ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

Μια φορά και έναν καιρό μαζί μας επερπάτησε η Οσία Φιλοθέη...

Περπάτησε μαζί μας ή κυρά... Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια ηλιογέννητη καλότυχη βασιλοπούλα, πού ζούσε μέσα στα βελούδα, στα μετάξια καί στα όνειρα...

Ρηγουλα τ' όνομα της πού πα να πει βασιλοπούλα.
Παλάτι της, το αρχοντικό των Μπενιζέλων.
Νανούρισμα να κοιμηθεί το καλότυχο, ό «μαρμαρωμένος βασιλιάς».
Ετσι θα μπορούσε ν' αρχίσει κανείς ν' ανιστορεί το βίο της Άγιας Φιλοθέης, της Κυράς.
Οί χρόνοι πού γεννήθηκε ή Ρηγουλα ήταν οι χρόνοι πού «όλα τα 'σκιαζε ή φοβέρα καί τα πλάκωνε ή σκλαβιά».
"Ητανε τότες οι χρονιές πού «σβυσμένες όλες οι φωτιές οί πλάστρες μες στη χώρα».
"Ητανε τότες πού ό Σταυρός πολεμούσε με τα μισοφέγγαρα.
Μεγάλο το έχει του γονιού κι ή μόνη κληρονόμος ή Ρηγουλα, Πρέπει λοιπόν, ανάλογα στο γένος καί στα πλούτη της, να μορφωθεί ή μοναχοκόρη των Μπενιζέληδων.
Καί μεγαλώνει, βασιλοπούλα ίδια,ή Ρηγσύλα,καί φτάνει τη στιγμή πού οί γονείς όλου του κόσμου ονειρεύονται να παντρευτεί! Κακοπαντρεύεται όμως ή μοσχοθυγατέρα καί στον τρίτο χρόνο πεθαίνει ό άνδρας της. Μα κι οί γονείς της πέθαναν κι αυτοί καί μένει έτσι ολομόναχη στον κόσμο.
Τη θλίψη της, την πίκρα της, όμως, ή Ρηγουλα, την κάνει κινητήρια δύναμη.
Ή πίστη της νερό φουσκωμένο, μπόλικο, τρέχει καί πρίν φανεί ένας Κοσμάς Αιτωλός, πρίν έρθει ό Ευγένιος Βούλγαρης ό Μηνιάτης, πρώτη αυτή πιάνει το ασύλληπτο πώς όποιος χαθεί για την Όρθοδοξία πρέπει να θεωρηθεί χαμένος καί για το Γένος.
Πετάει μ' απόφαση τα ρούχα της Αθηναίας κυράς ή Μπενιζέλου, μαζί πετάει καί τ' όνομα της, το Ρηγουλα,
Φορεί τα ρούχα της καλογριάς, φορεί κι ένα καινούργιο όνομα: Φιλοθέη ή Αθηναία.
Καί ή μεγάλη περιουσία των Μπενιζέλων χρησιμοποιείται για να χτιστεί ό Παρθενώνας της Φιλοθέης.
Στήν αρχή έχει πλάι της τίς υπηρέτριες του πατρικού της, τις μαθαίνει τέχνη καί γράμματα.
Σιγά σιγά στην καρδιά της Τουρκοκρατημένης Αθήνας δημιουργείται μια Πρόνοια πού όμοια της καί πλάι της μονάχα ή Βασιλειάδα μπορεί να σταθεί.
Διακόσιες κοπέλλες, από τα πρώτα σπίτια της Αθήνας, αφήνουν μισοτελειωμένα τα προικόπανα κι έρχονται πλάι στην Κυρά.
Γιατί, Κυρά ονομάζουν οί Αθηναίοι την καλογριά τους.
Φτιάχνει το πρώτο γηροκομείο της Αθήνας πλάι στο μοναστήρι κι ανάβει έτσι το πρώτο φως μες στην Αθήνα.
Για τα παιδιά πάλι πού θα κρατήσουν όλο το βάρος του Ελληνισμού καί της Όρθοδοξίας, άλλο κτίριο, να μάθουν τέχνη, γράμματα, να μάθουν πώς είναι Χριστιανοί κι Έλληνες.
Καί μόλις μπαίνουν σε αυλάκι αυτά, σηκώνει τα μανίκια ή Φιλοθέη καί φτιάχνει Νοσοκομείο μα καί ξενοδοχείο με την παλιά την πρώτη έννοια της λέξης.
Για τους ξένους, τους γυρολόγους πού καθώς γύριζαν στον τόπο τους, λέγαν πώς κάτι καινούργιο γίνεται στην Αθήνα.

Κι ό οδοιπόρος πού πορευότανε κάτω από το λιοπύρι της Αττικής και ξεραίνονταν τα σωθικά του από τη δίψα έβρισκε πηγή να δροσιστεί αττ' το πηγάδι πού άνοιξε ή Κυρά έξω από την Αθήνα, το «Ψυχικό».
Την Κυρά πού την ξέρουν πια οί Έλληνες μα και οί Τούρκοι, πού ψάχνουν να βρουν αφορμή να την τσακίσουν την καλογριά.
Καί βρήκαν την αιτία:
Κάτι Ελληνοπούλες, πού τίς είχαν αρπάξει οί αλλόθρησκοι, θέλουν να σώσουν την πίστη τους. Προσπέφτουνε στην ηγουμένη.
Τίς κρύβει ή Κυρά, μα πιάνεται άπ' τους Τούρκους πού τη βασανίζουνε σκληρά «την πίστη σου ή τη ζωή σου».
Μα άρχοντες σεβαστοί μιλούν στους Τούρκους κι ήμερεύουνε έτσι τ' αγρίμια.
Καί λεύτερη ή καλογριά, ξεκινάει να πάει απέναντι στη Τζια να ετοιμάσει καί εκεί μοναστηράκι.
Εστία αντίστασης στον κατακτητή καί τον αλλόθρησκο.
Βράδυ, παραμονή του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη ήτανε, συνάχτηκαν για ολονυχτία οί καλογριές καί τότες ήτανε πού σπάσανε τίς πόρτες οί αντίχριστοι.
Την πιάσανε, την χτύπησαν τόσο, όσες ήταν καί οί καλωσύνες της καί πεθαμένη, πες, την παρατήσανε.
Βοτάνια, γιατροσόφια της βάζαν στίς πληγές οί καλογριές μα ή βουλή του Θεού ήταν ν' αναπαυτεί ό εργάτης Του.
Στίς 19 Φεβρουαρίου ξεκουράστηκε.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια ηλιογέννητη καλότυχη βασιλοπούλα, πού ζούσε μέσα στα βελούδα, στα μετάξια καί τα όνειρα.
Καί πούλησε τα βελούδα, τα μετάξια καί τα όνειρα.
Καί πούλησε τα βελούδα καί τα μετάξια καί τα 'κανε σπιτικό για τους κατατρεγμένους.
Μια φορά κι έναν καιρό, μαζί μας έπερπάτησε μια Γυναίκα, άξια Γυναίκα να την πεις, μαζί μας έπερπάτησε ή Όσια Φιλοθέη.


Γαλάτειας Γρηγοριάδου Σουρέλη
''Πειραική Εκκλησία''Φεβρ.2001

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

Άγιος Ερμογένης Μητροπολίτης Μόσχας(+17 Φεβρουαρίου)

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα και κείμενο
  Ό άγιος Ερμογένης γεννήθηκε το 1530 σε οικογένεια ταπεινής καταγωγές και ανατράφηκε σε ένα μικρό μοναστήρι αφιερωμένο στην Μεταμόρφωση του Σωτήρος που είχε προσφάτως ιδρυθεί στο Καζάν από τον άγιο Βαρσανούφιο του Τβέρ (12 Μάρτ.). 
  "Εγινε ιερέας της ενορίας του αγίου Νικολάου και υπήρξε μάρτυς της θαυματουργικής εμφάνισης της εικόνος της Θεοτόκου, την οποία μπόρεσε μάλιστα να κρατήσει στα χέρια του. Λίγα χρόνια αργότερα,μετά τον θάνατο της συζύγου του,έγινε μοναχός και εν συνεχεία ηγούμενος της Μονής της Μεταμορφώσεως την οποία κατέστησε ονομαστή.
  Το 1589 χειροτονήθηκε μητροπολίτης του Καζάν συνεχίζοντας το έργο του έκχριστιανισμου των Τατάρων που είχε αναλάβει ό προκάτοχος του άγιος Γουρίας. Αγωνίσθηκε με μεγάλες δυσκολίες δίά του κηρύγματος και των συγγραμμάτων του, για να ξερριζώσει τα ειδωλολατρικά έθιμα του λάου και να εμποδίσει τους νεοφώτιστους να δελεασθοΰν από υλικά συμφέροντα και να προσχωρήσουν ατό Ισλάμ, τον ρωμαιοκαθολικισμό ή τον προτεσταντισμό. Επέδειξε εξάλλου μεγάλο ζήλο για να τιμήσει την μνήμη των μαρτύρων και αγίων επισκόπων που είχαν αγιάσει πριν από αυτόν την γη του Καζάν με το αίμα και τα ευαγγελικά τους έργα.
  "Ήταν προικισμένος με μεγάλα λογοτεχνικά χαρίσματα και εθεωρείτο από τους πλέον μορφωμένους ανθρώπους του καιρού του.Έγραψε βίους αγίων, θεολογικές πραγματείες για την υπεράσπιση της Όρθοδοξίας και φώτισε τον λαό στην οδό της Σωτηρίας κατά την εποχή των Ταραχών (1605-1613), με μια απέραντη και πλούσια αλληλογραφία.
Ό θάνατος του Μπόρις Γκοντουνώφ (1598-1605) είχε αφήσει την Ρωσία σε βαθειά κρίση διαδοχής, ή οποία άφησε το πεδίο ελεύθερο σε ραδιούργους καϊ τυχοδιώκτες. Το 1605, ο Γρηγόριος Ότρέπιεφ, ό οποίος άφηνε τον κόσμο να πιστεύει ότι ήταν ό Δημήτριος,τελευταίος γιος του 'Ιβάν του Τρομερού πού είχε πεθάνει κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες, σφετερίσθηκε τον τίτλο του τσάρου καϊ αποφάσισε να παντρευτεί μία ρωμαιοκαθολική πολωνή πριγκίπισσα.Ό άγιος Ερμογένης κλήθηκε με άλλους επισκόπους στην Μόσχα και ήταν ο μόνος που αντιτάχθηκε σε τούτο το σχέδιο, στο όνομα της ορθοδόξου Πίστεως. Για τον λόγο αυτό καθαιρέθηκε και φυλακίσθηκε μέχρι τον θάνατο του σφετεριστή, τον επόμενο χρόνο (1606).
  Με την άνοδο στον θρόνο του βογιάρου Βασιλείου Σούισκυ (1606-1610) και μετά την καθαίρεση του ψευδοπατριάρχη Ιγνατίου, ο άγιος Ερμογένης έλαβε το πατριαρχικό αξίωμα. Το πρώτο πράγμα πού έκανε ήταν να ανοικοδομήσει το τυπογραφείο της Μόσχας που είχε καεί και να αρχίσει την έκδοση λειτουργικών βιβλίων, τα οποία φρόντιζε να διορθώνονται με βάση το ελληνικό πρωτότυπο και την εκτύπωση των οποίων επέβλεπε ο ίδιος. 
  Παρά την προχωρημένη ηλικία του (70 ετών) επέδειξε τότε φλογερό ζήλο για την στήριξη της Όρθοδοξίας και μεγάλη ενεργητικότητα για την υποστήριξη των δικαιωμάτων του νόμιμου ηγεμόνα.Η ανάληψη ενός τέτοιου αξιώματος σε εκείνους τους καιρούς των συνεχών πολιτικών αλλαγών,της κοινωνικής σύγχυσης, των συχνών επιδρομών Πολωνών και Λιθουανών και της ιησουίτικης προπαγάνδας, δεν σήμαινε την επιλογή των τιμών, άλλα του σταυρού καϊ του μαρτυρίου. 
 Από τους πρώτους μήνες της πατριαρχίας του, ό άγιος Ερμογένης χρειάστηκε να υποστηρίξει με όλο το κύρος του τον τσάρο Βασίλειο εναντίον των στρατευμάτων του Μπολότνικωφ που πολιορκούσαν την Μόσχα. Ό πατριάρχης συγκέντρωσε τον λαό, όρισε τριήμερη νηστεία και χάρις στις εγκυκλίους πού απεστάλησαν σε διάφορες πόλεις, αποσπάσματα πιστών πατριωτών ήλθαν και έδιωξαν τους στασιαστές.


  Δεν πρόφθασε να εορταστεί ή επίσημη συμφιλίωση του λάου με τον νόμιμο τσάρο και ένας άλλος σφετεριστής,πού κι αυτός ονομαζόταν Δημήτριος,με την υποστήριξη των Πολωνών, οι οποίοι ήλπιζαν ότι θά οδηγήσει την Ρωσία στο ρωμαιοκαθολικισμό, πολιόρκησε την Μόσχα, υποσχόμενος μεγάλα προνόμια σε όσους θα συντάσσονταν μαζί του. Παρά τις παραινέσεις του άγιου πατριάρχη, οι στασιαστές πέτυχαν την παραίτηση του τσάρου (Ιούλιος 1610).     Εκμεταλλευόμενος την κατάσταση αυτή και με την ισχυρή υποστήριξη ορισμένων ευγενών, ο βασιλέας της Πολωνίας Σιγισμούνδος πρότεινε τότε στους μοσχοβίτες να επιλέξουν τον γιο του Βλαδισλάβο ως τσάρο με την υπόσχεση ότι θά μεταστρεφόταν κατόπιν από τον καθολικισμό στην Όρθοδοξία. 
  Ό άγιος Ερμογένης, όμως, διαβλέποντας ότι επρόκειτο για απατηλή υπόσχεση, απαίτησε να μεταστραφεί ο πρίγκιπας εκ των προτέρων με το Βάπτισμα πριν την ανάρρηση του στον θρόνο της Ρωσίας, παρά τις απειλές εναντίον της ζωής του εκ μέρους των Πολωνών απεσταλμένων. 
  "Εστειλε πάλι μια επείγουσα έκκληση σε όλες τις ρωσικές πόλεις για να έλθουν να υπερασπισθούν την πρωτεύουσα που είχε ήδη καταληφθεί από τους στασιαστές και τους Πολωνούς. Ή Κυριακή των Βαΐων του 1611 εορτάστηκε όπως συνήθως με την καθιερωμένη πομπή και ό πατριάρχης επιβαίνοντας σε ένα γαϊδουράκι πέρασε μπροστά από τα στρατεύματα και κανόνια των έχθρων. Κατά την Μεγάλη Εβδομάδα οί εχθροί πυρπόλησαν σχεδόν ολόκληρη την πόλη, συνέλαβαν τον πατριάρχη και τον έρριξαν σε φυλακή στην Μονή Τσουντώφ, τοποθετώντας πάλι στην θέση του τον καιροσκόπο Ιγνάτιο.
Το λείψανο του Αγ.Ερμογένη στο Κρεμλίνο το 1913
   Καθώς μια μεγάλη ρωσική στρατιά ετοιμαζόταν να πολιορκήσει την Μόσχα, έσυραν από την φυλακή τον Ερμογένη και του έδωσαν εντολή να την διώξει. Εκείνος παρέμεινε, ωστόσο, ανένδοτος. Παρά ταύτα ή προσπάθεια να ελευθερωθεί ή πόλη απέτυχε εξαιτίας των διαιρέσων των Ρώσων και όταν έγινε δυνατό να συγκεντρωθεί νέος στρατός στο Νίζνι Νόβγκοροντ, ό άγιος Ερμογένης βρήκε τον τρόπο να στείλει ένα μήνυμα προτρέποντας τους Ρώσους να παραμείνουν ενωμένοι εν όψει του κοινού σκοπού. 
  Στήν επιστολή αύτη που στάλθηκε κρυφά στον στρατό και στον λαό, έγραφε: «*Αν υποφέρετε για την πίστη, ο Θεός θα σας συγχωρήσει και θα έχετε άφεση αμαρτιών στον κόσμο τούτο και στον άλλο». "Οσο πλησίαζαν τα στρατεύματα στην πόλη τόσο σκληρότερη γινόταν ή φυλάκιση του. Τέλος απέθανε από πείνα και δίψα στό φρικτό κελλι που τον είχαν κλείσει,στις 17 Φεβρουαρίου 1612, λίγες ημέρες πριν την απελευθέρωση της Μόσχας.
  Στά χρόνια του πατριάρχου Νίκωνος (1633), τα τίμια λείψανα του πού είχαν μείνει άφθορα άποτέθηκαν στον καθεδρικό ναό της Κοιμήσεως. Ήσαν αντικείμενο μεγάλης λαϊκής τιμής, πολΰ πριν την επίσημη άγιοκατάταξή του το 1913, και πλήθος θαυμάτων ήλθαν να επιβεβαιώσουν την εύνοια που απολάμβανε παρά τω Θεώ και την δύναμη της μεσιτείας του υπέρ του ρώσικου λάου.


Νέος Ορθόδοξος Συναξαριστής

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

Θαύματα εν Αγίω Όρει κατά τον εμφύλιο πόλεμο εν έτει 1948

ΘΑΥΜΑΤΑ ΕΝ ΑΓΙΩ ΟΡΕΙ

ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ ΠΟΛΕΜΟ ΕΝ ΕΤΕΙ 1948
(Σάββα Μοναχού Φιλοθεΐτου)

Θαύματα τα οποία έγιναν κατά τον Οκτώβριο του 1948, όταν πολυμελής συμμορία εισήλθε στο Άγιο Όρος και λεηλάτησε τις Καρυές κ. λ. π.
Α) Όταν περικύκλωσαν οι συμμορίτες το κονάκι (αντιπροσωπείο) της Ι. Μ. Ζωγράφου και πυροβολούσαν εναντίον του αναγκάζοντας την λίγη δύναμη των χωροφυλάκων που υπήρχε εκεί να παραδοθεί· ένας εκ των συμμοριτών πυροβόλησε την εικόνα του Αγίου Γεωργίου η οποία ήταν αναρτημένη πάνω από την εξώθυρα· το μεν τζάμι της εικόνας έσπασε, αλλά η εικόνα του Αγίου έμεινε αβλαβής, όμως και το βλήμα δεν βρέθηκε!
Β) Όλμος εκσφενδονίσθηκε από τους αντάρτες από απόσταση πεντακοσίων μέτρων εναντίον του Βατοπεδινού κονακίου με σκοπό να φονεύσουν τον διοικητή του Αγίου Όρους ο οποίος βρισκόταν μέσα σε αυτό μαζί με 4 χωροφύλακας. Όμως, ο όλμος έπεσε στο απέναντι κελί του Φερφερή, που εκείνη τη στιγμή ήταν γεμάτο από μοναχούς και λαϊκούς καθώς τελούνταν Θεία Λειτουργία. Παρόλου που κτύπησε πάνω στην στέγη, δεν εξερράγη, μόνο κρότος έγινε και ο όλμος βρέθηκε.
Γ) Περίπου 100 συμμορίτες όρμησαν με λύσσα για να εισέλθουν στο Βατοπεδινό κονάκι ώστε να συλλάβουν τον διοικητή, αλλά δεν μπορούσαν καθώς οι λίγοι χωροφύλακες που βρίσκονταν μέσα τους απέκρουαν αμυνόμενοι ανδρικώτατα. Τότε αυτοί, λαβόντες μια φιάλη γεμάτη βενζίνη, της τοποθέτησαν φυτίλι και αφού το άναψαν, την έρριψαν πάνω στην στέγη του Κονακίου. Και η μεν φιάλη έπεσε πάνω στην σκεπή, η δε βενζίνη με το φιτίλι, τινάχθησαν έξω του κτιρίου, χωρίς να επιφέρουν καμία βλάβη.
Δ) Κάποιος αστυνομικός, είχε προετοιμασθεί να κοινωνήσει τα Άχραντα Μυστήρια και πήγε το πρωί στην εκκλησία του κοιμητηρίου του Πρωτάτου όπου τελούνταν Θεία Λειτουργία. Οι συμμορίτες, αφού τον αντιλήφθησαν έτρεξαν να τον συλλάβουν. Αλλά στο μεταξύ, τον βλέπει ένας μοναχός και του λέει: Δεν έρχεσαι στο σπίτι μας όπου και μείς έχουμε Λειτουργία και δύνασαι να μεταλάβεις; Μάλιστα, έρχομαι· είπε ο αστυφύλακας και επορεύθησαν κατά κει. Μόλις απεμακρύνθησαν μπήκαν οι συμμορίτες στο παρεκκλήσι ρωτώντας, αλλά δεν τον βρήκαν· διότι ταυτόχρονα είχε παρακάμψει από άλλο δρόμο και έτσι σώθηκε ο υπάλληλος.
Και άλλα θαύματα διενεργήθησαν από την Θεία Δύναμη, τα οποία δεν υπέπεσαν στην αντίληψη των ανθρώπων.

Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011

Τοις μισούσιν...


«Μνήσθητι Κύριε...». Οι μερίδες στο ιερό Δισκάριο όλο και γίνονται περισσότερες. Θαρρείς ότι σ'αυτό το κυκλικό ιερό Σκεύος, πού θυμίζει όλη τη γη σε μιαν άλλη της μορφή και διάσταση, επιτελείται μια παράξενη, ωστόσο αγιασμένη Σύναξη. Στό μέσον ό Αμνός Κύριος, δεξιά ή Κυρία Θεοτόκος, αριστερά τα 9 Τάγματα, οι "Αγιοι δηλαδή ή ό Χορός εκείνων που νυχθημερόν δέονται υπό τον Θρόνον του ' Αρνιού.

Κάτω ακριβώς από τον Αμνό οι μερίδες ή τα πρόσωπα, που το καθένα το αντιπροσωπεύει ένα λεπτό, μικρό ψιχίο άρτου. Αυτή δε ή ψίχα μέλλει πιο υστέρα να βαπτιστεί στο Αίμα του Κυρίου, για να λάβει τη Χάρη και τον αγιασμό.
Στέκει ό ιερέας με προσοχή και ιερό δέος μπροστά στην Ιερή Πρόθεση και αφαιρεί από το τεμάχιο του άρτου τις μερίδες, διαβάζοντας ή μνημονεύοντας τα ονόματα των ζώντων. 

Πολλά από τα ονόματα αυτά του είναι γνωστά, οικεία,άλλα πάλι άγνωστα, για πρώτη του φορά τα διαβάζει. "Ομως, σε όλα διακρίνει τον πόνο, το βάρος της ανάγκης για προσευχή, για ουράνια συνδρομή,για μιαν πνευματική ανάσα μέσα στο ζοφώδες κλίμα της πικρής καθημερινότητας.

Ή μνημόνευση έχει τον χαρακτήρα της κλήσης στο Δείπνο, αλλά και στη μνήμη του Θεού. Όμως, το προνόμιο του ιερέα εκείνη τη μυστική, σημαδιακή ώρα είναι άλλο. "Οτι μπορεί, χωρίς κανείς να του το επιβάλλει,να μνημονεύσει, δηλαδή να καλέσει σε συνάντηση,σε σύναξη κι αυτούς πού τον έχθρεύονται, τον χλευάζουν, τον συκοφαντούν και δεν του έχουν ζητήσει ποτέ να τους θυμηθεί «Μνήσθητι Κύριε...», Δυο λέξεις,οι οποίες κρατούν μια τόσο μεγάλη δύναμη μέσα τους,δύναμη θεϊκή, δύναμη μεταμορφωτική, ή οποία και μπορεί να συνδράμει, ώστε να μεταβληθούν τα αισθήματα των άλλων και να υπάρξει ή ποθητή καταλλαγή στην όλη τους συμπεριφορά.

 Κάποτε, φτάνει κι ή ώρα, κατά την οποία αρχίζει μια άλλη συνάντηση, το ίδιο κορυφαία, συγκινητική, αλλά και πολύ ουσιαστική. Πρόκειται για την ώρα της μνημόνευσης των ονομάτων, πάντων των έπ έλπίδι ζωής αιωνίου προαναπαυσαμένων, προκατόχων, γονέων, αδελφών, αναδόχων διδασκάλων, φίλων, γνωστών αλλά και άγνωστων. Ολοι αυτοί προσκαλούνται,ό καθένας με το δικό του όνομα, να παρευρεθούν στή Μυστική Τράπεζα της Ευχαριστίας. Ονόματα, πού μέσα στο σύθαμπο της χαρμολύπης έρχονται τούτη την ιερή στιγμή να συναντηθούν μαζί σου ή εσύ με αυτούς. Κάποιων από αυτούς τα πρόσωπα τα θυμάσαι πολύ καλά, καθώς τα συνάντησες ή τα έζησες στο πέρασμα της ζωής. "Αλλους, πάλι, μήτε που τους έφτασες κι όμως με συγκίνηση αναφέρεις τα ονόματα τους, γιατί και αυτοί άφησαν τη μνήμη τους, το αχνό πέρασμα τους, όπως το ίδιο θα συμβεί και με σένα κάποτε.

Τέλος, αυτό πού πολλές φορές με ικανοποίηση και με συνέπεια επιτελείς στην Ί. Προσκομιδή είναι και ή μυστική συμφιλίωση με κάποιους γνωστούς ή άγνωστους, πού σε πολεμούν,μη ξέροντας ότι εσύ εύχεσαι για το φωτισμό και τη διόρθωση τους...

πρωτοπρεσβύτερου Κωνσταντίνου Καλλιανού

Ο ΌΣΙΟΣ ΑΝΘΙΜΟΣ Ο ΧΙΟΣ(+15 Φεβρουαρίου)

Η αγιότητα είναι ένα μυροβόλο κρίνο, πού ανθίζει σε κάθε εποχή, ακόμη και στίς ήμερες μας του ακράτου ευδαιμονισμού και της φιληδονίας, άφού «οπού έπλεόνασεν ή αμαρτία ύπερεπερίσσευσεν ή χάρις» ('Ρωμ. ε' 20), για να μας δείξει δτι ό «Ίησούς Χριστός χθες και σήμερον ό αυτός και εις τους αιώνας» (Έβρ. ιγ' 8).

Ανθος ευώδες ό άγιος "Ανθιμος, ό άγιος των ήμερων μας, άνθισε στην πάντερπνη Χίο καί εύωδίασε όλη την Όρθόδοξη Εκκλησία με την χάριν του Παναγίου Πνεύματος, το Οποιον κατοικούσε σ αυτόν, τον πανσθενή Παράκλητον, ό Όποιος «όπου θέλει πνεί» (Ίω. γ' 8} ως λεπτή αύρα, για να ζωώσει τις ψυχές μας καί να τις αξιώσει της άπολαύσεως της «ήτοιμασμένης βασιλείας από καταβολής κόσμου» (Ματθ. κε' 34).

Στό νησί της μαστίχας, της λεμονιάς καί της ελιάς, στο νησί των όσιων καί των μαρτύρων, την πολύπαθη μα καί εϋωδιάζουσα Χίο,είδε το φως του ήλιου ο Άργύριος Βαγιάνος, ό μετέπειτα λαμπρός άγιος "Ανθιμος, στα 1869. Απλός καί ολιγογράμματος ό νεαρός Χιώτης ήταν προορισμένος από το Θεό να γίνει «σκεύος εκλογής» (Πραξ. θ' 15) καί να αναδειχθεί απλανής καί σοφός «παιδαγωγός εις Χριστόν» (Γαλ. γ' 24) πλήθους ευσεβών καί ιδιαίτερα μοναζουσών. 

Από μικρός γύμναζε τον εαυτό του στην ευσέβεια καί ό θείος ερωτάς πού άναψε στα σωθικά του τον οδήγησε στην άρνηση των πρόσκαιρων απολαύσεων καί στην αναζήτηση των άφθαρτων, αυτών πού παραμένουν αναλλοίωτες στους αιώνες. Καθοδηγητή του στην αναζήτηση αυτή είχε τον όσιο Παχώμιο, τον σεβάσμιο ασκητή της Σκήτης των 'Αγίων Πατέρων στο Προβάτειο ορός, τον δάσκαλο καί του αγίου Νεκταρίου στη μοναδική πολιτεία καί την απόκτηση της αρετής. Αυτός τον εκειρε καί μοναχό δίνοντας του το όνομα "Ανθιμος, το όνομα πού τον οδήγησε στη Βασιλεία των ουρανών.
Στή Σκήτη των Άγιων Πατέρων ό "Ανθιμος επιδόθηκε σε νυχθήμερους αγώνες,αδιάλειπτη προσευχή, νηστείες καί σκληρούς αγώνες κάτω από τη σοφή καθοδήγηση του οσίου Παχωμίου. Κατόρθωσε έτσι να υπερβεί όλους στην αρετή καί τη νήψη. Επέτρεψε, όμως, ό Θεός να αρρωστήσει από την υπέρμετρη άσκηση καί να ζητήσει καταφύγιο -με την ευλογία του Γέροντος του- στο πατρικό του σπίτι. Έκεί ό ενάρετος "Ανθιμος δεν εγκατέλειψε τους κανόνες της ϊσάγγελης πολιτείας. 
Ζούσε σ' ένα απομονωμένο κελλί παλεύοντας καθημερινά με τον αντικείμενο καί ασκώντας την τέχνη του υποδηματοποιού, για να εξασφαλίσει τον επιούσιο άρτο του καί να ελεεί καί τους πτωχούς καί αδυνάτους.
Στό κελλί του μόνιμη παρηγοριά καί καταφυγή είχε τήν εικόνα της Παναγίας μας, της Βοήθειας όλου του κόσμου, με τη βοήθεια της οποίας πολλά επιτελούσε θαύματα, για να διδάσκει με λόγια καί με έργα τους πολυπληθείς πιστούς,οί όποιοι συνέρρεαν στο άσκητήριό του, για να πάρουν την
ευχή του καί να ενισχυθούν στον άγώνα της ζωής.
Σέ επίμονο αίτημα των πιστών να χειροτονηθεί «Ιερεύς του Θεοϋ του Υψίστου» (Έβρ. ζ 11) ό αρχικά άκαμπτος "Ανθιμος κάμφθηκε, αλλά βρήκε αμέσως αντίδραση από τον μητροπολίτη Χίου Ιερώνυμο, γιατί ήταν ολιγογράμματος. "Εφερε τότε ό Κύριος τα βήματα του στο 'Αδραμύττιο, οπού άφού παρακολούθησε μαθήματα αναγνώσεως του Ευαγγελίου,δέχθηκε το χρίσμα της ίερωσύνης. Μάλιστα κατά τη χειροτονία του είχαμε θεοσημίες ευδοκίας με σεισμούς, βροντές, κατακλυσμιαίες βροχές καί κινήσεις των καντηλιών.

Φεύγοντας από το 'Αδραμύττίο ό άγιος "Ανθιμος, άφού θεράπευσε με τη χάρη του Θεού ένα δαιμονισμένο,πήγε στό Αγιον "Ορος,οπού οί μοναχοί τον υποδέχθηκαν με πολλές τιμές καί δώρα.Επιστρέφοντας στη Χίο ό Ανθιμος τοποθετήθηκε εφημέριος στο Λεπροκομείο, οπού άνοιξε νέο στάδιο αρετών καί αγαθοεργού δράσεως.Το "ίδρυμα αυτό με τους δυστυχισμένους λεπρούς έγινε πνευματικό κέντρο της ψυχικής καί σωματικής υγείας τους. Ό αποτροπιασμός στο πλησίασμα των λεπρών για τους ανθρώπους έγινε ελκτική δύναμη για τον «άγιο των λεπρών», όπως ονομάζεται ό άγιος "Ανθιμος, Το μεγαλείο της πίστεως του φάνηκε με την εκδίωξη του φόβου της μολύσεώς του από τους άνιάτως νοσούντες, με τους όποιους συνέτρωγε, συνομιλούσε καί άφού τους κοινωνούσε κατέλυε το Σώμα καί το Αίμα του Χρίστου μας, το όποιο τους μετέδιδε «εις ϊασιν ψυχών καί σωμάτων».
Πόθος όμως καί οραματισμός του υπήρξε ή ίδρυση ενός παρθενώνος, για τη στέγαση μοναζουσών άπσ τη Μικρά Ασία. Ή συνεργεία της Χάριτος του Θεού φάνηκε, άφού κατάφερε σε δύο χρόνια να ολοκληρώσει το έργο του, το μοναστήρι της Παναγίας της Βοηθείας, στο όποίο αφιέρωσε τη θαυματουργή εικόνα του κελλιού του.
 Στό μοναστήρι αυτό. το όποίο έπροίκισε με τις πολύτιμες συμβουλές του καί στο όποίο έτέλεσε πολλά θαύματα, κοιμήθηκε τον ύπνο των δικαίων οτίς 15 Φεβρουαρίου του 1960.
Το 1992 το Οικουμενικό Πατριαρχείο μετά από επίμονη απαίτηση της Μητροπόλεως Χίου κατέταξε τον όσιο "Ανθιμο στο χορό των Αγίων της πίστεως. Μέχρι σήμερα πλούσια εκδηλώνεται ή χάρη του με άπειρα θαύματα προς δόξαν του παναγίου ονόματος του Χρίστου μας, του «θαυμαστού εν τοις άγίοις Αύτού» (Ψαλμ. 67,35).

Του Δρος Χαραλάμπους Μ. Μπούσια-Μεγάλου Υμνογράφου της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας

Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

«Λόγια αγάπης να της λες...»

«Λόγια αγάπης να της λες...», συμβουλεύει το σύζυγο για το πώς να 
συμπεριφέρεται καί με τί λόγια να λέει στη σύζυγο του όχι ένας απλός άγιος, αλλά
ό μέγιστος οικου­μενικός πατέρας καί διδάσκαλος της Εκκλησίας Ιωάννης Χρυ­
σόστομος.
«Εγώ (να της λες) από όλα τη δική σου αγάπη προ­τιμώ καί τίποτε δεν μου είναι
 τόσο βασανιστικό ή δυσάρεστο, όσο το να βρεθώ κάποτε σε διάσταση μαζί σου.
 Κι αν όλα χρει­ασθεί να τα χάσω, κι αν γίνω φτωχότερος από τον Ίρο, κι αν 
στους έσχατους βρεθώ κινδύνους, οτιδήποτε κι αν πάθω, όλα μου είναι ανεκτά 
καί  υποφερτά, όσο εσύ μου είσαι καλά. Καί τα παιδιά τότε μου είναι 
περiπόθητα, εφόσον εσύ μας συμπαθείς... Ίσως κάποτε σου πει: Ποτέ ως τώρα 
δεν ξόδεψα από τα δικά σου, έχω ακόμη τα δικά μου, πού μοϋδωσαν οι γονείς 
μου. Τό­τε πες της: 

Τί λες, καλή μου; Έχεις ακόμη τα δικά σου; Ποια λέ­ξη μπορεί νάναι 
χειρότερη από αυτή; Σώμα δεν έχεις πια δικό σου κι έχεις χρήματα; Δεν είμαστε 
δύο σώματα μετά το γάμο, αλλά γίναμε ένα. Δεν έχουμε δύο περιουσίες, αλλά 
μία... Όλα δικά σου είναι, κι εγώ δικός σου είμαι, κορίτσι μου. Αυτό με συμ-­
βουλεύει ό Παύλος λέγοντας ότι ό άνδρας δεν εξουσιάζει το σώμα του, αλλά ή 
γυναίκα. Κι αν δεν έχω εγώ εξουσία στο σώμα μου αλλά εσύ, πόοο μάλλον δικά 
σου είναι τα χρήματα... 
Ποτέ να μην της μιλάς με πεζό τρόπο, αλλά με φιλοφροσύνη, με τι­μή, με αγάπη πολλή. 
Να την τιμάς καί δεν θα βρεθεί στην ανά­γκη να ζητήσει επαίνους άλλου, αν έχει
 τους δικούς σου. Να την προτιμάς από όλους για όλα, για την ομορφιά, για τη 
σω­φροσύνη της, καί να την εγκωμιάζεις.

 Να κάνεις φανερό ότι σ' αρέσει ή συντροφιά της κι ότι προτιμάς να μένεις στο 
σπίτι για να είσαι μαζί της, από το να βγαίνεις στην αγορά. Από όλους τους 
φίλους να την προτιμάς, καί από τα παιδιά πού σου χάρι­σε, κι αυτά εξαιτίας της 
να τα αγαπάς» 
{Εις την προς Έφεσίους 20, ΡG 6,146, κατά μετάφραση Παν. Νέλλα).

Ορθόδοξα πρότυπα αγάπης και έρωτα...

Η άνυδρη από συναισθήματα πεζή εποχή μας προβάλλοντας μετά μανίας την απόλαυση της στιγμής αλλοιώνει το ιδεώδες της αγάπης και προσπαθεί να μας πείσει ότι υπάρχει ένας «άγιος»του έρωτα,δηλαδή ένα πρόσωπο που να μετουσιώνει τις ελπίδες των ανθρώπων να βρουν την αληθινή αγάπη ή να διατηρήσουν την υπάρχουσα.
Πρόκειται για μια εκμετάλλευση ανίερη του έρωτα.Τον έρωτα, ο οποίος αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα δώρα του Θεού στον ανθρωπο,πρέπει να τον προστατεύουμε ως κόρη οφθαλμού.Η «γιορτή»αυτή αποτελεί ευκαιρία για πλουτισμό κάποιων επιτηδείων οι οποίοι εκμεταλλεύονται την αφέλεια κάποιων οι οποίοι εκδηλώνουν την αγάπης τους κάποια συγκεκριμένη μέρα,τον υπόλοιπο καιρό αφήνωντάς την να εξανεμιστεί στα συνηθισμένα και στα καθημερινά.
Αυτή η εμπορευματοποίηση της αγάπης και του έρωτα το μόνο που καταφέρνουν είναι να υποβαθμίσουν την αγάπη και να απαξιώνουν τον έρωτα ως καρπό αυτής της αγάπης,μετατρέποντάς τα σε μια αναγκαστική ίσως, στιγμιαία έκφραση κάποιων συναισθημάτων με την συνοδεία κάποιου δώρου επειδή έτσι επιβάλλει το έθιμο και μετατρέπει τον έρωτα σε σαρκολατρεία
Οι άνθρωποι σήμερα δεν έχουν την ανάγκη αυτού του ξενόφερτου προτύπου αλλά την ανάγκη του πώς η ερωτική σχέση μπορεί να καταστεί μια σχέση αγαπητική,ανθρώπινη και παράλληλα θεική.
Η εκκλησία μας,η οποία ευλογεί τον έρωτα, νιώθωντας την ανάγκη των ανθρώπων για τη μεταξύ τους επαφή σε όλα τα επίπεδα αφού δια αυτής αλληλοσυμπληρώνονται τα πρόσωπα, θα μπορούσε να προβάλλει κάποιους από τους δικούς μας έγγαμους αγίους αντικάθιστώντας τον ξενόφερτο αυτόν «άγιο»
Μια πρόταση που είχε ακουστεί παλαιότερα ήταν όπως οι προστάτες αυτοί άγιοι να είναι οι Άγιοι Ακύλας και Πρίσκιλλα(13 Φεβρουαρίου)τους οποίους, η αγάπη και η ουσιαστική ένωση, τους οδήγησε στο από κοινού μαρτύριο,μέσα από το οποίο έγιναν κοινωνοί της όντως αγάπης του Θεού.
Μπορεί μέσω αυτών των Αγίων να προβληθεί η καλή συζυγία η οποία χαρακτηρίζεται απο το πνεύμα θυσίας,την υποχωρητικότητα και την ανεκτικότητα.Την συζυγία η οποία είναι προιόν προσευχής,την συζυγία η όποια μετατρέπει το γάμο σ'ένα κομμάτι του ουρανού μέσα στο σπίτι μας,την συζυγία η οποία δεν εξαντλείται στην ικανοποίηση του ενστίκτου.
Στα πρόσωπά τους αντικατοπτρίζεται η όντως αγάπη,η οποία δεν μπορεί να εκφραστεί με ένα συνηθισμένο σ'αγαπώ.Είναι μεγάλη κουβέντα να πεις σε κάποιον σ'αγαπώ,ότι τον εμπιστεύεσαι.ότι χαίρεσαι να είσαι μαζί του.Ο γέροντας Πορφύριος έλεγε:«Πρέπει να πονάς για αυτόν που αγαπάς.Η αγάπη κάνει κόπο για τον αγαπημένο.Όλη νύχτα τρέχει,αγρυπνεί, ματώνει τα πόδια,για να συναντηθεί με τον αγαπημένο.Κάνει θυσίες,δε λογαριάζει τίποτα,ούτε απειλές,ούτε δυσκολίες.εξαιτίας της αγάπης»ενώ ο Ντοστογιέφσκι λέει για την αγάπη ότι«πρέπει να ξέρει κανείς τον τρόπο για να την αποκτήσει,γιατί αποκτιέται δύσκολα,αγοράζεται ακριβά με πολύχρονη δουλειά,γιατί δεν έχει αξία ν'αγαπήσεις για μια στιγμή,μα να αγαπάς για πάντα»(Αδελφοί Καραμαζώφ).

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Άγιος Μελέτιος επίσκοπος Χάρκωφ ο θαυματουργός

 Αποτέλεσμα εικόνας για СВЯТИТЕЛЬ МЕЛЕТИЙ (ЛЕОНТОВИЧ), АРХИЕПИСКОП ХАРЬКОВСКИЙ

  Ό άγιος Μελέτιος ήταν γόνος επιφανούς οίκογένειος της Πολτάβας. "Εμεινε ορφανός από πατέρα και ανατράφηκε από την μητέρα του μέσα στην φτώχεια. Όλοκλήρωσε τις σπουδές του στην Θεολογική Ακαδημία της Αγίας Πετρούπολης και ορίσθηκε έφορος της Ακαδημίας του Κιέβου. 

Ένεδύθη το μοναχικό Σχήμα το 1820 και διορίσθηκε το επόμενο έτος πρύτανης της Ιερατικής Σχολης του Μογκίλεβ. Διακρίθηκε για την ασκητική αυστηρότητα του και την αδιάκοπη αφοσίωση του στην μονολόγιστο ευχή, έλαβε το αξίωμα του αρχιμανδρίτη της Μονής Κουτένσκυ στο Μογκίλεβ και κατόπιν της Μονής του Σωτήρος στο Πσκώφ. 

Κατά το 1824 ορίσθηκε ηγούμενος της Μονής Μπράτσκυ στο Κίεβο και ονομάσθηκε πρύτανης της περίφημης Ακαδημίας της πόλεως αυτής. Δύο χρόνια αργότερα χειροτονήθηκε βοηθός επισκόπου στην επισκοπή του Κιέβου και το 1828 του ανετέθη ή επισκοπή του Πέρμ.Γνωρίζοντας από πείρα ότι κάθε ποιμαντορική δραστηριότητα πρέπει να ξεκινά με την κατάρτιση του κλήρου, ίδρυσε ιερατική σχολή και επέδειξε πατρική φροντίδα για τους κληρικούς που προέρχονταν από τα πιο χαμηλά κοινωνικά στρώματα.
Το 1831 ορίσθηκε αρχιεπίσκοπος του Ίρκούτσκ στην Σιβηρία, και συνέχισε έκεί το εκπαιδευτικό του έργο για τον κλήρο αναπτύσσοντας επιπλέον μεγάλη ιεραποστολική δραστηριότητα,στα ίχνη των προκατόχων του,αγίων Ίννοκέντιου [26 Νοεμ.] και Σωφρονίου [30 Μάρτ.]. Το 1835, μετατέθηκε στον επισκοπικό θρόνο του Χάρκωφ και συνέχισε έκέϊ τις ποιμαντορικές του δραστηριότητες με την ίδια φλόγα, επιτυγχάνοντας να εξυψώσει τα ήθη του κλήρου και του πληθυσμού. Ή άκτινοβολία των αρετών του και το χάρισμα της διορατικότητας και της θαυματουργίας προσείλκυσαν στο πρόσωπο του το μεγάλο σέβας του λάου.
Μετά από επώδυνη ασθένεια έκοιμήθη στις 28 Φεβρουαρίου 1840 και ενταφιάσθηκε στην κρύπτη του καθολικού της Μονής Αγίας Σκέπης στο Χάρκωφ. Πλήθος θαυματουργικών ιάσεων επιτελέσθηκαν γύρω από τον τάφο του και το 1948 τα λείψανα του πού βρέθηκαν άφθαρτα μεταφέρθηκαν στον καθεδρικό ναό. Οι χριστιανοί του Χάρκωφ τον θεωρούν προστάτη της πόλεως τους και σ αυτόν προσετρεχαν κατά τις δοκιμασίες τους καθ' όλον τον 20° αιώνα.

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

Μια νέα οικουμενιστική απειλή από τις Η.Π.Α.το CRISLAM

Πολλές νεοπροτεσταντικές ομάδες στις Ηνωμένες Πολιτείες υποστηρίζουν ότι στις σημερινές συνθήκες,οι χριστιανοί και οι μουσουλμάνοι πρέπει να αφήσουν κατά μέρους τις θρησκευτικές και ιστορικές  διαφορές τους και να δημιουργήσουν μια νέα θρησκεία το Crislam!
Ηδη διάφορες νεοπροτεσταντικές ομάδες  άρχισαν στο Χιούστον,την Ατλάντα,το Σιάτλ και το Ντιτρόιτ κυριακατικα κυρήγματα αλλά και κατηχητικά μαθήματα για τον Μωάμεθ τον ιδρυτή του Μωαμεθανισμού. 
Οι πιστοί τους με έκπληξη πρόσεξαν ότι οι πάστορές τους έχουν τοποθετήσει το Κοράνι δίπλα από τη Βίβλο!
Όσοι πήραν αυτήν την ασυνήθιστη πρωτοβουλία προσπάθησαν να δικαιολογηθούν με περίεργα επιχειρήματα όπως ότι οι χριστιανοί δεν μπορούν να αγαπήσουν τον πλησίον τους εαν δεν έχουν σχέσεις μ'αυτόν!
Ο Alan Wisdom διευθυντής του Presvyterian Action Comitee και αντιπρόεδρος του Institut of Religion and Democracy δήλωσε ανοιχτά ότι το Ισλάμ δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να έχει την ίδια αξία με το Ευαγγέλιο του Χριστού και ότι το Κοράνι δεν μπορεί να σταθεί δίπλα από τον Λόγο του Θεού.
Οι εκκλησίες,σε οποιαδήποτε ομολογία και αν ανήκουν,θα πρέπει να επικεντρώνονται στο να κυρήττουν τον Λόγο του Θεού και μόνο.Όταν θέλουμε να δοξάσουμε τον Θεό δεν μπορούμε να ανακατεύουμε άλλες θρησκείες,δήλωσε ο Alan Wisdom ο οποίος έκλεισε λέγοντας''Καλό είναι να γνωρίζουν οι χριστιανοί κάποια πράγματα για τις άλλες θρησκείες,αλλά πρέπει να σταματήσει καθε ανάμειξη με τον χριστιανισμό του Ισλάμ ο οποίος αντιτίθεται στην χριστιανική διδασκαλία''

Χαριτωμένοι λόγοι περί ταπεινοφροσύνης

- Καί τί άλλο σας λέγει ό καλός σας Γέροντας;Μιλήστε μας, παρακαλώ, περισσότερον.
- Ή ταπείνωσις, κατά τον άγιον Γέροντα μου, απάντησε ό π. Θεόκλητος είναι το δοχείον πάσης άλλης αρετής καί χωρίς αυτήν καμμίαν άλλην άρετήν δεν μπορούμε να ασκήσουμε. Ούτε την πίστιν, ούτε την άγάπην,ούτε καν την προσευχήν.Άν δεν ταπεινωθούμε, καλογέρια μου, μας λέγει, δεν θα πάμε στον Παράδεισον.Εκεί οι πορτιέρηδες "Αγγελοι δεν σε ρωτάνε τί αρετές έχεις για να μπής στον Παράδεισον. Έκεi σε μυρίζουν με την δύναμη της πνευματικής οσφρήσεως κι όταν μοσχοβολήση ή θεοχάρακτη αύτη δωρεά, τότε σου ανοίγουν διάπλατα τίς πόρτες καί σου κάνουν καί υποκλίσεις για να πέρασης.
Σκύψε λοιπόν το φρόνημα σου σ' αυτόν τον κόσμο καί θα σε προσκυνήσουν οι Άγγελοι στον άλλον κόσμον. Άλλα καί σ' αυτήν την ζωή ή αληθινή ταπεινοφροσύνη είναι φως, πού λάμπει και μοσχοβολά. «Ό Θεός ύπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι.χάριν» Ιακ. Δ' β). "Αν θέλετε λοιπόν να σας δώση αφεσιν αμαρτιών καί να μπήτε στον Παράδεισον, ταπεινωθήτε»!

- Καί πόσο να ταπεινωθούμε, πάτερ μου; τον ρώτησε κάποιος παραδερφός μου από την Συνοδία. Μέχρι το χώμα, πού πατούν τα μερμήγκια;
- Πιο κάτω ακόμα, καλόγερε, να σε πατούν καί τα μερμήγκια, του απάντησε. νΑν δεν σε πατούν εδώ τα μερμήγκια θα σε τρων εκεί τα σκουλήκια, πού δεν ησυχάζουν ποτέ. Διάλεξε. Γι' αυτό σας το ξαναλέω, παιδιά μου:
Διώξτε από μέσα σας την κρυμμένη περηφάνεια, πώς κάτι είσαστε καί κάτι κάνετε καί ακόμα κλάψετε, κλάψετε,όσον μπορείτε για να σας λυπηθη ό Θεός.

- Θα είναι πολύ αυστηρός ο Γέροντας σας, πάτερ μου,είπε αυθόρμητα ό Διονύσιος.
- Το άντίθετον συμβαίνει, αποκρίθηκε ό Θεόκλητος. "Ισως εγώ τα λέγω με κακόν τρόπον. Εκείνος είναι πολύ επιεικής καί πολύ πράος σε όλα του. Εΐναι σαν μικρό παιδί καί μας διδάσκει συνεχώς με την ταπεινή συμπεριφορά του καί μας εξηγεί το κάθε τι,σύμφωνα με την διδασκαλία καί την πρακτική των Αγίων Πατέρων. Μας θυμίζει πάντοτε την παραβολήν του φτωχοΰ Λαζάρου καί του πλουσίου καί μας εξηγεί πώς πήγε στον Παράδεισον, στον «κόλπον του Αβραάμ», γιατί έζησε ταπεινά καί χωρίς παράπονον κανένα. Καί μας έλεγε να τον έχουμε αυτόν τον Λάζαρον ως πρότυπον της ζωής μας. Γιατί ζούσε την ταπείνωση καθημερινά καί πραγματικά καί όχι μόνον με το μυαλό.
* * *
- Ευλογημένος ό λόγος σας καί εγώ αυτά θα έλεγα,είπε ό ταπεινός Γ. Αγιορείτης Μοναχός. Καί για να ξαναθυμηθώ την διδασκαλία του αγίου Γέροντος μου, έλεγε για την ταπεινοφροσύνην ότι είναι ένα μεγάλο σκοινί, πού ή μια άκρη του βρίσκεται στα χέρια της Πίστεως, γιατί χωρίς πίστη δεν μπορείς ποτέ να ταπεινωθής αληθινά. Ενώ ή άλλη άκρη βρίσκεται στα χέρια της αγάπης προς τον Θεόν, γιατί χωρίς αυτήν την άγάπην δεν μπορείς να συνέχισης την ταπεινοφροσύνην καί ότι όλοι οι αληθινά ταπεινόφρονες περπατούν συνεχώς πάνω σ' αυτό το σκοινί,σχοινοβατούν, έχοντας ως δύναμιν έξισορροπήσεως την ελπίδα ότι τα ανοιγμένα χέρια του Εσταυρωμένου θα σπεύσουν να μας αγκαλιάσουν, αν τυχόν χάσουμε την ισορροπία μας.
* * *
Θα σου πω μια φράση, που άκουσα πρίν από χρόνια, σε κάποιο κήρυγμα. "Ελεγε λοιπόν ό κήρυκας εκείνος ότι ό πιο εύκολος τρόπος για να ξαναμπεί ό άνθρωπος στον Παράδεισο είναι να γονατίσει, να σκύψει, να γίνει ένα με το χώμα καί να συρθεί σιγά - σιγά, αφήνοντας όλα τα πράγματα μακριά του, γιατί ή πύλη του Παραδείσου είναι πολύ μικρή, στενή καί χαμηλή καί το υψος της δεν ξεπερνά το μισό μέτρο. Μιλούσε βεβαίως συμβολικά. Καί τόνιζε ότι ή ταπείνωση είναι το θεμέλιο της μετανοίας καί της σωτηρίας. Χωρίς αυτήν, έλεγε, δεν βρίσκει κανείς τον Θεό...
-Αυτό το μυστήριο της πύλης του Παραδείσου το βρί­σκουμε καί στο Ευαγγέλιο καί στους Αγίους Πατέρες, πού θυμούνται καθημερινά καί με πράξη ότι είναι «στενή ή οδός», ή οποία όδηγεί στον Παράδεισο καί πρέπει κι εμείς να αδυνατίσουμε, όχι σαρκικά, αλλά πνευματικά, για να χωρέσουμε από τώρα στον στενό δρόμο της μετα­νοίας και να μπούμε στον Παράδεισο από την μικρή αύτη πύλη. Και το πάχος, πού μας εμποδίζει σ' αύτη την πορεία της σωτηρίας είναι ή φιλαυτία, ή άνθρωπαρέσκεια, ό εγω­ισμός, με μια λέξη ή καταραμένη υπερηφάνεια.

Από το βιβλίο του Π.Μ.Σωτήρχου''Οι εραστές του Παραδείσου''

Υμνολογική προσέγγιση της παραβολής του Τελώνου και του Φαρισαίου

  Οι ύμνοι της α' προπαρασκευαστικής Κυριακής του Τελώνου και Φαρισαίου μέσα από τις ριζικές αντιθέσεις των δύο προσώπων, την ταπεινή προσευχή προβάλλουν,ως το πρώτο καί θεμελιώδες στοιχείο της μετανοίας.Ιδιαίτερα το πρώτο ίδιόμελο τού Εσπερινού στον Α' ήχο προβάλλει μία άρνηση καί μία θέση καί αποδεικνύει στην ουσία ποια είναι ή αρεστή στον Θεό προσευχή. Ή άρνηση είναι: «Μη προσευξώμεθα φαρισαικώς αδελφοί», ας μη προσευχόμαστε υπερήφανα, ως ό αλαζόνας Φαρισαίος.Καί ή θέση: «ταπεινωθώμεν τελωνικώς»όπως ό έξουθενημένος Τελώνης, πού δεν σήκωνε τα μάτια του στον ουρανό, ας συναισθανόμαστε την άμαρτωλότητά μας «εναντίον του Θεού», ενώπιον του Θεού, πού γνωρίζει τον «ρύπο της καρδίας μας». Και ό πόνος καί ή συναίσθηση της άμαρτωλότητας θα μας συσφίγγει «δια νηστείας», με την αρετή της εγκράτειας, καί θα συρρικνώνει όλες τίς εσωτερικές μας αναζητήσεις καί εφέσεις σ'ένα λιτό, αλλά αληθινό καί λυτρωτικό αίτημα: «Ίλάσθητι ήμίν», εύσπλαγχνίσου μας πολυέλεε Θεέ, «τοις αμαρτωλόίς», τους αμαρτωλούς, Καί ή εκζήτηση του θείου ελέους θα εκτοξεύεται με κραυγή ισχυρή, «κράζοντες». Ή οδός της προσευχής με ταπείνωση τείνει προς τον Θεό, καί εκείνος πού την ακολουθεί ελκύεται από τον Θεό. Ή ευσπλαχνία καί ή άπειρη αγάπη Του κινείται διορθωτικά καί ταπείνωνει τον πλανηθέντα άνθρωπο,όχι ως τιμωρός, αλλ' ως ύψοποιός. Φαρισαίος καί Τελώνης! Δύο άνθρωποι,δύο κόσμοι,δύο μηνύματα,πού διαπερνούν τη λατρευτική ζωή καί Παράδοση της Ορθοδοξίας.
Ή συναίσθηση της άμαρτωλότητας -όταν έχομε την άληθινή γνώση του εαυτού μας-ελκύει τη Χάρη του Θεοϋ καί όχι τα «καλά» μας έργα, πού στα μάτια του Θεού είναι «ως ράκη άποκαθήμενης», ως κουρέλια βρώμικα.

Με την ταπείνωση, λοιπόν, άνοιξαν «αί πύλαι της μετανοίας».Καί μαζί με αυτές καί οί πηγές των δακρύων.Τα δάκρυα είναι καί αυτά στοιχείο της μετανοίας.Αυθόρμητα έκχύνονται από τα μύχια της «πεφορτισμένης» ανθρώπινης ύπαρξης. Λευκαίνουν τον χιτώνα της ψυχής καί του σώματος, δημιουργώντας ταυτόχρονα "καινήν εν Χριστώ κτίσιν". Ή αλήθεια αυτή αποδεικνύεται από πάμπολλα παραδείγματα της Αγίας Γραφής,Παλαιάς καί Καινής Διαθήκης.Γι 'αύτό καί ό υμνογράφος του πρώτου δοξαστικού του Τριωδίου ομολογεί στον Παντοκράτορα Κύριο ότι γνωρίζει καλά πόση αξία καί δύναμη έχουν τα δάκρυα της ψυχής, πού μετανοεί: Όϊδα,πόσα δύνανται τα δάκρυα»,λέει. Είναι εξ άλλου τόσο πειστική ή αγιογραφική τεκμηρίωση με τρία παραδείγματα, μετά όποία ολοκληρώνεται ό ύμνος. Τον βασιλέα Έζεκία, λέει, τον έσωσαν, «άνήγαγον», από βέβαιο θάνατο, «εκ των πυλών του θανάτου», τα θερμά δάκρυα με τα όποία Σού ζητούσε τη θεραπεία του από τη βαρεία αρρώστια. Άλλα καί την αμαρτωλή γυναίκα, πού αναφέρουν τα ιερά Ευαγγέλια, ό πύρινος ποταμός των δακρύων της την λύτρωσε «εκ των χρονιών πταισμάτων», από τα μακροχρόνια καί σοβαρά ηθικά αμαρτήματα
της, πού σαν άλλες σιδερένιες αλυσίδες την έπνιγαν. Καί μαζί με το τρίτο παράδειγμα του Φαρισαίου καί του Τελώνου, πού αναφέρεται,οδηγείται ή σκέψη μας στο λόγο του Κυρίου: «καί έσονται οί πρώτοι έσχατοι καί οί έσχατοι πρώτοι» (Ματθ. Ιθ' 30). Ό υμνογράφος αποδεχόμενος το αγγελικό σάλπισμα «Στώμεν καλώς» ομολογεί την πολλή του άμαρτωλότητα με το «συν αύτοίς άριθμήσας με», αφού με θεωρήσεις όμοιο με τα πρόσωπα πού ανέφερα καί εκλιπαρεί για τη δική του σωτηρία, πού πηγάζει από το άπροσμέτρητο έλεος του Θεού «δέομαι, έλέησόν με».

Δύο εικόνες δεσπόζουν: Εκείνη του δακρύβρεχτου, μετανοημένου αμαρτωλού ανθρώπου από τη μια. Καί του πλήρους οίκτιρμών Θεού-Πατρός από την άλλη. Καί σε κάποιες άλλες αναφορές οί εξαίσιοι παραλληλισμοί; Το χαμένο καί ματωμένο πρόβατο καί ό Καλός Ποιμένας, πού το φέρνει στον ώμο Του γεμάτος χαρά για τη σωτηρία του. Αυτή είναι ή Εκκλησία του Χρίστου: φυγή, αποστασία, ύβρις, αμαρτία από την πλευρά του ανθρώπου. Κυνηγητό αγάπης από την πλευρά του Θεού,πού συλλαμβάνει στα ελεύθερα δίχτυα της τους μετανοημένους αμαρτωλούς!


Από το βιβλίο του Αρχιμ.Καλλίστρατου Λυράκη
''Η Ορθοδοξία ως Λειτουργική Παράδοση''

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

Ο ιερέας στον Παπαδιαμάντη

Γιός παπά ό κυρ-Άλέξανδρος και με επώνυμο παπαδικό.Τον ξεχώριζαν τ'αλλα παιδιά. Κι αυτό τον πονούσε.

"Εβλεπε στον παπά τον συνεχιστή του έργου του Χριστού."Εδειχνεν ό παπάς τον αόρατο Χριστό. Έδάνειζε το χέρι και το στόμα του σ' Εκείνον. Και όπως ό Χριστός νοιαζότανε τους ανθρώπους στα χρόνια της ένσάρκου οικονομίας Του, έτσι και ό παπάς νοιάζεται τους άνθρώπους. Λειτουργεί και συλλειτουργεί μαζί τους στο Ναό. Παίρνει τα αιτήματα τους,«τα πάθια και τούς καϋμούς» των και τα προσφέρει στο Χριστό,πού είναι «ό αμνός του Θεού, ό αϊρων τήν άμαρτίαν του κόσμου». Κατεβάζει με την έγκριση των πιστών το "Αγιο Πνεύμα σε όλους και στα Δώρα. Και σε λίγο, άφού μεταλάβει αύτός, βγαίνει να κοινωνήσει τούς πιστούς το Σώμα και το Αίμα του Χριστού μας.
Και γίνεται έτσι ό παπάς πατέρας πού γεννά μέσα μας το Χριστό. Αρχικά βέβαια με το μυστήριο του Βαπτίσματος και υστέρα με τ'αλλα.
Οί τύποι των ιερέων στον Παπαδιαμάντη είναι μορφές (δηλαδή μορφωμένοι), ενάρετοι, σεβάσμιοι, ιεροπρεπείς. Μπορεί νά είναι ολιγογράμματοι, αλλά μπορούν και κάνουν πολύ καλά το έργο τους.
Μπορούν και στέκουν μέσα στο Ναό μα και στην Κοινωνία.
Κάνουν τη θεία Λειτουργία και παίρνουν τα ύπερκόσμια δώρα της.Και υστέρα βγαίνουν, «προέρχονται εν ειρήνη», και συνεχίζουν τη λειτουργία της ζωής. Τη λειτουργία μετά τη Λειτουργία.
Ό ίερέας πατέρας του ήταν άριστος λειτουργος,τέκνον των Κολλυβάδων,αλλά και ικανός και θαρραλέος και χρήσιμος μέσα στην Κοινωνία.
Στό διήγημα «Στό Χριστό στο Κάστρο» νοιάζεται για τούς δυο αποκλεισμένους σε αυτό. Κάνοντας ό ίδιος το ντελάλη,το ανακοινώνει. Κι υστέρα στο σπίτι του συγκεντρώνει ενορίτες και συνεργάτες του καί, αποφασισμένος όντας εκείνος, συμπαρασύρει και πείθει αρκετούς να τον ακολουθήσουν στον πηγαιμό του για βοήθεια των κινδυνευόντων ενοριτών του.
Και όλοι μαζί πηγαίνουν με κίνδυνο της ζωής των στο Χριστό στο Κάστρο, βρίσκουν σώους τούς κινδυνεύοντας από τα χιόνια, κάνουν έκεί τή Θεία Λειτουργία των Χριστουγέννων, προσφέρουν βοήθεια καί σε ναυαγούς πού ξώκειλαν κατά τ'ακροθαλάσσι, κι όλοι μαζί τρώνε και πίνουν ευχαριστημένοι και κοιμούνται πανάλαφροι. Και την άλλη μέρα το απόγευμα γυρίζουν αίσίως στην πολίχνη.
Τι καρτερούν οί άνθρωποι από την Εκκλησία; Την αγάπη την έμπρακτη, την έγνοια καϊ την αποδοχή. Ή "Εκκλησία είναι ή Μάννα μας, κι έμείς πιστά Της τέκνα. Όπως και ό σήμερα τιμώμενος και φίλτατός μας κυρ-Αλέξανδρος.
Στήν Αθήνα τον έσαγήνευε ό μακάριστος παπα-Πλανάς. Ό ταπεινός.Ό άξιος του πρώτου μακαρισμού του Σωτήρος. Πόση γαλήνη εύρισκε κοντά του.Γνωστό μας είναι και το άρθρο του γι' αυτόν.
Τα μέγιστα τιμούσε και τους άγαμους ενάρετους κληρικούς και μοναχούς. Είχε υπέροχο παράδειγμα τον Διονύσιο το Γέροντα, τον ιεροπρεπή ασκητή και λόγιο,τον συγγενή του.Τόνιζε την προσφορά τους τη μεγάλη...
Και στα τελευταία του έκάλεσε τον αξιαγάπητο αρχιμανδρίτη Ανδρέα Μπούρα, τον σπουδαίο και φίλο του, για εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία. Ζήτησε να του διαβάσει τη μεγάλη εξομολογητική ευχή. Και τον μετέλαβε.Κι υστέρα ό κυρ-Άλέξανδρος άρχισε να κλαίει."Εφευγε για την άλλη πλάση. Είχε συναίσθηση τής άμαρτωλότητός του.
Αναφέρει στα έργα του και ίερείς με αδυναμίες. Αναγκάζεται να κρίνει. Άλλα με πόνο και ταπείνωση και μοναδικό σκοπό τη διόρθωση, τη θεραπεία καί την σωτηρία. Φέρεται μ' ευσπλαχνία και καλωσύνη. Ποτέ δεν προσβάλλει και δεν έκχυδαίζει τους ήρωες του. Περιβάλλει μ' άνείπωτη στοργή ακόμα καί τον πειναλέο άνθρωπίσκο στο «Λαμπριάτικο Ψάλτη». Και δείχνει σε όλους και στον εαυτό του, χωρίς αφόρητο διδαχτισμό, τήν θύρα του Παραδείσου, πού είναι ή Μετάνοια.
Θεωρεί ως κύρια αιτία του πολλαπλασιασμού των αιρέσεων την έλλειψη πραγματικής ποιμαντικής μέριμνας εκ μέρους τών ιερέων.
Το δέσιμο κλήρου και λάου και ή συνεργασία σώζει. Παντοτε φυσικά με του Χρίστου τη Χάρη.

Διαβάζοντας κανείς τα έργα του Παπαδιαμάντη έχει τήν αίσθηση πώς βρίσκεται εδώ και κάπου άλλου ταυτόχρονα. Πώς βρίσκεται εδώ,στα πάθια και τους καυμούς του κόσμου και συγχρόνως στα Ρόδινα ακρογιάλια της Θείας Βασιλείας. Και τούτο γιατί ό Παπαδιαμάντης είναι γνήσιον τέκνον της "Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Και όλα μέσα σ' αυτήν είναι θεανθρώπινα.
Καί ζώντα μέσα σ' αυτήν την θεανθρώπινη διάσταση της Εκκλησίας ό κυρ-Άλέξανδρος, μεταξύ της άνθρώπινης αδυναμίας και της Πηγής της Παντοδυναμίας σχοινοβατούσε κι αγωνιζότανε.Αφηνε την οντότητα του στην Άγκάλη του Χρίστου και στη στοργή τής Παναγίας, που Τοϋς υπεραγαπούσε. Υμνούσε «μετά λατρείας τον Χριστό του».
Έπόνεσεν αμέτρητα στη ζωή του. Πέρασε φτώχεια σαν ασκητής,μα έμεινε στην έντιμη πενία του, όπως έγραψε κάποτε στον ιερέα πατέρα του, και είχε τη βοήθεια του Θεού. Πέρασε μοναξιά και δυσκολίες «σαν σκοτεινό και άμοιρο τρυγόνι». Κατέφευγεν όμως στην αγία Εκκλησιά, έκεί που «το χελιδόνι ηύρε φωλιά και το τρυγόνι σκέπη».
Δεν έγινε ό ϊδιος ιερέας,μα ίερουργοϋσε με τα αθάνατα γραφτά του τον λόγον της άληθείας.Και πόσους δεν ωφέλησε και ωφελεί.
Λένε πώς κάποια φορά απελπισμένος επήγε να εξομολογηθεί (πίστευε στην Εξομολόγηση). Και είπε στον παπα πώς δυσκολεύεται και υποφέρει πολύ. Καί ό παπά, χωρίς να τον ξέρει, άφού τον παρηγόρησε δεόντως, του συνέστησε να διαβάζει τα έργα του Παπαδιαμάντη.
Αναφέρει ό Μικρασιάτης λογοτέχνης και μακαριστός πλέον Ήλίας Βενέζης πως ενώ ευρίσκοντο στα περίφημα τάγματα εργασίας κι έμεναν σ'ένα σταύλο κλεισμένοι,βρήκε κάποιος πεταμένο μέσα έκεί ένα φύλλο από περιοδικό και άρχισε να το διαβάζει, για να περνά ή ώρα. Και καθώς έδιάβαζε άρχισαν όλοι ν' άκοϋνε μ' ενδιαφέρον. Μαλάκωσαν και γαλήνεψαν οι ταλαίπωρες ψυχές τους. Και καθώς τελείωσε το διάβασμα, έβγαλαν όλοι ανακουφισμένοι μια φωνή: «ρε αυτό ήταν Ευαγγέλιο. Λες κι είμαστε στήν 'Εκκλησία.» Και τί λέτε πώς ήταν; Ενα κομμάτι άπ'το διήγημα του Παπαδιαμάντη «Υπό την Βασιλικήν Δρύν».
Θυμάμαι κάποια φορά ήρθε και με βρήκε στην εκκλησία ένας πολύ πονεμένος.'Ήθελε να πεθάνει, μου έλεγε. Δεν ήξερα τί να κάνω."Ήταν Μεγαλοβδομάδα. Είχα μαζί μου τα «Πασχαλινά Διηγήματα» του κυρ-Άλέξανδρου και σκέφθηκα να ζητήσω κι εγώ μια εξυπηρέτηση από τον πονεμένο αδελφό μας. Τον παρακάλεσα να μου διαβάσει, αν ήθελε,ένα διήγημα πασχαλινό. Του είπα πώς ήμουν πολύ κουρασμένος, και ήμουν, και θα με εξυπηρετούσε μ'αυτό. Κι υστέρα θα μιλάγαμε για τα δικά του. Έκείνος σάστισε για λίγο, μα υποχώρησε στο αίτημα μου και άρχισε να διαβάζει σιγά-σιγά το «Λαμπριάτικο Ψάλτη». Και διαβάζοντας άρχισε λίγο-λίγο να συνέρχεται. Εβλεπα το πρόσωπο του ν' αλλάζει. "Ελαμπε άγάλι-άγάλι ή θωριά του. Διάβασεν αρκετά. Και κάποια στιγμή άρχισε να κλαίει.'Έσκυψε και μου φίλησε το χέρι. Κι είπε με χαρμολύπη: «Παππούλη, τί μου έκανες; Τί είναι αυτό πού διαβάζω; Γιατί έφυγεν ό πόνος από μέσα μου κι άλάφρωσεν ή ψυχή μου;» Κι έκλαιγεν,όλο έκλαιγε από χαρά και θαυμασμό. Του είπα για τον Παπαδιαμάντη και το έργο του. «Μα τούτος είναι άγιος, άνθρωπος του Θεού,σοφός, ποιητής μεγάλος, μάγος του λόγου» μου είπε. Και έφυγεν ό άνθρωπος πουλάκι "Ηθελε να ζήσει.
Αυτός είναι ό κυρ-Άλέξανδρος. Μιλάει όμως με γλύκα και αποδοχή για τους αρχαίους. Και συναιρεί στο έργο του το διαιώνιο Ελληνισμό.Καταγράφει τη γλώσσα μας άπ' τις αμμουδιές τ''Όμηρου μέχρι σήμερα.
Είναι λάτρης του Χριστού και μέγιστος Πατριώτης. Και συνάμα αγαπά «πάντα τα έθνη», λέγοντας σε κάποιο διήγημα του «πώς κι ό Έβραίος έχει ψυχή».
Ευχαριστούμε το Θεό, πού μας έδωκε τον κυρ-Άλέξανδρο. Ευχαριστούμε και τον ίδιο, πού άφηκε σε μας «άλλο,τάς βίβλους,στόμα του».

του Αρχιμανδρίτου Ανανία Κουστένη
Από τό βιβλίο «Παπαδιαμαντικοί Λόγοι», έκδ. Ακτή, Είσήγηση στό Διήμερο Συνέδριο για τον Αλεξ. Παπαδιαμάντη, πού οργάνωσε ή'Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Έλλάδος στις 25-26 Μαΐου 2001.(Πειραικη Εκκλησία)

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

Ξημέρωσε του Αγίου Χαραλάμπους...

Λοιπόν, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, διασκεδάζαμε με την καρδιά μας. Παιδιά πράγματα δε νογάγαμε από πόλεμο, πείνα, θάνατο.

Παιχνίδι είχαμε κάνει, ό,τι ήταν κλαυθμός και όδυρμός και δάκρυα. Ή φτιάξη τ' ανθρώπου τέτοια, να ελπίζει, να όνειρεύεται, να βρίσκει σπυρί χαράς καί μ' αυτό να τρέφεται, ή φτιάξη τ' ανθρώπου τέτοια, δόξα τω Θεώ. Μόνο σαν πέρασαν οι γιορτές,σα μπήκε ό Γενάρης καί κάνανε χιονίστρες τα χέρια μας καί γιομίσαμε ψώρα καί μας πόναγαν, μας γαργάλαγαν καί τα ξύναμε σαν τρελά μέχρι πού γιομίζαμε αίματα, μόνο τότε, θυμάμαι, αρχίσαμε να γκρινιάζουμε. Μα πάλι, στο δευτερόλεπτο, μια μπάλα φτιαγμένη από κουρέλια, μια σπασμένη τσατσάρα, ένα τίποτα μας έκανε να ξεχνάμε.

Καβαλούσαμε ανάλαφρα τ' όνειρο κι αρμενίζαμε. Κι ας ήταν μαύροι οι καιροί.
Ένα σμάρι παιδιά στην τουρκοχτισμένη αυλή μας καί γύρω γύρω σπιτικά, μια είσοδο μονάχα πού αμπάρωσαν οι μεγάλοι με το ήλιόγερμα καί ένα ταρατσάκι πού ούτε φαινόταν άπ' το δρόμο, κι αν το 'θελες, μονάχα άπ' την κόχη έβλεπες την πλατεία, αγκαλιά, θαρρείς, ή πλατεία π' αγκάλιαζε τη γειτονιά. Αγκαλιά έρημη καί σκοτεινή μετά το δειλινό, τέτοιο όρντινο είχαμε από τους Γερμανούς.
Ήταν δεν ήταν ξάδερφος ακόμα στ' αλήθεια, δε το 'χω ξεδιαλύνει. Έτσι μου είπανε, έτσι δα τον σύστησα στους φίλους μου, έτσι τον καλοδέχτηκαν εκείνοι: ό ξάδερφος ό Χαραλάμπης.
Του δώσαμε τη μέσα κάμαρη, έφερε κάτι πράματα μαζί του, της δουλειάς τα σύνεργα μας ξήγησαν, πολύγραφο τον ονομάζω σήμερα, πού ξέρω. Αλήθεια καί πόσα δεν ξέρω σήμερα,ανάθεμα τούτη τη γνώση πού φορτώθηκα! Τότες σύνεργα είπανε, σύνεργα είπαμε, πάψαμε να σκοτιζόμαστε μ' αυτά σε μία μέρα. Γιατί μας είχε ξετρελάνει ό Χαράλαμπος και τι μας έκοφτε για τη δουλειά του.

Αν σήμερα έψαχνα να 'βρώ σαν τι δουλειά θα ταίριαζε στον Χαραλάμπη μας, θα 'λεγα ό όνειροταξιδευτής είναι το μόνο πού του ταίριαζε.
Μας έφτιαξε ένα πλεούμενο με βρισκούμενο ψευτοχαρτόνι, και που δεν ταξιδέψαμε με κείνο το βαπόρι!
«Μάϊνα τα πανιά, μούτσε», μου φώναζε. Και με σβέλτες κινήσεις μάζευα τα πανιά μη τα κάνει κουρέλια ό τρελοβοριάς.
«Βλέπεις, λοστρόμε, τον εχτρό;».
Κι ό Σπύρος, το γειτονοπούλα, σα γάτα σκαρφάλωνε στο φλάμπουρο, έβαζε αντήλιο το βρώμικο χεράκι του.
«Όχι καπετάνιο», απαντούσε σοβαρά, «λεύτερα τα πέλαγα».
Έσβηνε το χαμόγελο άπ' το πρόσωπο του Λάμπη μας.
«Έ, ρε λεβέντες», μας έλεγε σιγά. «Καί να μπορούσαμε να το φωνάξουμε αυτό μέχρι πού να πεθάνουμε. Λεύτερα τα πέλαγα».

«Καλόειδα, κι είναι όπως σ' το 'πα», επέμενε ό Σπύρος.
«Είναι καί τα υποβρύχια, παιδιά. Ό εχτρός πού δεν τον πιάνει το μάτι σου. Ό εχτρός πού 'ρχεται από κάτω κι αν δε προσέξεις,αμολάει την τορπίλα του καί πάς καλειά σου».
«Για ποιο πράμα λες;», ρώτησε ό αδελφός μου.
Αναστέναξε ό Χαραλάμπης.
«Για της ψυχής τα κατακάθια πού σκλαβώνουν τα πέλαγα», είπε, μα ποιος κατάλαβε τότε, παιδιά πράματα, αλήθεια, ποιος κατάλαβε!
Κείνο όμως πού καταλαβαίναμε καλά ήταν πώς ταξιδεύαμε. Καί πηγαίναμε, είτε σαν μούτσοι ή λοστρόμοι, σε χώρες όλο ήλιο, λευτεριά, σε χώρες πού το εσπέρας ερχόταν καί ξεκουραζόταν ό Θεός. Καί πόσες φορές Τον ανταμώναμε, γιατί, αλίμονο αν το παιδί δε βλέπει το Θεό κατάφατσα. Κι είχαν τα μάτια μας γιομίσει φως κι ό ταμπουράς, πού έπαιζε ή πείνα στην κοιλιά μας, έχανε σ' ένταση, κι ήταν φορές πού δεν ακουγόταν.

Καί μπήκε ο Φλεβάρης. Κουτσό τον είπανε, μα ήτανε διπλός καί τρίδιπλος. Διπλές καί τρίδιπλες φαινόντανε οι μέρες, τυλίγαμε τα πόδια μας με κουρέλια, γιατί είχανε φουσκώσει καί πάγωναν, είχαν πρηστεί κι οι κοιλιές μας, όχι από πάχος μα από πείνα καί άναλαδιά, τα χέρια μας σα φουσκωμένα τσουρέκια άπ' τις χιονίστρες,μα τώρα κι αν ταξιδεύαμε πιότερο με το πλεούμενο. Βάζαμε γροθιά τα χεράκια μας κάτω άπ' τίς μασκάλες μας, μπας καί ζεστοκοπηθοΰν μια στάλα καί, μέχρι πού βασίλευαν τα μάτια μας, ακολουθούσαμε τον καπετάνιο μας. Καί άποκοιμόμασταν με την έγνοια να 'ναι ελεύθερα τα πέλαγα, μη τίποτα σταθεί εμπόδιο καί δεν ανταμώσουμε εσπέρα το Θεό.

Του Άγιου Χαραλάμπου ξημέρωσε κι είπε ή μάνα μου να ψήσει μια χούφτα φασόλια μαυρομάτικα πού βρέθηκαν. Καί ή γειτόνισσα θα 'κανε τηγανίτες, χαρουπάλευρο πού 'χε σκουλήκια, μα «δόξα τω Θεώ θα φάμε καί το κρέας ν' άποκριέψουμε»,όπως είπε γελώντας ό πατέρας, κι ή άλλη, ή πλαϊνή, είχε ρεβίθια, θα τ' άλεθε να γίνονταν κεφτέδες, όσο για κρασί, ό άλλος γείτονας είχε, λέει, ένα σώσμα φυλαγμένο για τέτοιες ώρες, πολύ ήτανε, μπορεί και μισή οκά, τόσο πολύ.

Άπ' το πρωί χιόνιζε, μα τ' απόγευμα το 'στρωσε για καλά. Δεν αντέξαμε καί βγήκαμε στην πλατεία, κάναμε μπαλιές κι ας πάγωναν τα χέρια μας κι ας έτσουζαν κι ας μούδιαζαν, κάναμε μπαλιές κι έναν χιονάνθρωπο. Βρήκε κι ό Χαραλάμπης ένα στουπί, το 'κανε κασκόλ, του το 'χωσε, βρήκε κι ένα σπασμένο μπουκάλι, το 'κανε πίπα, πιο μεγάλη ή πίπα άπ' τον χιονάνθρωπο. Σάν ακούσαμε τις φωνές «Βρε πού κακό να μη σας βρει, μπείτε μέσα», «Μωρή Βάσω, φωτιά θα μ' ανάψεις ξυπόλυτη στα χιόνια», «Μαζωχτείτε πού ξεχαστήκατε, πού να σας ξεχάσει ό χάρος», πιλαλήσαμε για το σπίτι μας. Κλείστηκε κι ή πόρτα, ή εξώθυρα, κουρνιάσαμε στην κουζίνα πού ήταν πιο ζεστά, με τις ανάσες μας προσπαθήσαμε να συνεφέρουμε τα χέρια μας. Κι ήρθαν οι μεγάλοι με το βρισκούμενο καί δίκαια μοιράστηκε το βρισκούμενο καί άρχισαν οι μεγάλοι το τραγούδι.

«Χρόνια πολλά, βρε Χαραλάμπη», είπε ό πατέρας κι ήπιε με σέβας μια γουλιά κρασί, μην το πιει μονομιάς, μιας κι ήταν λιγοστό.
«Χρόνια πολλά, λεβέντη!», είπαν κι οί γείτονες. Κι ό Χαραλάμπης σηκώθηκε να το χορέψει. Ναι, ναι, καθαρά σαν τώρα το θυμάμαι, πώς είχε προλάβει να κάνει μια στροφή, σαν χτύπησε ή πόρτα. Εγώ δεν άκουσα τον κρότο. Γιόρταζε ό καπετάνιος μας καί γώ βαρούσα παλαμάκια. «Έλα, βρε Χαραλάμπη, να σε παντρέψουμε...».
Οί άλλοι τ' άκουσαν. Έτρεξαν κάτω, αφουγκράστηκαν, μαζί κι εγώ με την ανάσα πιά κομμένη.
«Οί Γερμανοί μπουκάρανε», μας είπαν πίσω άπ' την πόρτα τη σφαλισμένη, κι αυτός πού 'δωκε το μαντάτο έφυγε.

Ό Χαραλάμπης χίμηξε στη μέσα κάμαρα πού 'ταν δική του, άρπαξε παραμάσκαλα τα σύνεργα, σαΐτα ίδια ξεμπούκαρε άπ' το σπίτι. Δεν ξέρω ούτε τώρα πώς το σκέφτηκα κι ανέβηκα τρεχάλα στην ταράτσα, κείνη πού άπ' την κόχη της μπορείς να δεις την πλατεία. Κι έσκυψα. Το χιόνι το βραδινό, απάτητο, πιο άσπρο κι άπ' το άσπρο, καί ό χιονάνθρωπος μας με την πίπα πιο μεγάλη άπ' το μπόι του. Νάτος ό Χαραλάμπης πλάι του, φιγούρα άλλου κόσμου. Τρέχει με μεγάλες δρασκελιές, σα πούπουλο σηκώνει τα «σύνεργα».
«Τρέξε, καπετάνιο, δεν είναι λεύτερα τα πέλαγα», ψελλίζω, όταν ακούω τίς ριπές. Καί πέφτει ό καπετάνιος. «Μάινα τα πανιά». «Τα μαζεύω, καπετάνιε, έννοια σου». Καί πώς κοκκίνησαν τα πόδια του χιονάνθρωπου! Καί πώς μάτωσε από αιμάτινες πιτσίλες το κορμί του!
«Έλα, βρε Χαραλάμπη, να σε παντρέψουμε...». Κι ήταν εσπέρα κι είδε κατάφατσα ό καπετάνιος το Θεό. Γιατί, αλίμονο,αν το παιδί δεν βλέπει καταπρόσωπο τον Πλάστη του.

Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη
Πειραική Εκκλησία

Ο Όσιος Πρόχορος Λεμπέντνικ της Λαύρας των Σπηλαίων ο θαυματουργός(+10 Φεβρουαρίου)

Ο όσιος Πρόχορος έλαμψε με τη ζωή και τα έργα του στα χρόνια του μεγάλου ηγεμόνα του Κιέβου Μιχαήλ Σβιατοπόλκ Ιζιασλάβιτς, φημισμένου για τη σκληρότητα και τις αδικίες του. Πολλές θλίψεις και βάσανα υπέμειναν οι κάτοικοι του Κιέβου στο διάστημα της εξουσίας του. Τα βάσανα τους πλήθαιναν περισσότερο με τις αδιάκοπες επιδρομές των Πολόφτσων και άλλων γειτονικών λαών εναντίον του Κιέβου. Οι συνεχείς πόλεμοι με τους εξωτερικούς εχθρούς, καθώς επίσης και οι εμφύλιοι σπαραγμοί μεταξύ των Ρώσων ηγεμόνων, οι διωγμοί, οι αιχμαλωσίες, οι λεηλασίες και οι ποικίλες αναταραχές, ήταν μόνιμες αιτίες φτώχειας, δυστυχίας και οδύνης του ρώσικου λάου.

Σ' αυτά τα δύσκολα και ζοφερά χρόνια ήρθε από το Σμολένσκ στη μονή των Σπηλαίων ο μακάριος Πρόχορος, ζητώντας από τον ηγούμενο Ιωάννη να τον κείρει μοναχό και να τον συναριθμήσει με τα πνευματικά του τέκνα. Μετά από κανονική και προσεκτική δοκιμασία, που φανέρωσε καθαρά τον ένθεο ζήλο του φιλόθεου Προχόρου, ο ηγούμενος τον έκειρε κατά την επιθυμία του. Με πολλή βία και απαρέγκλιτη ακρίβεια στις αρχές του μοναχικού βίου, πολεμούσε ο όσιος τους νοητούς εχθρούς κι επιδιδόταν στις ασκήσεις που του ανέθετε ο γέροντάς του. Ανάμεσα σ' αυτές ήταν και η άσκηση της αυστηρής νηστείας. Όχι μόνο δεν γευόταν ποτέ άλλη τροφή εκτός από ψωμί και νερό, αλλά και αυτό το ψωμί του ήταν φτιαγμένο από το κατάπικρο χόρτο λέμπεντα. Κάθε καλοκαίρι μάζευε ο ίδιος το χόρτο αυτό, το έτριβε κι ετοίμαζε ψωμιά για όλο το χρόνο.
Σ' όλη του τη ζωή ο όσιος τρεφόταν με λέμπεντα, γι' αυτό οι συνασκητές του, του έδωσαν την προσωνυμία «λέμπεντνικ». Άλλο χορταρικό ή κηπουρικό δεν έβαλε στο στόμα του μέχρι την κοίμησή του. Ούτε ψωμί σταρένιο έφαγε, πέρα από το αντίδωρο που έπαιρνε στην εκκλησία.


Ο πανάγαθος Θεός, βλέποντας τη βία και την υπομονή του μακαρίου, μετέβαλε για χάρη του την πίκρα του χόρτου αυτού σε γλυκύτητα, κι έτσι το ψωμί που ετοίμαζε εκείνος, έπαιρνε μια γλυκεία, ευχάριστη γεύση. Μόλις διαπίστωσε ο όσιος το θαύμα τούτο του Κυρίου «εχάρη χαράν μεγάλην σφόδρα» και μ' ευγνωμοσύνη προς τον ουράνιο Ευεργέτη του, συνέχισε με περισσή προθυμία την παθοκτόνο άσκησή του.
Στη ζωή του θείου Προχόρου, εκπληρώνονταν οι προτρεπτικοί λόγοι του Σωτήρος: «Μη μεριμνάτε τη ψυχή υμών τι φάγητε και τι πίητε... Εμβλέψατε εις τα πετεινό του ουρανού, ότι ου σπείρουσιν ουδέ θερίζουσιν ουδέ συνάγουσιν εις αποθήκας και ο πατήρ υμών ο ουράνιος τρέφει αυτά».
Σαν τα πουλιά τ' ουρανού και ο όσιος, αμέριμνος και παραδομένος στην πρόνοια και την αγάπη του Θεού, τρεφόταν με τροφή που δεν έσπειρε και δεν καλλιέργησε. Πήγαινε στους τόπους που έσπερνε αντί γι' αυτόν ο ουράνιος Σποριάς, μάζευε το καλλιεργημένο από Κείνων χόρτο και γύριζε στο μοναστήρι δοξολογώντας Τον για τις ευεργεσίες Του.


Τα χρόνια εκείνα, λόγω των πολεμικών αναστατώσεων, έπεσε μεγάλη πείνα στη Ρωσία. Το φάσμα του θανάτου απειλούσε τους κατοίκους του Κιέβου. Ο Κύριος τότε, θέλοντας να σώσει τους ανθρώπους από το φρικτό θάνατο της πείνας, αλλά και να δοξάσει τον πιστό δούλο Του Πρόχορο, έκανε να φυτρώσουν στη γύρω περιοχή τόσα πολλά λέμπεντα, όσα ποτέ άλλοτε. Ο όσιος ακούραστος, με ιδιαίτερο ζήλο, μάζευε ασταμάτητα το χόρτο σε μεγάλες ποσότητες, ετοίμαζε νύχτα και μέρα ψωμιά και τα μοίραζε στους φτωχούς και πεινασμένους.
Μερικοί θέλησαν να μιμηθούν το μακάριο και να φτιάξουν μόνοι τους ψωμί από λέμπεντα. Ήταν όμως αδύνατο να το γευτούν, γιατί έγινε πικρό σαν αψιθιά και μαύρο σαν κάρβουνο. Τότε κατάλαβαν ότι κάποιο θαύμα επιτελούσε ο μεγαλοδύναμος θεός με το θεσπέσιο δούλο Του και δεν επιχείρησαν άλλη φορά να τον μιμηθούν. Όλοι όσοι είχαν ανάγκη απευθύνονταν στον όσιο. Κι εκείνος κανένα δεν άφηνε να φυγή μ' άδεια χέρια. Το ψωμί που τους έδινε, πράγμα ανεξήγητο, όχι μόνο δεν πίκριζε, αλλά ήταν γλυκύτατο και νοστιμότατο, καλύτερο κι απ' το σταρένιο.


Συνέβη όμως κι ένα άλλο παράδοξο.
Κάποιος αδελφός, αφού δοκίμασε να φτιάξη μόνος του ψωμί από λέμπεντα και απέτυχε, σκέφτηκε να πάρει κρυφά από τα ψωμιά του οσίου. Πήρε μία και δύο και τρεις φορές. Κάθε φορά όμως που το δοκίμαζε, έβρισκε πως ήταν πικρό. Ντράπηκε ν' αποκαλύψει στον όσιο την αμαρτία του. Τελικά, βασανισμένος από την πείνα, πήγε και διηγήθηκε την πράξη και το πάθημά του στον ηγούμενο Ιωάννη. Ο ηγούμενος δεν τον πίστεψε στην αρχή. Έστειλε έναν άλλο αδελφό να πάρει κι εκείνος κρυφά ένα από τα ψωμιά του Προχόρου. Ούτε κι αυτό όμως μπόρεσαν να το γευτούν από τη μεγάλη του πικράδα. Θέλοντας να διαλευκάνει οπωσδήποτε το μυστήριο, ο ηγούμενος σκέφτηκε ένα άλλο τέχνασμα.
- Πήγαινε στον πατέρα Πρόχορο, είπε στον αδελφό και ζήτησε του ένα ψωμί για μένα. Καθώς θα φεύγεις όμως, πάρε κρυφά άλλο ένα και φέρ' το κι αυτό εδώ.
Ό αδελφός εκτέλεσε κατά γράμμα την εντολή. Σε λίγο παρουσιάστηκε με δυο ψωμιά. Αλλά να! Το ψωμί που πήρε από τα χέρια και με την ευλογία του οσίου ήταν χρυσόχρωμο και γλυκόγευστο, ενώ το άλλο ήταν μαύρο και κατάπικρο.
Μετά κι απ' αυτή την επιβεβαίωση, το θαύμα διαδόθηκε παντού και δόξασαν όλοι, μοναχοί και λαός, το φιλάνθρωπο Κύριο, που έστειλε βοήθεια στους πεινασμένους δια μέσου του θαυματουργού οσίου.

Στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου ανάμεσα στον Σβιατοπόλκ και τους πρίγκιπες του Βλαντιμίρ και Περεμίσλσκ, δεν μπορούσαν να φτάσουν μέχρι το Κίεβο έμποροι τροφίμων. Ενώ όμως υπήρχαν αποθέματα άλλων προϊόντων, παρουσιάστηκε μεγάλη έλλειψη αλατιού.
Όταν ο μακάριος Πρόχορος είδε την ανάγκη του λαού, μάζεψε από τα κελιά των αδελφών όλη τη στάχτη, τη συγκέντρωσε στο κελί του κι έπεσε σε θερμή και εγκάρδια προσευχή. Η στάχτη δεν άργησε να μεταβληθεί σε γνήσιο, λευκό, καθαρό αλάτι!



Ο όσιος ειδοποίησε να έρθουν και να πάρουν όσοι θέλουν. Γρήγορα μαθεύτηκε ότι ο σπηλαιώτης Πρόχορος μοίραζε αλάτι κι έτρεχαν όλοι να προμηθευτούν απ' αυτόν. Το πιο παράδοξο ήταν, ότι το αλάτι εκείνο δεν τελείωνε ποτέ. Όσο το μοίραζε ο όσιος, τόσο αυξανόταν. Έτσι ο λαός, που προηγουμένως έψαχνε μάταια στην αγορά για ν' αγοράσει λίγο αλάτι σε πολύ ανεβασμένη τιμή, έτρεχε τώρα στη μονή των Σπηλαίων να πάρει όσο ήθελε δωρεάν. Μερικοί όμως μαυραγορίτες έμποροι, που εκμεταλλεύονταν την έλλειψη του αλατιού για να πλουτίσουν και το πουλούσαν σε αστρονομικές τιμές, οργίστηκαν εναντίον του οσίου και πήγαν να παραπονεθούν στον ηγεμόνα.
-Άρχοντα, του είπαν, ο καλόγερος Πρόχορος των Σπηλαίων, μας έκανε μεγάλη ζημιά. Η αγορά άδειασε, γιατί όλοι τρέχουν να πάρουν από Κείνων αλάτι δωρεάν. Κι εμείς, που σου πληρώνουμε τόσους φόρους, δεν μπορούμε να πουλήσουμε το αλάτι που είχαμε κρύψει στις αποθήκες μας. Καταστραφήκαμε εξαιτίας του.


Ο πονηρός και φιλάργυρος Σβιατοπόλκ σκέφτηκε να εκμεταλλευτή την περίσταση και να ωφεληθεί διπλά: και τους εμπόρους να ικανοποίηση και ο ίδιος να κερδίσει χρήματα πολλά. Έστειλε λοιπόν ανθρώπους ν' αρπάξουν το αλάτι του μακαρίου Προχόρου και να το φέρουν στο παλάτι του. Όρισε πολύ υψηλή τιμή πωλήσεως, ενώ ταυτόχρονα πληροφόρησε το λαό ότι το αλάτι θα πωλείται πλέον μόνο από την ηγεμονική αυλή.
- Για χάρη σας θα λεηλατήσω τον καλόγερο, είπε στους εμπόρους.
Το είπε και το έκανε.
Όταν όμως το αλάτι μεταφέρθηκε στην αυλή του Σβιατοπόλκ, είδαν όλοι πως ήταν στάχτη! Ο ηγεμόνας είπε σε μερικούς να δοκιμάσουν.
- Στάχτη είναι! Στάχτη! διαβεβαίωσαν εκείνοι.
Κανείς δεν μπορούσε να εξήγηση τι είχε συμβεί. Αμήχανος ο Σβιατοπόλκ πρόσταξε να τη φυλάξουν για τρεις ημέρες, μήπως κατόρθωναν να εξηγήσουν το παράδοξο εκείνο φαινόμενο. Οι τρεις ήμερες πέρασαν, αλλά τίποτα δεν άλλαξε. Έτσι ο ηγεμόνας διέταξε να πετάξουν εκείνη την άχρηστη στάχτη πίσω από το παλάτι, λίγο πιο πέρα από τη θύρα των υπηρετών.
Στο μεταξύ ο λαός συνέχιζε να έρχεται στον όσιο Πρόχορο και να ζητά αλάτι. Όταν μάθαιναν για την αρπαγή του, έφευγαν λυπημένοι και μ' άδεια χέρια, ξεστομίζοντας κατάρες για Κείνων που το έκλεψε. Ο όσιος τους παρηγορούσε λέγοντας:
—Όταν ο πρίγκιπας πετάξει το αλάτι, να πάτε και να το μαζέψετε. Θα το βρείτε σωριασμένο στην πίσω πόρτα του παλατιού.
Πράγματι, πήγαν οι άνθρωποι εκεί και αντί για στάχτη βρήκαν αλάτι!
Όταν διαδόθηκε πως υπήρχε αλάτι έξω από το πριγκιπικό ανάκτορο, όλοι έτρεχαν να πάρουν όσο μπορούσαν.
Ο ηγεμόνας πήγε να τρελαθεί από την απόγνωση και το κακό του. Ζήτησε να μάθη λεπτομέρειες για τον άγιο Πρόχορο. Τον πληροφόρησαν για την ασκητική ζωή και τα θαύματά του — όχι μόνο για τη μεταβολή της στάχτης σε αλάτι, αλλά και για την Παρασκευή γλυκού ψωμιού από το πικρό λέμπεντα.
Ο Σβιατοπόλκ τότε ντράπηκε για την πράξη του, πήγε μετανιωμένος στη μονή των Σπηλαίων και πρόσπεσε στον όσιο με δάκρυα, ζητώντας συγχώρηση και δίνοντας υποσχέσεις να μην αδικήσει κανένα στο μέλλον. Ακόμη, με την εντολή και μεσολάβηση του οσίου, συμφιλιώθηκε και με τον ηγούμενο Ιωάννη, με τον οποίο βρισκόταν σε ρήξη, επειδή ασκούσε εναντίον του σκληρό έλεγχο για τις αδικίες και τις ανομίες του.


Μέχρι το τέλος της ζωής του ο ηγεμόνας έτρεφε βαθύ σεβασμό απέναντι στον όσιο και άκουγε με ταπείνωση τις συμβουλές του. Κάποια μέρα μάλιστα του ανακοίνωσε μια ιδιαίτερη επιθυμία του:
- Αν είναι θέλημα Θεού πάτερ ν' αναχωρήσω για τον άλλο κόσμο πριν από σένα, σε παρακαλώ να με βάλεις εσύ στον τάφο, με τα ίδια σου τα χέρια. Αν πάλι φύγεις εσύ πρώτος, άφησέ με, άγιε του Θεού, να μεταφέρω το σώμα σου με τα δικά μου χέρια στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου, μήπως έτσι ο Κύριος με λυπηθεί και συγχωρήσει τη βαρεία αμαρτία που διέπραξα σε βάρος σου.
Πέρασαν από τότε αρκετά χρόνια. Κάποτε ο όσιος αρρώστησε και κατάλαβε ότι τελείωνε η επίγεια ζωή του. Έστειλε λοιπόν μήνυμα στον ηγεμόνα Σβιατοπόλκ, που πολεμούσε τότε τους Πολόφτσους: «Άρχοντα, πλησίασε η ώρα της αναχωρήσεώς μου από τη γη. Αν θέλεις να εκπληρώσεις την επιθυμία σου και να βρεις από το Θεό έλεος, έλα να λάβεις τη συγχώρηση και να με τοποθετήσεις με τα χέρια σου στο μνήμα. Περιμένω τον ερχομό σου. Αν καθυστερήσεις και αναχωρήσω χωρίς να ιδωθούμε, δεν θα είναι δικό μου το φταίξιμο για ότι θ' ακολουθήσει. Γιατί τότε η εκστρατεία σου δεν θα έχει την έκβαση που θα είχε αν ερχόσουν εγκαίρως και με προλάβαινες ζωντανό».
Μόλις πήρε το μήνυμα ο Σβιατοπόλκ, άφησε το στράτευμά του κι έτρεξε όλο αγωνία στη μονή των Σπηλαίων. Πρόλαβε το μακάριο Πρόχορο στην επιθανάτια κλίνη.


Στην τελευταία του συζήτηση με τον ηγεμόνα, ο όσιος του μίλησε πολύ για την αγάπη, την ελεημοσύνη, τις υποχρεώσεις του απέναντι στο λαό που διοικούσε, κι ακόμη για τη μέλλουσα κρίση, τη μεταθανάτια ζωή, τα αιώνια αγαθά των δικαίων και τ' ατέλειωτα βάσανα τον αμαρτωλών. Ύστερα του έδωσε συγχώρηση για την αδικία που είχε διαπράξει σε βάρος του, τον ευλόγησε και τον αποχαιρέτησε εγκάρδια. Τέλος, ύψωσε τα τίμια χέρια του στον ουρανό και παρέδωσε γαλήνια το πνεύμα του στα χέρια του Θεού.


Ο Σβιατοπόλκ σήκωσε δακρυσμένος το σώμα του οσίου. Με τη συνοδεία των μοναχών το μετέφερε στο σπήλαιο του οσίου Αντωνίου και το τοποθέτησε στον τάφο. Οι αδελφοί το κήδεψαν με τιμές, ενώ ο ηγεμόνας έφυγε αμέσως για το στρατό του.
Η συνέχεια της εκστρατείας ήταν θριαμβευτική. Ο Σβιατοπόλκ προήλασε ακάθεκτος και συνέτριψε τους Πολόφτσους μέσα στις ίδιες τις περιοχές τους, υποτάσσοντάς τες ολοκληρωτικά κι αιχμαλωτίζοντας πλήθη Βαρβάρων. Ήταν μια νίκη χαρισμένη από το Θεό στο ρωσικό έθνος, με την προσευχή του θεοφιλούς Προχόρου.


Από τότε ο ηγεμόνας, κάθε φορά που ξεκινούσε για εκστρατεία η για κυνήγι, περνούσε από το μοναστήρι των Σπηλαίων για να προσευχηθεί στην εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, να πάρει την ευλογία των πατέρων και να προσκυνήσει τους τάφους των οσίων Αντωνίου, Θεοδοσίου και Προχόρου.
Ο άγιος Πρόχορος και μετά την κοίμησή του, αδιάκοπα φροντίζει για τον ορθόδοξο ρωσικό λαό. Κάνει πολλά θαύματα για να τον ανακουφίση από συμφορές, πείνες, επιδρομές και επιδημίες, πρεσβεύοντας πάντοτε γι' αυτόν στον πανάγαθο και παντοδύναμο