π.Αθανάσιος Μυτηληναίος.Εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 28-6-1992], (Β263)
Καθώς, αγαπητοί μου, ανοίγει η εκκλησιαστική περίοδος του ευαγγελιστού Ματθαίου, η Εκκλησία μας, παρουσιάζει την ωραία εκείνη εικόνα που ο Κύριος αναζητά τους πρώτους Του μαθητάς παρά την λίμνην της Τιβεριάδος. Εκεί βρήκε τα πρώτα δύο ζεύγη αδελφών, που τους κάλεσε κοντά Του. Ήταν ο Πέτρος και ο Ανδρέας, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης. Ήταν ένα όμορφο πρωινό στην ακρολιμνιά. Εκεί, στα ήσυχα νερά της λίμνης, είδε το πρώτο ζεύγος, «βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς». Ρίχνοντας το δίχτυ τους στη θάλασσα· γιατί ήσαν αλιείς. Και τους λέγει: «Δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Και εκείνοι «εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ». Κι εκείνοι αμέσως, αφού άφησαν τα δίχτυα τους, τον ηκολούθησαν.
Και αφού προχώρησε λίγο πιο πέρα ο Κύριος, είδε το δεύτερο ζεύγος αδελφών. Τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη. Λέγει τότε και σ’ αυτούς να Τον ακολουθήσουν. «Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ». Εκείνοι δε αμέσως, αφού άφησαν το πλοίο και τον πατέρα τους, Τον ηκολούθησαν.
Οι πρώτοι άφησαν τα δίχτυα τους και Τον ακολουθούν. Οι δεύτεροι άφησαν πλοίο και πατέρα και ακολούθησαν τον Ιησούν. Μένομε, αγαπητοί μου, έκπληκτοι, που τόσο οι πρώτοι, όσο και οι δεύτεροι, άφησαν ευθέως, αμέσως, ό,τι τους συνέδεε και ακολουθούν τον Χριστόν. Τους χαρακτηρίζει εκείνο το «ευθέως», τους χαρακτηρίζει μία ανεξαρτητοποίησις με ό,τι ήσαν δεμένοι. Με πρόσωπα και με πράγματα. Είναι εκπληκτικόν. Και μένουν στην εξάρτηση του Ιησού, χωρίς όρους και συμφωνίες.
Αυτήν την απόρριψη των εξαρτήσεων και τη μετάβαση σε μία νέα εξάρτηση, αγαπητοί μου, θα δούμε σήμερα. Οι μαθηταί, σαν ψαράδες το επάγγελμα – ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς- για να μη θεωρηθεί ότι απλώς έκαναν το χόμπι τους, δηλαδή ήσαν ερασιτέχνες, πήγαν στη λίμνη εκεί, για να ψαρέψουν. Ήσαν επαγγελματίαι. Ζούσαν. Ήταν η δουλειά τους. Οι μαθηταί, λοιπόν, σαν ψαράδες επαγγελματίαι και σαν άνθρωποι, είχαν τη δική τους οικογένεια· όπως ο Πέτρος. Είχε πενθερά, μας σημειώνει κάπου αλλού το Ευαγγέλιο. Ή ήσαν άγαμοι ακόμη, όπως ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, στην πατρική τους οικογένεια, με τον πατέρα τους και τη μητέρα τους και τα τυχόν άλλα τους αδέλφια. Πάντως ευρίσκοντο στον χώρον των νομίμων και φυσικών εξαρτήσεων.
Πράγματι, κάθε άνθρωπος που έρχεται εις τον κόσμον, από τη στιγμή που παίρνει διαστάσεις υπάρξεως μέσα σε αυτά τα σπλάχνα ακόμη της μάνας του, μπαίνει στην εξάρτηση του χώρου και του χρόνου. Ο άνθρωπος κατ’ ανάγκην είναι χωροχρονικός. Δύο δεσμά που μπαίνουν αμέσως στην κάθε ύπαρξη και από τα οποία δεσμά του χώρου και του χρόνου, είναι αδύνατον να απαλλαγεί κάθε ύπαρξις, φυσικά και αυτός ο άνθρωπος. Έτσι γεννιέται ο άνθρωπος και κατοπινά μπαίνει σε ένα πολύπλοκο δίκτυο εξαρτήσεων, αλληλεξαρτήσεων.