Ὀρθοδοξία καί νά ἀσπαστεῖ τόν Καθολικισμό. Ὑπέκυψε στόν πειρασμό μιᾶς ἐφήμερης οἰκονομικῆς ἄνεσης καί μάλιστα ἔβαλε τά παιδιά του οἰκότροφα σέ ἕνα Καθολικό Ἵδρυμα.

Αποτέλεσμα εικόνας για sfantul andrei saguna
Ἡ εὐσεβής ὅμως μητέρα, μεγαλωμένη μέ τά νάματα τῆς Ὀρθοδοξίας μας, ἀντέδρασε!Ἐναντιώθηκε στήν ἀπόφαση τοῦ συζύγου της καί πῆρε τά παιδιά ἀπό τό Καθολικό Οἰκοτροφεῖο. Οἱ Καθολικοί προσπάθησαν νά τά τῆς τά πάρουν,ἀλλά ἐκείνη μέ ἀγωνιστικό πνεῦμα προσέφυγε στήν Αὐτοκράτορα καί τά διεκδίκησε.
Ἔτσι ὁ νεαρός Ἀναστάσιος μεγάλωσε σέ ἑλληνορθόδοξο περιβάλλον καί φοίτησε στό ὀρθόδοξο ἑλληνορουμανικό Σχολεῖο τοῦ Miscolt καί ἀργότερα στό Γυμνάσιο τῆς Pesta.
Ἦταν ἕνας ἐπιμελής καί ἄριστος μαθητής καί στή συνέχεια τό 1826 γράφτηκε στό Πανεπιστήμιο τῆς Pesta,ὅπου σέ μόλις τρία χρόνια ὁλοκλήρωσε τίς σπουδές του στά Νομικά καί στή Φιλοσοφία.
Τό περιβάλλον του τόν πίεζε νά ἀσπαστεῖ τόν Καθολικισμό, πού θά τοῦ ἐξασφάλιζε κοινωνική ἀνέλιξη καί οἰκονομική εὐημερία, ἀλλά ὁ νεαρός Ἀναστάσιος ὡς σύγχρονος Ὁμολογητής σέ μία ἐμπνευσμένη ἐπιστολή του διακήρυξε ὅτι δέν ἐγκαταλείπει τήνἉγία Ὀρθοδοξία.
Κατά τή διάρκεια τῶν σπουδῶν του τόν φιλοξενοῦσε ὁ θεῖος του Ἀθανάσιος, στό σπίτι τοῦ ὁποίου συγκεντρώνονταν ἐπιφανῆ μέλη τῶν γραμμάτων καί τοῦ πνεύματος, πού ἐξέφραζαν τόν προβληματισμό τους γιά τόν ἐπικείμενο ἀφανισμό τοῦ Ὀρθόδοξου Ρουμανικοῦ Ἔθνους ἀπό τούς αὐστριακούς δυνάστες, Καθολικούς, Λουθηρανούς καί Καλβινιστές.
Ἀποφασισμένος νά ἀγωνιστεῖ γιά τήνὈρθοδοξία ὁ νεαρός Ἀναστάσιος ὑπακούοντας στή πρόσκληση τοῦΣέρβου ἐπισκόπου Maxim Manuilovici (1829-1834), πῆγε στό Varset τῆς τότε Σερβίας,ὅπου σπούδασε ὀρθόδοξη θεολογία. Ἐκεῖ διέπρεψε μέ τή γνώση του καί τό ἦθος, πού τόν διέκριναν, μέ ἀποτέλεσμα ὁ Σέρβος μητροπολίτης τοῦ Carloviț, Stefan Stratimirovici (1790-1836) νά τόν διορίσει καθηγητή στήν Θεολογική Σχολή τῆς ἐπαρχίας του καί προσωπικό του γραμματέα.
Τήν 1 Νοεμβρίου 1833 ὁ Ἀναστάσιος νας σέ ἡλικία εἴκοσι πέντε χρονῶν πῆρε τή μεγάλη ἀπόφαση.Ἐκάρη μοναχός στή σερβική Μονή τοῦ Horovo καί ἔλαβε τό ὄνομα Ἀνδρέας. Ἀργότερα χειροτονήθηκε ἀπό τό μητροπολίτη Stefan Stratimirovici, διάκονος στίς 2 Φεβρουαρίου 1834 καί πρεσβύτερος στίς 29Ἰουνίου 1837.


Διακρίθηκε γιά τήν ἀσκητική ζωή του, τίς ἐξαιρετικές διοικητικές ἱκανότητες καί τούς ἀγῶνες του γιά τήν Ὀρθοδοξία, πού σύντομα τόν ἀνέδειξαν Πρωτοσύγκελλο καί στή συνέχεια Ἡγούμενο διαδοχικά τῶν Μονῶν Besenova, Horovo, καί Covil.

Μετά τήν κοίμηση τοῦ Ἐπισκόπου Στεφάνου κλῆρος καί λαός τόν ἀναδεικνύουν Ἔξαρχο τῆς ἐπισκοπῆς τῶν Ρουμάνων τῆς Τρασυλβανίας τοῦ Ardeal.
Ἀναλαμβάνοντας τή διακονία του ὡς Ἱεράρχης ὁ Ἀνδρέας διαπίστωσε ὅτι ἔπρεπε νά προστατεύσει τό λογικό ποίμνιο, πού τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Χριστός, ἀπό τή λαίλαπα τῶν Καθολικῶν, πού εἴτε μέ κολακεῖες καί ὑποσχέσεις γιά ὑλική εὐημερία εἴτε μέ ἀπειλές καί ὠμό ἐκβιασμό προσπαθοῦσαν νά ἀποσπάσουν τούς εὐσεβεῖς ἀνθρώπους τῆς ἐπαρχίας του ἀπό τήνὈρθοδοξία καί νά τούς ἀναγκάσουν νά ἀσπαστοῦν τόν Καθολικισμό.



Ὁ Ἅγιος ὄργωνε τήνἘπισκοπή του μέ πρότυπο τρόπο. Κήρυττε, νουθετοῦσε, συμπαραστεκόταν στόν πιστό Λαό τοῦ Θεοῦ καί ἐπέστρεφε ὅσους εἶχαν πλανηθεῖ στή ὀρθή ὀρθόδοξη πίστη.
Τό Σάββατο 16 Ἰουνίου 1873 μετά τόν Ἑσπερινό ὁἅγιος Ἀνδρέας παρέδωσε τή ψυχή του στά χέρια τοῦ Πλάστη του.
Ἡ ὁσιακή βιοτή του καί ἡ ἀγωνιστική του προσήλωση στήνὈρθόδοξη Πίστη μέσα σέ ἕνα ἰδιαίτερα ἐχθρικό περιβάλλον τόν ἀνέδειξαν στή συνείδηση τοῦ πληρώματος τῶν Πιστῶν ὡς ἕναν Ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ.
Εὐχόμαστε ὁ Ἑλληνικῆς καταγωγῆς ἅγιος Ἀνδρέας Σαγκούνας  ὁ Γραικός νά προστατεύει τήν Ὀρθοδοξία ἀπό τούς αἱρετικούς, πού πάντοτε προσπαθοῦν νά τήν ὑπονομεύσουν».


Αποτέλεσμα εικόνας για sfantul andrei saguna
Εμείς ως συντοπίτες του νέου Αγίου έχουμε να αναφέρουμε τα εξής:
Πληροφορηθήκαμε με χαρά ότι στις 21 Ιουλίου 2011 η Ιερά Ορθόδοξος Σύνοδος της Ρουμανίας υπό την προεδρία του Μακαριωτάτου Πατριάρχη κ. Δανιήλ, αποφάσισε την αγιοκατάταξη του μεγάλου ρωμιού αγίου Αντρέα Σαγκούνη του Γραικού, ο οποίος ήταν Αρχιεπίσκοπος Σιμπίου και Μητροπολίτης Τρανσυλβανίας. Η αγιοκατάταξη έγινε δεκτή μετά από εισήγηση του μετά τις προτάσεις των μητροπολιτικών συμβουλίων και του Αρχιεπισκόπου Σιμπίου και Μητροπολίτου Τρανσυλβανίας κ. Λαυρεντίου Streza. Σύμφωνα με την απόφαση του πατριαρχείου Ρουμανίας η μνήμη του θα τιμάτε της 30 Νοεμβρίου εκάστου έτος, μαζί με του αποστόλου συνώνυμού του, του οποίου έφερε το όνομα ο Ηπειρώτης Άγιος. 
  Η ακολουθία της αγιοκατατάξεως για γίνει με ιδιαίτερο τιμητικό τρόπο. Θα παραβρίσκονται στο Σιμπίου τα ιερά λείψανα του νέου Αγίου, αφού πριν από λίγο καιρό έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του από το Κοιμητήριο του Răşinari, και τα οποία τοποθετήθηκαν σε υπερπολυτελέστατη μεταλλική λάρνακα. Έπειτα θα είναι παρόντες στην τελετή οι Πατριάρχες Αλεξανδρείας κ. Θεόδωρος και Ρουμανίας κ. Δανιήλ και άπαντες οι Αρχιερείς του ορθόδοξου Πατριαρχείου της Ρουμανίας και θα παρευρίσκετε η Τιμία Κάρα του Αποστόλου Ανδρέου που θα φτάσει εκεί από την Αποστολική πόλη των Πατρών Πελοποννήσου.
Εμείς ως συντοπίτες του νέου Αγίου έχουμε πούμε στους αδελφούς ορθοδόξους Ρουμάνους, ότι ο Άγιος Ανδρέας ο Γραικός καταγόταν από ελληνική ηπειρωτική οικογένεια η οποία είχε πάει στην Ουγγαρία για εμπορικούς λόγους, πράγμα συνήθης κατά την μεταβυζαντινή εποχή.
  Έπειτα όπως αναφέρουν τα βιογραφικά που έχουν αναρτήσει στο διαδίκτυο η επίσημη εκκλησία της Ρουμανίας ο Άγιος ούτε Βλαχορουμάνος ήταν γιατί μόνο βλαχοέλληνες υπάρχουν εδώ, ούτε Μακεδόνας (αόριστο υπαινιγμό), αλλά ήταν σαφώς γόνος ηπειρωτικής οικογένειας. Άλλωστε το βλάχικο επώνυμο Σαγκούνα (Saguna), ακόμα υπάρχει σε χριστιανές ηπειρωτικές οικογένειες Βλάχων ρωμιών, ήτοι στην σημερινή Αλβανία, είτε στην Ελλάδα. Διαμαρτυρόμαστε και δεν δεχόμαστε να αποκρύβετε η αλήθεια, κυρίως για να μην αδικείται αυτή η μεγάλη προσωπικότητα των μέσων του 19ου αιώνα, που τόσο ανάστησε την ορθόδοξη εκκλησία και τα γένος των Ρουμάνων.
Πιστεύουμε ότι στις εκδηλώσεις αυτές η Εκκλησία της Ρουμανίας έπρεπε να καλέσει ανθρώπους από εδώ, καθώς και εκπροσώπους των ορθοδόξων Εκκλησιών της Αλβανίας, της Κωνσταντινουπόλεως, της Ελλάδος, αλλά και της Σερβίας, αφού εκεί χειροτονήθηκε ο Άγιος. Εμείς θα έχουμε καύχημα ότι κατάγετε από εδώ και θα τον παρακαλάμε να θυμάται από τον Ουρανό που βρίσκεται, να παρακαλεί για τον τόπο καταγωγής του την Βόρειο Ήπειρο, την σημερινή Αλβανία.

Τούρκοι και Τσετσένοι έσφαξαν ένα ολόκληρο χωριό Eλληνορθοδόξων στην Συρία

Τούρκοι και Τσετσένοι έσφαξαν ένα ολόκληρο χωριό Eλληνορθοδόξων στην Συρία
Ένα ολόκληρο χριστιανικό χωριό έπεσε θύμα της εκδικητικής μανίας των ισλαμιστών ανταρτών και των μισθοφόρων που τους συνεπικουρούν, οι οποίοι ήθελαν να "ξεπλύνουν" την ήττα που υπέστησαν στην Κουσέιρ: Εκατοντάδες Χριστιανοί, μεταξύ των οποίων γυναίκες, ηλικιωμένοι και νεογέννητα σφαγιάστηκαν από τους εγκληματίες της «επανάστασης» σήμερα στο χωριό al-Duvair, στα σύνορα της Συρίας με το Λίβανο κοντά στην πόλη Χομς.

Οι ένοπλοι αντάρτες που συνεργάζονται με τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό (FSA) εισέβαλαν στο χωριό και το πλημμύρισαν στο αίμα, πριν προλάβει να επέμβει ο συριακός Στρατός.

Περίπου 350 μισθοφόροι αντάρτες μπήκαν στο χωριό και άρχισαν να σπάνε τις πόρτες, πολυβολώντας μέσα στα σπίτια των χριστιανών. Όσους γλίτωσαν από το πρώτο κύμα δολοφονιών τους συγκέντρωσαν στην κεντρική πλατεία και τους εκτέλεσαν.

Πηγές του συριακού Στρατού αναφέρουν ότι μεταξύ των επιτιθέμενων ήταν και ένα μεγάλο τμήμα σουνιτών ισλαμιστών Τούρκων μισθοφόρων και Τσετσένων.

Mία μονάδα του συριακού Στρατού πρόλαβε τους μισθοφόρους και τους αντάρτες κατά την αποχώρησή τους και πρόλαβε και εξόντωσε δέκα από αυτούς.

Ο αριθμός των θυμάτων παραμένει άγνωστος καθώς οι αρχές δεν έχουν προλάβει να αρχίσουν την θλιβερή καταμέτρηση.

Η νέα θηριωδία των ανταρτών ήρθε σε απάντηση των συντριπτικών χτυπημάτων που έχουν υποστεί τις τελευταίες ημέρες στην πόλη Κουσέιρ, η οποία έχει περάσει έπειτα από σφοδρές συγκρούσεις υπό τον έλεγχο του συριακού στρατού. Το νέο αιματοκύλισμα ήταν τα αντίποινα στις ήττες τους...

Από το Μάρτιο του 2011, οπότε και ξέσπασε η κρίση στη Συρία, χιλιάδες Χριστιανοί έχουν σκοτωθεί με απάνθρωπο τρόπο από τους ισλαμιστές αντάρτες, αποδεικνύοντας πως δεν πρόκειται για εμφύλιο ή απελευθερωτικό πόλεμο, αλλά για σχέδιο εξόντωσης του χριστιανικού πληθυσμού από τη χώρα αλλά και γενικότερα από τη Μέση Ανατολή.

Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που επιθυμούν διακαώς την πτώση του Σύρου προέδρου Μπασάρ Αλ Άσαντ. Επειδή ο Άσαντ ως Αλεβίτης δεν είναι φανατικός μουσουλμάνος και είναι ανεκτικός προς τους Χριστιανούς, θεωρείται από τους Ισλαμιστές «εμπόδιο» στα σχέδια τους για την εγκαθίδρυση ενός ακόμη θρησκευτικού κράτους στην περιοχή.

Άγιος Φιλάρετος ο Ελεήμων(+1 Δεκεμβρίου)

«Ο άγιος Φιλάρετος ζούσε επί της βασιλείας Κωνσταντίνου και Ειρήνης, καταγόμενος από τη χώρα των Παφλαγόνων, υιός Γεωργίου και Άννης, οι οποίοι τον νύμφευσαν με μία σεμνή γυναίκα. Ασχολείτο με τη γεωργία και από εκεί ζούσε πολύ καλά, ενώ ήταν  και πάρα πολύ ελεήμων. Όμως από κάποιες συγκυρίες τα πράγματα άλλαξαν και κατάντησε σε τόση φτώχεια, ώστε να στερείται και από την αναγκαία τροφή. Ο Θεός όμως βλέποντας την υπομονή και την πίστη του σ’  Εκείνον, δεν τον άφησε να ταλαιπωρείται μέχρι τέλους από τη φτώχεια. Διότι οικονόμησε και ο υιός της βασίλισσας Κωνσταντίνος πήρε ως γυναίκα του την εγγονή του Φιλαρέτου Μαρία, η οποία ήταν πολύ όμορφη και ευπρεπής, ενώ τον ίδιο τον Φιλάρετο τον τίμησε με το αξίωμα του Υπάτου, οπότε απέκτησε και πάλι πολλά χρήματα και περιουσία, τα οποία  όμως συνέχισε να τα προσφέρει άφθονα στους φτωχούς. Όταν λοιπόν έφτασε ο καιρός να φύγει από τον κόσμο αυτό και ο Θεός του έδωσε την πληροφορία της αναχωρήσεώς του, συγκάλεσε όλους τους συγγενείς του, τους προείπε όσα επρόκειτο να συμβούν σ’ αυτούς και πρόσθεσε τα παρακάτω: «Παιδιά μου, μη ξεχνάτε τη φιλοξενία, να επισκέπτεσθε τους αρρώστους και τους φυλακισμένους, να προστατεύετε τις χήρες και τα ορφανά. Ξένα πράγματα ποτέ μην επιθυμήσετε, μην απομακρύνεστε από τις εκκλησιαστικές συνάξεις, και μ’  έναν λόγο: όπως είδατε εμένα να πράττω, έτσι και εσείς μη παύετε να πράττετε. Κι αφού είπε αυτά, αναπαύτηκε εν ειρήνη».
Ο στίχος του συναξαρίου του αγίου Φιλαρέτου δίνει το στίγμα της κατά Χριστόν βιοτής του, παίρνοντας αφορμή από το όνομά του και την προσωνυμία του: φιλάρετος και ελεήμων. «Θνήσκει ο πάσαν αρετήν φερωνύμως, πάτερ, φιλήσας, τον γε μην οίκτον πλέον». Δηλαδή: Πεθαίνει αυτός που αγάπησε κάθε αρετή, όπως λέει και το όνομά του, περισσότερο όμως από όλα, την αγάπη. Πράγματι, οι ύμνοι της Εκκλησίας μας, όπως κατεξοχήν φαίνεται και από το απολυτίκιό του, θεωρούν ότι εκείνο που αποτελεί το απολύτως ίδιον κόσμημα του Φιλαρέτου, είναι η ευσπλαχνία του προς τους συνανθρώπους του, και μάλιστα τους έχοντες ανάγκη. «Ευσπλαγχνία κοσμήσας τον βίον σου». Κι αυτό σημαίνει ότι ο Φιλάρετος έγινε κατεξοχήν θεοφιλής, αφού δεν υπάρχει σπουδαιότερη αρετή, στην οποία να αναπαύεται ο Θεός, από αυτήν που συνιστά και του Ίδιου την ύπαρξη. «Ο Θεός γαρ αγάπη εστί». Κι αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι η οποιαδήποτε αρετή, ή και το σύνολο ακόμη των αρετών, αν δεν καταλήγει στην αγάπη και δεν την προϋποθέτει, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Μερικές φορές μάλιστα μπορεί να λειτουργεί και αρνητικά για τον κάτοχό της, με το να του δημιουργεί καύχηση και υπερηφάνεια, η οποία τον οδηγεί σε ευθεία αντίθεση προς τον Δημιουργό του. «Κύριος υπερηφάνοις αντιτάσσεται».

Έτσι ο άγιος Φιλάρετος, γενόμενος «κατοικητήριον του φιλευσπλάγχνου Θεού» φανέρωνε καθημερινώς, έστω και στις στιγμές της απόλυτης ένδειάς του, του Χριστού την ύπαρξη και ζωή, με αποτέλεσμα και χωρίς να ομιλεί, να δακτυλοδεικτεί τον Ουρανό. Ο άγιος με άλλα λόγια ακολούθησε «τοις ίχνεσιν Αυτού», γι’ αυτό και θα μπορούσε να πει σαν τον απόστολο Παύλο: «μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού». Και πράγματι, όπως σημειώνει και το συναξάρι του, τα τελευταία λόγια του, η τελευταία παρακαταθήκη του ήταν αυτή: «ως εμέ είδετε ποιούντα, και υμείς ποιούντες μη παύσησθε». Ποιος μπορεί να πει τέτοια λόγια, αν δεν έχει πλήρη συναίσθηση της πλούσιας εγκατοίκησης του Κυρίου μέσα του; Κι είναι σαν να αποκαλύπτει ο άγιος και τα μέτρα στα οποία είχε φτάσει: τα μέτρα των αποστόλων και μαθητών του Κυρίου. Γι’ αυτό και ο υμνογράφος του διαπιστώνει ότι τέτοια αγία βιοτή τελικώς ήταν μία δοξολογία του ίδιου του Θεού, που χορηγεί τη χάρη της αληθινής αγάπης και στον πιστό άνθρωπο. «Τον χορηγόν του ελέους εδόξασας».
Η αγάπη αυτή του αγίου Φιλαρέτου,  που έπαιρνε αδιάκοπα τη μορφή της προσφοράς και της ελεημοσύνης προς τους αναγκεμένους συνανθρώπους του, χρειάζεται και πάλι να τονίσουμε ότι δεν ήταν ένας καρπός απλώς της από τη φύση του ευαίσθητης καρδιάς του. Χωρίς να αρνούμαστε το γεγονός ότι πράγματι και ως χαρακτήρας είχε μία φυσική συμπάθεια προς τους συνανθρώπους του, την ευσπλαχνία του την απέκτησε με τους πνευματικούς αγώνες που έκανε, προκειμένου τα εμπαθή στοιχεία που ταλαιπωρούσαν και αυτόν να τα μεταστρέψει στο ένθεο πάθος της αγάπης. «Θείας πίστεως περιουσία, διεσκόρπισας τοις δεομένοις τον προσιόντα σοι πλούτον, Φιλάρετε», επισημαίνει ο υμνογράφος, που  θα πει: Σκόρπισες στους πτωχούς τον υλικό πλούτο που είχες, Φιλάρετε, ορμώμενος από την πίστη σου στον Θεό. Η πίστη του λοιπόν στον Θεό ήταν εκείνη που τον έκανε να στραφεί με αγάπη προς τον συνάνθρωπο, κατανοώντας ότι η αγάπη προς αυτόν αποτελεί την ενεργοποίηση της πίστεως. «Πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη» που λέει και ο απόστολος Παύλος. Με άλλα λόγια, με τον άγιο Φιλάρετο, και όχι μόνον βεβαίως με αυτόν, κατανοούμε ότι η αγάπη συνιστά το εκάστοτε παρόν της πίστεως, δηλαδή η πίστη είναι ζωντανή, όταν φανερώνεται με την αγάπη.

Γι’  αυτό και ο άγιος Φιλάρετος παραπέμπει, όπως είπαμε, στη ζωή των αγίων αποστόλων, αλλά και στη ζωή του αγίου Ιωάννη του Ελεήμονα, του έχοντος την ίδια με αυτόν προσωνυμία. Κι ακόμη: φέρνει στον νου  μας μεγάλες προσωπικότητες της Παλαιάς Διαθήκης, σαν τον άγιο Αβραάμ και τον δίκαιο Ιώβ. Όπως δηλαδή ο Αβραάμ έμεινε στην ιστορία για το μεγάλο χάρισμα της φιλοξενίας που τον διακατείχε, όπως ο δίκαιος Ιώβ έγινε ονομαστός για την υπομονή την οποία επέδειξε, ακόμη και στις σκληρότερες περιστάσεις, το ίδιο και ο Φιλάρετος: φιλόξενος στο έπακρον και αυτός, υπομονετικός και ο ίδιος. Διότι και στην περίοδο της μεγαλύτερης ανέχειάς του δεν γόγγυσε, δεν στράφηκε κατά του Θεού, δεν έχασε την πίστη του. Αλλά επαναλαμβάνοντας και αυτός τα λόγια του δικαίου Ιώβ «ο Κύριος έδωκε, ο Κύριος αφείλετο, είη το όνομα του Κυρίου ευλογημένον», έμεινε σταθερά προσκολλημένος σ’  Εκείνον, αποδεικνύοντας έμπρακτα την πίστη του.

Και γίνεται και για εμάς σήμερα όχι απλώς ένα παράδειγμα, αλλά το κατεξοχήν παράδειγμα. Διότι και εμείς σήμερα με ό,τι υφιστάμεθα λόγω της γενικευμένης κρίσεως: οικονομικής, κοινωνικής, πνευματικής, μπορεί να αντιμετωπίσουμε  τον πειρασμό του γογγυσμού και της απώλειας της πίστεως στον Θεό. Κι έρχεται ακριβώς το παράδειγμα του αγίου Φιλαρέτου για να θυμίσει ότι όσο επιμένει κανείς στην πίστη και την αγάπη, όσο υπομένει κανείς με ελπίδα στον Θεό, τόσο και «μαγνητίζει» τον Θεό, ο Οποίος, χωρίς να το ξέρουμε, ήδη έχει ανοίξει τις θύρες της διεξόδου. Διότι βεβαίως μη ξεχνάμε ότι ο Κύριος «ουκ εάσει ημάς πειρασθήναι υπερ ο δυνάμεθα, αλλά ποιήσει συν τω πειρασμώ και την έκβασιν του δύνασθαι ημάς υπενεγκείν». Δεν θα μας αφήσει να δοκιμαστούμε παραπάνω από όσο αντέχουμε, αλλά θα δώσει και τη διέξοδο, προκειμένου να αντέξουμε.

Ο Χριστός ήλθε να φέρη όχι «εἰρήνην ἀλλά μάχαιραν»(π.Β.Βολουδάκης)

Περιμένοντας τά Χριστούγεννα –ὅσοι τοὐλάχιστον βρισκόμαστε στή μέση ἡλικία καί ἄνω– νοιώθουμε ἀκόμη πιό ἔντονα σάν πρόσφυγες στήν ἴδια μας τήν Πατρίδα, ἀφοῦ ἡ Δημόσια ζωή δέν παρουσιάζει πιά σχεδόν κανένα ἐνδεικτικό τῆς πνευματικότητος μέ τήν ὁποία ἀνατραφήκαμε ἀπό βρέφη γιά νά γίνουμε Χριστιανοί Ὀρθόδοξοι.
Οἱ Δημόσιες Ὑπηρεσίες ψυχρές σέ ὁτιδήποτε θά θύμιζε ἐκκλη­σι­αστική πνευματικότητα. Προϊστάμενοι καί ὑπάλληλοι Ὑπη­ρε­σιῶν καί καταστημάτων συμπεριφέρονται σάν «ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ» καί ἀντιμετωπίζουν ἀκόμη καί τούς κληρικούς μέ τή φράση: «Ὁρῖστε κύριε, τί θέλετε κύριε;», ὁσάκις ἔρχονται σέ συναλλαγή μαζί τους. Τά σχολεῖα δέν εἶναι πιά φωλιές πού θά θερμάνουν τούς νεοσσούς ἀλλά καί τούς μεγαλύτερους μαθητές μέ τό ἦθος, τήν προβολή πνευματικῶν προτύπων, μέ τό προσωπικό ἐνδιαφέρον τῶν διδασκόντων, μέ τήν αὐταπάρνησή τους καί τήν πνευματική ἀγάπη τους.
Ἀκόμη καί οἱ Ναοί πολλῶν ἐνοριῶν, δυστυχῶς καί τῆς Ὑπαί­θρου, ἔχουν χάσει τήν πνευματική ζεστασιά τους καί ἡ Ἱερατική Πα­τρική στοργή καί ἀγάπη ἔχουν ἀντικατασταθεῖ ἀπό τήν ψυχρή συναλλαγή καί τή συμμόρφωση σέ διαδικασίες.


Μέσα σ’ αὐτές τίς συνθῆκες οἱ ἄνθρωποι, πού μεγάλωσαν μέ Ἀρχές, μελαγχολοῦν, καί ἐκεῖνοι πού μεγάλωσαν μέ ἐκκλησιαστική πνευ­μα­τι­κό­τη­τα, ὑποφέρουν.
Δέν ἀναπαύονται πουθενά. Δέν βλέπουν σέ καμμιά ἔκφραση τῆς σύγχρονης ζωῆς «τόν Χριστό τῶν παιδικῶν τους χρόνων», πολύ δέ περισσότερο δέν βλέπουν τόν Χριστό ὅπως μᾶς τόν δίδαξαν καί μᾶς τόν φανέρωσαν μέ τή ζωή τους οἱ πνευματικοί μας Πατέρες.
Παντοῦ ἐπικρατεῖ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου. Ὅποιος ἔχει συνταχθεῖ μέ τό πνεῦμα αὐτό, ὑπερισχύει. Προβάλλεται, καταλαμβάνει ἡγε­τι­κές θέσεις, ἀποκτᾶ ἰσχυρούς προστάτες ὥστε ἡ κατεδάφιση τῶν πνευματικῶν προπυργίων τῆς Πατρίδος μας νά μή συναντήση κανένα ἐμπόδιο.
Ἀπόλυτη κατοχύρωση τῆς διαφθορᾶς, ὅπου καί ἄν παρατηρεῖται, ἀρκεῖ ἀπό τά “προϊόντα” της νά λαμβάνει μερίδιο ἐκεῖνος πού ἔχει τήν ἐξουσία νά τήν καλύπτη!
Ἡ ἀπελπισία τῶν πιστῶν ἀνθρώπων κορυφώνεται ὅταν διαπι­στώνουν πώς οὔτε στήν Ἐκκλησία δέν μποροῦν πιά νά ἐλπίζουν γιά ψυχική θαλπωρή οὔτε καί γιά δικαίωση τῆς ἀγανακτήσεώς τους ἐναντίον ἐκείνων πού ἰσοπεδώνουν, τά πάντα.
Βλέπουν παντοῦ ἕναν ἄρρωστο ἐφησυχασμό, μιά συνθηκολόγηση, μιά ἀποδοχή ἑνός μοιραίου πού ἀναπόφευκτα, πρέπει, τάχα, νά δεχθοῦ­με.
Ὅμως, οἱ πιστοί ἄνθρωποι δέν ἡσυχάζουν μέ τά κηρύγματα τῶν ἐφησυχαστῶν γιατί εἶναι πράγματι πιστοί καί ἔχουν ἐπίγνωση τῆς μεγάλης τους εὐθύνης νά καταθέτουν τήν μαρτυρική τους πράξη κάθε στιγμή τῆς ζωῆς τους.
Μέ ἕνα λόγο οἱ πιστοί, πού ἀγωνίζονται μέ εἰλικρίνεια καί αὐ­­τα­­­πάρνηση γιά νά ἐπικρατήση στή γῆ μας καί ἰδιαιτέρως στήν πνευματική μας Πατρίδα, τήν Ἑλλάδα, τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, αἰσθά­νον­ται πνευματικά ἄστεγοι καί ὀρφανοί, ἀφοῦ οἱ τεταγμένοι νά εἶναι Πνευματικοί τους Πατέρες ἤ συμβιβάζονται μέ τήν ἐξέλιξη τῶν δημοσίων πραγμάτων καί τήν κατάρρευση τοῦ ἤθους τοῦ Ἕλληνα, θεωρῶντας τα –μάλιστα– ἀναπόφευκτη ἐξέλιξη τοῦ πολιτισμοῦ, ἤ –στήν καλύτερη ἐκδοχή– ἀσχο­λοῦνται μέ τά συμπτώματα καί ὄχι μέ τό κυρίως πρόβλημα, πού εἶναι ἡ ὁλοκληρωτική κατάληψη τῆς περιοχῆς τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν Πολιτική Ἐξουσία.
Ποιός συνειδητά πιστός ἄνθρωπος αἰσθάνεται πνευματική ἀσφά­λεια σήμερα στήν Πατρίδα μας, ὥστε ἀπερίσπαστος νά ἐπιδοθῆ στήν προσωπική του καλλιέργεια καί στήν καλλιέργεια τῆς οἰκο­γε­νείας του; Ὅταν πρέπει ἀνά πᾶσα στιγμή νά ἀντιπαλεύη γιά νά ξεκαθαρίση μέσα του ποιά εἶναι τελικά ἡ Ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἐκ­κλησίας Του καί ὄχι ἁπλῶς ποιά εἶναι ἡ θρησκευτικοκουλτουριάρικη ἄποψη ἐκκλησιαστικῶν μεγαλοτιτλούχων ἤ ἡ φιλτραρισμένη ἀπό τό «πολι­τι­κῶς ὀρθόν» τῆς «Νέας Ἐποχῆς», πῶς νά τοῦ μείνη κουράγιο γιά νά ἀνδρωθῆ πνευματικά;
Τό σοβαρότερο πρόβλημα σήμερα δέν εἶναι ἡ πνευματική καί οἰκονομική κρίση, πού δημιούργησαν πρωταγωνιστικά οἱ Πολιτικοί μας, ἀλλά ἡ ἔλλειψη Ἐκκλησιαστικῆς Αὐθεντίας μέ Πανελλήνιο κῦ­ρος καί ἀναγνώριση, πού θά λειτουργοῦσε ὡς ἡ Ὄρνις πού θά ἐπι­συ­νήγαγε τούς πιστούς «ὑπό τάς πτέρυγας» τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀλή­θειας.
Δέν εἴμαστε τόσο βαρειά κατατεθλιμμένοι ὥστε νά χάσουμε τήν Πίστη μας. Δόξα τῷ Θεῷ! Γι’ αὐτό πιστεύουμε, ὅτι ὑπάρχουν καί στίς μέρες μας ἐκφρασταί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς αὐθεντίας, ἀλλά, δυστυχῶς, εἶναι κρυμμένοι καί, πρός τό παρόν, δέν ἐμφανίζονται στό Πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας.
Ὅμως, τό γεγονός ὅτι, ἀφ’ ἑνός μέν δέν ἐμφανίζονται ἀκόμη δημόσια οἱ ζῶντες Ὁδηγοί καί, ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ὁ Θεός ἔχει πάρει ἀπό τήν ἐπίγεια ζωή τούς Αὐθεντικούς Πατέρες μας, ἐκείνους πού μέχρι χθές ἐμπιστευόμαστε ἀπόλυτα, καταδεικνύει ὅτι ὁ Οὐρανός ἔχει φρίξει μέ τήν ἀποστασία τοῦ πάλαι ποτέ εὐσεβοῦς Ἔθνους μας καί ἀπέστρεψε τό Πρόσωπό Του ἀπό τή Δημόσια ζωή μας, ἀρκούμενος νά ἐπιβλέπη μονάδες πιστῶν ἀνθρώπων καί ὄχι ἀγέλες ἁπλῶς καί ὡς ἔτυχε θρησκευομένων.
Ἰδιαιτέρως τραγική εἶναι ἡ ἀπουσία τῆς Ἐπισκοπικῆς Αὐθεντίας ἀπό τή Δημόσια ζωή τῆς Πατρίδος μας. Ἀπό τό ἕνα ἄκρο ἀκούγονται Ἐπισκοπικά λόγια πού ἔχουν καταδικασθεῖ ἀπό τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους του ἐδῶ καί αἰῶνες, ὅπως ὅτι οἱ Παπικοί δέν εἶναι αἱ­ρε­τικοί γιατί, τάχα, ἡ σημερινή Σύνοδος τῶν Ἐπισκόπων δέν τό παρα­δέχεται(!) καί, ἀπό τό ἄλλο ἄκρο, μιά ἀκατάσχετη «εὐσεβής φλυαρία» παπαγαλίζουσα τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, χωρίς, ὅμως, νά εἰσπράττη ὁ λαός μας ἀπό τούς Ποιμένες του οὔτε ἶχνος ἀπό τό Θεόμορφο ἁγιοπατερικό ἦθος καί τήν Χριστομίμητη βιωτή τῶν ἁγίων μας.
Τά δύο αὐτά φαινομενικῶς ἄκρα, οἱ δύο μερίδες, τῶν νεωτεριστῶν καί τῶν πιό παραδοσιακῶν Ἐπισκόπων, παραμένουν συμπαγῆ καί ἀρρήκτως συν­δε­δε­μέ­να σέ ἕνα «σύνδεσμον ἀδικίας» κατά τοῦ Ὀρθοδόξου λα­οῦ, ὁ ὁποῖος διαπιστώνει ὅτι, ὅπως καί ἄν ἔχουν τά πράγματα, οἱ «Πρίγκιπες τῆς Ἐκκλησίας» μένουν πάντα ἀχώριστοι μεταξύ τους, παρά τίς ὅποιες τους θεωρητικές διαφορές, καί χωρι­σμέ­νοι ἀπό τόν Λαό τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Χριστός, πού περιμένουμε μελαγχολικά ἀλλά καί μέ λα­χτά­ρα νά Γεννηθῆ Δυναμικά φέτος, ἦλθε στή Γῆ μας ὄχι γιά νά ἐπι­βά­λη μιά εἰρήνη πού θά σκεπάζη τήν ἀλήθεια καί τό ψέμα σέ μιά «μεῖξιν ἄμικτον», ἀλλά ἦλθε «πῦρ βαλεῖν»! Ἦλθε νά φέρη ὄχι «εἰρήνην ἀλλά μάχαιραν». Ἦλθε νά διχάση καί τούς πιό στενούς συγγενεῖς μεταξύ τους ὅταν ἡ συγγένειά τους βρίσκεται μόνο στό αἷμα καί ὄχι στό πνεῦμα καί αὐτό, γιά νά χωρίση τελεσίδικα τήν Ἀλήθεια ἀπό τό ψέμα.
Ὁ Χριστός ἦλθε γιά νά διαιρέση τά σπίτια! Τόν πατέρα ἀπό τόν γυιό, τήν νύφη ἀπό τήν πεθερά! Καί ἐμεῖς φοβόμαστε μήπως καί διαιρεθεῖ ἡ Ἱεραρχία μας; Βεβαίως νά διαιρεθῆ! Νά ξεχωρίση ἡ ἦρα ἀπό τό σιτάρι. Νά ξεχωρίσουν οἱ καθοδηγοῦντες τούς Πολιτικούς ἀπό τούς ὑποτακτικούς τῶν Πολιτικῶν. Οἱ ψευδοεπίσκοποι ἀπό τούς Ἐπισκόπους τῆς Ἐκκλησίας μας!
Τί περιμένουν οἱ Ἱεράρχες μας καί δέν καταγγέλουν στόν λαό σύνολο τό πολιτικό σύστημα πού κατεξευτέλισε τήν Πατρίδα μας καί μέ ἀσταμάτητη μανία –πότε ἀπροκάλυπτα καί πότε ὑποκριτικά συγκεκαλυμμένα– διώκει τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία Του, μέ τό νά πριονίζη τήν πνευματική μας ζωή;
Ποῦ ἀποσκοποῦν οἱ Ἱεράρχες μας; Ἕως πότε θά σέβονται τούς ἀσεβεῖς; Ἐάν τώρα πού ὅλος ὁ Ἑλληνικός λαός ἔχει σιχαθεῖ τούς Πολιτικούς καί ἔχει πρωτοφανῆ ἀγανάκτηση ἐναντίον τους, οἱ Ἱεράρχες μας δέν τολμοῦν νά ἐκφράσουν τόν λαό μας, τότε δέν μᾶς χρειάζεται ἄλλη ἀπόδειξη γιά νά βεβαιωθοῦμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δέν ἡγεῖται ἀλλά καθοδηγεῖται ἀπό τούς Πολιτικούς!
Δέν βλέπουν οἱ Ἱεράρχες μας ὅτι ἡ ὥρα εἶναι ἤδη περασμένη, ὅτι «πρός ἑσπέ­ραν ἐστί καί κέκλικεν ἡ ἡμέρα»; Μέ συν­αισθη­ματι­κο­ρομαντική θρη­σκευτικότητα καί πολιτική ὑποταγή θά σώσουμε τόν λαό μας; Θά ἀφήνουν ἐπί πολύ ἀκόμη, οἱ ὄντως πιστοί καί εὐ­σε­βεῖς Ἱεράρχες μας, τούς θρη­σκευ­τι­κούς καί πολιτικούς λύκους νά συν­ερ­γάζονται ἁρμονικά, κα­τα­σπα­ρά­ζον­τες τήν Ποίμνη τοῦ Θεοῦ μας, τήν Ἑλλάδα μας, γιά νά μήν διχάσουν, τάχα, τόν λαό ἀπό τούς πολιτικούς του ἤ ἀπό τούς κακούς Ποιμένες του; Εἶναι κακό νά διχάσουμε τόν λαό ἀπό τούς ἐχθρούς του; Ἐκτός καί ἄν δέν ἔχουμε ἀκόμη καταλάβει τί συμβαίνει, ὁπότε εἴμαστε ἀκόμη πιό ἐπικίνδυνοι!
Οἱ «καιροί οὐ μενετοί»! Ἤ τώρα, ἄμεσα, θά γίνη κάτι, ἤ, Ἑλλάδα, ὡς Μοναδική Πνευ­ματική Ὀρθόδοξη Κοιτίδα, ἦλθε τό τέλος σου!
Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ μας νά μήν ἀφήση νά «ἀρθῆ ἡ Βασιλεία Του» ἀπό τόν Τόπο μας, ἀλλά νά διχάση μέ ἀπόλυτα πνευματικό τρόπο τό ψέμα, πού λαθραῖα καί ὕπουλα πολιτογραφήθηκε ὡς Ὀρθόδοξο καί Ἑλληνικό, καί νά δώση «ἰσχύν τῷ λαῷ Του», ὥστε καί πάλι ἀπό τήν Πατρίδα μας νά δοξασθῆ «τό Ὄνομά Του ἐν τοῖς Ἔθνεσι»!
π. Βασίλειος E. Bολουδάκης
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 136
Δεκέμβριος 2013

Σπάνιο βυζαντινό μνημείο-Ο Άγ.Ανδρέας Περιστεράς

Όλα ξεκίνησαν μετά από την πραγμάτωση της θεϊκής εντολής, στην οποία υπάκουσε ο Όσιος Ευθύμιος. Έτσι σήμερα, ανατολικά του Χορτιάτη υπάρχει το κοινοτικό διαμέρισμα της Περιστεράς, ένα από τα αρχαιότερα της πατρίδας μας, στην περιοχή στην οποία προϋπήρχε ο οικισμός των Δραγουσητών, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε αρχαία κείμενα της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας στο Άγιο Όρος. 
Ο χριστιανικός ναός του Αγίου Ανδρέα χτίστηκε το 870 από τον Όσιο Ευθύμιο  ένα από τα σημαντικότερα πρόσωπα της ιστορίας του πρώιμου μοναχισμού στον Άθω. Μάλιστα οι τέσσερις αρχικές κολόνες, στηρίζουν ακόμη τον τρούλο του σημερινού ναού. Η εκκλησία του Αγίου Ανδρέα χτίστηκε από διωγμένους χριστιανούς, οι οποίοι ανέβαιναν τα χαμηλότερα μέρη της Θεσσαλονίκης προς αναζήτηση προστασίας από τους Ρωμαίους διώκτες τους. 
Ο τετράκογχος και σταυρικός ναός με τους πέντε τρούλους αποτελεί κόσμημα της πρώιμης βυζαντινής αρχιτεκτονικής. Η τοιχοδομία του δεν παρουσιάζει κατασκευαστικό πλούτο, αφού πρόκειται για έργο ενός ταπεινού μοναχού. Δεν είναι γνωστό πότε ο ναός έχασε τη μοναστηριακή του ιδιότητα και μετατράπηκε σε ενοριακό.
Το νερό που πηγάζει λίγα μέτρα από τα ανατολικά και χαμηλότερα από το ιερό του ναού, διοχετεύει νερό σε ολόκληρο το χωριό.

Άγιος Ανδρέας, Περιστερά - Ayios Andreas in Peristera Village
 Ο ναός είχε καταστραφεί από καιρό και οι νέοι κάτοικοι μη γνωρίζοντας τη σημασία του, τον είχαν μετατρέψει σε μαντρί. Στο βίο του Αγίου Ευθυμίου αναφέρονται οι δυσκολίες ανέγερσης του ναού. Επιπλέον, το 884, ο Όσιος Ευθύμιος ίδρυσε και γυναικείο μοναστήρι, κοντά στη μονή του Αγίου Ανδρέα στην Περιστερά. Σε ορισμένα βυζαντινά έγγραφα αποκαλείται «Περιστεραί» ή «Μονή των Περιστερών». 

Το σύμφωνο συμβίωσης και ο αφορισμός

(Ο Χριστός με το γλυκό και με το αυστηρό βλέμμα στην ίδια εικόνα)

Τις τελευταίες ημέρες είμαστε ανάμεσα στην «έκπληξη» και το «συγκλονισμό» της προοδευτικούρας και στην απειλή του Μητροπολίτη Πειραιώς για αφορισμό, σαν να είναι το υπερόπλο εναντίον όσων επιβουλεύονται την ορθόδοξη πίστη. Νομίζω ότι όλοι δικαιούμαστε τουλάχιστον ένα σχόλιο….
α) Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει άποψη και θέση επί του πολιτικού γάμου και του συμφώνου συμβίωσης. Δικαιούται να έχει άποψη και δικαιούται να την προβάλει δημόσια. Και το έχει κάνει και στο παρελθόν. Όσοι (…και καλά….) εκπλήσσονται, είναι τουλάχιστον υποκριτές. Έχει επίσης άποψη και για την ομοφυλοφιλία, ως παρά φύσιν επιλογή. Οι απόψεις αυτές πηγάζουν από τα ιερά κείμενα που εκφράζουν τη διδασκαλία της. Εάν τώρα αρέσουν οι θέσεις αυτές ή όχι, είναι άλλο ζήτημα. Ότι κάποιος έχει δικαίωμα να μη συμφωνεί, είναι αυτονόητο. Αλλά το να συγκλονίζεται και να απαιτεί την αλλαγή τους, είναι τουλάχιστον άκυρο. Και μυωπικό, εάν δεν απαιτεί το ίδιο και από την εβραϊκή και μουσουλμανική κοινότητα της χώρας.
β) Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν εκπροσωπείται από τις προσωπικές απόψεις ενός Μητροπολίτη. Ευτυχώς, στην παράδοση της καθ’ ημάς Ανατολής δεν έχουμε αντιπροσώπους και εκπροσώπους του Θεού. Ή τουλάχιστον δεν δικαιώνονται θεολογικά όσοι θέλουν να παραστήσουν έτσι τον εαυτό τους. Όταν λοιπόν εύκολα και ανέξοδα συγχέουμε το όνομα «Εκκλησία» με το τι δηλώνει ένας Μητροπολίτης, πονηριά ή αφέλεια υπάρχει στο παρασκήνιο.
γ) Ο όρος αφορισμός δεν έχει ενεργητική σημασία («σε αφορίζω»), αλλά παθητική («εγώ αφορίζομαι – αποκόπτω τον εαυτό μου από την πίστη και ζωή της Εκκλησίας»). Τη δεύτερη και σωστή σημασία θα έπρεπε πρώτοι να προβάλουν οι ιεράρχες στα πλαίσια της φιλάνθρωπης ποιμαντικής τους για τη σωτηρία των ανθρώπων. Και όχι την πρώτη ως εξουσιαστές και ιεροεξεταστές σαν να ορίζουν την ιδιοκτησία τους. Εάν έπρεπε να πιάσουμε το γράμμα όλων των κανόνων και να μοιράζουμε αφορισμούς με ενεργητική σημασία, είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ελάχιστοι θα γλίτωναν – αμφιβάλλω εάν στους ελάχιστους θα ήταν όλοι αυτοί που κραδαίνουν το δάχτυλο της ηθικής και της τάξης. Πάντα στην Εκκλησία μετράει το έλεος και η αγάπη του Θεού και πάντα γίνεται διαχωρισμός της αμαρτίας από τον αμαρτωλό. Γι’ αυτό η Εκκλησία είναι πνευματικό θεραπευτήριο για όλα τα μέλη της με μόνο ιατρό τον Ιησού Χριστό. Μάλλον, αυτό χαλάει τη σούπα μερικών «εξολοθρευτών» και «σωτήρων»…
δ) Μήπως η έκπληξη και ο συγκλονισμός βουλευτών για τον «αφορισμό» μεταφράζεται ως απώλεια της δύναμής τους σε ψήφους; Μήπως αυτό μετράει περισσότερο από την αμφισβήτηση για το εάν είναι συνειδητά και πιστά μέλη της Εκκλησίας; Μήπως με αυτή τη λογική χρησιμοποιείται επικοινωνιακά και από τον εκτοξευτή της απειλής;
ε) Το επιχείρημα ότι αρκετοί κληρικοί (εικασίες, άκουσα, είδα, ξέρω κάνα δυο, κ.λ.π.) είναι ομοφυλόφιλοι, άρα η Εκκλησία πρέπει να αλλάξει τη στάση της είναι τουλάχιστον γελοίο. Κατ’ αρχήν, είναι ανήθικη και φασιστική η επίκλησή του από όσους είναι υπέρμαχοι του ελεύθερου σεξουαλικού προσδιορισμού χωρίς στιγματισμό. Όλοι είναι ελεύθεροι εκτός από τους κληρικούς; Και γιατί τους στιγματίζετε με το να τους αναφέρετε; Ίσα ίσα, κάποιος θα μπορούσε να δει και ένα είδος προσωπικού αγώνα στο ότι, παρά την επιλογή τους, εκφράζουν τη συμφωνία τους με τη θέση της Εκκλησίας απέναντι στην ομοφυλοφιλία. Ή τουλάχιστον δεν την πολεμούν. Δηλαδή, με το επιχείρημα ότι κάποιοι κληρικοί καπνίζουν, πρέπει η Εκκλησία να διακηρύξει στα μήκη και στα πλάτη της χώρας ότι το τσιγάρο είναι μια ειδική ευλογία του Θεού που μόλις πρόσφατα ανακαλύψαμε;
στ) Όλοι εσείς οι upgraded δημοκράτες και ανεκτικοί που επιτίθεστε κατά πάντων, όταν έχουν επιφυλάξεις, ερωτήματα ή διαφωνίες σχετικά με το σύμφωνο συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια…. Όλοι εσείς που η δεύτερη κουβέντα σας είναι η ταμπέλα του ομοφοβικού σε όποιον διαφωνεί μαζί σας, καλό θα ήταν να προσέξετε μήπως κάνετε μια ωραία εισαγωγή στο νέο σύνδρομο του ετεροφοβικού.

Με το θάρρος της επώνυμης γνώμης….. Παναγιώτης Ασημακόπουλος

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

Ένα μεγάλο θαύμα του Αγίου Ανδρέα πού συνέβη στην Καρπασία της Κύπρου…


Αυτές τις μέρες, πού εμείς εδώ πέρα γιορτάζουμε μέ λόγους μεγάλους και πανηγυρικούς, με χαρές και φωταγωγίες, λιτανείες και κωδωνωκρουσίες τον Άγιό μας, τον Πολιούχο Ανδρέα, τόν τής πρώτης κλήσεως μαθητή του Χριστού, κάποιοι άλλοι λαβωμένοι και πονεμένοι, χιλιάδες χιλιόμετρα θάλασσας μακριά μας, αμφίβολο είναι εάν θα μπορέσουν να μπούνε κι΄ εφέτος στην σκονισμένη Εκκλησιά τους και ν΄ ανάψουν τ΄ αγιοκέρι τους
Το γιατί και πώς, μη το αναζητήσουμε στους δέλτους της πρόσφατης ιστορίας γιατί ακόμη η ιστορία της Κύπρου γράφεται, και μόνο στον επόμενο αιώνα, εάν ζήσουμε και όσοι ζήσουνε, θα μάθουμε γιατί και πώς έγινε το μεγάλο κακό και στα δύο την μοιράσανε…Τήν Κύπρο μας !



ΤΟ ΦΗΜΙΣΜΕΝΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ…
Για την ίδρυση του φημισμένου Μοναστηριού του Αποστόλου Ανδρέα, που βρίσκεται στο ομώνυμο ακρωτήρι στην κατεχόμενη Καρπασία, ελάχιστα είναι γνωστά. Η παράδοση φέρει τον Απόστολο Ανδρέα να έχει περάσει από το μέρος εκείνο, τον 1ο αιώνα μ.Χ., όταν το καράβι με το οποίο ταξίδευε έμεινε αγκυροβολημένο για τρεις ημέρες σε παρακείμενο λιμανάκι λόγω νηνεμίας.
Εκεί ο Απόστολος δημιούργησε μια πηγή στο βράχο από όπου άρχισε να αναβλύζει άφθονο νερό, «που τρέχει από τότε στον λάκκο της Παλαιάς Εκκλησίας και από εκεί βγαίνει σαν Αγίασμα από βρύση κοντά στη θάλασσα» (Ι. Τσικνοπούλλου «Ο Απόστολος Ανδρέας», 1967, σ. 21). Αυτό θεράπευσε και το τυφλό παιδί του καπετάνιου του καραβιού, ο οποίος, σύμφωνα με την παράδοση, έκτισε στην ίδια τοποθεσία ναό αφιερωμένο στον πρωτόκλητο μαθητή του Χριστού.



ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ…
Αυτό όμως που το κάνει Πανκυπρίως γνωστό τό προσκύνημα αυτό, είναι το ακόλουθο θαύμα:
Την περίοδο της ηγουμενίας του Οικονόμου Χριστόφορου Κυκκώτη συνέβηκε ένα θαυμαστό γεγονός, που συγκλόνησε τους κατοίκους της Κύπρου και αύξησε το σεβασμό και την αγάπη τους προς τον Απόστολο Ανδρέα και το μοναστήρι του.
Συγκεκριμένα γύρω στο 1896, οι Τούρκοι είχαν απαγάγει στην πόλη Αλλαγιά της Μικράς Ασίας το μοναχογιό μιας φτωχής Ελληνίδας της Μαρίας. Παρά τις προσπάθειες της γυναίκας να επανεύρει το γιό της, τούτο δυστυχώς δεν κατέστει δυνατό.
Ο μικρός Παντελής Χατζηγεώργη είχε οδηγηθεί από τους απαγωγείς του στις στρατιωτικές σχολές του κατακτητή και τα ισλαμικά τάγματα ώστε, μετά την αποφοίτησή του, να υπηρετήσει το Σουλτάνο και το Μωάμεθ. Έκτοτε η μητέρα του εναπόθεσε στο Θεό τις ελπίδες της για την ανεύρεσή του και με καθημερινές και συνεχείς προσευχές Τον ικέτευε να την ελεήσει.Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1912, είδε στον ύπνο της κάποιον Ανδρέα, και της ανακοίνωσε ότι σύντομα θα συναντούσε το χαμένο γιο της.
Η μάνα πεπεισμένη ότι ο επισκέπτης της δεν ήταν άλλος από το πρωτόκλητο μαθητή του Χριστού, αναχώρησε αμέσως με το αυστριακό ατμόπλοιο που εκτελούσε το δρομολόγιο Σμύρνης – Λάρνακας για προσκύνημα στο μοναστήρι του Αγίου, στην Κύπρο.
Με το ίδιο καράβι ταξίδευαν επίσης πολλοί Κύπριοι – άνδρες και γυναίκες – οι οποίοι εργάζονταν στη Μερσίνα και στα Άδανα ως υπάλληλοι γερμανικής εταιρίας που κατασκεύαζε τα μεγάλα σιδηροδρομικά έργα της Ανατολής.
Στο καράβι υπήρχε επίσης και μια μικρή ομάδα από δερβίσηδες, που επισκέπτονταν την Κύπρο για να διευθετήσουν διάφορες οικονομικές εκκρεμότητες των τεκκέδων του νησιού.Σε κάποια στιγμή, η Μαρία διηγήθηκε τα συμβάντα στις άλλες γυναίκες που συνταξίδευαν μαζί της και εξέφρασε τη βαθιά της πεποίθηση πως με τη βοήθεια του Αγίου θα επανεύρισκε το γιό της.
Τη διήγησή της ακροαζόταν με πολύ ενδιαφέρον ένας από τους Δερβίσηδες, ο οποίος και παρατηρούσε προσεχτικά τη γυναίκα. Τελικά την πλησίασε και της απηύθηνε το λόγο, διαπιστώνοντας ότι ήταν η μητέρα του, αφού όπως φαίνεται, παρά την πολύχρονη παραμονή του στα τουρκικά ιεροδιδασκαλεία, εξακολουθούσε να διατηρεί ενθυμήσεις από την παιδική του ζωή.
Αφαίρεσε τότε το κάλυμα της κεφαλής και αφού ντύθηκε με ελληνικά ρούχα, ομολόγησε την χριστιανική του πίστη. Η χαρά και των δύο, όπως και όσον άλλων Χριστιανών ταξίδευαν μαζί τους, ήταν πολύ μεγάλη και ξεπερνούσε τα όρια της συγκίνησης.Μόλις δε το καράβι προσάραξε στη Λάρνακα, μητέρα και γιός έτρεξαν στο ναό του Αγίου Λαζάρου, όπου προσευχήθηκαν θερμά και ευχαρίστησαν τον Απόστολο Ανδρέα. Στη συνέχεια ο Παντελής ομολόγησε για δεύτερη φορά, μπροστά στον ιερέα του ναού παπά Ιωάννη Μακούλη, πίστη στο Τριαδικό Θεό.
Ο απαχθείς Παντελής Χατζηγεώργης, πρώην Τούρκος Δερβίσης, με την μητέρα του, μετά την θαυματουργική, από τον Άγιο Ανδρέα, επιστροφή του…

Ο παπά Ιωάννης σφράγησε την επάνοδο του Παντελή στο Χριστιανισμό με την τέλεση του μυστηρίου του χρίσματος. Ακολούθως αφού επισκεύθηκαν το μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα, όπου προσκύνησαν τον Άγιο και τον ευχαρίστησαν για τη θαυμαστή βοήθειά του, μετέβησαν στο μοναστήρι του Κύκκου στο οποίον παρέμειναν για λίγες μέρες.»
 ΠΟΛΙΤΗΣ» ημερ. 14/2/1999/πηγή

Η Σιωπή μέσα μας...

Από το βιβλίο του Ηλία Λιαμή ''Ψίθυροι των αγγέλων'' 


.....Εύκολα γίνεται πικρή η ματιά σου μπροστά στην αδυναμία των ανθρώπων.


Το μυαλό σου σκορπίζεται εύκολα στην παρατήρηση των άλλων.
Συμμάζεψε όσο μπορείς το βλέμμα σου, περιόρισε όσο μπορείς τη διάσπαση του νου σου.


Δεν έχει καλό τέλος αυτός ο δρόμος. 


Θα συνηθίσεις να διακρίνεις αμέσως τα λάθη των άλλων, αλλά θα το πληρώσεις με μεγάλη μοναξιά.


Συνάμα, λίγο λίγο, θα χάνεις την παιδική σου ματιά, μέχρις ότου να ξεχάσεις εντελώς, πως όλοι λαχταράμε το καλύτερο και προδινόμαστε από τον ίδιο μας τον εαυτό.


Όσο αυτό το ξεχνάς, τόσο και πιο άτεγκτος θα γίνεσαι για τους γύρω σου.
Θα βροντοφωνάζεις πάντα το σωστό αλλά θα βλέπεις έκπληκτος πως οι άνθρωποι θα φεύγουν από κοντά σου.


Είναι, γιατί τους δίνεις άτεγκτη δικαιοσύνη κι αυτοί λαχταράνε τη συγνώμη. Φωνάζεις πολύ κι αυτοί λαχταράνε λίγη σιωπή...


........Να παλέψεις για τη σιωπή του νου σου. Μην τον αφήσεις στη διάλυσή του.
Αν δεν προσέξεις, θα τρέχει από δω κι από κει, χωρίς σκοπό, χωρίς νόημα.
Θα παρατηρείς τα πάντα, θα κρίνεις τα πάντα, θα νομίζεις πως φτιάχνεις τον κόσμο και την ίδια ώρα θα γεμίζεις, ανεπαίσθητα, περιφρόνηση για τον κόσμο.
Χωρίς να το καταλάβεις, θα μάθεις ν'ανεβάζεις τον εαυτό σου σ'ένα θρόνο ψηλό κι απο κει να μετράς τους πάντες και τα πάντα με το δικό σου μέτρο. Και θα μάθεις να μιλάς, να μιλάς πολύ!


Η σιωπή όμως...η σιωπή! Θα αφήσει στην καρδιά σου χώρο ν'ακουστεί η φωνή του Θεού.


Η σιωπή θα σε απαλλάξει από το φτωχό σου μέτρο και θα σε μάθει να μετράς τον εαυτό σου και τον κόσμο με το δικό Του μέτρο.


Θα μείνεις τότε άφωνος από τα κρίματά σου. Και δυό φορές θα μείνεις άφωνος από την υπομονή του Θεού.


Πού να βρείς μετά διάθεση και θάρρος ν'ασχοληθείς με τα κρίματα των άλλων!
Γι'αυτό σου λέω, η σιωπή θα γεμίσει τη ματιά σου κατανόηση και οικτιρμό για τον εαυτό σου και τον κόσμο.


Θα κερδίσεις όμως και κάτι, ακόμα πιο πολύτιμο:
Ξέροντας ποιος είσαι και ποια είναι τα όρια σου, θα σου είναι αδιάφορη η γνώμη των άλλων για σένα.


Θα γίνεις άτρωτος στην κατάκριση, ακόμη και στην συκοφαντία...

ΚΗΡΥΓΜΑ Κυριακή ΙΔ Λουκά


ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ΛΟΥΚΑ ( Του Τυφλού) ( Λκ. 18,35-43)
ΤΟ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ

Ο τυφλός της σημερινής ευαγγελικής διήγησης οπωσδήποτε κίνησε σε όλους μας την συμπάθεια καθώς ακούσαμε την μονότονη ικετευτική  φωνή του : « Ιησού υιέ Δαβίδ ελέησον με». Όταν πληροφορήθηκε « ότι Ιησούς ο Ναζωραίος παρέρχεται» μια λάμψη ελπίδας φώτισε το πονεμένο πρόσωπο του. Στύλωσε τα απλανή μάτια του προς το μέρος όπου έρχονταν ο Χριστός και με όλη τη δύναμη της φωνής του άρχισε να τον παρακαλεί να του δώσει το φως του. Μερικοί, όμως όχι εχθροί του Χριστού, αλλά ενθουσιώδεις οπαδοί Του, στην προσπάθεια του τυφλού να προσεγγίσει τον Κύριο, αντί να τον βοηθήσουν « επετίμων αυτόν ίνα σιωπήσει».
        Και ο τυφλός θεραπεύτηκε. Μένει όμως ένα ερώτημα: Πώς αυτοί οι άνθρωποι που με τόσο ενθουσιασμό συνόδευαν τον Χριστό, έδειξαν τόση σκληρότητα σ’έναν απόκληρο της ζωής;
        Η περίπτωση δεν είναι μεμονωμένη. Συμβαίνει άνθρωποι της Εκκλησίας που θα έπρεπε να είναι υποδείγματα αγάπης και συμπόνιας, παρουσιάζονται σκληροί και ανάλγητοι μπροστά στον ανθρώπινο πόνο. Και τα περιστατικά που διασώζουν οι ι. ευαγγελιστές είναι αρκετά. Σ’ολες αυτές  τις περιπτώσεις οι περισσότεροι ευσεβείς άνθρωποι της εποχής εκείνης, αντί να χαρούν μαζί με τον θεραπευμένο και να δοξάσουν τον Θεό, θύμωναν και το χειρότερο προσπαθούν να υπονομεύσουν Εκείνον που έδειχνε την θαυματουργική αγάπη Του στα θύματα των ποικίλων ασθενειών.
        Αλλά όλα αυτά έγιναν από τους εχθρούς του Χριστού, από εκείνους που το μίσος τους είχε κλείσει τα μάτια χειρότερα από τα μάτια του δυστυχισμένου τυφλού της σημερινής διήγησης. Το θλιβερότερο είναι, ότι στο σημερινό περιστατικό πρόκειται για οπαδούς και θαυμαστές του Χριστού, ο Οποίος έρχονταν να δώσει νέα ζωή στην μεγάλη εντολή της αγάπης. Αυτό πράγματι προκαλεί μεγαλύτερη λύπη ακόμη και από την τύφλωση του τυφλού.
        Υπάρχει όμως και κάτι θλιβερότερο από αυτό : Ότι από τότε που συνέβη αυτό έχουν περάσει πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια και τα περιστατικά αυτού του είδους όχι μόνο δεν έλειψαν, αλλά έγιναν περισσότερα.
        Το « πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη» έχει σχεδόν παραθεωρηθεί. Και ενώ ο Χριστός ήλθε να ενώσει με την πίστη με την αγάπη, εμείς οι λεγόμενοι « μαθητές» Του χωρίσαμε και πάλι την αγάπη από την πίστη και φθάσαμε στο σημείο να νομίζουμε, ότι είμαστε ευάρεστοι στο Θεό, αν υποτεθεί ότι έχουμε πίστη, χωρίς να έχουμε καθόλου αγάπη. Και λησμονήσαμε, ότι πίστη χωρίς  αγάπη έχει ακόμη και ο διάβολος « και τα δαιμόνια πιστεύουσιν» ( Ιακ. 2,19), αλλά τα δαιμόνια δεν έχουν κανένα ίχνος αγάπης. Μια τέτοια λοιπόν πίστη καταντήσαμε δυστυχώς να έχουμε, όταν την έχουμε βέβαια κι’ αυτή.
        Με τον τρόπο αυτό όμως όπως μαρτυρεί η ιστορία έφθασε να υπάρχουν άνθρωποι που έφεραν το όνομα του χριστιανοί και μισούνταν θανάσιμα μεταξύ τους. Ή νόμιζαν, ότι λόγω αυτής της πίστης μπορούσαν να συκοφαντήσουν ή και να εξοντώσουν τους αντιπάλους τους, για να διασώσουν όπως ισχυρίζονταν την πίστη. Έτσι φθάσαμε τον μεσαίωνα στο φαινόμενο της Ιερής Εξέτασης εν ονόματι και προστασία τάχα της χριστιανικής πίστης στη διάπραξη εγκλημάτων τα οποία θα παραμένουν αιώνιο στίγμα για τον ανθρώπινο πολιτισμό.
        Και είναι αλήθεια, ότι σήμερα δεν γίνονται τέτοιου είδους εγκλήματα στο όνομα της χριστιανικής πίστης. Η νοοτροπία όμως εξακολουθεί να παραμένει και επιτρέπει να νομίζουμε, ότι είμαστε εντάξει με την αγάπη προς τον Θεό, παρά το γεγονός, ότι δεν είμαστε διόλου εντάξει με την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον.
        Έτσι φθάσαμε ακόμα και σήμερα στο σημείο να συναντούμε χριστιανούς που νομίζουν ότι είναι απόλυτα σωστά με την Εκκλησία, επειδή κάνουν το σταυρό τους, την προσευχή τους, ή γιατί εκκλησιάζονται, νηστεύουν και κοινωνούν τακτικά. Και μάλιστα θεωρούν τον εαυτό τους ένοχο, αν συμβεί ποτέ να παραλείψουν κάτι από όλα αυτά. Όμως αδιαφορούν τελείως και ούτε υποψιάζονται νε εξετάσουν μήπως κατά λάθος ως προς την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον τους, που ο Χριστός την ήθελε μόνιμο και αχώριστο σύντροφο της πίστης, δηλ. την αγάπη μας προς τον Θεό.
        Όσοι από εμάς που έχουμε την τιμή να ονομαζόμαστε χριστιανοί δεν προσπαθήσαμε να συνδυάσουμε την πίστη με την αγάπη, πρέπει να φοβούμαστε ,ότι η πίστη μας θα παραμένει νεκρή. Γιατί όπως μας λέγει ο ευαγγελικός λόγος  « ώσπερ…το σώμα χωρίς πνεύματος νεκρόν έστιν, ούτω και η πίστης χωρίς των έργων νεκρά έστιν». ( Ιακ.2,26».
        Είθε ο Κύριος που συνδύασε την πίστη με την αγάπη να μας δώσει την δύναμη να ζωοποιήσουμε αυτό το δίδυμο των αρετών, ώστε να ζωντανέψουμε τη ζωή μας και τον κοινωνικό μας περίγυρο.

π.Γ.Στ.πηγή

Πως γίνεται η Μοναχική μύηση (Κουρά)

Ο μοναχός, όπως και κάθε πλάσμα, του Θεού γεννιέται και πεθαίνει. Όμως η γέννηση του μοναχού δεν ταυτίζεται με τη βιολογική γέννηση, αλλά  με μια νέα ταυτότητα που αποκτά κατόπιν μακροχρόνιας και έντονης μύησης και δοκιμασίας. Τα θέσμια του Ορθόδοξου μοναχισμού και κατεξοχήν του Αγίου Όρους, προϋποθέτουν μια τέτοια πορεία.
Ο υποψήφιος αρχικά εντάσσεται δοκιμαστικά σε  μια αδελφότητα. Εκεί, υπό την καθοδήγηση του Γέροντα -Ηγουμένου, ακολουθεί ένα πρόγραμμα προσευχής και διακονίας και συνυφασμένης κατήχησης, που τηρείται για ένα χρόνο ή και περισσότερο. Ως  δόκιμος, συνήθως ο υποψήφιος δε φέρει παρά μόνο "σκουφάκι", κατόπιν ευχής που του διαβάζεται.
Ύστερα από απόφαση του ηγουμενο συμβουλίου ορίζεται η στιγμή της κουράς του υποψήφιου  μοναχού. Την ιεροτελεστία θα τελέσει κάποιος ιερομόναχος, ενώ ο ηγούμενος θα παραστέκεται στον προσερχόμενο  μοναχό ως ανάδοχός του. Ο υποψήφιος, φορώντας συνήθως λευκές κάλτσες και λευκή φανέλλα, μετά την είσοδο του ευαγγελίου στη Θεία Λειτουργία, οδηγούμενος υπό του ηγουμένου, φέρεται από τη θύρα του ναού κάτω από τον πολυέλαιο. Εκεί, αφού βάλει  μετάνοια προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, προχωρεί και βάζει τρεις  μετάνοιες στις εικόνες του Χριστού, της Θεοτόκου και του αγίου που τιμάται το Καθολικό. Έπειτα βάζει μετάνοια, παίρνει την ευχή του Ηγουμένου και στέκεται στα αριστερά του με σταυρωμένα τα χέρια.
Μετά την ψαλμωδία των διατεταγμένων απολυτικίων, ο ιερέας κατηχεί τον μέλλοντα μοναχό διαβάζοντας την ευχή "Άνοιξον τα της καρδίας σου ώτα, Αδελφέ, ...;". Ακολουθούν ερωταποκρίσεις  ανάμεσα στον ιερέα και τον υποψήφιο που βεβαιώνουν την εκούσια προσέλευσή του στη  μοναχική πολιτεία. Σ' όσες ερωτήσεις απαντά θετικά ακούμε  την ευλογημένη απόκριση "Ναι, του Θεού συνεργούντος  μοι, τίμιε Πάτερ". Αμέσως  μετά τις ερωταποκρίσεις συνεχίζεται η κατήχηση υπό του ιερέως. Νέα στιχομυθία έπεται. Μετά και το πέρας αυτής της στιχομυθίας, ο ιερέας απευθύνει ευχή ζητώντας τη βοήθεια του Θεού για τον κειρόμενο  μοναχό. Ακολουθεί η εκφώνηση του ονόματος του μοναχού. Ο ιερέας τότε τρεις φορές θα δώσει στον κειρόμενο μοναχό το ψαλίδι της κουράς του και ο μοναχός άλλες τρεις αντίστοιχα θα αντιδώσει το ψαλίδι διαμέσου του Ηγουμένου στον ιερέα. Ο ιερέας κείρει την κόμη του γονυκλινή υποψήφιου στο όνομα της Αγίας Τριάδος, ενώ οι χοροί ψάλλουν τρεις φορές το "Κύριε Ελέησον".
 Ο τυπικάρης (μοναχός υπεύθυνος για την τήρηση του τυπικού) στη συνέχεια φέρνει τα μοναχικά ενδύματα από το Ιερό Βήμα και τα επιδίδει στον ιερέα. Αυτός, αφού τα ευλογήσει τα παραδίδει στον Ηγούμενο, ο οποίος και ντύνει το νέο μοναχό. Έτσι με τη σειρά του φορά το ζωστικό, το αγγελικό σχήμα, το πολυσταύρι, τη ζώνη, το ράσο, τα υποδήματα, το καλυμμαύχι, το κουκούλι και τέλος τον μανδύα.
 Συνεχίζεται η Θεία Λειτουργία ψαλλομένου του "Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε..". Θα ακολουθήσουν τα αναγνώσματα και ο ιερέας θα δώσει στο νέο μοναχό σταυρό, κομποσχοίνι και λαμπάδα αναμμένη. 

Ο νέος  μοναχός θα  μεταλάβει πρώτος χωρίς να βγάλει το κουκούλι του. Αφού μοιραστεί το αντίδωρο, οι άλλοι μοναχοί  με τη σειρά πηγαίνουν στο νέο αδελφό που στέκεται σε στασίδι, ασπάζονται το σταυρό που κρατά και του εύχονται "καλό παράδεισο" ή άλλες αρμόζουσες ευχές.
 Ακολουθεί η τράπεζα, όπου ο νεοκαρείς μοναχός κάθεται πλησίον του ηγουμένου.
Τα μοναχικά ενδύματα είναι μαύρα. Το μεγάλο σχήμα που μοιάζει  με πετραχήλι είναι μαύρο κεντημένο με κόκκινο ή άσπρες και χρωματιστές κλωστές. Πάνω του αναπαρασταίνονται ο σταυρός του Κυρίου με τη λόγχη και τον σπόγγο εκατέρωθεν και από κάτω   μια νεκροκεφαλή. Αριστερά και δεξιά έχει σε συντομογραφίες τις επιγραφές:
ΜΙΧΑΗΛ ΓΑΒΡΙΗΛ
ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΝΙΚΑ
Τούτο το Σχήμα δαίμονες φρίτουσσι
Θεού θέα Θείον Θαύμα
Χριστός Χριστιανοίς χαράν χαρίζει
Φως Χριστού φαίνει πάσι
Τόπος Κρανίου Παράδεισος γέγονε Αδάμ

ΠΗΓΗ

Ολοκληρώθηκαν οι εόρτιες εκδηλώσεις της επισήμου Αγιοκατατάξεως των Αγίων Ακακίου και Δαμασκηνού του Στουδίτου

Με το Πανηγυρικόν Αρχιερατικόν Συλλείτουργον κορυφώθηκαν οι εόρτιες λατρευτικές και επιστημονικές εκδηλώσεις που διοργάνωσε η Ιερά ημών Μητρόπολις επί τῇ ευκαρίᾳ της επισήμου Αγιοκατατάξεως εις το Εορτολόγιον της Αγίας μας Εκκλησίας των Αγιωτάτων Επισκόπων Λητής και Ρεντίνης, Ακακίου και Δαμασκηνού του Στουδίτου.

Κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, η οποία ετελέσθη εις τον Ιερόν Ναόν Αγίου Αθανασίου-Λητής, την 27ην Νοεμβρίου ε.έ, ημέραν κατά την οποίαν η Αγία μας Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη του Αγίου Δαμασκηνού του Στουδίτου, Επισκόπου Λητής και Ρεντίνης (η μνήμη του αγίου Ακακίου ορίσθει να εορτάζει στις 16 Αυγούστου), προεξήρχε ο Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ.κ. Άνθιμος, συμπαραστατούμενος από τους Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες Μιλήτου κ.κ. Απόστολον, Άρτης κ.κ. Ιγνάτιον, ο οποίος χοροστάτησε και εις τον Όρθρον, Δράμας κ.κ. Παύλον, Μαρωνείας και Κομοτηνής κ.κ. Παντελεήμονα, τον Θεοφιλέστατον Επίσκοπον Θερμών κ.κ. Δημήτριον και τον επιχώριον Μητροπολίτην Λαγκαδά, Λητής και Ρεντίνης κ.κ. Ιωάννην, δι’ ενεργειών του οποίου, ανεγράφησαν τα ονόματα των Αγίων Επισκόπων στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. 

Παρέστησαν, επίσης, οι Καθηγούμενοι των Ιερών Μονών Ιβήρων-Αγίου Όρους, Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης π. Ναθαναήλ, ο οποίος εξεπροσώπησε και την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους, της Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου, Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης π. Ιωσήφ, της Πατριαρχικής και Σταυροπηγιακής Μονής των Βλατάδων,  Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης π. Νικηφόρος Ψυχλούδης , της Ιεράς Μονής Παντοκράτορος - Μελλισσοχωρίου Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης π. Κύριλλος Κεχαγιόγλου, της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος – Πέντε Βρύσεων  Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης π. Ισαάκ Τσαπόγλου, ο Πανοσιολογιώτατος  Αρχιμανδρίτης  π. Πλάτων Κρικρής, Γραμματεύς του Ιδιαιτέρου Γραφείου του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερωνύμου καθώς και ο πρ. Πρωτεπιστάτης του Αγίου Όρους, Οσιολογιώτατος μοναχός γέρων Μάξιμος Ιβηρίτης. 

Μεταξύ των πιστών που προσήλθαν για να τιμήσουν τη μνήμη του Αγίου Δαμασκηνού, η οποία και εορτάσθη για πρώτη φορά, ήταν ο Δήμαρχος Ωραιοκάστρου κ. Δημήτριος Σαραμάντος, εκπρόσωποι του Δήμου Ωραιοκάστρου με επικεφαλής την κα Δεληπάλα Δάφνη, εκπρόσωποι των Στρατιωτικών Αρχών και των Σωμάτων Ασφαλείας, ο Ομότιμος Καθηγητής Νευρολογίας και Διευθυντής του Ερευνητικού Ινστιτούτου της Ιεράς μας Μητροπόλεως διά την νόσον του Altzheimer κ. Σταύρος Μπαλογιάννης, Καθηγητές της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ., πλήθος μαθητών της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαιδεύσεως του Λαγκαδά, του Ωραιοκάστρου και της Θεσσαλονίκης, πολλοί ιερείς, καθώς και αντιπροσωπείες μοναχών και μοναζουσών από τα μοναστήρια της επαρχίας.

Ὁ Ἅγιος Δαμασκηνὸς ὁ Στουδίτης
Ἐπίσκοπος Λητῆς καὶ Ρεντίνης (1558-1574)
Ὁ Ἅγιος Δαμασκηνὸς ὁ Στουδίτης Ἐπίσκοπος Λητῆς καὶ Ρεντίνης (1558-1574)
Ὁ Ἐπίσκοπος Λητῆς καὶ Ρεντίνης Δαμασκηνὸς εἶναι ἐξέχουσα μορφὴ ἁγίου Ἱεράρχου ὄχι μόνον τοῦ 16ου αἰῶνος, ἀλλὰ ὅλων τῶν χρόνων τῆς δουλείας, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀποτελεῖ πνευματικὸ φάρο ποὺ κατέλαμψε τὸ τότε πνευματικὸ σκότος τοῦ Γένους, δοξάζοντας καὶ τὴν περίφημη Ἐπισκοπὴ Λητῆς καὶ Ρεντίνης, ἡ ὁποία κατέστη παγκοσμίως γνωστή χάρις σὲ αὐτόν.
Γεννημένος περὶ τὸ 1520 στὴ Θεσσαλονίκη ὅπου ἔλαβε ἄριστη μόρφωση, ὁ ἅγιός μας -κατὰ κόσμον ἴσως Δημήτριος- μετέβη νέος στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου πρὶν τό 1546 ἔγινε Μοναχὸς τῆς Ἀδελφότητος «τῶν Στουδιτῶν», λαμβάνοντας τὸ ὄνομα Δαμασκηνὸς καὶ τὴν προσωνυμία «Στουδίτης»· ἤδη ὡς ὑποδιάκονος, σπου-δάζοντας στὴν περίφημη Πατριαρχικὴ Ἀκαδημία, ὑπῆρ-ξε καὶ περιφανὴς ἱεροκήρυκας τῆς Βασιλεύουσας, σπείροντας λόγους πλήρεις ὠφελείας, οἱ ὁποῖοι ἀργότερα ἀποτέλεσαν τὸ ὑλικὸ γιὰ τὸ βιβλίο του «Θησαυρός».
Μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1550 καὶ 1558 ὁ Ἅγιος Δαμασκη-νὸς δραστηριοποιήθηκε στὴν περιοχὴ τῶν Τρικάλων, πιθανότατα ὡς Διδάσκαλος τῆς ἐκεῖ Σχολῆς, καὶ πρὶν τὸ 1558 ἔλαβε τὴν Ἱερωσύνη. Στὸ ἴδιο διάστημα μετέβη καὶ στὴ Βενετία γιὰ νὰ τυπώσει τὸν δημοφιλῆ «Θησαυρό».
Τὸ 1560 στὸ Ναὸ τῶν Ἀρχαγγέλων («Ροτόντα») τῆς Θεσσαλονίκης ὁ Ἱερομόναχος Δαμασκηνὸς χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος «Λητῆς καὶ Ρενδίνης» ἀπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Θεωνᾶ (τόν πρό τοῦ 1560-65· δὲν πρόκειται περὶ τοῦ γνωστοῦ ἁγίου).    
Παρὰ τὸ ὅτι ὁ Ἅγιος Δαμασκηνὸς ἦταν μόνον Ἐπίσκοπος, ὡστόσο δὲν ἔπαυσε νὰ διαλάμπει μὲ τὸν συν-δυασμὸ τῆς λαμπρῆς παιδείας του καὶ τῆς ἄμετρης ταπεινοφροσύνης του. Ὁ Γερμανὸς θεολόγος Στέφαν Γκέρλαχ (1546-1612), μολονότι ἐχθρικὸς πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία, ἐπιβεβαιώνει ὅτι ὁ Λητῆς καὶ Ρεντίνης Δαμα-σκηνὸς ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς τρεῖς πιὸ μορφωμένους Ὀρθοδόξους Κληρικοὺς τῆς ἐποχῆς του καὶ ἀπὸ αὐτούς ἦταν ὁ πιὸ ἐπαινετὸς «λόγῳ τῆς ἰδιαιτέρας μετριοφρο-σύνης, ὀλιγαρκείας καὶ τῶν ἄλλων ἀρετῶν του».
Λόγῳ τῶν χαρισμάτων του αὐτῶν ὁ Ἅγιος ἀπέλαυε τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν Πατριαρχῶν γιὰ σημαίνουσες ἀποστολές ὡς Ἔξαρχος, ὅπως στὸ Ἅγιον Ὄρος (1567), ἀλλὰ καὶ στὴ Μικρὰ Ρωσία (Οὐκρανία), ὅπου στὰ ἔτη 1565-1572 ὁ Δαμασκηνὸς συνετέλεσε ἀποφασιστικά στὴν κατανίκηση τῆς αἱρετικῆς ρωμαιοκαθολικῆς προπαγάνδας. Ἀργότερα, κατὰ τὴν Πατριαρχία τοῦ Ἱερεμίου Β΄τοῦ Τρανοῦ (†1595), ὁ ὁποῖος ἦταν μαθητὴς τοῦ Ἁγίου, ὁ Δαμασκηνὸς ἔλαβε μέρος στὴ σύνταξη  τῆς πατριαρχικῆς δογματικῆς ἀπαντήσεως (1572-73) στοὺς Λουθηρανοὺς Προτεστάντες τῆς Τυβίγγης, διετέλεσε δὲ καὶ τοποτηρητὴς τοῦ Θρόνου στὴν Κωνσταντινούπολη ἐπὶ ἀρκετοὺς μῆνες, κατὰ τὴν ἀπουσία τοῦ Πατριάρχου.
Τὸ 1574, ὁ Ἅγιός μας προβιβάσθηκε σὲ «Μητροπολίτην Ναυπάκτου καὶ Ἄρτης καὶ Ἔξαρχον πάσης Αἰτωλίας» ὡς Δαμασκηνὸς Γ΄ ὁ Στουδίτης, θρόνο ποὺ ὑπηρέτησε ἐπὶ δύο περίπου ἔτη, μέχρι τὸ 1576, ὅταν συγκαταλέχθηκε μεταξὺ τῶν λογίων τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.
Λίγο ἀργότερα, τὸ σωτήριον ἔτος 1577, ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ καὶ ἐτάφη στὴ μητροπολιτική του περιφέρεια, στὴ Ναύπακτο ἢ τὴν Ἄρτα. Ἐπίγραμμα ἀναφερόμενο στὸν Ἅγιο, πλέκει τὸν ἔπαινό του, χαρακτηρίζοντας τὸν Δαμασκηνὸ ὡς «σοφία τῶν Ἑλλήνων» καὶ τὸν θάνατό του ὡς κακὴ στιγμή, ἡ ὁποία ἄφησε τοὺς φιλέλληνες ὀρφανούς: «Ἑλλήνων μὲν τὴν σοφίαν βαρὺς ὤλεσεν αἰών. Ὃς δὲ φιλέλληνας πάντας ἀπωρφάνισεν».
Στὰ συγγράμματά του, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ βιβλίο «Θησαυρός», τὸ ὁποῖο ἐκδόθηκε πάμπολλες φορές (51 περίπου φορὲς μέχρι τὸ 1926) καὶ ποὺ μαρτυρεῖ τὰ γνήσια μοναχικὰ του βιώματα καὶ τὸ σέβας στὴν Ὀρθοδοξία καὶ τοὺς Ἁγίους Πατέρες, συμπεριλαμβάνονται διάφορα κείμενα, ὅπως Κανόνες πρὸς τιμὴν τοῦ Νεομάρτυρος Νικολάου (†1554), ποιήματα πρὸς τιμὴν τῆς Παναγίας σὲ ὁμηρικὴ γλῶσσα, μία Παραίνεσις πρὸς Μοναχούς, καὶ ἄλλα, ὅπως σύγγραμμα ζωολογίας καὶ ἕτερο μετεω-ρολογίας, ποὺ πιστοποιοῦν τὴν εὐρεῖα παιδεία του. Ὁ Ἅγιος Δαμασκηνὸς πρέπει νὰ ὑπῆρξε διδάσκαλος καὶ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς τελευταίους Στουδίτες, τοῦ Ὁσίου Διονυσίου τοῦ «Ρήτορος» (†1606), μετέπειτα ἀσκητοῦ στὴ Μικρὰ Ἁγία Ἄννα τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Παρὰ τὴ λιπαρή του παιδεία, χάρις στὴν ὁποία κατεῖχε ἄριστα τὴν ὁμηρικὴ καὶ τὴν ἀττικὴ διάλεκτο, ὁ Ἅγιος Δαμασκηνὸς ὁ Στουδίτης, Ἐπίσκοπος Λητῆς καὶ Ρεντίνης, ἔγραφε καὶ σὲ ἁπλῆ καὶ καθαρὴ ἑλληνικὴ γλῶσσα γιὰ τὸν ἁπλὸ λαὸ τῆς ἐποχῆς του, ποὺ εἶχε πολλὴν ἀνάγκη τῆς «στερεᾶς τροφῆς» τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ «Θησαυρὸς» τοῦ Δαμασκηνοῦ ὑπῆρξε τὸ πιὸ διαδεδομένο στὸν τομέα του βιβλίο καὶ ἐνίσχυσε τὸ δοῦλο Γένος στὶς θλίψεις καὶ τὰ μαρτύρια. Ἡ προσφορά του ἐπεκτάθηκε ὅταν μεταφράσθηκε καὶ στὰ τουρκικά (1731), γιὰ τοὺς τουρκόφωνους Ρωμηούς, στὰ σερβικὰ (1580) καὶ τὰ ρωσικά (1656,1715). Ἰδιαιτέρως στὴ Βουλγαρία θεωρεῖται ὅτι ἡ μετάφρασή του (Δαμασκηνάρια) ἀπέτρεψε τὸν ἐκτουρκισμὸ τῶν Ὀρθοδόξων Βουλγάρων.
Ἀπολυτίκιον Ἁγίου Δαμασκηνοῦ
Ἦχος α’ Τῆς ἐρήμου πολίτης. 
Τὸν Λητῆς καὶ Ρεντίνης χρυσολόγον ἐπίσκοπον,
εἴτα δὲ Ναυπάκτου καὶ Ἄρτης θεοφόρητον πρόεδρον,
τὸν θεῖον καὶ σοφὸν Δαμασκηνὸν,
τιμήσωμεν ἐν ὕμνοις ἱεροῖς,
τὸν διδάξαντα τῇ βίβλῳ αὐτοῦ λαούς,
πρὸς ὅν καὶ ἀνακράζουσι·
δόξα τῷ σὲ σοφίσαντι Χριστῷ,
δόξα τῷ σὲ ἁγιάσαντι,
δόξα τῷ ταμιεύσαντι ἐν σοί, χαρίτων θησαυρῶν Αὐτοῦ.
Έκδοσις
Ιερού Ησυχαστηρίου Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
******************

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΚΑΚΙΟΣ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΛΗΤΗΣ ΚΑΙ ΡΕΝΤΙΝΗΣ
Ο Άγιος Ακάκιος Επίσκοπος Λητής και Ρεντίνης
Ὁ ἅγιος Ἀκάκιος ἔζησε στά τέλη τοῦ 15ου αἰώνα.  Χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος τῆς ἱστορικῆς ἐπισκοπῆς Λητῆς καί Ρεντίνης ἀπό τόν τότε Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης καί ἀργότερα Πατριάρχη Κων/πόλεως Ἅγιο Νήφωνα, μέ τόν ὁποῖο συνεδέετο πνευματικῶς. Ὅπως ἐπίσης εἶχε στενή πνευματική σχέση μέ τόν ἐκ Ζίχνης καταγόμενο ὅσιο Θεόφιλο τό Μυροβλύτη, τόν ὁποῖο καί χειροτόνησε ἱερέα. Ὁ ὅσιος Θεόφιλος τόν εἶχε Γέροντα, «διότι εὗρε τόν Ἀκάκιον εὐλαβῆ καί ἐνάρετον», ὄντως δοχεῖο ἀκακίας. Ἔτσι, διά τοῦ Ἀκακίου, ὁ Ὅσιος Θεόφιλος, συνδέθηκε μέ τόν Ἅγιο Νήφωνα, ἀλλά καί μέ ὅλη ἐκείνη τήν ἱερή συντροφιά πού ἀποτελοῦσε τόν περίγυρο τοῦ Ἁγίου Νήφωνος, δηλαδή τούς μετέπειτα ὁσιομάρτυρες Μακάριο καί Ἰωάσαφ, τόν γέροντα Ἰάκωβο τόν Διονυσιάτη καί τόν διάκονο Ἰάκωβο, πού μαρτύρησαν στήν Ἀδριανούπολη, τόν Ἅγιο Θεωνᾶ, τούς αὐταδέλφους Ἀψαράδες Θεοφάνη καί Νεκτάριο, ἀλλά καί τόν γνωστό Ἅγιο Μάξιμο τόν Γραικό.
Ὅταν ὁ Ἅγιος Νήφων, ὡς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ἔμαθε γιά τά μεγάλα καί θαυμαστά, πού συνέβησαν στήν Αἴγυπτο, ἀπέστειλε ἐκεῖ, τό 1486, ἴσως τόν μόνο ἄνθρωπο πού ἐμπιστευόταν ἀπόλυτα καί πού διεκρίνετο γιά τήν σοφία καά τήν ἀρετή του, τόν Ἐπίσκοπο Λητῆς καί Ρεντίνης Ἀκάκιο, πού τόν εὐλαβεῖτο καί ἐσέβετο πολύ, μαζί μέ τόν ὑποτακτικό του, τόν ἅγιο Θεόφιλο, καί μιά ὁμάδα ἀκόμη κληρικῶν, γιά νά μάθουν καταλεπτῶς καί νά πληροφορηθοῦν καλύτερα, διά τῆς ἀκοῆς καί τῶν ὁφθαλμῶν τά γενόμενα. Μετέφεραν δέ γράμμα τοῦ Νήφωνος πρός τόν Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας ἅγιο Ἰωακείμ τόν Πάνυ, ὅπου εὐχαριστοῦσε τόν Κύριο, πού ἐπήκουσε τίς προσευχές τοῦ Ἰωακείμ καί ἐνήργησε διά τρόπου θαυμαστοῦ τά μεγάλα αὐτά θαύματα.
Ὁ Πατριάρχης Ἰωακείμ, δέχθηκε μέ πολύ ἀγάπη καί χαρά τούς φιλοξενουμένους του καί τούς κράτησε ἀρκετό καιρό στό Πατριαρχεῖο, ὅπου κατά τόν συναξαριστή «τούς ἐπεριποιεῖτο καί τούς ἐφιλοφρόνει», δείχνοντας τόν θαυμασμό γιά τίς προσωπικότητες πού τοῦ ἔστειλε ὁ Κωνσταντινουπόλεως.
Κατόπιν οἱ ὅσιοι Ἀκάκιος καί Θεόφιλος μέ τούς λοιπούς τῆς συνοδείας τους ἀνεχώρησαν καί πῆγαν στό θεοβάδιστο ὄρος Σινᾶ, καί ἀφοῦ προσκύνησαν εὐλαβῶς, πῆγαν καί στήν ἔρημο, γιά νά γνωρίσουν τούς ἀσκητές τῆς ἐρήμου καί κατέληξαν στήν ἁγία Πόλη, τήν Ἱερουσαλήμ, καί ἀφοῦ προσκύνησαν κατά τόν πόθο τους τόν Ζωοδόχον Τάφο τοῦ Κυρίου, ἐπῆγαν στό ὄρος Θαβώρ, κατόπιν στή Δαμασκό, ὅπου συνάντησαν τόν Πατριάρχη Ἀντιοχείας, ὁ ὁποῖος τούς ἔδωσε ἐπιστολή γιά τόν Κωνσταντινουπόλεως, καί ἐπέστρεψαν στά Ἱεροσόλυμα. Ἐκεῖ ὁ ὅσιος Ἀκάκιος αἰφνιδίως ἀσθένησε καί «ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ». Ἐτάφη ἀπό τόν ὑποτακτικό του Θεόφιλο μέ πολύ εὐλάβεια, ὁ ὁποῖος τόν ἔθαψε κατά τίς μοναχικές καί ἀσκητικές παραδόσεις τῆς ἐποχῆς, ἐπειδή δέ ἦταν ἄκρως ἐχθρός τῆς κενοδοξίας καί τῆς ματαιότητας τοῦ κόσμου, πιθανῶς  νά τόν ἔθαψε κάπου ταπεινά, ὅπως θά τό ἤθελε ὁ Ἀκάκιος, ὁ ὁποῖος ὑπέγραφε ἄλλωστε ὡς «ὁ ταπεινός ἐπίσκοπος Λητῆς καί Ρεντίνης», κρυμμένος πάντα ἀπό τή δόξα τῶν ἀνθρώπων.
Ὁ ὅσιος Ἀκάκιος ὑπῆρξε ὁ ἰχνηλάτης τῆς ἁγιασμένης πορείας πρός τήν ἀσκητική ζωή καί τή  Θέωση. Ἔζησε ἀσκητικά, πνευματικά, ταπεινά, ἀκολουθώντας τό ἡσυχαστικό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς τῶν μεγάλων Πατέρων τοῦ 14ου και 15ου αἰῶνος. Ὑπῆρξε πνευματικός καί γέροντας ἁγίων ἀνθρώπων, ὅπως ὁ Νήφων καί ὁ Θεόφιλος ὁ Μυροβλύτης, ὑπῆρξε φίλος καί συνόμιλος ὅλων τῶν ἁγίων ὁμολογητῶν καί μαρτύρων τῆς γενιᾶς του, διακρίθηκε γι’ αὐτή του τήν βιοτή, γι΄ αὐτό καί ἔχαιρε τῆς ἐκτιμήσεως καί τοῦ σεβασμοῦ τοῦ Πατριάρχου Νήφωνος. Ὁ Κύριος τόν ἀξίωσε νά προσκυνήσει τά ἅγια χώματα τῆς Ἱερουσαλήμ καί νά γίνει ὁδοιπόρος τῆς πρός τό Θαβώρ πορείας Του, «ἐκολλήθη ἡ ψυχή αὐτοῦ  ὁπίσω Του, αὐτόν δέ ἀντελάβετο ἡ δεξιά Του»,  καί τέλος τόν κράτησε κοντά Του, στήν Ἁγία Γῆ, γιά νά ἀναπαυθεῖ ἐκεῖ,  πού πόθησε νά προσκυνήσει καί νά βαδίσει, ἐπί τά ἴχνη τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ὁ ὅσιος Ἀκάκιος, ὁ ὁποῖος ἐκλέησε τόν θρόνον τῆς ἱστορικής καί παλαιφάτου Ἐπισκοπῆς Λητῆς καί Ρεντίνης, ἀναδείχθηκε  μιά ἐξέχουσα ἐκκλησιαστική φυσιογνωμία. Εἶναι μιά συμπαθής καί σεβάσμια μορφή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας τῆς ἐπαρχίας Λαγκαδᾶ. Πρόκειται γιά ἕναν ἐπίσκοπο, πού διακόνησε τήν ἐπισκοπή Λητῆς καί Ρεντίνης κατά τόν 15ο  αἰῶνα καί ἔδωσε παράδειγμα ἀσκητικῆς βιοτῆς καί εὐλαβείας. Θεωρεῖται ὅτι καλλιέργησε καί δίδαξε τό ἀσκητικό ἰδεῶδες καί τή νοερά προσευχή στούς ὑποτακτικούς του, καί ἀπετέλεσε τή συνέχεια τῆς πνευματικῆς περιόδου τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τοῦ ἁγίου Συμεῶνος  ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης.
Τό παράδειγμά του ἀποτελεῖ  φωτεινό κανόνα περί τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας, ἀπ΄ ὅπου ἀποκομμίζονται κυρίως πνευματικά διδάγματα. Καί σήμερα τιμοῦμε τή μνήμη του γιά πρώτη φορά μετά τήν αγιοκατάταξή του ἀπό τό σεπτό κέντρο τῆς Ὀρθοδοξίας, τό Οἰκουμενικό μας Πατριαρχεῖο.