Όταν ο Χριστός κάποια Σάββατα συναντούσε στις συναγωγές αρρώστους (π. χ. τη συγκύπτουσα και τον χωλό), οι εχθροί Του παρατηρούσαν εάν θα τους θεραπεύσει, για να τον κατηγορήσουν ότι καταλύει τις διατάξεις του νόμου για το Σάββατο. Τότε τους ρώτησε ο Χριστός: επιτρέπεται το Σάββατο να κάνεις το καλό ή όχι; Αυτοί σιώπησαν, γιατί ήταν αυτονόητη η απάντηση. Ο Χριστός στη συνέχεια τους έλεγξε με τα εξής: "εσείς το Σάββατο ποτίζετε το διψασμένο βόδι σας ή ελευθερώνετε το ζώο σας που έπεσε σε λάκο με λάσπη, αυτός ο ασθενής δεν επιτρέπεται να θεραπευτεί το Σάββατο;"
Όταν κάπου θεράπευσε έναν τυφλό θέτοντας στα μάτια του λίγη λάσπη φτιαγμένη με το σάλιο Του, οι εχθροί Του αντί να συγκινηθούν από το μεγάλο θαύμα, τον κατηγόρησαν ότι με τη λίγη λάσπη που έκανε δεν σεβάστηκε το Σάββατο.

