’Ήταν χαριτωμένη και έξυπνη. Σε μικρή ηλικία ήλθε στην Ύδρα για να εργαστεί σε μία πολύ καλή οικογένεια, την οικογένεια τού τότε ειρηνοδίκη τού νησιού, ο οποίος είχε δύο θυγατέρες. Αυτές αγάπησαν τόσο πολύ την Κυριακή, ώστε την αποκαλούσαν αδελφή τους. Πήγαιναν μαζί επισκέψεις σε πνευματικά πρόσωπα. Έτσι γνωρίσθηκε με τον Γέροντα Δανιήλ Σίακο, Ηγούμενο και πνευματικό πατέρα της Ιεράς Μονής «Ζούρβας». Ο σύνδεσμος αυτός έγινε αφορμή, ώστε η νεαρή Κυριακή να διαλέξει τον τόπο πού θα ζούσε ως μοναχή. Η ερημική αλλά αγιασμένη περιοχή της ανατολικής Ύδρας, η επιλεγόμενη «Ζούρβα», έγινε η μόνιμη κατοικία της.
Εκεί ασκούνταν μερικές ηλικιωμένες χήρες γυναίκες και η νεαρή τότε Μαρία Κατσάτου (η μοναχή Μακαρία), η όποια εργαζόταν στο πατρικό σπίτι τού Γέροντα Δανιήλ. Η κολλυβαδική λοιπόν Μονή της Παναγίας έλκυσε την φλεγόμενη καρδία της Κυριακούλας, η οποία έγινε δόκιμη μοναχή σε ηλικία είκοσι τριών ετών. Την ίδια χρονιά, στις 11 Δεκεμβρίου, κατά την ονομαστική γιορτή τού Γέροντα Δανιήλ η Κυριακή πήρε τό όνομα Καλλίνικη στην ρασοφορία της και τό 1921 (25 Μαΐου) έγινε από τον μακαριστό γέροντα μεγαλόσχημη μοναχή.
Τό έτος 1927 η Μονή αναγνωρίσθηκε ως γυναικεία κοινοβιακή Μονή και η μοναχή Καλλίνικη τοποθετήθηκε επισήμως Ηγουμένη της Ιεράς Μονής, στα τριάντα τρία της χρόνια.
Η αδελφότητα αυξανόταν και στις παλιές μοναχές προστίθενταν νέες. Για όλες αυτές η Γερόντισσα Καλλίνικη ήταν υπόδειγμα υπακοής και ταπεινώσεως. Όλες την σέβονταν και την υπεραγαπούσαν. Ο Γέροντας Δανιήλ τιμούσε βαθιά την υπακοή της και συχνά την δοκίμαζε για δική της καλλιέργεια και κυρίως για παραδειγματισμό των υπολοίπων μοναχών.
Κατά τά πρώτα εκείνα χρόνια της εγκαταστάσεως της νέας αδελφότητας υπήρξαν ταυτόχρονα και οικοδομικές εργασίες πολλές και δύσκολες. Με πολύ κόπο τακτοποιούνταν τό ένα μετά τό άλλο τά σημερινά κτίσματα της Ιεράς Μονής.
Όταν τό 1910 πήγε ό Γέροντας Δανιήλ εκεί, βρήκε μόνο τον ιερό ναό της Παναγίας, λίγα κελιά και βοηθητικούς χώρους. ’Ήταν λοιπόν ανάγκη να βοηθούν και οι νεώτερες μοναχές με σκληρή δουλειά.Κάποια ημέρα θέλησε ο γέροντας να δοκιμάσει την μακαρία Καλλίνικη.«Πήγαινε γρήγορα, της είπε, στον ασβεστόλακκο να ανακατεύσεις τον ασβέστη».
Εκείνη χωρίς κανένα δισταγμό σήκωσε τό μανίκι της για να βάλει τό χέριτης μέσα στον ασβέστη πού κόχλαζε, χάριν της υπακοής στον Γέροντα. Ο ίδιος τότε αμέσως την συγκρότησε λέγοντας της επιτιμητικά: «Βρε κουτό, τί πας να κάνεις εκεί μέ τό χέρι σου;».
Σε άλλες περιπτώσεις ο μακαριστός Γέροντας Δανιήλ χρειαζόταν λίγο σχοινί ή κάποιο κορδόνι για επείγουσα εργασία. Η Γερόντισσα Καλλίνικη χωρίς δεύτερη σκέψη έσκυβε, έλυνε τό σχοινάκι της κάλτσας της και τό έδινε στα χέρια του Γέροντα.






















