ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Σάββατο, 18 Αυγούστου 2018

Κυριακή ΙΒ'Ματθαίου-«Τις άρα δύναται σωθήναι;»


  Το σπουδαιότερο ερώτημα, αγαπητοί μου αδελφοί, της ανθρώπινης ύπαρξης είναι αν υπάρχει σωτηρία από τον θάνατο και το κακό, αν υπάρχει αιώνια ζωή. Ο θάνατος είναι ο φαινομενικά ακατάλυτος εχθρός μας. Μας προκαλεί βαθύ άγχος, διότι φοβόμαστε την ανυπαρξία, η οποία φαίνεται ότι τον συνοδεύει. Κανείς δεν έχει επιστρέψει στη ζωή, όπως τουλάχιστο την βλέπουμε, για να μας βεβαιώσει ότι υπάρχει με τον τρόπο των αισθήσεων. Έτσι, ιδίως η θρησκεία, προσπαθεί να παρηγορήσει τον άνθρωπο για την απώλεια αυτού που είναι δεδομένο, δηλαδή της ζωής, και να υποσχεθεί και να οδηγήσει στη συνέχειά της που είναι η υπέρβαση του χρόνου και η αιωνιότητα.

  Το ερώτημα της σωτηρίας σήμερα έχει πάψει να είναι αυτονόητο. Ο άνθρωπος, παραδομένος στον υλισμό, έχει υποκύψει σε ένα πνεύμα μηδενισμού που ο ορθολογιστικός πολιτισμός μας έχει επιφέρει. Δεν πιστεύουμε οι περισσότεροι ότι υπάρχει σωτηρία, ότι υπάρχει μεταθανάτια ζωή. Αντίθετα, έχουμε θεοποιήσει τον χρόνο και ιδιαίτερα το παρόν. Το «εδώ και τώρα». Η ζωή περικλείεται στις χρονικές διαστάσεις. Η θρησκεία θεωρείται στοιχείο του χτες. Ακόμη και η αγιότητα, η απτή δηλαδή απόδειξη ότι υπάρχει αιωνιότητα, χλευάζεται. Ακόμη κι αν μας βεβαιώνουν άνθρωποι ότι έζησαν σημεία, τα οποία ξεπερνούν τον ορθολογισμό, δεν θέλουμε οι πολλοί να τους πιστέψουμε. 
 Αλλά και όσοι πιστεύουν, μάλλον από συνήθεια ακολουθούν οι περισσότεροι την θρησκευτική ζωή. Από παράδοση. Η θέρμη λιγοστή. Το ερώτημα της σωτηρίας τους απασχολεί όταν διαπιστώνουν ότι ο χρόνος και οι δυνάμεις τους εγκαταλείπουν ή όταν βιώνουν τον θάνατο στα πρόσωπα των οικείων. Κι εκεί όμως η πίστη δεν είναι πάντοτε θερμή. Μάλλον λειτουργεί παρηγορητικά. Το παν είναι η εδώ και τώρα ζωή. Για τα υπόλοιπα απομένει μία αδιόρατη ελπίδα.

 Κάποτε ένας πλούσιος νεαρός ρώτησε τον Χριστό: « τι αγαθόν ποιήσω ίνα έχω ζωήν αιώνιον;» (Ματθ. 19, 16). Ο άνθρωπος αυτός είχε έντονη μέσα του την

Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2018

Μια Μαρία έφυγε. Μια Παναγία ήρθε

 
Μέσα στον χωροχρόνο υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που στιγμάτισαν την ιστορία. Μερικοί απ’ αυτούς άφησαν πίσω έργα σκότους και καταστροφής, λόγους μίσους και εγωισμού, φέρανε δυστυχία, πείνα, θάνατο. Μερικοί άλλοι άφησαν πίσω έργα αγαθά και δημιουργικά, λόγους αγάπης και συγχώρεσης, φέρανε χαρά, ευημερία και ανάπτυξη.
Μέσα στον χωροχρόνο μας ελάχιστοι άνθρωποι αναγνωρίζονται απ’ όλους. Ακόμα πιο λίγοι είναι αυτοί που αναγνωρίζονται ως άνθρωποι με φως, με πνευματική διαύγεια, με μεγαλείο ψυχής, με θεϊκή ταπείνωση που το άγγιγμά τους στον κόσμο τούτο άνθισε γαλήνη και ειρήνη.

 Ένας όμως άνθρωπος τους ξεπέρασε όλους.
Ένας άνθρωπος έγινε η Μάνα της Ζωής, έγινε ο Άνθος του ουρανού, έγινε Τιμιωτέρα των Χερουβείμ και Ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ. Ένας άνθρωπος έζησε τόσο αθόρυβα και όμως προκάλεσε τέτοιο "εύηχο σαματά".  Ένας άνθρωπος, μια γυναίκα, ξεπέρασε κάθε ανδρικό κατόρθωμα. Ένας άνθρωπος βάσταξε τόσο πόνο. 
 Ένας άνθρωπος έζησε τόσο καθαρά, αμόλυντα.
Και το όνομά της, Μαρία. Μια Μαρία (που σημαίνει "πέλαγος") έγινε ο άνθρωπος που έκανε τον Θεό Άνθρωπο και κατέστησε δυνατό να γίνει ο άνθρωπος θεός.

Ποιος άλλος έχει συμβάλει κατά τέτοιο τρόπο όσο αυτή, η Μαρία; Ποιος άνθρωπος μπορεί να συγκριθεί μαζί της; Ποιος άλλος μπορεί να σταθεί δίπλα της σ’ αυτό το κοσμοσωτήριο έργο που επιτέλεσε και επιτελεί;
Κι όμως αυτή στέκεται ταπεινά ως κόρη υπάκουη στο Κύριό της. Στέκεται χωρίς απαιτήσεις, χωρίς προσδοκίες αναγνώρισης, χωρίς να αναζητά κολακείες. Το μόνο που θέλει είναι να ευαρεστεί τον Υιό της, τον Θεό της.
Τι φοβερό; Δεν μπορεί η ανθρώπινη λογική να τ’ αντέξει.
Να είσαι η μάνα του Θεού!!! 
Να είσαι αυτή που θήλαζες τον Σωτήρα! 
Να είσαι αυτή που χτένιζες, που τάιζες, που καθάριζες, που χάιδευες, που νανούριζες, που νουθετούσες, που συζητούσες για ώρες ατέλειωτες με τον Άναρχο, τον Άπειρο, τον Δημιουργό Θεό.
Να ποια είναι η Μαρία, η Υπεραγία Θεοτόκος. 
Τόσο αγαθή που σκήνωσε μέσα της η Αγάπη.
 Τόσο απλή που γέννησε την Αγάπη.
 Τόσο ταπεινή που κι αυτή αγάπησε όσο κανείς και γι’ αυτό πόνεσε όσο κανείς.
Παναγία. 
Έτσι την ξέρουμε, έτσι την τιμούμε. Μα πάντα θα είναι η προσιτή Μαρία για όλους μας. Πάντα θα παραμένει η κόρη από την Ναζαρέτ που έδωσε στο κάλλος άλλη υπόσταση και βάθος. Και ενώ είναι η Πλατυτέρα των Ουρανών παρά ταύτα θα συνεχίζει να παραμένει μια μάνα που πάντα συμπονά, που πάντα ακούει, που πάντα προστατεύει, που πάντα εύχεται για όλους μας.

Η Παρθένος Μαρία φεύγει από τον κόσμο τούτο και γίνεται πλέον η Μαρία όλων μας, η Μάνα όλων μας. Η Παναγία παίρνει την θέση της στον ουρανό ώστε να αγκαλιάζει από εκεί πιο άνετα ολάκερη την γη.
Όχι κάποιος βασιλιάς ή στρατηλάτης, όχι κάποιος πολιτικός ή πλούσιος, όχι κάποιος επιστήμονας ή φιλόσοφος, όχι κάποιος θρυλικός ήρωας ή γενναίος καινοτόμος αλλά μια απλή γυναίκα έγινε η πηγή της Σωτηρίας μας, έγινε το φθαρτό μέσο που αφθαρτοποίησε την ανθρώπινη φύση μας.
Μια Μαρία έφυγε. Μια Παναγία ήρθε.
Γι' αυτό χαιρόμαστε, γι' αυτό εορτάζουμε, γι' αυτό δακρύζουμε, γι' αυτό ευτυχούμε, γι' αυτό ειρηνεύουμε...
Μια Μαρία κοιμήθηκε. Μια Παναγία γεννήθηκε.

Η επιστροφή του διασωθέντος πληρώματος του "Έλλη" στον Πειραιά


του Στέφανου Μίλεση

  Ο Πειραιάς ως μητρόπολη όλων των νησιών του Αιγαίου, ζούσε κάθε χρόνο με το δικό του τρόπο κάθε χρόνο τις εκδηλώσεις εορτασμού για κάθε Αιγαιοπελαγίτικη Παναγία, αλλά ειδικά για τη Μεγαλόχαρη της Τήνου.

  Όταν πραγματοποιήθηκε στις 15 Αυγούστου 1940 ο τορπιλισμός του εύδρομου «Έλλη», κατέλαβε τους Πειραιώτες μια απέραντη θλίψη, καθώς ναυτικοί οι περισσότεροι στο επάγγελμα, διατηρούσαν στενή σχέση τόσο με το εμπορικό όσο και το πολεμικό ναυτικό. Οι περισσότεροι κάτοικοι του Πειραιά, αν δεν ήταν οι ίδιοι ναυτικοί, είχαν στην πλειονότητά τους γονείς, αδέλφια, θείους, κοντινούς ή μακρινούς συγγενείς, που ήταν και γνώριζαν καλά, από «πρώτο χέρι» που λένε, τι σήμαινε ναυάγιο, πολύ περισσότερο όταν επρόκειτο για τορπιλισμό. Δεν ήταν άλλωστε τυχαίο, ότι πλήθη Πειραιωτών συγκεντρώθηκαν στην ακτή του εμπορικού λιμανιού στο άκουσμα της άφιξης τόσο των ανδρών του πληρώματος όσο και των προσκυνητών από τη Τήνο.



  Μετά το ίδιο το νησί της Τήνου, καμιά άλλη πόλη στην Ελλάδα δεν συμμετείχε τόσο ενεργά στα γεγονότα αλλά και στο πένθος του τορπιλισμού και των χαμένων ανδρών όσο ο Πειραιάς.
  Εδώ καταφτάνουν οι διασωθέντες του πληρώματος του "Έλλη", από τον Πειραιά κατανέμονται στα διάφορα νοσοκομεία, στον Πειραιά καταφτάνουν οι χιλιάδες προσκυνητές της Παναγίας της Τήνου όπου συναντούν στις αποβάθρες του λιμανιού τους δικούς τους ανθρώπους που ανήσυχοι με όσα έχουν συμβεί τους περιμένουν με αγωνία. 
Από τον Πειραιά καταγράφουν οι ανταποκριτές των εφημερίδων τις λεπτομέρειες του τορπιλισμού, που κυκλοφορούν πανελλήνια μέσα από τις εφημερίδες. Μόνο στον Πειραιά θα μπορούσαν να βρουν συγκεντρωμένα τα πλήθη των προσκυνητών και να καταγράψουν το τι είδε ο καθένας από αυτούς.




  Και πραγματικά στις δέκα το βράδυ της επόμενης ημέρας 16ης Αυγούστου, όταν εμφανίστηκε στον Πειραιά το πρώτο καράβι με προσκυνητές η αγωνία κορυφώθηκε και ερωτήματα όπως «φθάνουν;», «ποιο πλοίο έρχεται;» εξαπλώνονται με απίστευτη ταχύτητα στην ακτή.

  Ο κόσμος δονήθηκε από συγκίνηση στην εικόνα και μόνο των πλοίων, που αργά εισέρχονταν με ανοιχτούς τους προβολείς τους στο λιμάνι του Πειραιά. Με τα μάτια της φαντασίας τους, το συγκεντρωμένο πλήθος σχηματίζει στο νου του την εικόνα της περιγραφής που είχε ακούσει από το Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών, που πρώτος μετέδωσε την είδηση του τορπιλισμού. Μια εικόνα που δεν πρόκειται ποτέ να λησμονηθεί. 
Το ελληνικό καταδρομικό να βυθίζεται φέροντας ακόμα το μεγάλο σημαιοστολισμό, έχοντας ακόμα υψωμένη στη πρύμνη του, τη μεγάλη γαλανόλευκη Σημαία, που κυμάτιζε στον ιστό μέχρι που χάθηκε οριστικά κάτω από τα κύματα.


  Η αγωνία της αναμονής στο λιμάνι τερματίζεται όταν πρώτο εισέρχεται το «Έσπερος» φορτωμένο με τραυματίες από το πλήρωμα της «Έλλης». Πίσω του ακόμη πέντε πλοία όλα γεμάτα με προσκυνητές από τη Τήνο. Από αυτά τα έξι συνολικά πλοία, τα δύο, «Έσπερος» και «Αρντένα» πλεύρισαν στην Τρούμπα. Τα υπόλοιπα τέσσερα πλοία με τα οποία επέστρεφαν οι προσκυνητές, το «Έλση», το «Αθήναι», το «Σοφία» και το «Σάμος» πλεύρισαν στην Ακτή Τζελέπη που ήταν πιο κοντά προς το Σταθμό του «Ηλεκτρικού».


Στο μεταξύ στην προβλήτα του Βασιλέως Κωνσταντίνου (Τρούμπας) ανέμεναν ασθενοφόρα του Ερυθρού Σταυρού και του Δήμου Πειραιώς (το Ζάννειο ανήκε τότε στον Δήμο Πειραιώς και διοικείτο από «Αδελφάτο»). Ανάμεσα στα

Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2018

Πόσους αγώνες θα κάνει η Παναγία για να μας σώσει από την Οργή του Θεού

παπά-Δημήτρης Γκαγκαστάθης
Αποτέλεσμα εικόνας για maica domnului si mania lui dumnezeu
Πόσους αγώνες θα κάνει η Παναγία για να μας σώσει από την Οργή του Θεού και εμείς μένουμε ως λίθοι αναίσθητοι; Ποιός ξέρει πότε η Οργή του Θεού θα ξεσπάσει και με τί τιμωρία;

Πώς θα ήταν η ζωή χωρίς την Παναγία;


Πώς θα ήταν η ζωή χωρίς την Παναγία;
Πώς θα ήταν η ζωή χωρίς Αυτήν, την Μάνα, την Ελπίδα, την Παρηγοριά, την Παναγιά μας;
Ποιανού το όνομα θα κράζαμε σε κάθε ανάγκη και ευτυχία;
Ποιό χέρι άγιο θα σκούπιζε τα δάκρυα του πόνου;
Ποιά απαντοχή θα βρίσκαμε στου βίου την παραζάλη;
Και στον αγώνα τον καλό ποιός θα μας γλύκαινε σαν πρόβαλε η πρώτη δυσκολία;
Κι αυτά τα βράδυα του Αυγούστου θα ´ταν άδεια χωρίς τροπάρια δικά Της.
Μα σίγουρα, αν Αυτή η πανάρετη και ταπεινόφρων Κόρη δεν ήταν στη ζωή μας, σίγουρα,θα ´ταν ζωή χωρίς Ζωή, χωρίς Χριστό, χωρίς τον ποθητό Υιό Της.
Ένα μεγάλο ευχαριστώ στη Μάνα μας, στην πιό τρανή γιορτή Της!

Αρχιμ. Αρσένιος Χαλδαιόπουλος

Γιατί είναι τόσο σημαντική η Κοίμηση της Θεοτόκου;

Παναγία η Τρυφώτισσα

 Παναγία η Τρυφώτισσα, από την Αίνο της Ανατολικής Θράκης (Μητροπολιτικός Ναός Αγίου Νικολάου Αλεξανδρούπολης). 

Την ιερά και θαυματουργή εικόνα του 13ου αι. μετέφεραν οι πρόσφυγες από την Αίνο της Ανατολικής Θράκης μετά την ανταλλαγη Πληθυσμων στην Αλεξανδρουπολη όπου εγκαταστάθηκαν και την εναπέθεσαν στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Νικολάου. 

 Η εικόνα είναι σπάνιας τεχνοτροπίας (ξύλινη ανάγλυφη εικόνα με επίστρωση από σπάνιες χρωστικές ουσίες – συνυπάρχουν δηλάδή σε αυτή ταυτόχρονα δύο διαφορετικές τεχνοτροπίες, ένας συνδυασμός γλυπτικής και ζωγραφικής) και από τις ελάχιστες ανάγλυφες εικόνες στον ορθόδοξο κόσμο.

 Μαρτυρίες προσφύγων ανέφεραν ότι η Παναγία η Τρυφώτισσα (ή Τριφώτισσα) αποτελούσε καταφυγή για τους ασθενούντες και επιτέλεσε πολλά θαύματα που αφορούσαν στη θεραπεία των ματιών αλλά και πολλές άλλες θεραπευτικές ευεργεσίες. Η Παναγία ΜΗ(ΤΗ)Ρ Θ(Ε)ΟΥ Η ΤΡΥΦ(ΩΤΙ)ΣΑ, εικονίζεται σε χαμηλό ανάγλυφο, μετωπικά, στον τύπο της Οδηγήτριας, υποβαστάζοντας τον Ιησού Χριστό στο καλυμμένο με το μαφόριο αριστερό χέρι της, κρατώντας κλειστό ειλητάριο. Οι εκφράσεις των προσώπων, οι ευκρινείς πτυχώσεις των ενδυμάτων, οι φωτοσκιάσεις στα πρόσωπα και η παντελής έλλειψη κάθε επίπεδης επιφάνειας στις μορφές, μας δίνουν ένα τέλειο συνδυασμό γλυπτικής και ζωγραφικής της μεσοβυζαντινής περιόδου.

 Τα μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια της Παναγίας της έδωσαν το ασυνήθιστο επίθετο Τρυφώτισσα, επειδη συγκεντρώνουν επάνω τους όλη την ένταση της μορφής της και επειδή οι χριστιανοί της ευρύτερης περιοχής της Αίνου κατέφευγαν στην χάρη της όταν οι αντανακλασεις των ακτίνων του ήλιου πάνω στις πολλές αλυκές τους έβλαπταν την όραση.

Αναζητώντας το Πάσχα στο καλοκαίρι των πυρκαγιών

Αποτέλεσμα εικόνας για πυρκαγια,παναγια
 Γιατί ο Θεός άφησε τόσους ανθρώπους να χαθούν στην τραγωδία της πυρκαγιάς στην Αττική; Γιατί η Παναγία δεν άκουσε τις προσευχές των σφιχταγκαλιασμένων και δεν βρήκε γι’ αυτούς λύτρωση; Γιατί άκουσε τις προσευχές άλλων και τους βοήθησε;
 Ερωτήματα αγωνιώδη. Πάντοτε διατυπώνονταν, πάντοτε θα τα ξαναθέτουμε, πρώτα εντός μας, αλλά και σε όσους αγαπούμε, από όσους θέλουμε μία απάντηση, όχι κατ’ ανάγκην παρηγορητική, αλλά κατανοητή στην λογική μας. Διότι για τον νου μας, για τις αισθήσεις μας, για τον τρόπο που βλέπουμε ανθρώπινα την ζωή, αυτός που δεσπόζει είναι ο θάνατος. Ο θάνατος είναι «το μεγάλο γιατί;». Αυτός δεν φεύγει από μπροστά μας. Ακόμη και η όποια μεταφυσική αναζήτηση, ίσως και πίστη, δεν μπορεί να αναιρέσει το γεγονός ότι «ο άχρωμος θάνατος πιάνεται» (Οδ. Ελύτης), ψηλαφείται, πονάει. Και έχουμε ανάγκη από έναν Θεό που να μη μας αφήνει να πεθάνουμε, να πονάμε, να πρέπει να αποφασίσουμε ότι, θέλοντας και μη, συμβιβαζόμαστε με τον θάνατο.

Τα ερωτήματα τίθενται καίρια από τους νέους, έστω και για λίγο, γιατί σ’ αυτούς η ζωή συνεχίζεται με έμφαση προς τα εμπρός και όχι προς το χθες. Σημαδεύουν. Ποιος Θεός μπορεί να αντέχει να μας βλέπει να υποφέρουμε; Τους δικούς μας να λυπούνται; Να μας υπόσχεται μία κατάσταση, στην οποία όσοι αγαπούμε δεν μπορούν να μετέχουν, γιατί παραμένουν στην ζωή; Γιατί το σώμα να πεθαίνει;

 Είναι ο προσανατολισμός του πολιτισμού μας που τα κάνει όλα πιο δύσκολα. Είναι η αδυναμία να καταστήσουμε την Ανάσταση πυρήνα της πίστης και της ζωής μας. 

Να αποδεχτούμε ότι ο χρόνος δεν είναι εχθρός, δεν είναι μία αντίστροφη μέτρηση προς τον θάνατο, αλλά γιορτή. Ένα πανηγύρι στο οποίο καλούμαστε να ζήσουμε αγαπώντας. 
Να μοιραστούμε ό,τι μας δόθηκε και ό,τι κατακτήσαμε, αξιοποιώντας κάθε στιγμή. 
Να παλέψουμε με ό,τι μας χωρίζει από τον Θεό και τον συνάνθρωπο, ό,τι μας κάνει να διασπώμαστε εσωτερικά, ό,τι λέγεται θέλημα, αυτά που ονομάζονται πάθη. 
Να νικήσουμε την οδό της αυτοθέωσης, μετρώντας τα όριά μας και μένοντας ταπεινοί. Ο ταπεινός ξέρει να εκτιμά από το φυλλαράκι, μέχρι το ηλιοβασίλεμα, από το χώμα, μέχρι το αστέρι, αλλά κυρίως τον κάθε συνάνθρωπό του, είτε του ταιριάζει είτε όχι, είτε είναι καλός είτε είναι μη καλός.

 Όλα έχουν αλλιώτικο νόημα όταν πιστεύουμε στην Ανάσταση και όταν την ζούμε. Και Ανάσταση σημαίνει εμπιστοσύνη σε έναν Θεό που έγινε άνθρωπος και γεύτηκε και τον έσχατο εχθρό μας τον θάνατο, για να τον νικήσει.
 Ανάσταση σημαίνει όχι επίδειξη δύναμης απέναντι στην λύπη του θανάτου, αλλά «γενηθήτω το θέλημά Σου». 
Ανάσταση σημαίνει καινούργια αρχή, όχι αλαζονεία στην νίκη και απόγνωση στην ήττα, αλλά μέτρο. Και βεβαιότητα ότι ο θάνατος είναι Πάσχα, πέρασμα, συνάντηση του πνεύματός μας με τον Νικητή του θανάτου και προσδοκία ότι και το σώμα μας θα γευθεί την πληρότητα στην τελική Παρουσία Του.
 Κάθε φορά που γιορτάζουμε το Πάσχα του καλοκαιριού, στο πρόσωπο της κεκοιμημένης και μεταστάσης Μάνας μας, της Υπεραγίας Θεοτόκου, η Εκκλησία μάς υπενθυμίζει ότι η Ανάσταση ως εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν που μας αγαπά είναι η μία και μοναδική απάντηση στον θάνατο. Και έχει και λογική η απάντηση αυτή. Μόνο ο Δημιουργός μας βρίσκει τον τρόπο να ζήσουμε. Αυτόν που περνά από την Αγάπη.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
Στο φύλλο της Τρίτης 14 Αυγούστου 2018

Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2018

«Συνέλθω σοι, τέκνον ἤ μείνω σοι μᾶλλον;»


«Ὢ θαύματος καινοῦ! ὢ τεραστίου ξένου! πῶς νέκρωσιν ὑπέστη, ἡ ζωηφόρος Κόρη, καὶ τάφῳ νῦν καλύπτεται;» ἀναρωτιέται ὁ ὑμνωδός στά προεόρτια.

Τῆς θεόπαιδος Κόρης, ἣν Ἄννα συνέλαβε,
Τῆς τριετιζούσης δαμάλεως ἡ ὁποία «ἐν ναῷ ἁγίῳ, ὡς ἁγία ἀφιερωθῆναι ἐν χερσί Ζαχαρίου»,
Τῆς δούλης Κυρίου Κεχαριτωμένης Μαρίας, τῆς εὐλογημένης «ἐν γυναιξί»,
Τῆς Ἀσπόρως κυησάσης,
Τῆς παρθενικῶς τεκούσης Μητρός τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ,
σήμερον ἑορτάζομεν τήν Κοίμηση!


 Αὐτὸ τὸ μέγα γεγονός τὸ ὁποῖο μποροῦμε νά προσεγγίσουμε μέσα ἀπό τήν ἱερή ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, μαρτυροῦν οἱ «αὐτόπται τοῦ Λόγου καί ὑπηρέται» ἅγιοι Ἀπόστολοι καί Ἱεράρχες οἱ ὁποῖοι συνήχθησαν ἀπό τά πέρατα τῆς γῆς, οἱ αὐτήκοοι καί αὐτόπτες μάρτυρες τοῦ μυστηρίου τῆς θείας οἰκονομίας.

Οἱ «περικυκλοῦντες τήν κλίνην» μετά «συγγενοῦς οἱκειότητος» ὑμνολογοῦν τήν Παναγία, ἡ ὁποία μεταβαίνει «ἐκ ζωῆς εἰς Zωήν». 
Μέ τήν χαρά τῶν ἁγίων προσμένουν τόν Κύριο, ἀλλὰ καὶ μέ ἀνθρώπινη συγκίνηση ἔμπροσθεν τῆς κεκοιμημένης Παναγίας. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος θὰ μεταβεί ὡς βασίλισσα στά χέρια τοῦ ἠγαπημένου της Υἱοῦ «ἐν ἰματισμῷ διαχρύσω περιβεβλημένη πεποικιλμένη» (Ψαλμ. 44:10) καὶ ἔτσι ἀπαντᾶ τελικῶς σ’ ἕνα ἐρώτημα, τό ὁποῖο ἔχει διατυπωθεῖ καί ἔχει μείνει ἀνοιχτό ἀπό τήν Ἁγία καί Μεγάλη Παρασκευή ὅπου «Τόν ἴδιον ἄρνα ἡ ἀμνάς» Παναγία «θεωροῦσα» Τόν ρωτᾶ: «Συνέλθω σοι, τέκνον ἤ μείνω σοι μᾶλλον;». Νά ἔρθω μαζί σου παιδί μου ἥ καλύτερα νά μείνω; (κοντάκιο Ἁγίου Ρωμανοῦ τοῦ Μελωδοῦ).
Καὶ ἡ ἀπάντηση δίνεται σήμερα ἀπό τό Ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς: «Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε· μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη, ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν.»

Ἡ Παναγία γέννησε τόν Θεό ἀλλά καί ἔμεινε Παρθένος.
Κοιμήθηκε καί ἀνεχώρησε γιά τόν οὐρανό ἀλλά καί δέν ἐγκατέλειψε τόν κόσμο γενόμενη Μεσίτρια.
Γέννησε τήν Ζωή τοῦ κόσμου σάν μητέρα καί ἐπέστρεψε στό Ζωοδότη ἀλλά καί δέν ξεχνᾶ τούς ἀνθρώπους Της, αὐτούς πού ζητοῦν καί Τήν παρακαλοῦν γιά νά πρεσβεύει στόν Υἱό της τῇ βοήθειά Του γιά τήν σωτηρία τους.

Γ. Ἀνανιάδης

Η μετάσταση της Παναγίας μεταφέρει και εμάς στον Ουρανό

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης
 Ο Χριστός κατέβηκε στον Άδη, αναστήθηκε, και κατά την ανάληψή του, πήρε στον ουρανό όλη την ανθρώπινη φύση, ώστε για πάντα εκεί πάνω άνθρωπος και Θεός να είναι μαζί. Μας εξασφάλισε τον παράδεισο.
 Το ίδιο έγινε και με την Παναγία. Μπήκε στο μνήμα και εν συνεχεία μετέστη, παίρνοντας μαζί της στον ουρανό και το θεωμένο σώμα της. 
Και τώρα θα κάνει αυτό που λέει ο Μωϋσής: "Ὁ ἀετός προάγων εἰς πτῆσιν τούς νεοσσούς αὐτοῦ ἀνεβίβασε". Ο αετός δεν πετάει μόνος του, παίρνει και τα μικρά του, για να τα μάθει να πετούν στα ύψη.
...θα ανεβάσει και εμάς. Θα μεταστεί από τους οφθαλμούς μας, για να μεταστούμε και εμείς από τα επίγεια ατα ουράνια, από την φθορά στην αφθαρσία, από τον θάνατο στην αιώνια ζωή.

Ο Βοριάς του Δεκαπενταύγουστου(Φ.Κόντογλου)

Η εικόνα ίσως περιέχει: ωκεανός, παραλία, ουρανός, σύννεφο, υπαίθριες δραστηριότητες και νερό
  Ο κυρ Βοριάς παράγγειλε ούλο των καραβιώνε … Καράβια π’ αρμενίζετε, Κάτεργα που κινάτε, εμπάτε στα λιμάνια σας γιατί θε να φυσήξω» …

  Αυτά τα λέγει ο κυρ Βοριάς άμα είναι θυμωμένος το χειμώνα. Μα το καλοκαίρι είναι στα καλά του και είναι ήμερος και χαρούμενος. Φυσά και δροσίζεται η πλάση, λαμποκοπά ο ήλιος κι οι θάλασσές μας μοσκοβολάνε. Γεμίζουνε τα πέλαγα με αφρισμένα κύματα που τα σαλαγά σα πρόβατα ο παληκαράς ο τσομπάνος ο κυρ Βοριάς. Οι αφροί πλέβουνε απάνω στα μαβιά νερά που αναταράζουνται με βουή και ρεματίζουνε ανάμεσα στις στεριές και στα νησιά.

  Κατεβαίνω στην ακροθαλασσιά … Οι θάλασσες χτυπάνε με βρόντο στις πέτρες κι οι αφροί με ραντίζουνε. Η αρμύρα γεμίζει τον αγέρα σαν αψύ πιοτό. Το ‘να κύμα έρχεται πάνω στ’ άλλο και σηκώνει την άσπρη κεφαλή του. Κάθε τόσο φτάνει στη στεριά μια θάλασσα πιο θυμωμένη και πιο μεγάλη από τις άλλες σαν κριάρι ανάμεσα στα πρόβατα και ρίχνεται απάνω στο βράχο και σκορπά με βόγγο. Από τη άβυσσο ανεβαίνει ένα μυστήριο, μ’ όλο που λάμπει ο ήλιος. Τώρα πια έχει φτάξει παντού ο κυρ Βοριάς κι όλη η πλάση πανηγυρίζει. Τα καράβια αρμενίζουνε γρήγορα με τα πανιά φουσκωμένα από τον αγέρα και διασταυρώνουνε το να τα άλλο. Άλλα πάνε καταπάνω στον καιρό, άλλα πρύμα, άλλα κατάπρυμα. Κοντά στις στεριές βλέπεις και καμιά βαρκούλα με το πανάκι της που τσαλαβουτά σα πάπια.

   Στο ακροθαλάσσι είναι ένα ρημοκλήσι. Το κύμα χτυπά στα θεμέλια του, ραντίζει τη χυβάδα στ’ άγιο βήμα και δυο βάρκες που ναι τραβηγμένες όξω γεμάτες φύκια. Μπαίνω μέσα και κάνω το σταυρό μου. Τα παλιά εικονίσματα στέκουνται από πολλά χρόνια στο εικονοστάσι που ναι καρφωμένο με ξύλινες καβίλιες. Ο Άγιος Νικόλας κάθεται στο θρονί του, ταπεινός και καλοκάγαθος, ντυμένος με τα δεσποτικά του, με κοντά γένια, ηλιοψημένος σα θαλασσινός. Με το να χέρι του βλογά τον κόσμο και με τα άλλο βαστά ανοιχτό το Ευαγγέλιο που γράφει : «Δεύτε πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς».

   Κάθουμαι κάμποση ώρα σ’ ένα στασίδι κι ακούγω τον αγέρα που βουίζει και τραβά το ίσιο χωρίς να ψέλνει κανένας. Ο Αη Νικόλας με κοιτά με την ήμερη ματιά του. Στη διπλανή θυρίδα κάθεται η Παναγία η Οδηγήτρια, συλλογισμένη, πικραμένη και βαστά στην αγκαλιά της το Χριστό που βλογά τον κόσμο. Κάνω πάλι το σταυρό μου και βγαίνω έξω. Οι σκοίνοι μοσκοβολάνε. Ο κυρ Βοριάς σαλαγά τα άσπρα τα πρόβατά του, που γεμίζουνε το πέλαγο και περπατάνε όπου γυρίσεις και τηράξεις. Καράβια και καΐκια αρμενίζουνε ανάμεσα σ’ αυτά τα πρόβατα δροσολογημένα από το μελτέμι του Δεκαπενταύγουστου. Ήμερος καιρός, ήμερη πλάση, όλα ήμερα στην αγιασμένη Ελλάδα, «εικόνα πραότητος» σαν τον άγιο Νικόλα, όλα φτωχά κι απλά μα πλούσια – «τη πτωχεία τα πλούσια».

26.8.51 Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2018

Γιορτάζει η Παναγία μας, τι δώρο να της κάνω;

Η εικόνα ίσως περιέχει: 4 άτομα
Σήμερα τελευταία στιγμή κατάλαβα, ότι γιορτάζει η Παναγία Μητέρα μου, τι μπορώ να κάνω;
Θα πάω να εξομολογηθώ, θα πάω να συγχωρέσω όποιον πίκρανα, φανερά και κρυφά, και θα ετοιμαστώ και εγώ ο ελάχιστος, για αυτήν την Μεγάλη Γιορτή.
Τίποτε δεν έκανα, τίποτε… συνέχιζε και έλεγε ένας μικρός νεαρός κλαίγοντας και παραμιλώντας στον δρόμο, για τον πνευματικό του. Ότι μου πει ο πνευματικός μου πατέρας, θα κάνω, έλεγε ο νεαρός. Χριστέ μου σε πίκρανα και Εσένα και την Μητέρα Σου, την Μητέρα μου, έλεγε και δεν είχε μάτια να δει από τα δάκρυα και τίποτε δεν τον σταματούσε, να βρει τον πνευματικό του...

Άνθρωποι είπαν ότι τον είδαν με μία Όμορφη Κυρία δίπλα του.
Ένας Γέροντας είπε ότι είναι η Ίδια η Παναγία που μαζεύει τα παιδιά Της.

Κανείς δεν ξέρει πως και πότε η Παναγία αποφασίζει να μαζέψει τα παιδιά Της.
Κάποια παιδιά είναι στην Αγκαλιά Της, κάποια Της τραβούνε το φόρεμα, κάποια ακόμη πιο πίσω ακολουθούν και κάποια χαθήκανε και έρχεται η Ίδια η Παναγιά να τα βρει.
Η μετάνοια είναι Φοβερό Μυστήριο, το Φοβερότερο και πιο Όμορφο και δίδεται από τον Θεό.
Και ο άνθρωπος, όπως λένε οι Γέροντες, δεν έχει κανένα δώρο να κάνει καλό προς τον Θεό, παρά μονάχα την Σταυρική Θυσία του Ίδιου του Υιού Του, το Αίμα και Σώμα που θα κοινωνήσει, προετοιμασμένος και μετανοημένος.

Όλοι μαζί τα αδέρφια, ας γιορτάσουμε την Υπέροχη Αυτή Μάνα μας με τον καλύτερο τρόπο και όπως μπορεί ο κάθε ένας μας.
Είναι η πιο Υπέροχη Μάνα!
Είναι η Μάνα του Άπειρου Θεού, του Γλυκύτατου Χριστού μας!

Καλή Παναγιά! Με απέραντη αγάπη. Μόνο αγάπη.

Όλος ο κόσμος έγινε για την Παναγιά και η Παναγιά για τον Χριστό

Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

  Μὲ κάθε δίκαιον ἔχαιρε καὶ ὑπερέχαιρε πρὸ τοῦ αἰῶνος ἡ Ἁγία Τριάς, προγινώσκουσα κατὰ τὴν θεαρχικήν της ἰδέαν, τὴν ἀειπάρθενον Μαριάμ. Διότι, εἶναι γνώμη τινῶν Θεολόγων, ὅτι ἂν καθ’ ὑπόθεσιν ὅλα τὰ ἐννέα τάγματα τῶν Ἀγγέλων ἤθελαν κρημνισθοῦν ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ γίνουν δαίμονες· ἂν ὅλοι οἱ ἀπὸ τοῦ αἰῶνος ἄνθρωποι ἤθελαν γένουν κακοὶ καὶ ὅλοι νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν κόλασιν χωρὶς νὰ γλυτώσῃ τινάς· ἂν ὅλα τὰ κτίσματα, οὐρανός, φωστῆρες, ἄστρα, στοιχεῖα, φυτά, ζῶα, ἤθελαν ἀποστατήσουν κατὰ τοῦ Θεοῦ, νὰ εὔγουν ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν καὶ νὰ ὑπάγουν εἰς τὸ μὴ ὄν· μ’ ὅλον τοῦτο, ὅλες αὐτὲς οἱ κακίες τῶν κτισμάτων, συγκρινόμεναι μὲ τὸ πλήρωμα τῆς ἁγιότητος τῆς Θεοτόκου, δὲν ἠδύναντο νὰ λυπήσουν τὸν Θεόν, διατί, μόνη ἡ Κυρία Θεοτόκος ἦτον ἱκανὴ νὰ Τὸν εὐχαριστήσῃ κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα καὶ νὰ μὴ Τὸν ἀφήσῃ τόσον νὰ λυπηθῃ διὰ τὸν χαϊμὸν καὶ τὴν ἀπώλειαν τῶν τόσων καὶ τόσων κτισμάτων Του, ὅσον ἤθελε Τὸν κάμῃ νὰ χαίρῃ ὑπερβαλλόντως διὰ λόγου Της μόνον. Ἤγουν, διότι Αὐτὴ μόνη ἀσυγκρίτως Τὸν ἠγάπησεν ὑπὲρ πάντα· διότι Αὐτὴ μόνη ὑπὲρ πάντα ὑπήκουσεν εἰς τὸ θέλημά Του καὶ διότι Αὐτὴ μόνη ἐστάθη χωρητικὴ καὶ δεκτικὴ ὅλων ἐκείνων τῶν φυσικῶν, τῶν προαιρετικῶν καὶ τῶν ὑπερφυσικῶν χαρισμάτων, ὁποὺ ὁ Θεὸς διεμοίρασεν εἰς ὅλην τὴν κτίσιν. 
Ἐν συντομίᾳ, διότι Αὐτὴ ἔγινεν ἕνας ἄλλος δεύτερος κόσμος, ἀσυγκρίτως καλύτερος ἀπὸ ὅλον τὸν νοητὸν καὶ αἰσθητὸν κόσμον καὶ ἀρκετὸς μόνος νὰ δοξάζῃ αἰωνίως τὸν Ποιητὴν ἐκ τῆς καλλονῆς καὶ ποικιλίας τῶν χαρισμάτων του περισσότερον ἀπὸ ὅλην τοῦ παντὸς τὴν δημιουργίαν.
  Συνάγεται λοιπὸν ἐκ τῶν εἰρημένων, ὅτι, ἐπειδὴ καὶ ὁ Θεὸς προώρισε τὴν Θεοτόκον κατὰ τὴν προαιώνιον Αὐτοῦ εὐδοκίαν, ἤτις εἶναι, οὐχὶ τὸ ἑπόμενον καὶ κατ’ ἐπακολούθησιν θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὸ προηγούμενον καὶ κύριον Αὐτοῦ θέλημα, ὡς τὸ ἑρμηνεύει ὁ μέγας τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος [λόγῳ α´ εἰς τὰ Φῶτα καὶ λόγῳ εἰς τὴν Χριστοῦ Γέννησιν]· συνάγεται, λέγω, ἐκ τούτων, ὅτι, καθὼς τὸ περιβόλι γίνεται διὰ νὰ φυτευθῇ τὸ δένδρον καὶ πάλιν τὸ δένδρον φυτεύεται διὰ τὸν καρπόν, τοιουτοτρόπως ὅλος ὁ νοητὸς καὶ αἰσθητὸς κόσμος ἔγινε διὰ τὸ τέλος τοῦτο, ἤτοι διὰ τὴν Κυρίαν Θεοτόκον· καὶ πάλιν ἡ Κυρία Θεοτόκος, ἔγινε διὰ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν· καὶ οὕτως ἐτελειώθη ἡ ἀρχαία βουλὴ καὶ ὁ σκοπὸς ὁ πρῶτος τοῦ Θεοῦ· μὲ τὸ νὰ ἀνακεφαλαιώθησαν τὰ πάντα ἐν τῷ Χριστῷ, καὶ ἡνώθη ἡ κτίσις μὲ τὸν Κτίστην, οὐχὶ φυσικῶς, οὐχὶ προαιρετικῶς καὶ κατὰ χάριν, ἀλλὰ κατ’ αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν· ὅστις εἶναι ὁ ἀνώτατος βαθμὸς τῆς ἑνώσεως, ὕστερα ἀπὸ τὸν ὁποῖον, ἄλλος ἀνώτερος, οὔτε εὑρέθη, οὔτε εὑρεθήσεται.
«Ἀόρατος Πόλεμος»
Μέρος πρῶτον, Κεφάλαιον ΜΘ´
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι ἄ.χ., σελ. 164
https://christianvivliografia.wordpress.com

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2018

Αποστολέας:«ΠΑΝΤΑΝΑΣΣΑ»!

1paisios_1
Αναφέρει ο Άγιος Παΐσιος:
-Μια φορά χρειάστηκε να βγω έξω στον κόσμο και είχα ανάγκη από χίλιες δραχμές, γιατί τότε τόσο κόστιζαν οι μετακινήσεις. Ό,τι επιταγές έρχονταν είχα δώσει εντολή στο Ταχυδρομείο να επιστρέφονται αμέσως ως απαράδεκτες. Ενώ λοιπόν βρισκόμουν σ΄αυτή τη δύσκολη κατάσταση, μου έφερε ένας αδελφός την αλληλογραφία μου και μια επιταγή χιλίων δραχμών ακριβώς, ανώνυμη, χωρίς διεύθυνση, η οποία στη θέση του αποστολέα έγραφε : «ΠΑΝΤΑΝΑΣΣΑ». 

Μόλις είδα την πρόνοια του Θεού, λύθηκα στα κλάματα κι ευχαριστούσα τον Κύριο μας και την Παναγία μας.

Έχω δει πολλά στη ζωή μου. Φοβερό πράγμα·αν δεν κοιτάς τον εαυτό σου, ο Θεός δεν σ΄αφήνει ούτε να σκεφτείς ότι κάτι σου χρειάζεται! Βλέπεις, η επιταγή είχε σταλεί πριν εγώ τη χρειαστώ. Ο Θεός, σαν καλός Πατέρας, φροντίζει πριν έρθουμε εμείς στην ανάγκη κάποιου πράγματος και, πριν ακόμα Του ζητήσουμε, η πρόνοιά Του μεριμνά και φροντίζει, για να μας το δώσει. Χρειάζεται όμως να βλέπει σ΄εμάς ότι του έχουμε εμπιστοσύνη.

Από το βιβλίο του ιερομονάχου Χριστοδούλου «Ο Γέρων Παίσιος»

Προσευχηθείτε στη Μητέρα του Θεού, όταν η καταιγίδα της εχθρότητας και της κακίας ξεσηκώνεται στο σπίτι σας.

Φωτογραφία του Γιάννης Τσιτλακίδης.

Προσευχηθείτε στη Μητέρα του Θεού, όταν η καταιγίδα της εχθρότητας και της κακίας ξεσηκώνεται στο σπίτι σας. 
Αυτή η Πανάγαθη και Κραταιά, πάρα πολύ εύκολα μπορεί να ειρηνεύσει τις ανθρώπινες καρδιές.
Η ειρήνη και η αγάπη προέρχονται σαν από Πηγή, από τον ένα Θεό.
 Αλλά η Δέσποινά μας , ενωμένη με τον Θεό και ως Μητέρα του Χριστού προσεύχεται θερμά υπέρ ειρήνης του σύμπαντος κόσμου, πολύ περισσότερο υπέρ πάντων των χριστιανών.
Ξεκινώντας την προσευχή στην Κυρία Θεοτόκο, πριν από την προσευχή να είσαι πεπεισμένος ότι δεν θα φύγεις απ’ Αυτή , χωρίς να λάβεις έλεος».

Στάρετς Σάββας Ο Παρηγορητής