Την έλεγαν Γιαγιά-Ευγενία. 70 χρονών. Από το χωριό Λιβερά της Τραπεζούντας. Χήρα. Τα παιδιά της σφαγμένα το ’21. Της έμεινε μόνο ο εγγονός. Ο μικρός ο Βασίλης. 5 χρονών.
Όταν ήρθε η διαταγή «Φεύγετε», οι Τούρκοι έκαψαν το χωριό. Η Ευγενία πρόλαβε να πάρει τρία πράγματα:
Το παιδί. Το μαντήλι του άντρα της και την εικόνα.Η εικόνα της Παναγίας Σουμελάς.Όχι η πρωτότυπη - εκείνη έμεινε στο μοναστήρι, στον Μελά. Αυτή ήταν αντίγραφο. Ξύλο παλιό, ζωγραφισμένη στο χέρι από καλόγερο το 1800. Την είχε από τη μάνα της. Την είχε από τη γιαγιά της.300 χρόνια στην οικογένεια.
Στο λιμάνι της Τραπεζούντας γινόταν το αδιαχώρητο. Χιλιάδες ψυχές. Τούρκοι χωροφύλακες έψαχναν τους πρόσφυγες.
«Χρυσάφια! Λίρες! Όπλα!» φώναζαν. Και τα έπαιρναν.
Εικόνες; Τις έσπαγαν. Τις έκαιγαν. «Ειδωλολατρία», έλεγαν.
Η Ευγενία κατάλαβε. Αν τη δουν, τη χάνει.
Τύλιξε την εικόνα στο μαύρο μαντήλι της. Μετά την έδεσε με σπάγκο, σφιχτά, στο στήθος της. Από πάνω φόρεσε το χοντρό το ζιπούνι της. Από πάνω τη μαύρη φούστα. Από πάνω το μαντήλι στο κεφάλι.
Έμοιαζε με μια γριά 100 κιλά. Καμπουριαστή.
«Τι έχεις εκεί, γριά;» φώναξε ο χωροφύλακας στο καράβι.
«Καμπούρα, αφέντη», είπε η Ευγενία. «Από τα χρόνια.»
Την έσπρωξε. «Πέρασε, βρωμόγρια!»Πέρασε.





































