Την ημέρα που θα λειτουργούσε πήγαινε πρωί- πρωί στην εκκλησία, πριν το νεωκόρο. Η πρώτη του κίνηση ήταν να προσκυνήσει όλες τις εικόνες. Άρχιζε από τον πρόναο, «χαιρέτιζε» με ευλάβεια μία – μία τις εικόνες του Κυρίου, της Παναγίας, των Αγίων. Ήθελε κατά κάποιο τρόπο να πάρει ευχή κι ευλογία, ή να ζητήσει συγχώρηση και να συμφιλιωθεί μαζί τους. Έπειτα άρχιζε την προσκομιδή, όπου διάβαζε πάρα πολλά ονόματα. Πολλές φορές διέκοπτε τον ήρεμο τόνο και μνημόνευε κάποια συγκεκριμένα ονόματα με πολλά δάκρυα. Δεν ήταν μια τυπική διαδικασία, αλλά έδινε και την καρδιά του, μνημόνευε με πόνο τα ονόματα αυτά, συμμετέχοντας στον πόνο των άλλων. Και όταν ερχόταν ο ψάλτης, ή τέλειωνε ο νεωκόρος, τους έβαζε να διαβάζουν το μεσονυκτικό, ή το ψαλτήρι, για να έχει περισσότερο χρόνο, να μνημονεύει πιο πολλά ονόματα.
Η θεία Λειτουργία ήταν σχετικά σύντομη, χωρίς να παραλείπει τίποτα. Είχε εμπνεύσει με το δικό του διακριτικό τρόπο τους ιεροψάλτες να ψάλλουν «μετά πολλής προσευχής και κατανύξεως.. βοαίς ατάκτοις και αναρμόστοις μη χρώμενοι», αποφεύγοντας τα αργά μέλη. Ο ίδιος ήταν λιτός στις τελετουργικές του κινήσεις, μετρημένος, απαλός, «βελούδινος», «σαν πούπουλο», όπως χαρακτηριστικά εκφράζονται τα πνευματικά του παιδιά. Το βάδισμά του ήσυχο, ταπεινό, το βλέμμα κάτω, τα άμφιά του απλά και καθαρά.
Είχε μια ασυνήθιστη ευλάβεια και φόβο Θεού. Αξιοσημείωτο είναι ότι ποτέ δεν ακουμπούσε στην αγία Τράπεζα. Έλεγε σε νεότερο ιερέα:
-Δεν είναι σωστό να ακουμπάμε ή να αγγίζουμε την αγία Τράπεζα. Ο Μ. Βασίλειος στεκόταν ένα μέτρο μακριά από την αγία Τράπεζα!Προς το τέλος του βίου του, όταν μια μέρα συλλειτουργούσε με άλλους ιερείς, ακούμπησε λίγο στη γωνία της αγίας Τραπέζης και αισθάνθηκε την ανάγκη να ζητήσει συγγνώμη:
-Πατέρες, με συγχωρείτε που ακουμπώ στην αγία Τράπεζα. Δεν μπορώ πλέον να σταθώ όρθιος, δεν με κρατάνε τα πόδια μου!
Όσο προχωρούσε η θεία Λειτουργία, τόσο περισσότερο αλλοιωνόταν. Όσοι τον έβλεπαν είχαν την αίσθηση ότι βρισκόταν σε άλλον κόσμο. Τα παιδιά του ιερού τον έβλεπαν να ιδρώνει κα να τρέμει από την ευλάβεια, το δέος, το φόβο του Θεού. Είχε πάντα ένα χοντρό μαντίλι, μάλλον πετσέτα, και σκουπιζόταν, γιατί ο ιδρώτας έτρεχε είτε είχε κρύο είτε είχε ζέστη.
Στη φωνή ήταν μάλλον κακόφωνος και λίγο παράφωνος. Όμως όπως γράφει ο π. Α.Μ.: «Αυτό δεν μας ενοχλούσε καθόλου. Παρ’ ότι δεν ήταν ωραία, μας φαινόταν η πιο ωραία του κόσμου, γιατί ήταν μια φωνή που έβγαινε από την καρδιά που αγαπούσε πολύ τον Χριστό».
Όσο προχωρούσε η θεία Λειτουργία τόσο και ο γέροντας ανέβαινε. Η όψη του αλλοιωνόταν. Δεν ήταν ο άνθρωπος που γνώριζαν όλοι από το εξομολογητήριο, ή άλλες ώρες. Το «εν τω ναώ εστώτες της δόξης σου εν ουρανώ εστάναι νομίζομεν…» γινόταν πραγματικότητα.
Όπως λέει και ο Σ. Σ., «τα χέρια του έτρεμαν, τα μάτια του έρρεαν δάκρυα. Εντελώς απορροφημένος από τα τελούμενα. Η φωνή του έπαιρνε ένα δραματικό ύφος, κλαψιάρικο. Κυριολεκτικά σε περόνιαζε, σου δημιουργούσε ρίγος. Όχι θεατρινίστικο, στομφώδες, υποκριτικό. Οι λέξεις έβγαιναν από τα βάθη της ψυχής του».