ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΔΟΜΕΤΙΟΣ της Μονής Ριμέτς(+6 Ιουλίου 1975)

Ὁ π.Δομέτιος Μανωλάκε γεννήθηκε στίς 13 Ὀκτωβρίου 1924 στό χωριουδάκι Μαρκουλέστ,πού ἀνήκει στήν κονότητα Μπαλανέστ τοῦ νομοῦ Μπουζέου.Οἱ χωρικοί γονεῖς του Ἰωάννης καί Φιλοθέη, στό Βάπτισμά του τοῦ ἔδωσαν τό ὄνομα Στυλιανός.

Τήν τελευταία νύκτα πρό τῆς γεννήσεώς του, ἡ μητέρα του εἶδε ἕνα ὄνειρο. Εἶδε ὅτι εὑρισκόταν πίσω ἀπό τό σπίτι της καί ἐκεῖ δίπλα στόν δρόμο, εἶδε μία μεγάλη καί ὡραία ὀξυά. Ὅταν ἀτένισε τήν ὀξυά ἄρχισαν νά πέφτουν σ᾿ ἐκείνη τήν πλαγιά κομμάτια ἀπό κρέας καί ἀπορώντας γι᾿ αὐτό τό ὄνειρο ἐξύπνησε. Μετά κοιμήθηκε πάλι καί τό πρωΐ στίς 8, ἐγέννησε τόν Στυλιανό, τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς τῆς Ὁσίας Παρασκευῆς τῆς Ἐπιβατινῆς (τοῦ Ἰασίου).

Ἦτο τό τέταρτο ἀπό τά 12 παιδιά τῶν εὐλαβῶν καί φιλοπόνων γονέων του, οἱ ὁποῖοι μέ τόν κόπο τῶν χεριῶν τους, τό ἀνέθρεψαν μέ τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, τήν ὑπακοή καί τόν σεβασμό πρός τούς μεγαλυτέρους, μέ τήν αἴσθησι τῆς εὐθύνης ἀπέναντι στά καθήκοντά τους καί τούς ἀξιοτίμητους κόπους τους.

Βαπτίσθηκε στήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ του, τέσσερες ἑβδομάδες μετά τήν γέννησί του. Τό μωρό, ἀφ᾿ ὅτου ἄρχισε τό Μυστήριο μέχρι τό τέλος, ἔκλαιγε τόσο δυνατά ὥστε ὁ π. Θωμᾶς, ἡλικίας 70 ἐτῶν, εἶπε: «Αὐτό τό νήπιο θά γίνη μεγάλος ἄνθρωπος, διότι ἔχει τόσο δυνατή φωνή».

Οἱ γονεῖς του ἦσαν ἄνθρωποι ἐργατικοί, τίμιοι, μέ ὡραῖο χαρακτῆρα καί ἀξιοσέβαστοι ἀπό τούς συγχωριανούς τους. Ἀνέθρεψαν τά παιδιά τους μέ τίς χριστιανικές ἀρετές, βάζοντας ἔτσι τίς βάσεις μιᾶς ὑγιοῦς πνευματικῆς ἀγωγῆς.

Ὁ πατέρας του ἦτο ψάλτης στήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ του ἀπό τήν νεότητά του, χωρίς νά ἔχη κάποια εἰδική μουσική μόρφωσι, ἀλλά μαθαίνοντας πρακτικά στόν χορό καί διαβάζοντας καί τά ἱερά Βιβλία.

Ἡ μεγάλη ἀγάπη τῶν γονέων του πρός τήν ἐκκλησία, ἦτο ἕνα ζωντανό καί δυνατό παράδειγμα γιά ὅλα τά παιδιά τους, τά ὁποῖα ἀπό μικρά συνήθιζαν νά διαβάζουν τά βιβλία τῆς ἐκκλησίας καί ἄλλα πνευματικά. Ἀποτέλεσμα τῆς εὐλαβείας τῶν γονέων τους ἦτο τό γεγονός ὅτι ὅλα τά παιδιά τους παρέμειναν πολύ κοντά στήν Ἐκκλησία καί μερικά ἀπ᾿ αὐτά εἰσῆλθαν στόν ἱερό Κλῆρο. Ὁ μεγαλύτερος γυιός, ὁ Γεώργιος Μανωλάκε, ἔγινε δάσκαλος τοῦ χοροῦ τῆς κοινότητος Φιλίου, ἐνῶ ἕνας ἄλλος γυιός, ὁ Μιχαήλ, ἔγινε ἱερεύς στό Μπρασώβ, ὁ Στυλιανός καί ἡ Εὐγενία εἰσῆλθαν στόν μοναχισμό, ἐνῶ στό τέλος τῆς ζωῆς της, ἀφοῦ ἔμεινε χήρα, ἔγινε μοναχή καί ἡ μητέρα τους, Φιλοθέη Μανωλάκε, στό μοναστήρι Ριμέτς.


Ἔτσι, στόν π. Δομέτιο ἐπέδρασαν ἀποφασιστικά γιά τόν προσανατολισμό τῆς ζωῆς του, ἡ πορεία τῶν ἀδελφῶν καί γονέων του, καθ᾿ ὅσον αὐτοί εἶχαν γίνει πρότυπα καί γιά τό δικό του μέλλον. Μ᾿ αὐτή τήν ἔννοια, ὁ πατήρ Μιχαήλ Μανωλάκε, ὁμολογεῖ: «Ὁ π. Δομέτιος ἀκολουθεῖ κάτι ἄλλο, ἴσως ἀκριβῶς τήν μετάφρασι τῶν λόγων, τούς ὁποίους εἶπε στό μνημόσυνο τοῦ πατέρα μας στήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ Φιλίου: «Ἐγώ δέ καί ἡ οἰκία μου λατρεύσομεν Κυρίῳ, ὅτι ἅγιός ἐστι» (Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ 24,15).

Μεγάλη ἐπίδρασι εἶχε ἐπάνω στό παιδί καί ὁ παπποῦς του, πατέρας τῆς μητέρας του, ἐπίτροπος στήν ἐκκλησία, ὁ ὁποῖος τό περιέβαλλε μέ ἰδιαίτερη στοργή. Ἦτο ἕνας γεροδεμένος, ὑψηλός καί σταθερός ἄνθρωπος.

Κάποτε ὁ παπποῦς (ὅπως λέγουν τά παιδιά του) ἦλθε ἀπό τά βουνά στήν πεδιάδα τοῦ χωριοῦ Φιλίου, ἐκάθισε στό κρεββάτι καί μέ τό πρόσωπο ψηλά, ἐκάλεσε τό παιδί νά παίξη μαζί του. Τό ἐρώτησε:
-Τί θά γίνης, Στυλιανέ;
-Ἐγώ θέλω νά γίνω παπᾶς, παπποῦ, καί νά ἔχω μιά κοιλιά μεγάλη σάν τήν δική σου.

Στήν ἡλικία τῶν 70 ἐτῶν ὁ παπποῦς ἀρρώστησε καί εὑρισκόταν στό κρεββάτι τοῦ θανάτου. Τότε ἀκριβῶς ὁ Στυλιανός εἶχε γραφτῆ στήν ἐκκλησιαστική σχολή τοῦ Μπουζέου καί μεταφέρθηκε ἀπό τήν μαμά του νά ἰδῆ ἄλλη μιά φορά τόν παπποῦ του.

Εὑρισκόμενος στό κρεββάτι τοῦ θανάτου ὁ παπποῦς ἀντίκρυζε τόν τάφο του. Ἔλεγε στόν ἑαυτό του: «Βλέπε τό μνῆμα, τήν πλάκα, τήν ἄμμο πού θά σέ σκεπάσουν...βλέπε τήν μάχαιρα καί τήν ἁλυσίδα...» 
Καί ἔβλεπε τόν θάνατο νά ἔρχεται...Κυττάζοντας πρός τήν πόρτα ἔλεγε: 
«Βλέπε τόν διάβολο! Κατόπιν ἔστρεφε δεξιά τό κεφάλι του, ἐκύτταζε ὑψηλά καί ἔλεγε μέ θαυμασμό: 
«Ὤ, βλέπε νά ἔρχεται καί ὁ Κύριος...». 
Συνεχῶς συζητοῦσε μέ τόν ἑαυτό του. Κατόπιν ἐκύτταξε μπροστά στό τραπέζι καί εἶπε: 
«Ἔ, παιδί μου, ὅσο ζήσεις, νά ὑπηρετήσης τόν Κύριο, διότι τίποτε δέν ὠφελεῖσαι, ἐάν δέν ὑπηρετήσης τόν Κύριο». Αὐτά τά λόγια μπῆκαν στόν νοῦ τοῦ μικροῦ Στυλιανοῦ σάν μία διαθήκη γιά ὅλη του τήν ζωή. Μετά ἀπό πολλά χρόνια ὁ π. Δομέτιος τά ἐπανελάμβανε μέ συγκίνησι σ᾿ ἕνα κήρυγμά του, μέ τίτλο «Στά ὅρια τοῦ θανάτου» πού εἶπε στήν ἐκκλησία τῆς γενετείρας του, μέ τήν εὐκαιρία ἀνακομιδῆς τῶν ὀστῶν τοῦ παπποῦ καί τῆς ἀδελφῆς του Βιργινίας, ἡ ὁποία ἀπέθανε σέ ἡλικία 26 ἐτῶν.
Ὅταν εἶπε αὐτά τά λόγια ὁ παπποῦς, τήν ἡμέρα ἐκείνη τοῦ θανάτου του, κοιμήθηκε λίγο. Κατόπιν ἐξύπνησε (ἦτο πρωΐ) καί ἐρώτησε ποιός εἶναι δίπλα του. Ἡ κόρη του τοῦ ἀπήντησε:
-'Εγώ εἶμαι πατερούλη.
-Ὁ Γεωργάκης (ὁ μικρότερος ἀδελφός της) εἶναι ἐδῶ;
-Ναί, ἐδῶ εἶναι.
-Κάλεσέ τον νά ἔλθη δίπλα μου.
-Ἦλθα πατερούλη.
-Εἰπέ μου, ἔχεις νά πᾶς κἄππου σήμερα;
-Ὄχι.
-Ναί μείνετε ἐδῶ ὅλοι σήμερα, διότι θά πεθάνω. Πιστεύω ὅτι μέχρι ὥρα 4 τό ἀπόγευμα θά ἔχω φύγει.
Ἐζήτησε νά ἔλθη καί ἡ γιαγιά καί τῆς εἶπε:
-Λίνα, ἔχετε ἕνα κερί;
-Ἔχουμε. Ἰδού, εἶναι ἐδῶ, πᾶρτο!
Καλέστε καί τήν Μαρούλα (τήν ἄλλη κόρη του).

_Βάλτε μου τό κερί στό χέρι. Ὄχι ἔτσι. Βάλτε το στό δεξί μου χέρι καί σφίγξετε τό χέρι μου, ἐνῶ σηκώστε τό ἀριστερό ψηλά. Δέν πεθαίνετε ἐσεῖς, ἐγώ πεθαίνω. Τώρα ἀφῆστε με κάτω, ξαπλωμένον. Ἀνάψτε τό κερί! Σβῆστε το». Κατόπιν, ἅπλωσε τά πόδια καί τά χέρια του δίπλα στό σῶμα του καί ἐζήτησε νά τοῦ ἀνάψουμε δύο κεριά. Ἕνα νά τό κρατᾶ ἕνας ἄνδρας καί τό ἄλλο μία γυναῖκα. Ἀλλά οἱ γυναῖκες ἔκαμαν σημεῖο μέ τό χέρι τους ὅτι ὁ παπποῦς ἀναχωρεῖ. Ἕνας ἀπό τούς γαμβρούς του ἐπῆρε τό κερί καί τό ἔβαλε στό χέρι του, ὅπως τό ἐπιθυμοῦσε ὁ ἴδιος. Ἀπέθανε στίς 4 τό ἀπόγευμα, ὅπως τό εἶχε προείπει.

Δύο ἡμέρες ἐνωρίτερα ἔλεγε στήν γυναίκα του:
-Λίνα, νά μοῦ κάνετε ὅ,τι εἶναι ἀπαραίτητο, οὔτε περισσότερα, οὔτε λιγώτερα. Νά πάρετε σιτάρι ἀπό τό σεντοῦκι, νά τό ἀλέσετε καί νά κάνετε πρόσφορα, ὅσα χρειάζονται, νά κάνετε τά μνημόσυνά μου, νά μή μείνη οὔτε ἕνα ἔργο ἀνεκτέλεστο. Ὅλα τά ἔξοδα γιά τήν κηδεία μου νά τά πληρώσης ἀπό τά δικά μας χρήματα καί ὄχι ἀπό τά χρήματα τῶν παιδιῶν μας».


Ἡ πρώτη σχολική του μόρφωσις

Ἀπό τήν παιδική του ἀκόμη ἡλικία ὁ Στυλιανός ἐπέδειξε μία εὐλάβεια στίς νηστεῖες τῆς Ἐκκλησίας μας καί στά καλά ἔργα, ἐκδηλώνοντας μία καλωσύνη, πού τόν χαρακτήριζε σ᾿ ὅλες τίς ἀπασχολήσεις του.

Τίς ἕξι τάξεις τοῦ Δημοτικοῦ σχολείου τίς τελείωσε στήν κοινότητα Φιλίου. Στό σχολεῖο του ἦτο ἐπιμελής καί ἰδιαίτερα εὐσυνείδητος. Οἱ δάσκαλοί του ἔλεγαν ἀργότερα ὅτι τόσο γρήγορα ἐμάθαινε τά μαθήματά του, ὥστε βοηθοῦσε καί τούς ἄλλους συμμαθητές του.

Ἀπό ἄλλες μαρτυρίες μαθαίνουμε ὅτι δέν ἔπαιρνε καθόλου τά γράμματα στό σχολεῖο του. Ἡ μητέρα του παρεκάλεσε τήν Θεοτόκο νά τοῦ ἀνοίξη τό στόμα γιά νά μπορῆ νά διαβάζη. Κι ἔτσι, μέ τήν βοήθεια τῆς Κυρίας Θεοτόκου προικίσθηκε μέ μία ἰσχυρή μνήμη καί ἠμπόρεσε νά μάθη περισσότερα ἀπό ὅ,τι ὁποιοδήποτε ἄλλο παιδί τῆς ἡλικίας του.

Κάποτε ἡ μητέρα του ἀρρώστησε πολύ βαρειά. Ὁ γιατρός τῆς εἶπε ὅτι, ἐάν καθυστερήση νά κάνη θεραπεία, σέ δέκα ἡμέρα θά πεθάνη. Ἔμεινε ἕξι ἑβδομάδες στό νοσοκομεῖο, διάστημα στό ὁποῖο ὁ ἄνδρας της πηγαινοερχόταν, χωρίς νά ἠμπορῆ νά ἀσχοληθῆ μέ τίς ἄλλες ὑποχρε­ώσεις του. Τότε ἡ Εὐγενία (ἡ μετέπειτα μοναχή Εὐδοξία) ἦτο μόλις 10 μηνῶν καί παρέμενε στήν φροντίδα τῶν ἄλλων ἀδελφῶν. Ὁ Στυλιανός τότε ἦτο 10 ἐτῶν καί ἀνέλαβε νά φροντίζη τήν Εὐγενία καί νά τῆς δίνη νά τρώγη σιμιγδάλι μέ γάλα. Οἱ ἄλλοι ἀδελφοί ἠσχολοῦντο μέ τίς ὑπόλοιπες δουλειές τοῦ σπιτιοῦ, τίς ἀγελάδες, τά πρόβατα, τά κοτόπουλα. Ὁ Στυλιανός ἔκανε φαγητό καί γιά τούς ἄλλους, ἔτσι ὅπως ἠμποροῦσε. Ἐπήγαινε καί στό σχολεῖο. Κάποια ἡμέρα μία συμμαθήτριά του, γελοῦσε μπροστά του, διότι ὁ Στυλιανός φοροῦσε τρύπιες κάλτσες. Τήν κύτταξε αὐστηρά καί τῆς εἶπε μέ σοβαρότητα:

-Κλεῖσε τό στόμα σου, διότι ἡ μητέρα μου εἶναι στό νοσκοκομεῖο.

Στό τέλος τῆς σχολικῆς χρονιᾶς, μετά τήν γιορτινή λῆξι τῶν μαθημάτων, ὁ ἀδελφός του βγῆκε πρῶτος στήν τάξι του, καί τοῦ ἔβαλαν οἱ δάσκαλοι στεφάνι ἀπό λουλούδια στό κεφάλι του καί τοῦ ἔδωσαν κι ἕνα βιβλίο. Ὁ Στυλιανός ἦλθε κλαίγοντας στό σπίτι, διότι δέν ἐπῆρε οὔτε στεφάνι οὔτε ἕνα βιβλίο. Δέν ἠμποροῦσε νά εἰρηνεύση μέ κανένα τρόπο.

Σάν μαθητής τῆς πρώτης τάξεως ὁ Στυλιανός διέπρεψε στά μαθήματα, ἐμβαθύνοντας μέ εὐκολία σέ κάθε θέμα, ὁποιοδήποτε καί νά τοῦ ἀνέθεταν. Εἶχε μία φυσική εὐφυΐα καί σπινθηροβόλο μυαλό, τά ὁποῖα τόν βοήθησαν ἀργότερα νά καταρτισθῆ πολύ καλά στήν θεολογική γνῶσι. Δεδομένου ἐπίσης ὅτι εἶχε μία ἐξαιρετική συμπεριφορά, τόσο στό σχολεῖο, ὅσο καί ἐκτός τοῦ σχολείου, εἶχε πάντοτε διαγωγή κοσμιωτάτη καί μεγάλους βαθμούς ἀπό τούς δασκάλους του. Οἱ σπουδές πού τόν ἐνδιέφεραν ἀπό τά πρῶτα παιδικά του χρόνια ἦσαν ὅλες οἱ ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, ἰδιαίτερα ἡ πνευματική ζωή τῶν Ἁγίων. Ἐδιάβαζε, λοιπόν, πολύ τά θρησκευτικά βιβλία. Μέ τήν εὐφυΐα του καί τή καθαρά του σκέψι φαινόταν ἀπό τούς ἄλλους ὄχι σάν ἕνας μαθητής, ἀλλά σάν ἕνας ὥριμος ἄνδρας. Οἱ δάσκαλοι καί οἱ χωρικοί δικαίως τό ξεχώριζαν ἀπό τ᾿ ἄλλα τά παιδιά, διότι, ὅπως ἐκεῖνοι ἔλεγαν, εἶχε σχηματίσει μία σοβαρή εἰκόνα γιά τήν ἀληθινή ζωή ἀπό τόσο μικρή ἡλικία.

Τοῦ ἄρεσε νά πηγαίνη στήν ἐκκλησία καί ν᾿ ἀκούη τίς ἀκολουθίες. Ἐκεῖ ἀπήγγελλε καί τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, τό «Πάτερ ἡμῶν...», νά ψάλλη, ἀνάλογα μέ τήν ἱκανότητα τῆς ἡλικίας του. Ἔπαιζε πολύ λιγώτερο ἀπό τά ἄλλα παιδιά τῆς ἡλικίας του. Στίς διακοπές καί στόν ἐλεύθερο χρόνο του βοηθοῦσε τούς γονεῖς του στίς δουλειές τους στά χωράφια.

Στήν ἐκκλησιαστική σχολή
Μετά τήν ἀπόλυσί του ἀπό τό δημοτικό σχολεῖο ἀπεφάσισαν οἱ γονεῖς του καί τόν ἔστειλαν στήν ἐκκλησιαστική σχολή τῆς πόλεως Μπουζέου, ὅπου ἔδωσε ἐξετάσεις στόν καθηγητή Βασιλέσκου, συγγενῆ τοῦ πατέρα του.

Σάν μαθητής στήν σχολή συμπεριφερόταν ἄψογα, τόσο στά μαθήματά του, ὅσο καί στήν ἐν γένει διαβίωσί του καί τήν πειθαρχία του μέσα στήν σχολή καί στό οἰκοτροφεῖο. Οἱ μαθητές του τόν ἀποκαλοῦσαν μέ τό παρωνύμιο «τό ἀκονισμένο μυαλό». Δέν ἔβγαινε σχεδόν ποτέ ἀπό τό οἰκοτροφεῖο. Ἔμενε μέσα, ἐδιάβαζε, μελετοῦσε, ἔγραφε. Ὁσάκις ἐπήγαιναν οἱ γονεῖς του ἐκεῖ, τόν εὕρισκαν πάντοτε μέσα στό οἰκοτροφεῖο. Οἱ καθηγητές του μέ τούς ὁποίους ἐσυναντῶντο οἱ γονεῖς του, τούς ἔλεγαν: «Ὁ Στυλιανός εἶναι ἔξυπνο παιδί καί πολύ καλός μαθητής». Ποτέ δέν εἶπαν οἱ καθηγητές του κάποιο ἄσχημο λόγο ἐναντίον του. Οἱ συμμαθητές του σ᾿ ὅλες τίς σχολικές ἐκδηλώσεις τοῦ ἐπεφύλασσον τήν πρώτη θέσι, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἦτο ἀπέναντί τους φιλικός καί κοινωνικός, ἕτοιμος νά τούς κατανοήση καί νά τούς βοηθήση στήν ἀνάγκη τους. Ἀπό μικρός ἐντυπωσίαζε μέ τήν ἰδιαίτερα μουσικόλαλη φωνή του μέ τήν ὁποία ἔψαλλε πάντοτε ἐκκλησιαστικές ὑμνωδίες καί πατριωτικά τραγούδια.

Στίς καλοκαιρινές διακοπές μετέβαινε στό σπίτι του, ὅπου συμμετεῖχε σ᾿ ὅλες τίς οἰκογενειακές ἐργασίες. Φοροῦσε τά τσαρούχια του καί ἐπήγαινε στά χωράφια νά βοηθήση τούς γονεῖς του στίς ἀγροτικές δουλειές. Ὅταν δέν ἐπήγαινε στά χωράφια, ἔμενε στό δωμάτιό του καί ἐδιάβαζε. Ἐπίσης τόν ἐλεύθερο χρόνο του συγκέντρωνε τά παιδιά τοῦ χωριοῦ του καί τά προγύμναζε σέ μαθήματα τῆς ἑπομένης τάξεώς τους. Στούς χορούς καί τίς διασκεδάσεις δέν ἐπήγαινε. Δέν τοῦ ἄρεσε νά ἀσχολῆται μέ τά πολιτικά. Ἀντίθετα ὠργάνωνε γιορτές μέ νέους, ἀγόρια καί κορίτσια τοῦ χωριοῦ του, ὅπου ὁ ἴδιος εὑρισκόταν στό κέντρο ὅλων τῶν ἐκδηλώσεων. Ἀρκετοί νέοι τόν συνώδευαν καί ἔψαλλαν μαζί τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας καί πολλά πατριωτικά τραγούδια.

Ἦτο προσεκτικός καί εὐγενής πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους τοῦ χωριοῦ καί δέν περνοῦσε δίπλα ἀπό τόν ὁποιονδήποτε χωρίς νά τόν χαιρετίση μέ τό «Καλημέρα», νά τόν ἐρωτήση κάτι, νά συνομιλήση μαζί του κάτι ψυχωφελές. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τοῦ χωριοῦ του καί τῶν γειτονικῶν χωριῶν τόν τιμοῦσαν καί τόν ἀγαποῦσαν γιά τήν εὐγενῆ συμπεριφορά του. Ὁμοίως οἱ δάσκαλοι καί καθηγητές του ἠρέσκοντο νά συνομιλοῦν μαζί του. Μέ τήν εὐκαιρία κάποτε ἐπισκέψεως διδασκάλων στό σπίτι του, τούς ἐδιάβαζε μέχρι ἀργά τήν νύκτα κομμάτια ἀπό τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη ἐξηγώντας μέ πολύ πάθος, ὅσα ἐδιάβαζε.

Ἐπιθυμοῦσε νά συμπεριφέρεται κατά τό πρότυπο τῆς ζωῆς τῶν μαθητῶν καί διαδόχων τῶν Ἀποστόλων. Ἀφιερώθηκε στίς διδασκαλίες τῶν Ἁγίων καί ἐνεβάθυνε σ᾿ ὅλες τίς μορφές τῶν θεολογικῶν γνώσεων ἀποκτώντας ἔτσι ἕνα πλῆθος γνώσεων διά τῶν ὁποίων ἀπέκτησε τήν ἱκανότητα νά κάνη ὡραία κηρύγματα στήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ του, αἰχμαλωτίζοντας πνευματικά τούς πιστούς. Ἦτο μία μεγάλη ἱκανοποίησις τῶν πιστῶν νά τόν ἀκούουν νά κηρύττη ἤ νά ψάλλη.

Μετά ἀπό ὀκτώ χρόνια σπουδῶν ἐτελείωσε τήν ἐκκλησιαστική σχολή τό 1945, ἀφοῦ ἀναδείχθηκε πρῶτος ἀνάμεσα σ᾿ ὅλους τούς συμμαθητές του.
Τήν ἴδια χρονιά ὁ νεαρός Στυλιανός, τοῦ ὁποίου ἡ προσωπικότης ἄρχιζε νά ὁλοκληρώνεται, γράφτηκε στήν θεολογική σχολή τοῦ Βου­κουρεστίου.

Ἡ περίοδος τῶν φοιτητικῶν του σπουδῶν ἦτο δύσκολη καί μέ πολλές ἐλλείψεις, καθόσον ὁ ἴδιος ἦτο ὁ πιό μετριόφρων καί πτωχός σχετικά μέ τήν ἐνδυμασία του ἀνάμεσα στούς ἄλλους συμφοιτητές του. Παρ᾿ ὅλα αὐτά δέν ἐζήλευε τούς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν καλλίτερα ἐνδεδυμένοι, εἶχαν χρήματα καί ἐκάλυπταν τίς προσωπικές τους ἀνάγκες. Ὁ ἴδιος δέν ἐπιθυμοῦσε οὔτε τά καλά ροῦχα, οὔτε χρήματα, οὔτε ἀκόμη καί τά χορταστικά φαγητά. Εὐχαριστιόταν μέ τά ὀλίγα, ἔχοντας σάν πρῶτο μέλημά του τόν πόθο νά καταρτισθῆ στήν γνῶσι τῶν ἱερῶν διδασκαλιῶν καί νά γίνη ἱκανός νά κηρύξη στούς Χριστιανούς τά Πάθη τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, τήν ζωή καί τά ἔργα μέ τά ἄφθονα θαύματα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τόν δρόμο πού ἔπρεπε ν᾿ ἀκολουθήση γιά τήν ψυχική του σωτηρία.

Οἱ ὑλικές δυσκολίες του τόν καιρό τῶν σπουδῶν του καλύφθηκαν μέ τήν ἔγκρισι ὑποτροφίας, τήν ὁποία τοῦ ἔδωσε τό πατριαρχεῖο τῆς Ὀρθοδόξου Ρουμανικῆς Ἐκκλησίας, γεγονός πού μαρτυρεῖ τήν ἀξία τοῦ φοιτητοῦ Στυλιανοῦ Μανωλάκε, ὅσον ἀφορᾷ τήν ζωή καί τήν θαυμαστή ἐπίδοσί του στίς σπουδές του.


Τό Σάββατο τό βράδυ πρός τήν Κυριακή ὅλοι σχεδόν οἱ φοιτητές τοῦ οἰκοτροφείου ἐπήγαιναν γιά χοροεσπερίδες, τσάϊ, συναντήσεις κλπ. Ἐπέστρεφαν τήν νύκτα μετά τίς 1 ἡ ὥρα. Στό οἰκοτροφεῖο ἔμενε μόνο ὁ νεαρός Στυλιανός, τόν ὁποῖον οἱ ἄλλοι φοιτητές τόν εὕρισκαν εἴτε νά διαβάζη, εἴτε νά προσεύχεται σ᾿ ἕνα μικρό δωματιάκι πού τό εἶχαν γιά προσευχητάριο. Δέν συμμετεῖχε σέ χορούς ἤ σέ φοιτητικές συγκεντρώσεις, πού περιφρονοῦσαν τά ἤθη τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ἔτσι, διαφυλάχθηκε καθαρός ἀπ᾿ ὅλους τούς κοσμικούς πειρασμούς, τούς ὁποίους ἔβλεπε ὅτι ἠμποροῦσαν νά τοῦ ἀλλοιώσουν τήν πίστι του καί τήν εὐθεῖα ὁδό, τήν ὁποία ἤθελε ν᾿ ἀκολουθήση. Οἱ νύκτες ἀναπαύσεως γιά τούς ἄλλους φοιτητές, γι᾿ αὐτόν ἦσαν νύκτες προσευχῆς. Ἀντίκρυζε τήν φοιτητική του ζωή μόνο ὑπό τό στενό πρῖσμα τῶν γνώσεων καί τοῦ χριστιανικοῦ ἤθους. Εἶχε ἕνα δρόμο καί ἕνα καθορισμένο στόχο νά διδαχθῆ τίς διδασσκαλίες τῶν Ἁγίων Πατέρων καί νά παραμείνη ἕνας ἄνθρωπος καθαρός, ἀξιοπρεπής γιά νά διδάξη αὐτές τίς γνώσεις του καί στούς ἄλλους.

Σάν φοιτητής θεολόγος περνοῦσε τόν ἐλεύθερο χρόνο του στήν ἐκκλησία, εἴτε ὅταν ὑπῆρχε γιορτινή ἡμέρα, εἴτε ὅταν ἐργαζόταν, διαβάζοντας, γράφοντας καί προσευχόμενος...

Τό ἔτος 1949, στίς διακοπές τοῦ Πάσχα, σάν φοιτητής τοῦ 4ου ἔτους, ἐστάλη στήν Τρανσυλβανία μαζί μέ ἄλλους συμφοιτητές του σάν ἱεραπόστολος γιά τήν ἐνίσχυσι τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως.

Ἐπειδή ἦτο κοντόσωμος γιά πολλούς φαινόταν ἕνα θαυμαστό παιδί, τό ὁποῖο μέ τήν συμπεριφορά του καί τήν προετοιμασία πού ἔκανε γιά τά κηρύγματά του ἐντυπωσίαζε τούς πάντες. Μερικοί ἀπ᾿ αὐτούς ἐσκέπτοντο γιά τό μέλλον τῆς ζωῆς του νά νυμφευθῆ, νά δημιουργήση οἰκογένεια καί νά λάβη τήν πρέπουσα θέσι σάν κληρικός στήν κοινωνία. Ὁ νεαρός Στυλιανός δεχόταν τίς προτάσεις τους, χωρίς νά δείχνη ἐνθουσιασμό γι᾿ αὐτές, τελειώνοντας πάντοτε σέ τέτοιες συζητήσεις μέ τά λόγια: «Ἀφῆστε τό πρόβλημα αὐτό καί ἔχετε ὑπομονή, διότι ἐγώ μόνος μου θά εὕρω τήν νύμφη».

Ἐτελείωσε τήν θεολογική σχολή τό 1949, ἀφοῦ ἔγραψε καί τήν σχετική διατριβή του μέ τίτλο: «Ἡ ὀρθόδοξη ὁμολογία τοῦ Πέτρου Μοβίλα. Ἱστορική μελέτη-ἐξηγήσεις -δογματική», πού ἐπιβραβεύθηκε μέ τό «ἄριστα».

Ἡ εἴσοδός του στό μοναστήρι Πρισλόπ
Ὅταν μετέβη σάν λαϊκός ἱεραπόστολος στήν Τρανσυλβανία ἔμεινε μερικές ἡμέρες στήν μονή τοῦ Μπρινκοβεάνου τοῦ χωρίου Σίμπαντα ντέ Σιούς καί στήν μονή Πρισλόπ. Εἶναι σίγουρο ὅτι τότε ἐπῆρε τίς ὁριστικές ἀποφάσεις του γιά τήν εἴσοδό του στόν μοναχισμό.

Στήν ἀρχή δέν εἶπε τίποτε στούς γονεῖς του γιά αὐτή τήν ἀπόφασί του. Ἡ οἰκογένειά του εἶχε τόν λογισμό νά τόν νυμφεύση μέ τήν Ἀνισιοάρα (Ἀννούλα), τήν κόρη τοῦ ἱερέως τοῦ χωριοῦ του. Αὐτός ὅμως ἀνέφερε στήν μητέρα του ὅτι δέν θά νυμφευθῆ καμμία κόρη καί ὅτι θέλει μόνο νά ζήση μία ταπεινή ζωή στήν ὑπηρεσία τοῦ Κυρίου. Τότε ὁ πατέρας του τόν ἐρώτησε εὐθέως:

-Τί θέλεις νά κάνης Στυλιανέ;
-Ἄφησέ με. Ρώτησε τήν μητέρα μου καί θά σοῦ εἰπῆ.
Τότε πάλι τόν ἐρώτησε ὁ πατέρας του κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπήντησε:
-Θέλω νά γίνω ἱερομόναχος.
-Ὁ Θεός νά σέ βοηθήση!
-Αὐτό ἤθελα κι ἐγώ, τοῦ ἀπήντησε ο Στυλιανός.

Ἡ ἀναχώρησίς του γιά τό μοναστήρι Πρισλόπ τῆς Τρανσυλβανίας ἦτο σταθερή, γεμάτη ἀπό ζῆλο καί φλόγα καί συνέβη στίς 6 Ἰουλίου 1949, τήν ἴδια ἡμέρα καί τόν μῆνα, μετά ἀπό 26 χρόνια, ὅπου ἐπέρασε στήν αἰωνιότητα κατά ἕνα παράδοξο τρόπο. Δέν ἤθελε νά πάρη, κατά τήν ἀναχώρησί του τίποτε μαζί του, λέγοντας ὅτι ἐκεῖ ὅπου πηγαίνει ὑπάρχουν τά πάντα. Ἐπί τρία χρόνια, ἀφ᾿ ὅτου μπῆκε στό μοναστήρι, δέν τόν εἶδε πάλι κανείς. Ἄφησε πολύ πόνο στήν οἰκογένειά του καί στήν καρδιά ὁλοκλήρου τοῦ χωριοῦ του. Κανείς δέν ἐπερίμενε αὐτή τήν ἀπόφασί του.

Στήν Τρανσυλβανία ἡ μοναχική ζωή δέν ἦτο σέ ἄνθησι, ὅπως τοῦτο συνέβαινε στήν Μολδαβία (βόρειο Ρουμανία) καί στήν Μουντένια (κεντρική καί νότιο Ρουμανία), γιά τήν ὁποία ὁ π. Δομέτιος εἶχε διαβάσει στήν Ἱστορία τῆς Ρουμανικῆς Ἐκκλησίας. Ἐπιθυμοῦσε νά προσφέρη ὅλες τίς δυνάμεις του γιά ἐργασία, σύμφωνα μέ τήν προτροπή τοῦ τότε πατριάρχου τῆς Ρουμανίας Ἰουστινιανοῦ γιά τήν ἐνίσχυρι τῆς πατροπαραδότου πίστεως καί τήν ἑνότητα τοῦ Ἔθνους του. 
 Ὁ π. Δομέτιος διεπίστωσε ὅτι δέν θά ἠμπορέση νά ὑπηρετήση καλλίτερα αὐτή τήν ἰδέα, παρά στήν ἀναβίωσι τῆς μοναχικῆς ζωῆς στήν Τρανσυλβανία. Γι᾿ αὐτό, ἀφοῦ χειροτονήθηκε ἱερεύς στίς 6 Αὐγούστου στό μοναστήρι Μποντρόγκ, ἀπεφάσισε νά εἰσαχθῆ ὁριστικά σάν ἱερομόναχος στό μοναστήρι Πρισλόπ στίς 14 Σεπτεμβίου 1949. 
κάρη μοναχός μαζί μέ τόν Ἀντώνιο Πλαμαντεάλα, μετέπειτα μητροπολίτη Τρανσυλβανίας μέ ἕδρα τήν πόλι Σιμπίου, μέ τόν ὁποῖον ἦσαν συμφοιτητές καί καλοί φίλοι. Τήν ἡμέρα ἐκείνη ἑώρταζε τήν ἰδική του ἑορτή τό μοναστήρι, οἱ προσκυνητές ἦσαν πολλοί καί ὁ καιρός πολύ καλός. 
Μετά τήν κουρά του σ᾿ ἕνα γράμμα του μέ ἡμερομηνία 27 Σεπτεμβρίου 1949, δηλαδή 13 ἡμέρες μετά, ἔγραφε τά ἑξῆς στήν οἰκογένειά του: «Λυποῦμαι πού δέν παραβρέθηκε κανείς ἀπό τούς συγγενεῖς μου τήν ἡμέρα τῆς εἰσόδου μου στόν μοναχισμό, ἀλλά καί χαίρομαι διότι παρέστεκε ὅλος ὁ οὐρανός μέ τούς ἀγγέλους του πού μέ δέχθηκαν σάν ἀδελφό τους καί πολλοί ἐπίγειοι ἀπό τά μέρη ἐκεῖνα, οἱ ὁποῖοι ἀριθμοῦντο σέ μερικές χιλιάδες...»

Σάν ἱερεύς τώρα καί μοναχός ἄρχισε νά λειτουργῆ στό ἱερό Βῆμα τῆς μοναστηριακῆς ἐκκλησίας μέ ἰδιαίτερη εὐλάβεια καί ζῆλο, προικισμένος καί μέ τό χάρισμα τῆς ψαλμωδίας, χάριν τοῦ ὁποίου ὠνομάσθηκε ἀπό τόν π. Ἀρσένιο Μπόκα νέος Κουκουζέλης. Ἀπό τό μοναστήρι αὐτό ἀνεκοίνωσε στούς προσφιλεῖς του γονεῖς ὅτι «εὑρῆκε τήν νύμφη», κι αὐτή ἦτο ἡ Ἐκκλησία.

Στήν Σκήτη Ἀφτέϊα-Τσιοάρα
 Τόν Μάϊο τοῦ 1952 ὁ π. Δομέτιος μετατέθηκε στήν σκήτη Ἀφτέϊα Τσιοάρα, πού ἦτο κτητορικό ἔργο τοῦ Σωφρονίου. Ἐδῶ ἔμεινε λίγα χρόνια καί ἀνεκαίνισε τόσο τά κτίρια καί ἐφρόντισε γενικά γιά τό νοικοκυριό της, καί τήν πνευματική της ζωή. Ἔκτισε ἐκ θεμελίων δύο κελλιά, ἕνα μαγειρεῖο, μέ ἀποθήκη μέ τό ὑπόγειό της καί τακτοποίησε μερικά πράγματα στήν ἐκκλησία. Παράλληλα, ἐβελτίωσε τόν δρόμο πού ὡδηγοῦσε μέχρι τό μοναστήρι. Τόσο πολύ τόν ἀκολουθοῦσε ὁ λαός, ὥστε στήν πρόσκλισί του, ἦλθαν σέ μία ἡμέρα χριστιανοί μέ καρότσες, πού τίς τραβοῦσαν βόδια καί ἐργάσθηκαν γιά τήν ἐπισκευή τοῦ δρόμου. Μέ κάθε ἄνθρωπο πού συζητοῦσε, ἄκουγε τίς θλίψεις καί τίς συμφορές του, τούς ἀπηύθυνε παρηγορητικά λόγια καί κατόπιν τούς καλοῦσε ὅλους στό μοναστήρι γιά τήν ἐξομολόγησι καί γιά ἠθικές συμβουλές, ἀπ᾿ ὅπου ἀναχωροῦσαν ὅλοι εἰρηνικοί καί πλήρως ἀγαπημένοι μεταξύ τους.

Σκέψεις γιά τήν ἵδρυσι μιᾶς καινούργιας μονῆς

Μετά ἀπό λίγο καιρό ἔπρεπε ν᾿ ἀναχωρήση ἀπ᾿ αὐτή τήν Σκήτη. Τότε ἦτο ἀποφασισμένος νά ἱδρύση ἕνα γυναικεῖο μοναστήρι στήν Τρανσυλβανία (Δυτική Ρουμανία), σύμφωνα μέ τό ὀρθόδοξο αὐθεντικό μοναχικό τυπικό. Γι᾿ αὐτό τόν σκοπό, ἀφ᾿ ὅτου ἀκόμη ἦτο στό Πρισλόπ καί κατόπν στήν Σκήτη Ἀφτέϊα-Τσιοάρα, εἶχε συγκεντρώσει κοντά του περισσότερες ἀπό 20 νέες, πού προήρχοντο ἀπό τήν περιοχή τοῦ Σέμπες, οἱ ὁποῖες εἶχαν ἀποφασίσει νά γίνουν μοναχές. Οἱ πρῶτες τρεῖς νέες ῆσαν ἡ Ἄννα Μουντεάνου (Ἄνθίμα μοναχή), ἡ Ἰωάννα Γκίμπου (Ἱεροσολύμα μοναχή, ἡγουμένη ἀπό τότε μέχρι τώρα στήν μονή Ριμέτς) καί ἡ Εὐεγενία Μανωλάκε (μοναχή Εὐδοξία, ἀδελφή τοῦ π. Δομετίου).

Στήν ἀρχή σκέφθηκε νά κτίση τό μοναστήρι στήν κοιλάδα τοῦ Σέμπες, δίπλα στήν κοινότητα Στρουνγκάρι, ὅπου θά ἔχη καί τήν βοήθεια τῶν γονέων καί συγγενῶν τῶν νεανίδων Δοκίμων καί τῶν χριστιανῶν ἐκείνου τοῦ τόπου. Ἐπειδή τότε δέν ὑπῆρχαν οἱ προϋποθέσεις γιά ἵδρυσι τῆς μονῆς, σκέφθηκε νά μονάση μέ τίς τότε Δόκιμες Ἀδελφές σέ ἄλλα μοναστήρια καί μετά ἀπό τρία χρόνια νά ξεκινήσουν τήν ἵδρυσι τῆς μονῆς τους.

Στήν ἐπαρχία Μπουζέου
Μέ τήν εὐλογία τοῦ ἐπισκόπου Ἀνθίμου Ἀγγελέσκου, τό καλοκαίρι τοῦ ἔτους 1952, 23 νέες κοπέλλες ἦλθαν στήν ἐπαρχία Μπουζέου, ὅπου καί ἐκοινοβίασαν οἱ μισές στό μοναστήρι Ρατέστ καί οἱ ὑπόλοιπες στό μοναστήρι Μπάρμπου. Ὁ π. Δομέτιος μαζί μέ τόν στενό μαθητή του, ἱερομόναχο Βαρσανούφιο, ἐμπῆκαν στό γειτονικό ἀνδρικό μοναστήρι Τσιολάνου στίς 22 Αὐγούστου 1952. Ὁ ἐπίσκοπος Ἄνθιμος γνωρίζοντας καί ἐκτιμῶντας τήν κατάρτισι καί πνευματική του ἀξία, παρότι ἦτο νέος, τοῦ ἔδωσε τήν εὐλογία νά εἶναι ὁ πνευματικός πατήρ τόσο τῶν νεανίδων Δοκίμων, ὅσο καί τῶν ἄλλων μοναχῶν καί μοναζουσῶν τῶν δύο μοναστηριῶν. Ταυτοχρόνως διωρίσθηκε διευθυντής καί καθηγητής τῶν μοναχικῶν σχολῶν πού λειτουργοῦσαν στά τρία μοναστήρια: Ρατέστ, Μπάρμπου καί Τσιολάνου. Τόσο καλά διηύθυνε αὐτές τίς μοναχικές σχολές στά μοναστήρια Ρατέστ (τότε εἶχε 300 μοναχές), Μπάρμπου (150 μοναχές καί Δόκιμες) ὥστε ἔβαλαν τίς βάσεις γιά μιά σωστή καί παραδοσιακή μοναστική ζωή, σύμφωνα μέ τά ὀρθόδοξα μοναχικά τυπικά. Οἱ μοναχές, ἐκτός ἀπό τίς ἄλλες βασικές πνευματικές προόδους, καταρτίσθηκαν καί στήν ψαλτική μουσική. Ἐπίσης τότε ἀρκετές ἐξειδικεύθηκαν στήν τέχνη κατασκευῆς χαλιῶν ἐργαζόμενες στά ἀντίστοιχα ἐργαστήρια τῶν μονῶν τους.

Γιά νά φέρη εἰς πέρας ἀξιοπρεπῶς τίς ὑποχρεώσεις πού εἶχε ἀναλάβει σάν καθηγητής καί Πνευματικός τρεῖς ἡμέρες τήν ἑβδομάδα ἦτο στό Ρατέστ, ὅπου λειτουργοῦσε καθημερινά, ἐνῶ τό ἀπόγευμα παρέδιδε στήν μοναχική σχολή βασικές ποιμαντικές κατευθύνσεις καί ἰδι­αί­τερα τήν βυζαντινή μουσική. Τίς ὑπόλοιπες ἡμέρες δαπανοῦσε γιά τήν πνευματική βοήθεια τῶν δύο ἄλλων μοναστηριῶν, Μπάρμπου καί Τσιολάνου. Τά μοναστήρια εἶχαν ἀπόστασι μεταξύ τους ἀπό 8 ἕως 9 χιλιόμετρα. Μή ὑπάρχοντας τότε οἱ δυνατότητες μετακινήσεως ἐπήγαινε κάτω μέσῳ τοῦ δάσους ἀπό ἕνα ἀνηφορικό καί ἀνώμαλο δρομάκι μέσα σέ ἄθλιες ἐνίοτε καιρικές συνθῆκες πού ἔκαναν τήν ἀνάβασι καί τήν κάταβασι ἐπικίνδυνη. Πολλές φορές ἐκινδύνευε ἡ ζωή του στήν καρδιά τοῦ χειμῶνος, ὅταν διερχόταν τόν ποταμό Μπουζέου πλημμυρισμένον μέχρι τό χεῖλος του καί μάλιστα, ὅταν ὁ λεμβοῦχος δέν ἦτο ἐκεῖ, ἰδιαίτερα τίς νύκτες.

Αὐτό τόν καιρό ἱδρύθηκε στό μοναστήρι Ρατέστ ὁ Σύλλογος «Ἡ Σκέπη τῆς Μητέρας τοῦ Κυρίου», πού ἀποτελεῖτο ἀπο μοναχές, πού ἠσχολοῦντο πραγματικά καί καθημερινά μέ ποικίλα προβλήματα τῶν Χριστιανῶν, σάν ἕνας ἀληθινός πατέρας.

Οἱ πνευματικές δραστηριότητες τοῦ Συλλόγου ἐξαπλώθηκαν ἐκεῖνα τά χρόνια καί δέν περιωρίσθηκαν μόνο σέ μοναχές καί μοναχούς τῶν τριῶν αὐτῶν μοναστηριῶν, ἀλλά κατευθύνθηκαν καί πρός τούς Χριστιανούς ἐκείνων τῶν περιοχῶν, πού ἔτρεχαν καί ζητοῦσαν πνευματική καί ὑλική βοήθεια.
Ὁ θεοφιλέστατος ἐπίσκοπος Ἄνθιμος ἐκτιμῶντας τίς ἱεραποστολικές ἐνέργειες καί τόν ζῆλο τοῦ π. Δομετίου, τόν ἔστειλε γιά μιά περίοδο στά μέρη τοῦ Ἀντζιούντου τῆς Μολδαβίας γιά τήν καταπολέμησι τῶν σχισματικῶν χριστιανῶν.

Ἡ ἐπιθυμία ἐπιστροφῆς στήν Τρανσυλβανία

Τό πρόγραμμα ἀνοικοδομήσεως μονῆς στήν κοιλάδα τοῦ Σέμπες, κοντά στήν κοινότητα Στρουγκάρι, δέν ἠμποροῦσε νά πραγματοποιηθῆ. Ὁ π. Δομέτιος, ἐπί τρία χρόνια, ὅσα δηλαδή ἔμεινε στήν ἐπαρχία Μπουζέου ἔκανε πολλά διαβήματα στίς ἐκκλησιαστικές καί κρατικές Ἀρχές γιά τήν ἀνοικοδόμησι ἑνός γυναικείου μοναστηριοῦ στήν Τραν­συλβανία, ἀλλά δέν τοῦ δόθηκε ἡ παραμικρή ἔγκρισις, ἀρκούμενος μόνο σέ ὑποσχέσεις.

Ὁ μητροπολίτης Νικόλαος Μπάλαν τῆς Τρανσυλβανίας, βλέποντας τόν πόθο τοῦ π. Δομετίου, τόν ἐνεθάρρυνε λέγοντάς του: «Πάτερ Δομέτιε, ἔχουμε κτίρια, ἔχουμε κτίρια ἀρκετά, ἀλλά δέν ἔχουμε Ψυχές νά τά θερμάνουν». Μέ αὐτή τήν πατρική ἀπό καρδίας συμβουλή του, ὁ π. Δομέτιος ξεκίνησε νά ἀναζητήση ἕνα μοναστήρι στήν Τρανσυλβανία, ὅπου ἤθελε νά ἐγκαταστήση τίς Ἀδελφές πού εἶχε στά μοναστήρια Ρατέστ καί Μπάρμπου. Ἀνεκάλυψε τό μοναστήρι Ριμέτς, τό ὁποῖο τοῦ ἄρεσε πάρα πολύ. Τελευταῖος τότε ἡγούμενος ἦτο ὁ π. Εὐλόγιος Ὄτσα, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀποφασίσει νά ἐνταχθῆ στήν ζηλωτική παράταξι τῶν παλαιοημερολογιτῶν. Ἡ ἐπίδρασίς του ἐπάνω στούς ἐντοπίους ἦτο ἀρκετά μεγάλη.

Ἡ Ἱερά Σύνοδος τό 1955 ἀπεφάσισε τήν μετατροπή τοῦ μονα­στηριοῦ ἀπό ἀνδρικό σέ γυναικεῖο.
Τό ἔτος 1956 μία ὁμάδα ἀπό 23 Ἀδελφές τῆς μονῆς Ρατέστ καί ὅλες οἱ μοναχές ἀπό τήν μονή Μπάρμπου μέ αἴτησί τους στόν ἐπίσκοπο Νικόλαο Τσολάν τοῦ Κλούζ ζητοῦσαν νά ἐγκατασταθοῦν στήν μονή Ριμέτς.
Τά πράγματα δέν ἦσαν καθόλου εὔκολα. Ὁ ἐπίσκοπος Ἄνθιμος Ἀγγελέσκου θέλοντας ἀπό τό ἕνα μέρος νά ἐνισχύση τά μοναστήρια του Ρατέστ καί Μπάρμπου κι ἀπό τό ἄλλο μέρος γνωρίζοντας τήν ἐπικείμενη ἀναχώρησι τῶν 23 Δοκίμων δέν συμφωνοῦσε μέ τήν ἀναχώρησί τους ἀπό τό Ρατέστ. Αὐτός ἐπιθυμοῦσε νά παραιτηθῆ ὁ π. Δομέτιος ἀπό μιά τέτοια ἐπιθυμία ν᾿ ἀνοίξη μοναστήρι στήν Τρανσυλβανία. Βλέποντας ὅτι δέν ἠμποροῦσε νά τόν πείση, ἐκάλεσε τούς γονεῖς τοῦ Πατρός καί τούς προέτρεπε νά ἐμποδίσουν τόν γυιό τους ἀπ᾿ αὐτή τήν σκέψι, προσφέροντάς του τήν δική του ἐπαρχία Μπουζέου καί κάθε τι τό ὁποῖον θά εἶχε ἀνάγκη γιά ν᾿ ἀναπαυθῆ ἐκεῖ καί νά φτιάξη μία καλή μοναχική κοινότητα.

-Γιατί ἀναχωρεῖ τό παιδί σας ἀπό τό Μπουζέου γιά τό Ἀρντεάλ (Τρανσυλβανία); Δέν γεννήθηκε ἐδῶ;

-Οὔτε ἐμεῖς δέν γνωρίζουμε, Θεοφιλέστατε. Ἐμεῖς ἐπιθυμούσαμε νά νυμφευθῆ καί νά παραμείνη δίπλα μας, ἀλλά φαίνεται ὅτι εἶναι ἄλλη ἡ κλῆσις τοῦ Θεοῦ κι ἐμεῖς δέν ἠμποροῦμε οὔτε τώρα νά τόν ἐμποδίσουμε, ἀπήντησαν οἱ γονεῖς του.

Ἐπί πλέον οὔτε ὁ ἐπίσκοπος Νικόλαος Τσολάν δέν συμφωνοῦσε ἀπόλυτα νά τούς δεχθῆ διότι ἐγνώριζε τό ἄγριο καί ἄγονο τοπίο, ὅπου εἶναι ἡ μονή Ριμέτς. Τόν ἀνησυχοῦσε τό γεγονός τῆς σκληρότητος τοῦ τοπίου καί προέβλεπε δύσκολη τήν διαμονή ἐκεῖ μιᾶς μεγάλης ὁμάδος νέων Δοκίμων Ἀδελφῶν.

Ὁ π. Δομέτιος ἐπῆγε στούς δύο ἀνωτέρω Ἐπισκόπους καί τούς παρεκάλεσε μέ ἐπιμονή νά μήν τόν ἐμποδίσουν στήν πραγματοποίησι τοῦ ἀποφασισθέντος σκοποῦ του. Ἀκόμη τούς εἶπε ὅτι ἀναλαμβάνει ἐπάνω του ὅλες τίς εὐθῦνες καί τίς ὑποχρεώσεις γιά τήν πνευματική καί ὑλική συμπαράστασι τῶν μοναζουσῶν ἔχοντας συμφώνους καί τούς γονεῖς τῶν Ἀδελφῶν, οἱ ὁποῖες τόν ἀκολουθοῦσαν.

Στήν ἀρχή ἔφυγαν οἱ Ἀδελφές γιά τό Ἀρντεάλ χωρίς καμμία ἔγκρισι, σχεδόν σάν δραπέτες. Ἔγιναν δεκτές στόν ἅγιο Παντελεήμονα ἀπό τήν πρώτη ἡγουμένη τῆς Μονῆς Πελαγία Πρίκα, μετά τήν μετατροπή τῆς μονῆς ἀπό ἀνδρική σέ γυναικεία. Μέ τήν παράκλησι τοῦ π. Δομετίου, ἡ Ἡγουμένη τούς δέχθηκε χωρίς καμμία ἄνωθεν ἔγκρισι, μέ τήν σκέψι ὅτι θά τακτοποιηθοῦν προσεχῶς καί τά θέματα αὐτά. Καί πράγματι τακτοποιήθηκαν, ἀλλά μέ πολλές δυσκολίες. Στήν συνέχεια, μετά ἀπό πολλές χρονοτριβές, ὁ ἐπίσκοπος Νικόλαος Τσολάν ἐπευλόγησε τό 1956 τήν κοινοβιοποίησι τῆς ὁμάδος αὐτῆς στήν μονή Ριμέτς.

Μέ τόν ἐρχομό τους στήν Τρανσυλβανία προστέθηκαν ἐπί πλέον στήν πρώτη ὁμάδα καί ἄλλες Δόκιμες πού ἔγιναν μοναχές στό Ριμέτς μέ τά ἑξῆς ὀνόματα: Εὐφρασία, Ξενοφῶντα, Νυμφοδώρα, Βικεντία, Φεβρωνία, Θεοδώρα.

Στίς 2 Ἰουνίου 1957 ἔγιναν οἱ πρῶτες κουρές μοναζουσῶν, τῆς Λευρεντίας, Ἀνθίμας, Ἰεροσολύμας, Μακρίνας, Εὐδοξίας καί Μιχαέλας κάτω ἀπό τήν μακρόφυλλη ἰτιά δίπλα ἀπό τήν παλαιά ἐκκλησία τῆς μονῆς. Μέ τήν εὐκαιρία αὐτή ὁ π. Δομέτιος τούς ὡμίλησε καταλλήλως. Μεταξύ τῶν ἄλλων τούς εἶπε: «Ἐδῶ θέλω νά παραμείνουν τά ὀστᾶ μου, ἀνάμεσα σ᾿ αὐτά τά βουνά», τονίζοντας γιά δεύτερη φορά τήν ἀκλόνητη ἀπόφασί του, ἔστω κι ἄν διωχθῆ γι᾿ αὐτή τήν ὁδό τήν ὁποία ἐξέλεξε.

Στίς 7 Ἰουνίου 1957 ὁ π. Δομέτιος ἔγραφε ἀπό τό Ριμέτς στίς μοναχές τῆς ἐπαρχίας Μπουζέου, ὅπου εἶχαν παραμείνει καί ὅπου γιά μιά μικρή ἀκόμη περίοδο ὑπηρετοῦσε τό διακόνημα τοῦ κανονάρχου: «Οἱ καλές μου προθέσεις περνοῦν στό ὑπέρπέραν ἀπό κάθε τι τό ἀνθρώπινο καί τό κενό αὐτοῦ τοῦ αἰῶνος...Ἐπειδή ἤμουν στήν ὑπακοή καί μέ τήν σκέψι μου κατάλαβα ὅτι ἤμουν δεσμευμένος νά ὑπηρετήσω μερικές εὐγενεῖς ψυχές, κατάλαβα ὅτι δέν ἤμουν ἐγώ δεμένος μέ τήν ὑπακοή ἀλλά ὁ Σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ὁποῖος εἶπε μέ τά θεῖα Του λόγια: «Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καί ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμέ ἀθετεῖ· ὁ δέ ἐμέ ἀθετῶν ἀθετεῖ τόν ἀποστείλαντά με». (Λουκ.10,16). Γι᾿ αὐτά τά λόγια τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ μακαρίζω ἐγώ ἐκεῖνες τίς Ψυχές, οἱ ὁποῖες μέ ἐπήκουσαν καί ἐγκατέλειψαν τόν κόσμο καί ὅλα τά κοσμικά πράγματα, γονεῖς, ἀδελφούς καί γαμβρούς καί σπίτια, διότι γνωρίζουν καλά ὅτι δέν τούς ὑπέδειξα μία ἐσφαλμένη ὁδό, ἀλλ᾿ ἀπεναντίας τούς ἔδειξα τήν ἁγία ὁδό πού μπορεῖ ἄνθρωπος νά βαδίση ἐδῶ κάτω στήν γῆ καί ἡ ὁποία ὁδηγεῖ κατ᾿ εὐθεῖαν στήν αἰώνια μακαριότητα καί στήν τελεία γαλήνη...

Πρίν ἀπό πόσα χρόνια ἀγαποῦσα ἐγώ αὐτή τήν ὁδό, τό γνωρίζει ὁ Καλός Θεός, ὥστε, μόλις ἐτελείωσα τίς ἐξετάσεις τοῦ τελευταίου ἔτους κι ἔγραψα τήν διατριβή μου γιά τό δίπλωμα τῆς θεολογίας, ἀμέσως ἐπῆρα τόν δρόμο γιά τό μοναστήρι χωρίς νά συγκρατοῦμαι ἀπό τίποτε τό κοσμικό καί χωρίς νά κρίνω τίποτε καί κανέναν...Τώρα αἰσθάνομαι ἀναγεννημένος μέ τήν ἀναχώρησί μου αὐτή, παρότι φέρω στούς ὤμους μου καί τόν ἅγιο αὐτό ζυγό, τόν ὁποῖον μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός καί τόν σηκώνω ἀπό ἀγάπη γι᾿ Αὐτόν καί ἐπιθυμῶ ὅλες αὐτές οἱ ψυχές, πού εἶπαν τό τελευταῖο ἀντίο σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο καί κατετάχθησαν στήν μεγάλη αὐτή φάλαγγα τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ Χριστοῦ νά εἶναι μέ μία καθαρή καρδιά, γεμάτη ἀπό πνευματική εὐφρο­σύνη...Ὅποιος ἔχει καθαρό νοῦ ἔχει τό κλειδί τῆς τελείας ἡσυχίας καί εὐτυχίας, τήν ὁποία χαρίζει ὁ Κύριος καί εἴθε ν᾿ ἀποκτήσουμε ὅλοι μαζί στούς ἀτελευτήτους αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

Ὁ π. Δομέτιος παρέμεινε στό Μπουζέου μέχρι τίς 2 Αὐγούστου 1957, ὁπότε βλέποντας ὁ Ἐπίσκοπος Ἄνθιμος ὅτι δέν ἠμπορεῖ νά τόν κλονίση μέ κανένα τρόπο ἀπό τόν λογισμό του, τοῦ ἔδωσε τήν εὐλογία νά πάη στήν ἐπαρχία τοῦ Κλούζ. Ἐκεῖ, στίς 25 Αὐγούστου 1957, δέχθηκε διορισμό ἀπό τόν οἰκεῖο Ἐπίσκοπο, ὄχι γιά τό Ριμέτς, ἀλλά γιά τήν σκήτη Πιάτρα Φιντινέλα, πού ἦτο στήν περιοχή Μπίστριτσα Νασάουντ. Ὁ π. Δομέτιος συγκατένευσε τόσο στήν πνευματική ζωή ἐκείνου τοῦ τόπου, ὅσο καί στόν διορισμό του ὡς ἐφημερίου τῆς ἐνορίας τοῦ χωριοῦ Ντορνισιοάρα, ὅπου ὑπηρέτησε ἐκεῖνο τόν χρόνο.

Ἀπ᾿ αὐτή τήν σκήτη ἔστειλε στήν ἀδελφότητα τῆς μονῆς Ριμέτς στίς 14 Σεπτεμβίου τοῦ ἰδίου ἔτους ἕνα γράμμα στό ὁποῖο, ἀνάμεσα στ᾿ ἄλλα ἔγραφε τά ἑξῆς: «Πιστεύω ὅτι ὁ οὐρανός θά ἐλεήση καί μένα καί κάποια καλή ἡμέρα θά μοῦ ἀποδώση δικαιοσύνη...Ἔχω αὐτή τήν πίστι τόσο στήν δύναμι τοῦ Θεοῦ, διότι τίποτε δέν περνᾶ ἀπαρατήρητο...Θέλω αὐτή τήν πίστι νά τήν ἔχετε κι ἐσεῖς γιά ὅλα τά προβλήματα, γιά ὅλα τά λόγια καί τίς ἀμφιβολίες σας, στίς ὁποῖες μπορεῖ νά ἔχη ἡ ψυχή...Ἐάν δέν μέ εἴχατε γνωρίσει καί δέν ἠξέρατε τί θυσίες ἔκανα γιά τήν σωτηρία ὅλων μας, δέν θά σᾶς ζητοῦσα αὐτό τό ἔργο...Ἐδῶ εἶμαι διακονητής στό κοτέτσι μέ τίς κόττες, καθαρίζω τό δάπεδο καί κάνω αὐτή τήν πιό εὐτελῆ ὑπακοή μέχρι τήν ἀνώτερη ὑπακοή, τήν ὁποία μοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός, τήν διακονία μου στό ἀναλόγιο καί στό ἱερό Θυσιαστήριο.

Μέ τόν ἡγούμενο τῆς σκήτης πηγαίνω πολύ καλά σάν πατέρας μέ τόν υἱό του, ἐνῶ μέ τούς ἄλλους πατέρες καί ἀδελφούς εἶμαι τόσο εὐχαριστημένος, πού δέν ἠμπορῶ νά περιμένω περισσότερο. Τίποτε στήν μοναχική ζωή δέν εἶναι τιμιώτερο καί ψυχικά ἀναπαυτικώτερο ἀπό τό νά κάνουμε ὁποιοδήποτε διακόνημα, μέχρι καί τό πιό μικρό καί ἀσήμαντο, χωρίς γογγυσμό. Γιά παράδειγμα νά κόβουμε ξύλα, νά κουβαλᾶμε νερό, νά βόσκουμε στό λιβάδι τίς ἀγελάδες, νά καθαρίζουμε τούς σταύλους τῶν ζώων καί τά κοτέτσια τῶν πουλερικῶν, νά κόβουμε τό χόρτο γιά τόν χειμῶνα, νά τό συγκεντρώνουμε στήν ἀποθήκη, νά σκουπίζουμε τίς αὐλές, τά κελλιά μας, τό ἀρχονταρίκι, νά πλένουμε τά ροῦχα μας, νά κτυποῦμε τό τάλαντο, νά ψάλλουμε στό ἀναλόγιο τῆς ἐκκλησίας· ἰδού μερικά διακονήματα καί ἀσχολίες, τά ὁποῖα συμβάλλουν στήν πνευματική ὀμορφιά τῆς μοναχικῆς μας ζωῆς. Ἀπ᾿ αὐτή τήν πλευρά νά πιστεύετε ὅτι εἶμαι εὐτυχής: λοιπόν, ἰδού ὅτι ὁ μοναχός δέν πρέπει νά κοιμᾶται ξέγνοιαστος, ἀλλά νά ἐπιτελῆ τά καθήκοντά του. Παρακαλῶ καί ἐσεῖς νά μιμῆσθε τίς ἀσκήσεις τῶν Ὁσίων Πατέρων μας...

Μία ἡμέρα ἀργότερα ἔστειλε καί μιά ἄλλη ἐπιστολή: «Τούς εἶπα ὅτι εὐχαριστοῦμαι νά στέκωμαι ἐπάνω καί σέ μιά βάτο, μόνο νά γνωρισθῶ μ᾿ αὐτή τήν ἐπαρχία...Ἐάν ἔχω μία γωνία ψωμιοῦ τοῦ τήν δίνω (τοῦ ἡγουμένου τῆς Σκήτης) νά τήν φάη μέ τό τσάϊ του, διότι ἡ μαμαλίγκα (ζυμάρι ἀπό καλαμποκάλευρο, ἄψητη μπομπότα) δέν τοῦ κάνει καλό· ἐγώ εὐχαριστοῦμαι νά τρώγω καί μαμαλίγκα· φαίνεται ὅτι ὁ οὐρανός ἐγνώριζε τί σταυρό ἔχω νά σηκώσω, γι᾿ αὐτό μοῦ ἐχάρισε τήν ὑγεία καί μία ἀρκετά καλή ἀντοχή γιά νά ἠμπορῶ νά ξεπερνῶ τίς ὁποιεσδήποτε δυσκολίες. Ἔτσι ἐγώ, ἀπ᾿ ὅπου ἐπέρασα, δέν ἀνεχώρησα ἐξ αἰτίας τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά ἐξ αἰτίας μιᾶς ἁγίας ἰδέας, τήν ὁποία εἶχα στήν καρδιά μου καί θά τήν ἔχω μέχρις ὅτου εἰσέλθω στό χῶμα».

Στό μοναστήρι Ντραγκομιρέστι
Στίς 17 Μαΐου 1958 ὁ ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Κλούζ Θεόφιλος Χερινεάνου τόν μετέθεσε ἀπό τήν σκήτη Φιντινέλε στό μοναστήρι Ντραγκομιρέστι, σάν ἡγούμενο καί Πνευματικό. Κι ἐδῶ ἐπεδόθηκε σκληρά γιά τήν ὀργάνωσι, τόσο τήν διοικητική, ὅσο καί τήν πνευματική τῆς Μονῆς. Ἔβαλε καινούργια σκεπή στήν ἐκκλησία, ἄρχισε τήν ἁγιογράφησί της, ἔφτιαξε τό ξύλινο καμπαναριό, στό ὁποῖο ἐτοποθέτησε καμπάνες καί ἔκτισε μερικά κελλιά. Παράλληλα ἐβοήθησε καί πνευματικά, σύμφωνα μέ τόν ἰδικό του ἐνθουσιώδη καί ἀκούραστο τρόπο, πολλούς πιστούς χριστιανούς ἐκείνης τῆς περιοχῆς.

Στό μοναστήρι Ριμέτς
Στίς 5 Μαρτίου 1959 ὁ π. Δομέτιος διωρίσθηκε τελικά πάλι ἀπό τόν ἴδιο ἀρχιεπίσκοπο Θεόφιλο ἱερουργός καί Πνευματικός τῆς μονῆς Ριμέτς καί ταυτόχρονα ἐνοριακός ἐφημέριος τῶν γειτονικῶν χωριῶν.

Ἐκείνη τήν ἐποχή ζοῦσαν στό μοναστήρι περί τίς 40 μοναχές καί Δόκιμες Ἀδελφές. Τό μοναστήρι εὑρισκόταν σέ μεγάλες ὑλικές καί πνευματικές δυσκολίες, σέ μία κατάστασι ἀξιοκαδάκρυτη, σχεδόν σέ ἐρείπια. Ὑπῆρχαν δυσκολίες ἀνεφοδιασμοῦ τῶν ἀναγκαίων πραγμάτων ἐξ αἰτίας τῆς ἀποστάσεως μέχρι τό Τέϊους, γειτονικό χωριό μακριά 20 χιλιόμετρα. Αὐτή τήν ἀπόστασι τήν διήνυε μία φορά τήν ἑβδομάδα ὁ π. Δομέτιος μέ ἀρκετές Ἀδελφές μεταφέροντας στήν πλάτη τους τά πράγματα τῆς Μονῆς. Δέν ὑπῆρχαν τότε μέσα μεταφορᾶς, παρά μόνο ἕνα ἀλογάκι καί μία καρότσα, τελείως ἀνεπαρκῆ γιά νά μεταφέρουν στό μοναστήρι ὑλικά γιά τά ἐργαστήρια, τά τρόφιμα καί ἄλλα. Ὁ ποταμός Τζεοατζίου εἶχε 22 κρεμαστές στενές γέφυρες, τίς ὁποῖες ἔπρεπε νά περάση κάποιος γιά νά φθάση στό μοναστήρι. Ἐνίοτε, οἱ γέφυρες αὐτές εἶχαν σαπίσει (τά σχοινιά τους) καί ἔπρεπε νά περάσουμε μέσα ἀπό τό νερό.

Ἐπίσης ἡ ἀδελφότης ὑπέφερε ἀπό τήν ἔλλειψι καταλλήλου χώρου, τά κελλιά ἦσαν ὀλιγοστά γιά τά ἄτομα πού εἶχαν συγκεντρωθῆ σ᾿ αὐτόν τόν χῶρο. Τά ἐργαστήρια γιά χαλιά ἦσαν ἀκατάλληλα. Ὑπῆρχαν ὁμοίως μεγάλες δυσκολίες γιά τήν προμήθεια τροφῆς, ἐνδυμασίας καί φαρμακευτικῶν πρώτων βοηθειῶν.

Ὁ π. Δομέτιος δαπανοῦσε ὅλο τόν χρόνο του γιά τήν πνευματική ζωή τῶν Ἀδελφῶν, γιά τήν τροφή τους γιά νά μή τούς λείπη τίποτε τό ἀναγκαῖο, τίς παρηγοροῦσε πάντοτε, τίς ἐνίσχυε νά στέκωνται ἀνδρειωμένα στίς δύσκολες στιγμές τῶν πειρασμῶν καί τῆς ἀπελπισίας, τίς ἐδίδασκε τίς βαθμίδες τῆς μοναχικῆς ζωῆς καί πῶς νά τρέφωνται μέ τήν δυνατή τροφή τοῦ ψυχῆς, πού εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ δύναμις τῆς πειθοῦς του ἀπέναντι στίς Μοναχές προερχόταν ἀπό τό προσωπικό του παράδειγμα τῆς ὑπομονῆς στήν ἐργασία, τῆς ἀδιακόπου προσευχῆς, τῆς βαθειᾶς ταπεινώσεώς του, πού τά προσέφερε γιά τό καλό ὅλης τῆς Ἀδελφότητός του. Τήν ἴδια θερμή ἀγάπη καί καλωσύνη ἐπεδείκνυε καί στούς χριστιανούς τῶν γειτονικῶν ἐνοριῶν.

Ἀλλά αὐτές οἱ δυσχέρειες δέν ἦσαν τόσο ἀνυπέρβλητες, ὅσο τό διάταγμα 410 τοῦ ἔτους 1959, διά τοῦ ὁποίου τό μοναστήρι ἔπρεπε τό συντομώτερο νά ἐρημωθῆ. Σύμφωνα μ᾿ αὐτό τό κρατικό διάταγμα οἱ Ἀδελφές πού ἦσαν κάτω τῆς ἡλικίας τῶν 50 ἐτῶν, ἔπρεπε νά δια­σκορπισθοῦν μέχρι τήν ἄνοιξι τοῦ 1960 ἐπιστρέφοντας στά πατρικά τους σπίτια ἤ νά εἰσέλθουν ὡς ἐργαζόμενες μέ πολιτική περιβολή σέ ἐργοστάσια καί βιομηχανίες.

Ὁ π. Δομέτιος μέ τήν καρδιά τοῦ πνευματικοῦ πατρός αὐτῆς τῆς σκληρά τώρα δοκιμαζομένης ἀδελφότητος, ἐπίστευε θερμά ὅτι ὁ Θεός καί ἡ Κυρία Θεοτόκος θά τούς χαρίσουν μιά καλλίτερη ἡμέρα καί θά συγκεντρωθοῦν πάλι στό ἴδιο μοναστήρι γιά νά εἶναι πλήρης ἡ πνευμα­τική τους χαρά. Ἔτσι κι ἔγινε, μετά ἀπό 10 χρόνια περιπλανήσεως. Ὁ π. Δομέτιος τίς ἐνίσχυε πάντοτε, εἴτε διά τῆς προσωπικῆς του παρουσίας, εἴτε δι᾿ ἐπιστολῶν, ἐνῶ οἱ Ἀδελφές εἶχαν σκορπισθῆ σ᾿ ὁλόκληρη τήν Χώρα. Τόν καιρό ἐκεῖνο οἱ περισσότερες Ἀδελφές ἔμειναν στήν κοινότητα Τέϊους, ἐκεῖ πλησίον καί στήν πόλι Ἀϊούντ σέ μεγάλες ὁμάδες, πού ἐργάζοντο στούς ἀργαλειούς τήν κατασκευή χαλιῶν καί ὑφασμάτων. Ἀνάμεσά τους ἦτο καί ἡ ἀδελφή Ἱεροσολύμα, ἡγουμένη μέχρι σήμερα στό ἴδιο μοναστήρι. Αὐτό τό τμῆμα κατασκευῆς χαλιῶν ἐξαρτᾶτο ἀπό τόν συνεταιρισμό «Ρεκόρντ» τῆς πόλεως Ἀϊούντ.

Ὁ π. Δομέτιος δέν ἡσύχαζε χάριν τῶν μοναζουσῶν νά κτυπᾶ ξένες πόρτες καί νά ψάχνη νά ἐνοικιάση δωμάτια. Τέλος τούς ἀγόρασε δύο σπίτια στό Ἀϊούντ γιά νά κατοικοῦν ἐκεῖ μόνες τους οἱ Ἀδελφές.

Τήν περίοδο αὐτή τῆς κατεδαφίσεως τῶν ἱερῶν καθιδρυμάτων τῆς Χώρας, τά κτίρια τῆς μονῆς Ριμέτς ἁρπάχθηκαν ἀπό τό κράτος διά τῆς βίας καί μετετράπησαν σέ ὀρειβατικό καταφύγιο καί τόπους διασκεδάσεως.

Μετά ἀπό πολλές ἐπεμβάσεις, πού ἔγιναν ἐκεῖνο τόν καιρό, δόθηκε ἔγκρισι οἱ Ἀδελφές νά ἐπανέλθουν πρῶτα σάν λαϊκές μέ τό ἐργαστήριο κατασκευῆς χαλιῶν καί μέ τήν δέσμευσι ὅτι θά δοθῆ δουλειά καί στίς νέες τῶν γειτονικῶν χωριῶν. Τόν Μάρτιο τοῦ 1969 ἡ ὁμάς τῶν Ἀδελφῶν καί τῶν Δοκίμων ἐπέστρεψε στό μοναστήρι Ριμέτς. Τότε τό μοναστήρι ἐξαρτᾶτο κατ᾿ εὐθεῖαν ἀπό τήν μητρόπολι Τρανσυλβανίας, μέ ἕδρα τήν πόλι Σιμπίου, ὅπου μητροπολίτης ἦτο ὁ Νικόλαος Μλαντίν.

Ἀπό ἐκείνη τήν στιγμή ὁ Πατήρ ἄρχισε στό μοναστήρι μία πολύπλευρη δραστηριότητα, τόσον στά πνευματικά, ὅσον καί στά ὑλικά ἀγαθά. Στίς 16-17 Μαρτίου 1969 ὁ Πατήρ μαζί μέ τίς Ἀδελφές ἐγκρέμισαν τούς κατεστραμμένους τοίχους τοῦ παρεκκλησίου τῆς Μονῆς, τό ὁποῖο τό εἶχαν μετατρέψει σέ ὑπνοδωμάτια καί τό ἐπεσκεύασαν.

Οἱ μοναχές πού ἐπανῆλθαν στό μοναστήρι δέν ἦσαν ἀφεντικά, ἀλλά σάν ἐνοικιάρισσες, καθ᾿ ὅσον κατοικοῦσαν σ᾿ ἕνα τόπο μέ τούς τουρίστες. Στά δωμάτια τῶν μοναζουσῶν ἔμεναν τουρίστες. Μέσα σ᾿ ἕνα σταῦλο ὁ π. Δομέτιος μία νύκτα ἔκανε ἕνα ὑπόμνημα, τό ὁποῖον ὁ ἀδελφός του π. Μιχαήλ, παρεκάλεσε νά τό δημοσιεύσουν, ἐάν ἐγνώριζαν κάποιο κατάλληλο πρόσωπο. Αὐτό τό ὑπόμνημα ἄρχισε ὡς ἑξῆς: «Κύριε Πρόεδρε Τσαουσέσκου, οἱ πρόγονοί μας ἔφθασαν μέχρι τήν Βιέννη γιά νά ζητήσουν τήν ἐλευθερία τους, δώστε καί σ᾿ ἐμᾶς τήν ἐλευθερία μας ἀπό τό Βουκουρέστι, ὄχι ἀπό τήν Βιέννη». Καί στήν συνέχεια ἔλεγε τό κείμενο: «Διότι θέλουμε νά ἐπιστρέψουμε γιά νά κάνουμε ἕνα δημοτικό σχολεῖο γιά τά παιδιά τῶν περιχώρων καί ἕνα ὑφαντουργεῖο καί οἱ μοναχές, οἱ ὁποῖες εἶναι πολύ εἰδικευμένς καί ἐργατικές θά εἶναι καί οἱ τεχνήτριες πού θά διδάξουν τίς κοπέλλες τῶν γειτονικῶν χωριῶν». Ἡ ἡγουμένη Μοναχή Ἱεροσολύμ,α ἐπῆρε τό ἔγγραφο αὐτό καί ἐπῆγε στήν Κεντρική Ἐπιτροπή τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργείου στό Βουκουρέστι τό ἔτος 1970. Ἡ Γερόντισσα αὐτή εἶναι ἡ μοναδική μοναχή πού διαθέτει τόση ἀνδρεία καί ἐπιμονή στούς ἀγῶνες της γιά τόν μοναχισμό καί τήν Πίστι. Μπῆκε τό πρωΐ στό γραφεῖο τῆς ἀνωτέρω Ἐπιτροπῆς. Ὁ Ὑπεύθυνος τῆς φρουρᾶς εἰδοποίησε τήν ὁμάδα τῶν στρατιωτῶν νά τήν βγάλουν ἔξω διά τῆς βίας. Τότε ἐκείνη τούς εἶπε: «Τραβᾶτε ὅσο θέλετε, δέν θά σταματήσω ἐδῶ...Θέλω νά ὁμιλήσω μέ τόν κ. Τσαουσέσκου». Τότε ἦτο μέ τά λαϊκά ροῦχα. Δέν ἐπιτρεπόταν νά πλησιάση ἐκεῖ μέ τά ράσα της. Τελικά ἐπέτυχε καί μπῆκε στό γραφεῖο τοῦ κ. Παύλου Νικουλέσκου, ἑνός διαπρεποῦς κομμουνιστοῦ. Ἔκανε μπροστά του τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ καί εἶπε: «Κύριε καί Θεέ μου, ἐάν στόν Παράδεισο εἰσέρχεται κάποιος σάν σέ ἐσᾶς ἐδῶ, μέ τόσα ἐμπόδια, τότε κανείς δέν πρόκειται νά σωθῆ». Τότε ὁ ὑπουργός πού τήν ἄκουσε τῆς εἶπε:

-Γυναῖκα, εἶσαι τρελλή;
-Δέν εἶμαι τρελλή. Εἶμαι καλά στά μυαλά μου, ἀλλά ἔχω ἕνα ὑπόμνημα καί ζητῶ ὅπως ἐπιτρέψετε καί ἐμεῖς νά ἔχουμε τό μοναστήρι μας στήν Τρανσυλβανία, ὅπου σήμερα δέν ὑπάρχει κανένα μοναστήρι.
-Δεῖξε μου τό ὑπόμνημα.
Αὐτό τό κείμενο εἶχε γραφτῆ καί ὑπογραφῆ ἀπό τόν π. Δομέτιο. Τόν ἐντυπωσίασε ἡ παρρησία αὐτῆς τῆς γυναίκας (μοναχῆς) καί τῆς εἶπε:
-Στάσου ἐδῶ καί θά τελειώσω ἐγώ τήν ὑπόθεσί σου.
Ἡ ἡγουμένη Ἱεροσολύμα τοῦ εἶπε: «Δέν ἔχω ἐμπιστοσύνη στήν ἀφεντιά σου, πρέπει νά φθάσω μέχρι τόν Τσαουσέσκου.

-Γυναῖκα, θά σέ βοηθήσω ἐγώ. Καί τήν ἔστειλε στόν πρόεδρο τοῦ Τμήματος Θρηκειῶν καί σέ 10 λεπτά τό χαρτί ἐγκρίθηκε, τό μοναστήρι ἀναγνωρίσθηκε καί ἡ Γερόντισσα Ἱεροσολύμα ἐπέστρεψε στό Ριμέτς. Ὁ π. Δομέτιος ὅταν εἶδε αὐτό τό θαῦμα, ἐπῆρε ἀμέσως τίς Ἀδελφές ἀπό τήν πόλι Ἀϊούντ, τούς ἔδωσε μέ χαρά τά δωμάτιά τους, ἐγκρέμισε τούς τοίχους τοῦ ταβερνείου τῶν τουριστῶν καί ἔκαμε τήν πρώτη Θεία Λειτουργία. Δίπλα, ὅπου λειτούργησε ὁ π. Δομέτιος ὑπῆρχε ἄλλο νυκτερινό κέντρο τῶν τουριστῶν. Μία φορά δέν ἄντεξε. Μετά τήν Θεία Λειτυουργία, ντυμένος τά ἱερατικά του ἄμφια καί μέ τά Τίμια Δῶρα στό Ἅγιο Ποτήριο κατέβηκε κάτω στό μαγαζί αὐτό. Δέν φοβόταν κανέναν, διότι εἶχε μαζί του τόν Χριστό καί τούς ἀνάγκασε ὅλους νά ἐξέλθουν ἀπό ἐκεῖ καί νά μή γυρίσουν διότι κανείς ἀπ᾿ αὐτούς δέν ἐφοβεῖτο τόν Θεό. Σιγά-σιγά ἡ Ἀδελφότης αὐξήθηκε, οἱ μοναχές ἔφθασαν τίς 40 καί δέν εἶχαν οὔτε τόπο νά κοιμηθοῦν. Στήν ἀρχή ἐκοιμοῦντο σ᾿ ἕνα διάδρομο ἑπτά μαζί σέ δύο ξύλινα κρεββάτια.

Τό ὀρειβατικό καταφύγιο καί ἡ «καντίνα», τά ὁποῖα εὑρίσκοντο στό μέσον σχεδόν τῆς αὐλῆς τοῦ μοναστηριοῦ ἐμπόδιζαν πολύ τήν ζωή τῶν μοναζουσῶν. Μή ἠμπορῶντας νά ὑπομείνουν ἄλλο αὐτό τό εἶδος τῆς κολάσεως στόν περίβολο τῆς μονῆς Ριμέτς, πού ἦτο πολύτιμο ἱστορικό καί θρησκευτικό μνημεῖο τοῦ ρουμανικοῦ παρελθόντος στήν Τρανσυλβανία, ὁ π. Δομέτιος ἔκαμε πολυάριθμα διαβήματα, μέ ἀρκετούς κινδύνους σ᾿ ὅλες τίς ἀνώτερες ἐκκλησιαστικές καί κρατικές Ἀρχές, μέχρι καί τόν πρόεδρο τῆς Χώρας, ἀναφερόμενος στήν δύσκολη κατάστασι στήν ὁποία εὑρίσκεται τό μοναστήρι του.

Στίς 12 Ἰουλίου 1969 κτίσθηκε τό μουσεῖο τῆς Μονῆς. Ὁ Πατήρ ἐβοήθησε στόν ἐμπλουτισμό αὐτοῦ μέ ξύλινες εἰκόνες καί ἄλλες ἀπό τζάμι, τίς ὁποῖες συγκέντρωσε ἀπό τίς γειτονικές περιοχές ἤ καί ἀπό ἄλλα μέρη, εἴτε διά χρημάτων εἴτε τοῦ ἐδόθησαν δωρεάν. Συγκεντρώθηκαν παντός εἴδους ἀντικείμενα ἐθνογραφικά, νομίσματα, ἔγγραφα καί ἄλλα.

Κατόπιν ἄρχισε ἡ κατασκευή τοῦ ἐργαστηρίου τῶν ταπήτων γιά νά ἠμποροῦν οἱ Ἀδελφές νά ἐργάζωνται καί νά ἐξοικονομοῦν τά πρός τό ζῆν. Αὐτό τό κτίριο ἐτελείωσε τό 1970. Ἐκεῖνο τόν καιρό ἱδρύθηκε ἕνα κτίριο γιά «καντίνα» ἔξω ἀπό τό τεῖχος τῆς μονῆς, ἐνῶ ὁ χῶρος, ὅπου μέχρι τότε ἐχρησιμοποιεῖτο, μετετράπη σέ τραπεζαρία τῶν Ἀδελφῶν. Μετά ἀπό μερικούς μῆνες μπῆκαν τά θεμέλια δίπλα στό μοναστήρι γιά τήν ἵδρυσι δημοτικοῦ σχολείου γιά τά παιδιά τῶν γειτονικῶν χωριῶν.Ἐν ὄψει δημιουργίας αἰσιοδόξων προϋποθέσεων γιά τίς Ἀδελφές, ἱδρύθηκαν στήν συνέχεια, τήν ἴδια περίοδο, μία τράπεζα μέ μαγειρεῖο, ἕνα ἀρχονταρίκι, τό ἡγουμενεῖο, τά γραφεῖα καθώς καί μία πτέρυγα μέ 12 κελλιά. Ἐπίσης κτίσθηκαν καί δύο οἰκίες γιά τούς ἑκάστοτε ἐφημερίους ἱερεῖς τῆς Μονῆς καί τῶν περιχώρων. Λόγῳ τῆς ἀθεϊστικῆς κρατικῆς γραμμῆς, ὅλα τά οἰκοδομήματα κτίσθηκαν χωρίς χαρτιά ἤ τήν ἔπίσημη ἔγκρισι τῆς Πολιτείας.

Ἐφύτευσαν ὀπορωφόρα δένδρα πλησίον τῆς Μονῆς, ὅπου τοποθέτησαν ἐκεῖ κοντά καί 20 κυψέλες. Ἐπίσης ἔφτιαξαν λίμνη μέ ψάρια καί ἔκτισαν σταῦλο γιά ζῶα.

Κατόπιν ἔβαλαν τό ἠλεκτρικό ρεῦμα μέ τήν βοήθεια τοῦ Πατριαρχείου καί τήν ἔγκρισι τῆς Διευθύνσεως ἐπί τῶν θεμάτων Λατρείας τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργείου καί τήν ὑλική ὑποστήριξι τῆς Μητροπόλεως Σιμπίου. Οἰκονομικά συνέβαλλε καί τό μοναστήρι μέ τήν πώλησι τῶν ἔργων τῶν μοναζουσῶν.

Στήν συνέχεια τῶν δραστηριοτήτων γιά τήν βιοποριστική κάλυψι τῶν Ἀδελφῶν ἔγιναν οἱ ἐγκαταστάσεις γιά τήν μεταφορά ποσίμου ὕδατος καί τήν ἐγκατάστασι κεντρικῆς θερμάνσεως, πού ἐκάλυψε ὅλα τά κτίρια τῆς μονῆς.

Ταυτόχρονα ὁ Πατήρ ἀσχολήθηκε καί μέ τήν διαδικασία ἐξωραϊσμοῦ καί ἀνακαινίσεως τῆς παλαιᾶς ἐκκλησίας, πού εἶναι ἕνα ἀπό τά σπουδαιότερα ἱστορικά καί θρησκευτικά μνημεῖα τῆς Ρουμανίας.

Ὁ π. Δομέτιος δέν εἶχε εἰρήνη καί ἡσυχία, ὅσο καιρό οἱ Ἀδελφές δέν εἶχαν τά ἀναγκαῖα κτίσματα καί ἀγαθά γιά τήν ἀπερίσπαστη προσευχή τους. Γιά νά ἐπιλύση ὁριστικά αὐτό τό πρόβλημα, σέ συννενόησι μέ ἀνώτατα ὄργανα τοῦ νομοῦ Ἄλμπα καί τήν ἔγκρισι τοῦ Τμήματος Λατρείας τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργείου καί τῆς μητροπόλεως Σιμπίου, ἀνοικωδόμησε ἐκ θεμελίων ἕνα ὀρειβατικό καταφύγιο, 800 μέτρα ὑψηλότερα ἀπό τήν μονή, βάσει σχεδίου τοῦ ἁρμοδίου ὀργανισμοῦ. Ἐπίσης δόθηκε ἡ ἔγκρισις καί γιά τήν λειτουργία γηροκομείου γιά συνταξιούχους ἱερεῖς. Ἡ στέγασίς τους ἐπετεύχθηκε μέ πολλούς κόπους ἀπό τόν π. Δομέτιο, στά κτίρια πού μέχρι τότε ἐχρησιμοποιοῦντο γιά ὀρειβατικό καταφύγιο, δεδομένου ὅτι ὁ ἴδιος δέν εἶχε χρήματα ἀπό πουθε­νά νά κάνη καινούργια κτίρια. Ἡ προσπάθεια αὐτή πραγματοποιήθηκε μετά τήν κοίμησι τοῦ Πατρός.

Γιά ὅλα αὐτά τά ἔργα ὁ π. Δομέτιος κατέβαλλε πολλές προσπάθειες ἐργαζόμενος καί ὁ ἴδιος σκληρά δίπλα στίς Ἀδελφές καί στούς ἐργάτες. Στήν μεταφορά ὑλικῶν γιά τήν κατασκευή τοῦ ὀρειβατικοῦ καταφυγίου, προκειμένου νά προστατεύση τά αἱματωμένα χέρια του, φοροῦσε γιά γάντια χονδρές μάλλινες κάλτσες. Κάθε ἡμέρα ἐδούλευε μέ τό φτυάρι καί τό καρότσι μεταφέροντας ὑλικά δίπλα στίς οἰκοδομές, δίνοντας ταυτόχρονα καί ἕνα ἀξιοτίμητο παράδειγμα!

Παρ᾿ ὅλες αὐτές τίς ἀπασχολήσεις, δέν σταματοῦσαν καί οἱ γνωστές ἑπτά ἐκκλησιαστικές Ἀκολουθίες τοῦ νυχθημέρου, διότι τήν νύκτα τελοῦσαν τόν ὄρθρο καί τήν Πρώτη Ὥρα, ἐνῶ τό πρωΐ ἐδιάβαζαν τούς Χαιρετισμούς, τίς ὑπόλοιπες Ὧρες καί τήν Θεία Λειτουργία καθημερινά. Τό βράδυ, ἀφοῦ σταματοῦσαν τά ἐξωτερικά οἰκοδομητικά ἔργα, κτυποῦσε ἡ καμπάνα γιά τόν Ἑσπερινό καί σέ λίγο γιά τόν Ὄρθρο, σύμφωνα μέ τό ἐκκλησιαστικό τυπικό. (Ὁ ὄρθρος καί ἡ πρώτη Ὥρα τελοῦνται τίς βραδυνές ὧρες, δύο ὧρες συνήθως μετά τόν Ἑσπερινό). Παρότι ἦτο κουρασμένος, στήν Ἀκολουθία ἦτο πολύ ἀκριβής καί τήν ἐπιτελοῦσε μέ θέρμη ψυχῆς καί ἱερό ζῆλο ἐπιμένοντας πάντοτε νά συμμετέχη ὅλη ἡ ἀδελφότης μέ μεγάλη προσοχή σ᾿ αὐτά πού ψάλλονται καί διαβάζονται.

Στίς διακοπές πού ὑπῆρχαν ἀνάμεσα στίς Ἀκολουθίες θυσίαζε τήν ἀνάπαυσί του καί ἀξιοποιοῦσε τόν χρόνο του ἐκτελῶντας διάφορες οἰκοκυρικές ἐργασίες, ὅπως νά σκάψη τούς κήπους, νά φέρη ξύλα ἀπό τό δάσος καί ἄλλες. Συχνά τόν εἶδαν νά πηγαίνη καί νά σπάζη πέτρες στό βουνό γιά νά κτισθοῦν ἡ τραπεζαρία, τό μαγειρεῖο καί ἄλλα κτίρια. Ἄλλοτε τόν εἶδαν νά περνᾶ τόν ποταμό Ριμέτς βουτηγμένος στό νερό μέχρι τήν ζώνη του, μαζί μέ ἄλλους χριστιανούς προσπαθώντας νά κατρακυλήσουν πέτρες, πού μετακινοῦσαν ἀπό τά γειτονικά βουνά γιά νά στερεώσουν τήν ὄχθη δίπλα στό μοναστήρι καί νά διευκολύνουν τήν προσέγγισι λεωφορείων στήν μονή.

Ἐδῶ στό Ριμέτς ἐπί 16 χρόνια, μέχρι τό κεραυνοβόλο τέλος του, ἀγωνιζόταν κάθε ἡμέρα κατά τρόπο θυσιαστικό γιά νά κάνη εὐκολώτερη τήν κατοίκησι τῶν πνευματικῶν του τέκνων.

Σάν ἱερεύς τῶν χωριῶν τῆς κοινότητος Ριμέτς λειτουργοῦσε μόνο σέ πέντε ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖες τόν χειμῶνα δέν εἶχαν θέρμανσι. Αὐτές τίς ἐκκλησίες ἀνέλαβε καί τίς ἐστόλισε μέ καινούργιες εἰκόνες, τίς ἁγιογράφησε καί τίς ἐσκέπασε μέ καινούργια ὑλικά. Στήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ Βάλεα ἵδρυσε δύο σπίτια γιά ἱερεῖς καί ἐξωράϊσε τήν ἐκκλησία, στήν ὁποία λειτουργοῦσε ἐπί 9 χρόνια.

Ἐξ αἰτίας τῶν μεγάλων ἀποστάσεων μεταξύ τῶν ἐκκλησιῶν καί τοῦ ὀρεινοῦ ἐδάφους, μέ ἀπότομες κατηφοριές, κατέβαλλε μεγάλες προσπάθειες γιά νά φθάση στόν προορισμό του. Γιά παράδειγμα, γιά νά φθάση στήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ Ὀλτένι περνοῦσε ἀπό δύο-τρεῖς ὀρεινές δύσκολες διαβάσεις καί ἦτο ἀναγκασμένος ν᾿ ἀλλάξη δύο φορές τό ὑποκάμισό του μέχρι νά φθάση ἐκεῖ. Πολλές φορές, ἀφοῦ ἔφθανε ἱδρωμένος στήν ἀντίστοιχη ἐνορία μή ἔχοντας ἄλλη φανέλλα ν᾿ ἀλλάξη, φοροῦσε μόνο τό ζωστικό του. Μετά φοροῦσε τά ἱερά ἄμφιά του καί λειτουργοῦσε, παρατηρῶντας συχνά νά ἐξέρχωνται ἀτμοί ἀπό τό σῶμα του, ἰδιαίτερα τόν χειμῶνα, ὅταν τό κρῦο ἦτο ἀνυπόφορο μέσα στήν ἐκκλησία.

Τίς Κυριακές, ὅταν ἀνέβαινε στίς ἐνοριακές ἐκκλησίες, συνωδευόταν ἀπό πολλούς Χριστιανούς, πού ἤρχοντο ἀπό μακριά γιά νά συμμετάσχουν στίς Ἀκολουθίες πού θά ἔκανε. Στήν ἐκκλησία τόν περίμεναν οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ, μερικοί τῶν ὁποίων ζητοῦσαν νά ἐξομολογηθοῦν. Κατόπιν ἄρχιζε τόν ὄρθρο καί ἀκολουθοῦσε ἡ Θεία Λειτουγία. Ἐκήρυττε πάντοτε. Στό τέλος ἔκανε μνημόσυνο καί μετά τήν Λειτουργία ἐπήγαινε στά σπίτα τους καί στίς σκηνές τῶν χωρικῶν γιά νά τούς εὐχηθῆ, κατά τήν συνήθεια τοῦ τόπου. Ἐπειδή οἱ ἀποστάσεις ἦσαν μεγάλες ἀπό τό ἕνα σπίτι στό ἄλλο, ὁ Πατήρ ἐτελείωνε ἀργά αὐτή τήν ἐξαντλητική ποιμαντική ἐργασία του. Ἐπέστρεφε στό μοναστήρι τίς νύκτες μέ τά ἐσώρουχά του ποτισμένα στόν ἱδρῶτα, ἐξασθενημένος ἀπό τήν ὑπερκόπωσι, ἀλλά εὐτυχισμένος, διότι ἐπετέλεσε τό καθῆκον του. Οὐδέποτε ὁ π. Δομέτιος ἔπαιρνε χρήματα ἀπό πτωχούς ἀνθρώπους γιά τίς ὁποιεσδήποτε ἀκολουθίες πού τούς ἔκανε, παρότι αὐτοί δέν ἦσαν εὐχαριστημένοι νά βλέπουν τόν Πατέρα νά φεύγη ἀπό τό σπίτι τους μέ ἄδεια τά χέρια του. Γιά νά μή τούς στενωχωρῆ, δεχόταν μικρά δῶρα, ὅπως τυρί, γάλα καί αὐγά καί ἄλλα παρόμοια, τά ὁποῖα ἔβαζε στήν πλάτη του καί τά μετέφερε στήν ἀδελφότητα τῆς μονῆς του. Ἦτο ἀγαπητός ἀπ᾿ ὅλους τούς χωρικούς, διότι, ὅπως ὁμολογοῦσαν καί οἱ ἴδιοι, οὐδέποτε εἶχαν τέτοιο Πατέρα, ὁ ὁποῖος νά τούς βοηθῆ καί νά δείχνη τόση κατανόησι στίς ἀνάγκες τους καί χωρίς νά τούς ἐπιβαρύνη μέ κάτι.

Προσπαθοῦσε ὁ π. Δομέτιος νά βοηθήση τόν λαό νά συμμετέχη ἐνεργῶς στίς Ἀκολουθίες μέ κατάνυξι καί συναίσθησι. Φιλόμουσος καί ἐξαιρετικός ψάλτης, ὅπως ἦτο, ἐδίδασκε τούς Χριστιανούς καί τούς προέτρεπε νά ψάλλουν ὅλοι μαζί.

Οὐδέποτε ἔπαιρνε ἄδεια γιά ξεκούρασι καί σωματική του ἀνάπαυσι ἀπό τήν ἐκκλησιαστική του Ἀρχή, οὔτε μετέβαινε σέ ἰαματικά λουτρά νά φροντίση γιά τήν ὑγεία του.

Συμμετεῖχε δραστήρια στίς διοικητικές συνεδριάσεις καί τά προγράμματα πού ὠργανώνοντο ἀπό τό ἐπαρχιακό κέντρο, ὑποστηρίζοντας θέματα μέ τά ὁποῖα διεκδικοῦσε τό δίκαιο. Ἐπίσης ἀκολούθησε μαθήματα ἱεραποστολικῆς ποιμαντικῆς πού ἔγιναν στήν πόλι Κούρτεα τοῦ νομοῦ Ἄρντζες.

Στίς 12 Δεκεμβρίου 1974 μέ τήν ἀπόφασι τοῦ ἀριθμοῦ ἐγγράφου 4200 τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ρουμανικῆς Ἐκκλησίας, τοῦ ἀπονεμήθηκε ὁ τίτλος τοῦ ἀρχιμανδρίτου.

Περιγραφές γιά τήν προσωπικότητά του
Ἱεροκῆρυξ: Μετά ἀπό κάθε Θ. Λειτουργία ἐκήρυττε μέ φλόγα καί μέ μία ἰδιαίτερη δύναμι πειθοῦς, καί ἐσφράγιζε τά ὅσα ἔλεγε μέ τά ἁγία βιοτή καί τό παράδειγμά του. Τίς Κυριακές καί τίς μεγάλες ἑορτές ἄρχιζε τό ἀπόγευμα, ὥρα 5 τό ἱερό Εὐχέλαιο, τό ὁποῖον καί ἐτελείωνε μ᾿ ἕνα σύντομο κήρυγμα, ἀναφορικά συνήθως μέ τήν δύναμι αὐτοῦ τοῦ Μυστηρίου. Κατόπιν δεχόταν στήν ἐξομολόγησι τούς Πιστούς, μερικοί ἀπό τούς ὁποίους εἶχαν ἔλθει ἀπό τήν προηγούμενη βραδυά. Ἐάν ὁ καιρός ἦτο καλός, ἐξ αἰτίας τοῦ πλήθους τῶν προσκυνητῶν, ἡ Θεία Λειτουργία ἐτελεῖτο ἔξω στήν αὐλή σέ ὑπάρχουσα Τράπεζα, κάτω ἀπό τό μεγάλο δένδρο πού λέγεται Ἀκακία.

Φιλόξενος: Ἰδιαίτερα στίς ἑορτές, ὅταν ὁ ἀριθμός τῶν προσκυνητῶν ἦτο μεγαλύτερος, καί οἱ χῶροι γιά φιλοξενία εἶχαν ὅλοι καταληφθῆ, ὁ Πατήρ δέν εἶχε ἡσυχία μέχρις ὅτου νά τακτοποιήση καί τόν τελευταῖο χριστιανό ἔστω σέ κάποια γωνία γιά ἀνάπαυσι. Τό κελλί του, - ἄν ἠμποροῦμε νά τό ὀνομάσουμε δικό του - διότι ἔμενε μαζί μέ τούς πατέρες Βαρσανούφιο καί Φιλόθεο - ἦτο ἀπό τήν ἀρχή σχεδόν κατάμεστο μέ παιδιά, γέρους καί ἀσθενεῖς. Τό ἴδιο συνέβαινε καί στά κελλιά τῶν καλογραιῶν. Σ᾿ αὐτές τίς περιστάσεις ἡ τραπεζαρία, οἱ διάδρομοι, ἀκόμη καί τά παρεκκλήσια εἶχαν προσφερθῆ στούς χριστιανούς γιά ἀνάπαυσι, ἐνῶ ὁ Πατήρ εὐχαριστιόταν νά κάθεται λίγο σ᾿ ἕνα σκαμνί ἤ κάτω μέσα στό ἱερό Βῆμα.

Μετριόφρων: Ἦτο ἁπλοῦς καί λιτός στήν ἐνδυμασία του, στήν συμπεριφορά καί στήν τροφή του. Εἶχε μόνο μία στολή ρούχων, τά ὁποῖα τοῦ τά ἔδιναν σάν δῶρο ἤ ἀπ᾿ αὐτά πού ἔδιναν οἱ μοναχές στούς πτωχούς. Ἡ τροφή του ἦτο, ὡς ἐπί τό πλεῖστον χόρτα καί τίς περισσότερες φορές εὐχαριστιόταν νά τρώγη μαμαλίγκα, ψωμί, κρεμμύδια ἤ βραστές πατάτες.

Ἐλεήμων καί γενναιόδωρος: Ἦτο ἕνα ζωντανό παράδειγμα αὐταπαρνήσεως καί προσφορᾶς γιά ὅλη τήν ἀδελφόρτητα πού ἐποίμαινε καί γιά ὅλους ὅσοι τόν ἐγνώριζαν. Ἀπό κάθε τί πού ἐλάμβανε, τό καλλίτερο καί τό ὡραιότερο τό ἔδινε στούς ἄλλους, ἐνῶ γιά τόν ἑαυτό του κρατοῦσε τό χειρότερο καί πολλές φορές τίποτε. Ποτέ δέν εἶχε ἡσυχία, ὅταν εἶχε κάποιο πρᾶγμα περισσότερο ἀπό τούς ἄλλους καί ἐγνώριζε ὅτι ἄλλοι ἄνθρωποι αὐτό τό στεροῦνται. Ἦτο τόσο ἐλεήμων, ὥστε ἔδινε καί τά ροῦχα του ἀκόμη, ἄλλοτε ἔβγαζε καί τίς κάλτσες ἀπό τά πόδια του, ὅταν ἔβλεπε κάποιον νά μήν ἔχη κάλτσες. Κανείς δέν ἀναχωροῦσε ἀπό τό μοναστήρι, ἀπ᾿ αὐτούς πού εἶχαν κάποια ἀνάγκη, ὅπως πτωχοί, πεινασμένοι καί πνευματικά ἀπαρηγόρητοι. Δέν ἔκανε διάκρισι ἐάν οἱ ἐρχόμενοι ἦσαν ρουμᾶνοι ἤ τσιγγᾶνοι. Πολλές φορές ἔβαζε χρήματα στίς τσέπες τῶν πτωχῶν πού ἔπερεπε νά ταξιδεύσουν ἤ εἶχαν ἄλλες ἐπείγουσες ἀνάγκες.

Καθοδηγός στόν καλό δρόμο. Μέ τήν δύναμι τῆς πειθοῦς του ὡδη­γοῦσε τούς ταραγμένους μεταξύ τους ἀνθρώπους στήν συμφιλίωσι. Ὄχι μιά φορά, ἀλλά πολλές φορές εὑρίσκοντο ἔξω στήν αὐλή τοῦ μοναστηριοῦ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐπερίμεναν τόν π. Δομέτιο νά τούς εἰρηνεύση.

Ἄνθρωπος τῆς θυσίας: Τό σημαντικώτερο πρόσωπο μέσα στήν ἀδελφότητα, πού δέν ἐκάμπτετο μπροστά σέ ὁποιαδήποτε δυσκολία, ἦτο ὁ π. Δομέτιος. Ὅπου ὑπῆρχε δυσκολία στήν ἐξεύρεσι λύσεως γιά κάποιο πρόβλημα, ἀκόμη καί γιά τά πιό ἀσήμαντα ἔργα, ἦτο παρών ὁ ἴδιος μέ τήν ἴδια πάντα διάθεσι γιά θυσίες καί περιπέτειες μέχρι θανάτου. Ὅσο δύσκολη ἔπεφτε ἐπάνω στούς ὤμους του μία ἐργασία, ἡ ὁποία προκαλοῦσε στούς ἄλλους ἀποστροφή ἤ ὑπερβολικό κόπο, γιά τόν π. Δομέτιο ἦτο δυνατή ἡ ἐπίλυσίς της μέ τήν θεία βοήθεια.

Ἄνθρωπος προσευχῆς: Συνιστοῦσε μέ ἐπιμονή τόσο στίς μοναχές, ὅσο καί στούς χριστιανούς νά προσεύχωνται ἀδιάκοπα καί μέ ὅλη τήν δύναμι τῆς πίστεώς τους. Τούς προέτρεπε τήν σύντομη μονολόγιστη εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, ἡ ὁποία σύντομα ἀνάβει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἔλεγε ὅτι ὁλόκληρη ἡ ζωή μας πρέπει νά γίνη μία ἀένναη προσευχή.

Δέν ἔχανε καμμία εὐκαιρία νά συμβουλεύη τά πνευματικά του τέκνα νά ἔχουν ἀνάμεσά τους εἰλικρινεῖς διαθέσεις γιά ὅλα τά θέματα.

Θεωροῦσε τήν ὑπακοή πού γίνεται μέ ταπείνωσι καί εὔθυμη καρδιά σάν ἕνα καθαρό ἀναίμακτο μαρτύριο.

Στά κηρύγματά του πολεμοῦσε μέ ἀδιάσειστα ἐπιχειρήματα αὐτούς πού ἀπεκόπτοντο ἀπό τό Σῶμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ἀναμειγνύοντο στίς αἱρέσεις. Πολλούς αἱρετικούς ἐπέστρεψε ἀπό τίς πλάνες τους. Ὅσα χρόνια λειτουργοῦσε στά χωριά ἐκεῖνα τῆς Τρανσυλβανίας, δέν ὑπῆρχαν αἱρέσεις καί αἱρετικοί.

Γιά τά τυχόν μικρά σφάλματα, τά ὁποῖα ἔκανε σάν ἄνθρωπος, κατά τίς πολλές φροντίδες του γιά τήν ἀδελφότητα τῶν μοναζουσῶν, οἱ ὁποῖες ἐνίοτε τόν στενοχωροῦσαν, ἐστενοχωρεῖτο κι αὐτός καί γρήγορα ἐπέστρεφε μετανοημένος. Ζητοῦσε συγχώρησι γιά νά μή παραμείνη ἔστω ἡ παραμικρή κρυφή πληγή ἀγιάτρευτη μέσα του.

Σ᾿ ὅλες τίς δραστηριότητές του ἦτο πάντοτε πρόθυμος καί συνεπής, ἰδιαίτερα στίς ὑποχρεώσεις του στήν ἐκκλησία, στήν τραπεζαρία καί στήν ἐπιστασία του στά διακονήματα.

Μαθητές τοῦ π. Δομετίου

Ὁ π. Δομέτιος καθωδήγησε, ἐνεθάρρυνε καί ἀκόμη ἐβοήθησε ὑλικά πολλούς νέους, μαθητές καί θεολόγους φοιτητές, γιά μία ἀληθινή ἱερατική διακονία, πού νά διαπνέεται ἀπό τό πνεῦμα τῆς θυσίας καί νά καίγεται ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἀνάμεσά τους ἀριθμοῦνται ὁ π. Θεόδωρος Μπουρκούς ἀπό τό Σιμπίου, ὁ π. Φιλόθεος Στόϊκα, πού ἀνα­δείχθηκε ἕνας ἄξιος διάδοχός του στήν ἐπαρχία τοῦ Ριμέτς καί ἄλλοι.

Ὁ προσανατολισμός τοῦ π. Μιχαήλ Μανωλάκε, μικροτέρου ἀδελφοῦ του, πρός τήν ἱερωσύνη ἦτο ἔργο τοῦ π. Δομετίου, ὁ ὁποῖος τόν καθωδήγησε ἀπό μικρό παιδί στήν ἐκκλησιαστική σχολή.

Σημαντική θέσι στήν ἱεραποστολική προσφορά τοῦ π. Δομετίου ἔχει καί ὁ π. Βαρσανούφιος Στιρμπάν, ὁ ὁποῖος τόν ἀκολούθησε ἀπό τήν ἀρχή σ᾿ ὅλες τίς δοκιμασίες τοῦ βίου του, ἀφ᾿ ὅτου ἦτο ἀκόμη μαθητής καί συνεργάτης του καί κατόπιν συλλειτουργός του γιά ἕνα διάστημα μαζί του στό μοναστήρι Ριμέτς.

Τέλος, ἕνας ἄλλος ἔμμεσος μαθητής εἶναι ὁ π. Ἰωακείμ Πόπα, διάδοχός του ἐφημέριος στήν ἴδια Μονή καί στό χωριό Πλεάσια τῆς κοινότητος Ριμέτς, ὁ ὁποῖος κοπιάζει μέ σύνεσι καί φλόγα νά δυναμώση ἀκόμη πιό πολύ τό ἀναμμένο φῶς στό μοναστήρι Ριμέτς μέ τόση θυσία, ὅση καί ὁ π. Δομέτιος.

Ἡ κοίμησίς του

Ἡ ὑγεία τοῦ π. Δομετίου εἶχε πολύ ἐξασθενήσει ἐξ αἰτίας τῶν ἀκαταπαύστων ἀγώνων του, χωρίς καμμιά λύπησι καί ἐγκράτεια σ᾿ αὐτά τά 26 χρόνια, στά ὁποῖα ἐργάσθηκε σάν ἱερεύς καί Πνευματικός μέ μία τόσο μεγάλη ἱεραποστολική δραστηριότητα. Οἱ πορεῖες του στά βουνά, χειμῶνα-καλοκαίρι γιά τήν ἐπίσκεψι τῶν ἐνοριακῶν ἐκκλησιῶν, πού δέν εἶχαν θέρμανσι, οἱ νηστεῖες του, οἱ ἀδιάκοποες ἀκολουθίες καί οἱ ἐνθουσιώδεις ψαλμωδίες του, οἱ ἑκούσιες στερήσεις του προκειμένου νά βοηθήση τούς ἄλλους στίς ἀνάγκες τους, ὅλα αὐτά καί ἄλλα πολλά τόν κατέβαλλαν σωματικά. Ἀκόμη ἔπρεπε νά ὑπομείνη μία χειρουργική ἐπέμβασι στόν λαιμό καί μέ τήν ἀφορμή αὐτή τοῦ ἐμφανίσθηκε μία παλαιά καρδιακή πάθησις.

Παρότι συνέχιζε νά ἐκπληρώνη ὅλα τά καθήκοντά του, χωρίς ἰδιαίτερες ἐνοχλήσεις, ὁ Πατήρ αἰσθανόταν πολύ κουρασμένος καί καταβεβλημένος, παρά τήν φυσική δυναμικότητά του.

Τήν νύκτα τοῦ Νέου Ἔτους 1975 στό κήρυγμά του, μεταξύ τῶν ἄλλων, εἶπε καί τά ἑξῆς: «Τί νά εἶναι αὐτό, ἀδελφοί; Ὅταν ἄρχισα νά κοιμᾶμαι, εἶδα ἕνα καινούργιο τάφο, ἀδειανό, μ᾿ ἕνα σταυρό στήν κορυφή του, ἐνῶ ἐγώ ἤμουν δίπλα του. Τίνος νά εἶναι ἄραγε αὐτός ὁ τάφος; Καί τήν χρονιά ἐκείνη ἀπέθανε.

Τήν ἑβδομάδα ἐκείνη πρό τοῦ τέλους του ἐκήρυττε καθημερινά στήν τράπεζα τοῦ φαγητοῦ, ἐνίοτε ἀκόμη καί στό πρωϊνό ρόφημα τῶν καλογραιῶν του. Τούς ἔδινε, ὅσο ποτέ ἄλλοτε, περισσότερες συμβουλές.

Οἱ πλημμῦρες ἀπό τίς ἀρχές τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1975 κατέστρεψαν τόν δρόμο πρός τό χωριό Τέϊους σέ πολλά σημεῖα, καθώς καί τίς κρεμαστές γέφυρες πού εἶχαν κρεμαστῆ μέ σχοινιά στόν ποταμό Τζεοατζίου, ἀπομονώνοντας ἔτσι τό μοναστήρι. Οἱ μεγάλες του προσπάθειες ἐκεῖνες τίς ἡμέρες γιά ἐπιδιορθώσεις τοῦ προκάλεσαν μία μεγάλη δοκιμασία στήν καρδιά. Ὑπέφερε ἀπό ἆσθμα.

Στίς 2 καί 3 Ἰουλίου ἄρχισαν νά ἔρχωνται μέσα ἀπό τήν κοιλάδα, πού εἶχε πλημμυρίσει, κάθε εἴδους δένδρα ξερριζωμένα καί πέτρες. Ἀκριβῶς τότε ἔφθασε ἀπό τό Βουκουρέστι ἕνας ἁγιογράφος μέ τήν γυναῖκα του καί τό παιδί του. Ὁ Πατήρ μετέβη νά τούς βοηθήση καί νά παραλάβη τίς ἀποσκευές τους. Τό νερό τόν εἶχε φθάσει μέχρι τήν ζώνη του. Μόλις πρόλαβε ὁ Πατήρ νά βάλη τό ἕνα πόδι του στό ἔδαφος στήν ἄλλη ὄχθη, ἀμέσως κόπηκε καί παρασύρθηκε ἡ κρεμαστή γέφυρα μέσα στά πλημμυρισμένα νερά. Οἱ ἄλλοι ἔμειναν στήν ἄλλη ὄχθη καί ἐβοηθήθησαν ἀπό τούς χωρικούς. Ἀλλά ὁ Πατήρ, ὁ ὁποῖος ἦτο σχεδόν ὅλος βρεγμένος προσπαθοῦσε νά περάση πάλι γιά νά φθάση στό μοναστήρι. Ἐπῆγε στήν ὑψηλότερη γέφυρα, στοῦ μυλωνᾶ Τούρκου. Ἀλλά καί ἐκεῖ κτυποῦσαν τά νερά τήν γέφυρα, παρ᾿ ὅλα αὐτά ἀποτόλμησε νά περάση. Μόλις ἐπέρασε, καί πάλι τά ἄφθονα νερά ἐτράβηξαν πρός τά μέσα τήν γέφυρα. Δύο φορές ἐκείνη τήν ἡμέρα τόν διέσωσε ὁ Κύριος καί ἡ Κυρία Θεοτόκος. Ἐπέστρεψε στό μοναστήρι ἀπό ἀπόκρημνες πλαγιές, πού μόνο αὐτός τίς ἤξερε. Ἡ βροχή συνεχιζόταν. Ἦτο μουσκεμένος μέχρι τά κόκκαλα. Ἐπί τρεῖς φορές ἀπελπίσθηκε καί εἶπε ὅτι δέν θά ἠμπορέση νά φθάση στό μοναστήρι. Τοῦ κόπηκε ἡ ἀναπνοή, διότι τόν ἐνωχλοῦσε ἡ ἐγχείρησις πού εἶχε κάνει στόν λαιμό πρίν ἀπό 11 μῆνες. Ἔτσι μέ τήν ψυχή στό στόμα, ἡ συνοδεία του τόν δέχθηκε στό μοναστήρι. Ἄλλαξε τά βρεγμένα ροῦχα του καί ἐπῆγε πολύ χαρούμενος στήν ἐκκλησία, διότι εἶχε τέτοια τάξι. Ἄρχισε τόν Ἑσπερινό καί μετά ἀπό λίγη ὥρα τόν Ὄρθρο.

Τό Σάββατο στίς 5 Ἰουλίου, παραμονή τοῦ θανάτου, ὁ π. Δομέτιος προσπάθησε μέ ὅλη τήν δύναμι τῆς ψυχῆς του νά δώση γιά ὅλη τήν ἀδελφότητα ἕνα μάθημα ὑπακοῆς καί πνευματικῆς τελειότητος στήν τράπεζα. Ἐζήτησε ἐπίμονα νά εἶναι καί οἱ ἄλλοι δύο Πατέρες παρόντες πάντοτε στήν τραπεζαρία, ὅταν κτυπᾶ ἡ καμπάνα. Τούς εἶπε τά ἑξῆς: «Ἐγώ ἀναχωρῶ ἀπό κοντά σας, τί παράδειγμα ἐσεῖς θά δώσετε στήν ἀδελφότητά μας; (Αὐτοί οἱ Πατέρες ἦσαν πνευματικά του τέκνα, ὁ π. Φιλόθεος καί ὁ π. Βαρσανούφιος). Τότε αὐτοί ἐπείσμωσαν καί δέν ἤθελαν νά φάγουν. Τότε εἶπε ὁ π. Δομέτιος: «Ὅλη ἡ ἀδελφότης δέν θά σηκωθῆ ἀπό τήν τραπεζαρία, μέχρις ὅτου φάγουν καί οἱ Πατέρες». Ἐνῶ αὐτοί συνέχισαν νά τρώγουν, σηκώθηκε μία μοναχή καί τούς εἶπε μέ δυνατό ὕφος: «Ἄϊντε, φᾶτε, διότι ἔχει δίκαιο ὁ Πατήρ· ὅταν κτυπᾶ τό καμπανάκι γιά φαγητό ὁ ἕνας πηγαίνετε στό ἕνα μέρος καί ὁ ἄλλος στό ἄλλο μέρος τῆς τραπέζης». Βλέποντας αὐτοί ὅτι δέν ἔχουν ἄλλη διέξοδο, ἔφαγαν κι ἐζήτησαν συγχώρησι ἀπό τόν π. Δομέτιο ἐνώπιον ὅλων τῶν μοναζουσῶν.

Τό Σάββατο, μετά τό φαγητό, ὁ Πατήρ πικράθηκε διότι ἔβγαλαν τό συρματόπλεγμα ἀπό τό κοτέτσι, πού εἶχε γεμίσει κάτω μέ λάσπη, διότι κανείς δέν ἐγνώριζε ὅτι ἐβούλιαζε πλέον ἐκεῖ· τό ἔβαλε στά πόδια, μετά τήν πλημμύρα πού εἶχε γίνει ἐκεῖ. Κατόπιν ἐστοίβιασε τά ξύλα τῶν οἰκοδομῶν.

Τό Σάββατο τό βράδυ ἔκανε τόν Ἑσπερινό καί τήν ὡραία ἀναστάσιμη ἀγρυπνία, τήν ὁποία ἔζησε μέ πολύ ἐσωτερικό ἐνθουσιασμό. Ἦτο πολύ χαρούμενος διότι συμμετεῖχε στήν δοξολογία τοῦ Θεοῦ.

Τό βράδυ ἐκάλεσε στήν τράπεζα γιά φαγητό τούς μαθητές τῆς ἐκκλησιαστικῆς σχολῆς τοῦ Βουκουρεστίου. (Αὐτοί εἶχαν ἔλθει μέ τήν εὐκαιρία τῶν καλοκαιρινῶν διακοπῶν τους προκειμένου νά βοηθήσουν στίς οἰκοδομικές ἐργασίες τῆς μονῆς). Τούς ὡμίλησε σχετικά πῶς πρέπει νά εἶναι ἕνας ἱερεύς στήν κοινωνία καί ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Κατόπιν τούς εἶπε νά ψάλλουν τό: «Ἄξιόν ἐστιν...» πρός τιμήν τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Ἦτο πολύ χαρούμενος, διότι ἐνθυμήθηκε καί τά δικά του νεανικά χρόνια σάν μαθητής στήν ἴδια σχολή. Τότε, τούς ὡμίλησε ἐπ᾿ εὐκαιρία καί γιά τήν ἐκκλησιαστική σχολή τοῦ Μπουζέου.

Τήν Κυριακή, 6η Ἰουλίου 1975, ὥρα 5 τό πρωΐ περπατοῦσε στήν αὐλή καί στόν κῆπο. Σκεπτόταν πῶς ἦτο ὁ τόπος στήν ἀρχή, ἔφερε στήν μνήμη του ὅλες τίς οἰκοδομές πού ἔγιναν. Τόσο εἶχε προσηλωθῆ σ᾿ αὐτά...Βάδιζε σκυφτός σάν κάποιος νά μετροῦσε τά βήματά του...

Ἐσήμαναν οἱ καμπάνες γιά τήν Θεία Λειτουργία καί ἡ ἀδελφότης συγκεντρώθηκε στό παρεκκλήσιο. Ἡ ἀκολουθία διεξαγόταν καθημερινά μέ πολύ πόθο, ἀλλά σήμερα ὁ π. Δομέτιος ἔψαλλε μονότονα. Ὁ π. Βαρσανούφιος πού λειτουργοῦσε μαζί μέ τόν π. Δομέτιο εἶπε ὅτι ὁ Πατήρ δέν ἐσήκωσε τά μάτια του καθόλου ἀπό τήν γῆ. Στό τέλος τῆς ἀκολουθίας ἐκήρυξε ἐξηγώντας τόν στίχο τῆς Γραφῆς: «Οὐδείς ἐπιβαλών τήν χεῖρα αὐτοῦ ἐπ᾿ ἄροτρον καί βλέπων εἰς τά ὀπίσω εὔθετός ἐστιν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Λουκ.9,62).

Στήν τράπεζα, ἀπηύθυνε λίγες συμβουλές καί ἐσχολίασε τίς πλημμύρες πού ἔγιναν τόσο στήν περιοχή τους ὅσο καί σ᾿ ὁλόκληρη τήν Χώρα. Κατόπιν ὁ Πατήρ διηγήθηκε ἐνώπιον ὅλης τῆς ἀδελφότητος ὅτι τήν νύκτα εἶχε μία ἀποκάλυψι στό ὄνειρό του. Ὠνειρεύθηκε ὅτι ἦλθε μία γυναῖκα στό μοναστήρι καί ἐξέδυσε τήν μητέρα του (μοναχή Φιλοθέη) ἀπό τά ροῦχα πού φοροῦσε καί τῆς ἔδωσε νά φορέση ἕνα μαῦρο φουστάνι, λέγοντάς της: «Ἀπό σήμερα νά φορῆς αὐτό τό μαῦρο φόρεμα». Καί ὁ Πατήρ τούς εἶπε ἀκόμη ὅτι εἶδε κι ἄλλη μία ἀποκάλυψι τήν ὁποία θά τούς τήν διηγηθῆ στήν βραδυνή τράπεζα.

Στίς 2,30 μετά τό φαγητό ἀνεχώρησε μέ μία ὁμάδα μοναχῶν καί Δοκίμων, οἱ ὁποῖες προσφέρθηκαν νά τόν συνοδεύσουν γιά τό Τζεοατζίου γιά νά μεταφέρουν τρόφιμα πού εὑρίσκοντο ἐκεῖ στό αὐτοκίνητο τῆς μονῆς, που παρέμεινε ἐκεῖ, λόγῳ τῆς καταστροφῆς τοῦ δρόμου. Ὁ δρόμος μέσῳ τοῦ δάσους ἦτο καλός νά τόν βαδίση κάποιος μέ καλή διάθεσι καί ψαλμωδίες, ὅπως συνέβαινε συνήθως. Ἀφοῦ ἔφθασαν ἐκεῖ ὁ Πατήρ, ἔδωσε σέ καθεμία, κατά τήν δύναμί της, κάτι ἀπό τά τρόφιμα, φροντίζοντας ἐκεῖνος στό τέλος νά μεταφέρη τά βαρύτερα μόνος του. Πηγαίνοντας στόν δρόμο τελευταῖος αἰσθανόταν ἄσχημα καί σταματοῦσε συχνά, ἀλλά συνέχιζε νά κουβεντιάζη μέ τίς Ἀδελφές...Κοντά σ᾿ ἕνα παράπηγμα μία Ἀδελφή ἡ Βαρβάρα τόν ἐρώτησε, ἐάν αἰσθάνεται ἄσχημα. Ὁ Πατήρ τῆς ἀπήντησε: «Ἐάν ξέρης, δέν χρειάζεται νά μ᾿ἐρωτᾶς. Μεῖνε μετά ἀπό μένα δεμένη μέ τήν ἀδελφότητα». Τά λόγια του αὐτά ἦσαν σάν μία πνευματική ἐντολή καί μία διαθήκη γι᾿ αὐτήν, διότι ἐρχόταν πάντοτε σάν ἐπισκέπτρια στό μοναστήρι καί πάλι ἀναχωροῦσε.

Ἀνέβηκε τόν λόφο πού εἶναι μπροστά ἀπό τήν ἐνοριακή ἐκκλησία. Εἶχε δεξιά του τό ἱερό Βῆμα τῆς ἐκκλησίας, ὅπου τόσα χρόνια ἐλειτούργησε καί συνωμιλοῦσε μέχρι τήν τελευταία στιγμή, ὁπότε γονάτισε, μή ἠμπορῶντας νά συνεχίση, καί ὕψωσε τά χέρια του πρός τόν οὐρανό, κλίνοντας τό σῶμα του πρός τό ἕνα μέρος. Ἀνέπνευσε δύο φορές κι ἀμέσως παρέδωσε τήν ψυχή του. Διατηροῦσε τίς αἰσθήσεις του μέχρι τήν τελευταία του ἀναπνοή κι ἔγειρε ὄχι πρός τά δεξιά, ὅπου ἦτο ἡ ὄχθη τοῦ ποταμοῦ, διότι θά κινδύνευε νά πέση στό νερό. Ὅταν γονάτισε γιά τελευταία φορά, λόγῳ τοῦ καρδιακοῦ ἄσθματος πού τόν κατέβαλλε, ἄφησε νά πέση ἀπό τίς πλάτες του καί τά πράγματα πού κουβαλοῦσε.

Αὐτό ἦτο τό τέλος τοῦ ἐπιγείου ταξιδίου τοῦ ἀρχιμανδρίτου π. Δομετίου Μανωλάκε!Ήταν η 6η Ιουλίου 1975

Ἡ ἀκολουθία τῆς κηδείας τελέσθηκε στίς 10 Ἰουλίου μέσα στήν αὐλή τῆς Μονῆς. Συμμεττεῖχε μία ὁμάς ἱερέων καί διακόνων μέ ἐπικεφαλῆς τόν βοηθό ἐπίσκοπο Αἰμιλιανό Ρασιναρεάνου, ἐκπρόσωπο τοῦ μητροπολίτου Τρανσυλβανίας Νικολάου Μλαντίν. Μετά τό τέλος τῆς ἀκολουθίας ἐξεφώνησαν λόγους ἀρκετοί κληρικοί καί τέλος ὁ Ἐπίσκοπος, ὁ ὁποῖος ἐξῆρε τήν προσωπικότητα τοῦ μεταστάντος, λέγοντας ὅτι ἔχασε ἡ Τρανσυλβανία ἕνα ἀληθινό λειτουργό τοῦ Χριστοῦ, τόν ὁποῖον τόσο πολύ εἶχε ἀκόμη ἀνάγκη.

Μέ τά πένθιμα κτυπήματα τῶν καμπάνων καί τά δάκρυα τῶν χιλιάδων λαοῦ μεταφέρθηκε τό φέρετρό του ἀπό ἕξι ἱερεῖς στήν αἰώνια κατοικία του. Ὁ ἐπίσκοπος Αἰμιλιανός ἐσφράγισε τόν τάφο εἰς ἐλπίδα ἀναστάσεως.

Ἐπάνω στόν μαρμάρινο σταυρό πού τοποθέτησαν στό μνῆμα του, γράφτηκαν τά ἑξῆς λόγια τοῦ παλαιοῦ φίλου του, μητροπολίτου Σιμπίου Ἀντωνίου Πλαμαντεάλα: «Πάτερ παντοκράτορ, Σύ ὅστις τόν ἐκάλεσες κοντά Σου, ἐλέησέ τον, ὡς καί ἡμᾶς, τήν συνοδεία του, ἡ ὁποία ὕψωσε αὐτόν τόν σταυρό εἰς αἰωνίαν μνήμην μέχρις ὅτου θά εἴμεθα πάλιν εἰς τήν Βασιλεία Σου μία ποίμνη, ἕνας ποιμήν. Ἀμήν».

Στό ἐτήσιο μνημόσυνο προσῆλθε ὁ ἐπίσκοπος Αἰμιλιανός, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἦλθε γιά πρώτη φορά στό Ριμέτς καί εὑρῆκε τόν π. Δομέτιο νά λειτουργῆ σέ μία ἀπό τίς πολλές ἐνοριακές του ἐκκλησίες, εἶπε στό κήρυγμα τότε μεταξύ ἄλλων: «Πάτερ Δομέτιε, ποιός θά σοῦ ἀπαριθμήση τά βήματα πού ἔκανες σ᾿ αὐτούς τούς τόπους καί τούς ἵδρῶτες πού ἔχυσες τρέχοντας ἀπό τήν μιά ἐκκλησία στήν ἄλλη;»

Στόν τάφο τοῦ π. Δομετίου ἔρχονται πάντοτε ἑκατοντάδες Χριστιανῶν νά ἐναποθέσουν ἕνα λουλούδι, ν᾿ ἀνάψουν ἕνα κερί, νά χύσουν ἕνα δάκρυ στοργῆς, νά ὑψώσουν μία θερμή προσευχή, νά τοῦ ζητήσουν τήν βοήθειά του.

Σήμερα οἱ καμπάνες αὐτοῦ τοῦ παλαιοῦ μοναστικοῦ κέντρου κτυποῦν γιά νά σημάνουν τήν ἐκ θεμελίων ἀναγέννησι τοῦ ὀρθοδόξου ἐδῶ μοναχισμοῦ ἀπό τόν ἄξιο ποιμένα τῶν ψυχῶν, τόν φλογερό ἱεραπόστολο ὅλων τῶν γύρω χωριῶν καί ὁλοκλήρου τῆς Τρανσυλβανίας, ὁ ὁποῖος μέ τό πελώριο ἔργο του συνέβαλλε στήν ἐνίσχυσι τῆς πατροπαραδότου Πίστεως καί στήν ἐθνική ἑνότητα τῶν ὀρθοδόξων Ρουμάνων.

Λαμπρός θεολόγος, πνευματικός πατήρ πολλῶν χριστιανῶν, θερμός πατριώτης καί ὑπέρμαχος τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος, ἄνθρωπος αὐτοθυσίας, ἀνθρωπιστής, νοικοκύρης μέ σπάνιες ἱκανότητες ὁ π. Δομέτιος ἦτο καί θά παραμείνη ἕνα ἀνεκτίμητο ἄνθος μέσα στόν κῆπο τῆς Ὀρθοδόξου Ρουμανικῆς Ἐκκλησίας.
Η αγιοκατάταξη του έγινε στις 12 Ιουλίου 2024

Μετάφρασις ἀπό ρουμανικά π. Δαμασκηνός Γρηγοριάτης
Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Δεν υπάρχουν σχόλια: