Δεν θα αποτιμήσουμε εδώ τη μακρά εκκλησιαστική διαδρομή του, τις δημόσιες παρεμβάσεις του, τις συγκρούσεις του, τις υπερβολές ή τις ορθές τοποθετήσεις του. Όλα αυτά αποτελούν διαφορετικό και πολύ μεγαλύτερο κεφάλαιο.
Ούτε πρόκειται να εξετάσουμε μία προς μία τις θέσεις που περιλαμβάνονται στην ανοικτή επιστολή του πιστού Αριστείδη Δασκαλάκη, την οποία ο πρώην Μητροπολίτης διαβίβασε και προσυπέγραψε. Δεν ενδιαφέρει, για τις ανάγκες αυτού του άρθρου, εάν συμφωνούμε με κάθε φράση της, ούτε ποια είναι η εκκλησιαστική κατάσταση του συντάκτη της.
Το ζήτημα που ανακύπτει είναι διαφορετικό. Και, κατά τη γνώμη μας, πολύ σοβαρότερο.
Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος είχε αποφασίσει να απονείμει στον πρώην Μητροπολίτη Αμβρόσιο τον Χρυσό Σταυρό μετ’ Αστέρος του Παρασήμου του Αποστόλου Παύλου, με αφορμή τη συμπλήρωση πενήντα ετών αρχιερωσύνης. Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, η τιμητική αυτή διάκριση ανακλήθηκε.
Τι είχε μεσολαβήσει; Η προσυπογραφή και διαβίβαση μιας επιστολής που ασκούσε σκληρή κριτική στη διοικούσα Εκκλησία. Και εδώ ακριβώς αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα.
Άξιος τιμής όσο σιωπά;
Εάν ένας επίσκοπος κρίνεται άξιος μιας μεγάλης εκκλησιαστικής τιμής για την πεντηκονταετή αρχιερατική διακονία του, εύλογα γεννάται το ερώτημα: τι συνέβη μέσα σε λίγες ημέρες ώστε να πάψει να είναι άξιος αυτής της τιμής;
Άλλαξε η πεντηκονταετής διαδρομή του; Ανακαλύφθηκε κάποιο άγνωστο μέχρι τότε περιστατικό της αρχιερατικής του ζωής; Ανατράπηκαν ξαφνικά τα πραγματικά δεδομένα πάνω στα οποία είχε στηριχθεί η αρχική απόφαση; Ή μήπως το καθοριστικό νέο στοιχείο ήταν ότι ο τιμώμενος έπαψε να σιωπά και έθεσε το όνομά του κάτω από ένα κείμενο αυστηρής κριτικής προς την εκκλησιαστική διοίκηση;








.jpg)




Η λ. ‘ eclesia ’ με τη σημ. «ναός» αντικατέστησε σταδιακά τη λατ. λ. “basilica ” ( = η “βασιλική ” ο γνωστός τύπος χριστιανικού ναού, πβ. ‘ βασιλική μετά τρούλου’), η οποία ως τότε δήλωνε στοά στο forum στη Ρώμη, στη ρωμαϊκή αγορά, ή σπουδαίο δημόσιο κτήριο για δικαστηριακή χρήση ή εμπορικές δραστηριοτήτες, και, εν συνεχεία, ιδίως μετά την κατασκευή της Βασιλικής που έχτισε στο α’ μισό του 4ου αι. στην Ιερουσαλήμ ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Μέγας –πρόκειται για τον σημερινό ναό του Παναγίου Τάφου-, απέκτησε βαθμηδόν τη σημ. «οίκος λατρείας, ναός», καθώς ως τύπος οικοδομήματος απετέλεσε το αρχιτεκτονικό πρότυπο κατασκευής των χριστιανικών ναών.




