Στη μνήμη του Οσίου Νεκταρίου (1853–29 Απριλίου/12 Μαΐου1928)
Στις 12 Μαΐου, η Εκκλησία μας τιμά την ημέρα μνήμης του Οσίου Νεκταρίου (1853–1928), του τελευταίου συνοδικά εκλεγμένου γέροντα (στάρετς) της Μονής Όπτινα, τον οποίο ο Θεός είχε προικίσει με το μεγάλο χάρισμα της προφητείας και της προορατικότητας. Πολύ πριν από την επανάσταση και τον εμφύλιο πόλεμο προέβλεπε τα μελλοντικά δεινά και τις κακουχίες των ανθρώπων. Προσευχόταν για όλη τη Ρωσία, παρηγορούσε ανθρώπους, τους στήριζε στην πίστη τους, έπαιρνε πάνω του το βάρος των ανθρώπινων αμαρτιών. Ο γέροντας μοιράστηκε τη μοίρα πολλών πιστών συμπατριωτών του: είχε διωχτεί, είχε εξοριστεί και κοιμήθηκε στην εξορία.
Ποιος χρειάζεται τέτοιους;
Τις διηγήσεις για την παιδική του ηλικία ο Όσιος Νεκτάριος συχνά τις ξεκινούσε με τα εξής λόγια: «Αυτό συνέβη στην παιδική μου ηλικία, όταν ζούσα με τη μανούλα. Ήμασταν οι δυο μας σε όλο τον κόσμο, και ο γάτος ακόμα ζούσε μαζί μας. Ήμασταν από χαμηλά στρώματα και φτωχοί κιόλας. Ποιος χρειάζεται τέτοιους;»
Ο πατέρας του, λίγο πριν πεθάνει, ευλόγησε τον εφτάχρονο γιό του με την εικόνα του Αγίου Ιεράρχη Νικολάου, αναθέτοντας το παιδί του στην πρόνοια του Αγίου. Αυτή την εικόνα ο Όσιος Νεκτάριος δεν την αποχωρίστηκε σε όλη τη του ζωή.
Μετά από κάποιο διάστημα πέθανε και η μητέρα του. Το αγόρι έμεινε ορφανό και ήδη από ηλικία έντεκα ετών αναγκαζόταν να δουλεύει σε έναν πλούσιο έμπορα για να αυτοσυντηρείται. Στον ελεύθερο χρόνο τού άρεσε να πηγαίνει στην εκκλησία και να διαβάζει εκκλησιαστικά βιβλία.
Μοναστήρι αντί για παντρειά
Όταν ο νεαρός συμπλήρωσε τα είκοσι χρόνια, καθώς ήταν πράος, σεμνός και αγνός, ο προϊστάμενός του θέλησε να τον παντρέψει με την κόρη του. Τον Νικόλαο τον έστειλαν στην εκατόχρονη μεγαλόσχημη μοναχή, τη γερόντισσα Θεοκτίστη, το πνευματικό τέκνο του Αγίου Τύχωνος του Ζαντόνσκ για να πάρει την ευλογία της. Η γερόντισσα, αντί για παντρειά, ευλόγησε τον νεαρό να πάει στην Ιερά Μονή Όπτινα.
Έτσι, την άνοιξη του 1873, ο μετέπειτα γέροντας βρέθηκε σε μοναστήρι. Έφτασε στη Μονή με ένα μικρό σάκο που μέσα είχε το Ευαγγέλιο. Πολλά χρόνια μετά, ο γέροντας Νεκτάριος διηγούταν την πρώτη του εντύπωση από τη Μονή Όπτινα με τα ακόλουθα λόγια: «Τι όμορφα που είναι εδώ! Ήλιο από την ώρα της αυγής, και λουλούδια, σαν σε Παράδεισο».
Από τους τελευταίους ο τελευταίος
Το Μοναστήρι εκείνα τα χρόνια ήκμαζε, και ο νεαρός Νικόλαος σκεφτόταν για τον εαυτό του: «Ορφανός και από τους δύο γονείς, τελείως φτωχός, και η αδελφότητα τότε είχε πάρα πολλούς μορφωμένους. Εγώ ήμουν από τους τελευταίους ο τελευταίος». Παρόλα αυτά, ο μεγάλος γέροντας Αμβρόσιος, τον οποίο οι πολυπληθείς προσκυνητές αναγκάζονταν να περιμένουν και εβδομάδες ακόμα για να τον δουν, δέχτηκε αμέσως «τον τελευταίο των τελευταίων». Παρόλο που ήταν υπερβολικά απασχολημένος, μιλούσε για δύο ώρες με τον άγνωστο σε όλους νεαρό. Για ποιο πράγμα μιλούσαν, ο Όσιος Νεκτάριος ποτέ δεν αποκάλυψε. Αλλά μετά από αυτή τη συνάντηση, ο νεαρός έμεινε στη σκήτη για πάντα.
Η πνευματική καθοδήγηση από την πλευρά των γερόντων
Ο Νικόλαος έγινε πνευματικό τέκνο του Οσίου Ανατολίου (Ζερτσάλοβ), και για συμβουλές πήγαινε στον Όσιο Αμβρόσιο. Έτσι, μιλούσε αργότερα για την πνευματική καθοδήγηση των γερόντων και τις συμβουλές του Οσίου Αμβροσίου: «… έτρεφα σε αυτόν πολύ μεγάλη αγάπη και πίστη. Πήγαινες σε αυτόν, και μετά από μερικές λέξεις σου αποκάλυπτε όλο το βάθος της καρδιάς σου. Έλυνε όλες τις απορίες μου, με ειρήνευε και με παρηγορούσε. Η φροντίδα και η αγάπη τους προς εμένα, τον ανάξιο, από την πλευρά των γερόντων πολύ συχνά με εξέπλητταν, καθώς συνειδητοποιούσα ότι δεν το άξιζα.
Όταν είχα ρωτήσει σχετικά με αυτό το θέμα, ο πνευματικός μου πατέρας, ο ιερομόναχος Ανατόλιος, μου είχε πει ότι η αιτία για αυτό είναι η πίστη και η αγάπη που τρέφω στο γέροντα. Και αν ο γέροντας δεν προσφέρει στους άλλους τόση αγάπη όση προσφέρει σε μένα, αυτό συμβαίνει επειδή δεν αρκεί η πίστη και η αγάπη των άλλων. Όπως ο άνθρωπος προσφέρεται στον γέροντα, έτσι και ο γέροντας προσφέρεται στον άνθρωπο».
Ο Νικόλας θα ξυπνήσει, κι όλους θα τους βοηθήσει!
Οι γέροντες καθοδηγούσαν το νεαρό δόκιμο με πραγματικά μοναχικό τρόπο. Οι γέροντες Αμβρόσιος και Ανατόλιος (Ζερτσάλοβ), καθώς προέβλεπαν ότι ο νεαρός θα είναι άξιος διάδοχός τους, έκρυβαν την αγία τους αγάπη προς αυτόν με αστεία και σαλότητες και δίδασκαν τον νεαρό δόκιμο την ανώτατη και σωτήρια αρετή, την ταπείνωση.
Σύμφωνα με τις διηγήσεις αυτών που γνώριζαν τον πατέρα Νεκτάριο από τα χρόνια της νιότης του, ήταν πολύ όμορφος. Και ο γέροντας Αμβρόσιος για να τον ταπεινώνει τον έλεγε «κακομούτσουνο». Ο νεαρός δόκιμος πάντα με αγάπη και ταπείνωση δεχόταν τα πειράγματά του. Η αδελφότητα της Σκήτης συχνά έπαιρνε δέματα από τους συγγενείς με «παρηγοριές»: μπισκότα, μαρμελάδες, τσάϊ. Ο Νικόλαος, όμως, δεν είχε κάποιον να του στέλνει τέτοιες «παρηγοριές», οπότε οι ίδιοι οι μεγάλοι γέροντες τον κέρναγαν, αλλά ταυτόχρονα και τον ταπείνωναν. Έρχεται στον γέροντα Αμβρόσιο να πάρει γλυκά για τσάϊ, και εκείνος του λέει αυστηρά: «Πώς, τα έφαγες κιόλας; Αχ, εσύ κακομούτσουνε!»