Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Κεμάλ Ατατούρκ στη δεξίωση στην Άγκυρα, που ακολούθησε την υπογραφή του ελληνοτουρκικού Συμφώνου Φιλίας στις 30 Οκτωβρίου 1930.
Δώδεκα μόλις χρόνια...Ούτε μια γενιά. Ούτε καν μια ανάσα ιστορίας.
Δώδεκα χρόνια μετά τη μεγαλύτερη εθνική καταστροφή που γνώρισε το Ελληνικό Έθνος στα τρεις χιλιάδες χρόνια της αδιάκοπης πορείας του. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, τον αφανισμό των ελληνικών κοινοτήτων της Ιωνίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης,μετά τις σφαγές, τις πορείες θανάτου, τους βιασμούς, τις φωτιές, τον ξεριζωμό.
Τότε που η Σμύρνη ακόμη κάπνιζε στη συλλογική μνήμη.Τότε που οι πρόσφυγες ζούσαν σε παραπήγματα, σε αποθήκες και στρατώνες.
Τότε που χιλιάδες οικογένειες πενθούσαν χωρίς τάφους, χωρίς απαντήσεις, χωρίς δικαίωση.
Τότε που το αίμα δεν είχε καν στεγνώσει και οι πληγές ήταν ακόμη ανοιχτές όχι μεταφορικά, αλλά κυριολεκτικά.Και μέσα σε αυτό το ιστορικό τοπίο πόνου, απώλειας και εθνικού τραύματος, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο ηγέτης που σημάδεψε όσο λίγοι τη νεότερη Ελλάδα, προχώρησε σε μια πράξη που μέχρι σήμερα προκαλεί σοκ, οργή και βαθύ διχασμό την πρόταση του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ για το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης.
Για πολλούς, αυτή η κίνηση δεν υπήρξε απλώς μια ψυχρή διπλωματική πρωτοβουλία. Υπήρξε ύβρις.
Ύβρις απέναντι στη μνήμη των σφαγιασθέντων.
Ύβρις απέναντι στους ξεριζωμένους που ακόμη δεν είχαν καν εγγραφεί στα μητρώα της νέας τους πατρίδας.Ύβρις απέναντι στους γονείς που αναζητούσαν τα παιδιά τους και στα παιδιά που μεγάλωναν χωρίς πατρίδα, χωρίς παρελθόν, χωρίς δικαίωση.
Βεβαίως, μπορεί κανείς να κατανοήσει τη λογική της διπλωματίας, την ανάγκη σταθερότητας, την αγωνία ενός κράτους εξαντλημένου από πολέμους. Μπορεί να δεχθεί ότι ο Βενιζέλος έβλεπε πιο μακριά από τον θυμό της στιγμής και επιδίωκε μια ειρήνη αναγκαία για την επιβίωση της Ελλάδας.Όμως η ιστορία δεν είναι μόνο γεωπολιτική. Είναι και μνήμη. Είναι και ηθική.
Και εδώ γεννάται το αμείλικτο ερώτημα..
Υπήρχαν άραγε άλλοι δρόμοι συνεννόησης, άλλες κινήσεις καλής θέλησης, χωρίς να προσβληθεί τόσο ωμά η αξιοπρέπεια των νεκρών και ο πόνος των ζωντανών;Γιατί άλλο η αναγκαστική ειρήνη,άλλο η τιμή και άλλο η πολιτική σύνεση και άλλο η ιστορική δικαίωση.
Η επιστολή (γραμμένη στα γαλλικά) βρίσκεται στο Μουσείο Μπενάκη, στο αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου.
Αυτό το ερώτημα παραμένει ανοιχτό. Και ίσως γι’ αυτό η επιστολή αυτή, σχεδόν έναν αιώνα μετά, εξακολουθεί να πονά.Για του λόγου το ασφαλές ακολουθεί το ακριβές περιεχόμενο της.

Αθήνα, 12 Ιανουαρίου 1934