
Κάποτε ένας παππούλης ανηφόρησε σε ένα απομακρυσμένο χωριό με σκοπό να στηρίξει και να παρηγορήσει τους αποκαμωμένους . Το χωριό σκαρφαλωμένο στα γρεμνά, ζωντανή ζωγραφιά ,είχε ένα εκκλησάκι στη μέση και πλάι σαν μάνα τα παραμυθένια πέτρινα σπίτια.Πίσω από το ιερό της εκκλησιάς στεκόταν το κοιμητήρι του χωριού με τα καντηλάκια πάντα αναμμένα που έδενε το χτές και το σήμερα.
Ο παππούλης χτύπησε την καμπάνα και μαζεύτηκαν οι λιγοστοί χωρικοί να ακούσουνε λόγο παρηγορητικό αφού τα μέρη τους ήταν μακρινά και καταδικασμένα στη μοναξιά.Πρίν ξεκινήσει το λόγο ο γέροντας,τα μάτια των χωρικών άστραψαν.
-Να ρχεσαι πάλι να μας μιλάς .Είμαστε ορφανοί από λόγο Θεού είπε ο πιο μεγάλος του χωριού.Χρόνια έχει να ρθει στο χωριό μας κάποιος παππούλης να μας μιλήσει για το Θεό
Μα ο παππούλης δεν φάνηκε να μη συμμερίζεται τα λόγια του γέρο χωρικού .Σώπασε στην αρχή και μετά του είπε.
Ο παππούλης χτύπησε την καμπάνα και μαζεύτηκαν οι λιγοστοί χωρικοί να ακούσουνε λόγο παρηγορητικό αφού τα μέρη τους ήταν μακρινά και καταδικασμένα στη μοναξιά.Πρίν ξεκινήσει το λόγο ο γέροντας,τα μάτια των χωρικών άστραψαν.
-Να ρχεσαι πάλι να μας μιλάς .Είμαστε ορφανοί από λόγο Θεού είπε ο πιο μεγάλος του χωριού.Χρόνια έχει να ρθει στο χωριό μας κάποιος παππούλης να μας μιλήσει για το Θεό
Μα ο παππούλης δεν φάνηκε να μη συμμερίζεται τα λόγια του γέρο χωρικού .Σώπασε στην αρχή και μετά του είπε.


















