Υπάρχουν στην ανθρώπινη ψυχή περιοχές που δεν θέλουμε ν' αγγίζει κανείς. Που παραμένουν ερμητικά κλειστές ακόμη και για μας τους ίδιους. Είναι οι μνήμες που δεν τολμάμε ν' ανασύρουμε, οι ενοχές που δεν εξομολογούνται παρά μόνον όταν η εσωτερική πίεση φθάσει σε οριακό σημείο, οι ρωγμές της συνειδήσεως που καλύπτονται μ' ένα πέπλο σιωπής, οι τραυματικές αποτυπώσεις του βίου, οι λανθασμένες εκλογές, οι νοθείες της επιθυμίας, οι ήττες που δεν επιθυμούμε να καταγράφονται.
Εκεί, στο βαθύτερο στρώμα της αυτοσυνειδησίας, ο άνθρωπος δεν φοβάται τόσο την κρίση των άλλων όσο τη στιγμή κατά την οποία θα υποχρεωθεί να δει τον ίδιο του τον εαυτό χωρίς τα συνήθη προστατευτικά περιβλήματα.
Το δοξαστικό των ιδιόμελων αποστίχων του Όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης, που ψάλλεται το εσπέρας της Μεγάλης Τρίτης κατά την Ακολουθία του Νυμφίου, το λεγόμενο «τροπάριο της Κασσιανής» κάνει αυτό ακριβώς το πράγμα: Εισέρχεται σ' αυτή την «απαγορευμένη» περιοχή. Δεν αγγίζει την επιφάνεια του θρησκευτικού μας συναισθήματος, ούτε αρκείται σε μια ηθική περιγραφή της πτώσεώς μας. Κατέρχεται στο υπέδαφος της αλήθειας μας κι εκεί ανιχνεύει το δράμα της μετανοίας ως γεγονός υπαρξιακό, θεολογικό και εκκλησιολογικό.
Αυτό βέβαια, δεν το κάνει μόνον το συγκεκριμένο τροπάριο, το σύνολο της υμνογραφίας της Εκκλησίας λειτουργεί ακριβώς έτσι. Δεν περιγράφει απλώς ένα γεγονός του παρελθόντος, μεταπλάθει το γεγονός σε παρόν, παρόν λειτουργικό, σε εμπειρία κοινή, σε κοινή δήλωση του σώματος της Εκκλησίας. Τα πρόσωπα τα οποία μας προβάλλονται μέσα απ' την υμνολογία και τα αναγνώσματα και δεν ήταν λίγα όλη αυτή την ευλογημένη περίοδο του Τριώδιου, παύουν να είναι απομακρυσμένα πρόσωπα της Αγίας Γραφής και γίνονται μέσα στη λατρεία, μέσα στην ακολουθία, ένας ανθρωπολογικός καθρέφτης.
Τι διαφορετικό έχει όμως αυτό το τροπάριο; Αρχικά, μέσα σε λίγους στίχους, συμπλέκει βιβλικές αναφορές, ανθρωπολογικές διαστάσεις και σωτηριολογικά νοήματα με τρόπο αξιοθαύμαστο. Η γυναίκα προσφέρει μύρο «προ του ενταφιασμού». Το γεγονός αυτό μας προβάλλει ήδη προοπτική πάθους και ταφής Του Κυρίου. Η επίκληση «ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ» εντάσσει τη δέηση της αμαρτωλής γυναικός μέσα στη θεολογία της Δημιουργίας, όπου ο Χριστός προσλαμβάνεται όχι απλώς ως ιστορικό πρόσωπο αλλά ως Κύριος της κτίσεως. Η αναφορά στην Εύα, που άκουσε τον κρότο στον Παράδεισο και εκρύβη, συνδέει την ατομική μετάνοια της γυναίκας με το προπατορικό δράμα και με την παγκόσμια ιστορία της πτώσεως του ανθρωπίνου γένους.