«Αὐτός δε πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν Υἱέ Δαυίδ ἐλέησόν με»
Κάθεται στην άκρη του δρόμου, πιθανόν σε πολυσύχναστο δρόμο και ζητιανεύει. Πρέπει να ζήσει αλλά είναι τυφλός, να εργαστεί δεν μπορεί και ποιος τον θέλει άλλωστε; Κάθεται και ζητά ελάχιστα της αγάπης του κόσμου. Αισθάνεται δυστυχής, καταλαβαίνει πόσα του λείπουν από την ζωή. Τα μάτια είναι εκείνα που δίνουν νόημα σ’ αυτήν. Βλέπει ο άνθρωπος την δημιουργία του Θεού, το θαύμα της μεγαλοσύνης Του και μετέχει σ’ αυτήν την μεγαλοσύνη και η ζωή του γίνεται ευτυχισμένη.
Όμως για τον τυφλό του σημερινού ευαγγελικού αναγνώσματος η ζωή του δεν είναι ευτυχισμένη. Περιμένει την ελεημοσύνη του κόσμου και ζει κάθε μέρα με τον οίκτο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο μαρτύριο από το να σε λυπούνται οι άνθρωποι και αυτό το αισθάνεται ο τυφλός της Ιεριχούς.
Γι αυτό μόλις μαθαίνει από τον θόρυβο που γίνεται ότι πλησιάζει ο Χριστός, αρχίζει να κραυγάζει «Ιησού υιέ Δαυίδ ελέησον με». Ανέλπιστη ευκαιρία, είναι δυνατόν να την χάσει; Οι άλλοι του φωνάζουν να σιωπήσει, αν είναι δυνατόν! Στην