Η ψυχολογία διαθέτει έναν όρο γι' αυτό το φαινόμενο:
μ α θ η μ έ ν η α β ο η θ η σ ί α (learned helplessness).
Τη δεκαετία του 1960, ο Martin Seligman περιέγραψε πώς ένας άνθρωπος που εκτίθεται επανειλημμένα σε καταστάσεις όπου δεν μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα, αρχίζει σταδιακά να πιστεύει ότι καμία προσπάθεια δεν έχει νόημα. Ακόμη κι όταν αργότερα αποκτά τη δυνατότητα να αλλάξει την πραγματικότητα, συχνά δεν προσπαθεί. Όχι επειδή είναι ανίκανος, αλλά επειδή έχει μάθει ότι η προσπάθεια είναι μάταιη.
Η μαθημένη αβοηθησία δεν είναι τεμπελιά. Δεν είναι έλλειψη "χαρακτήρα". Είναι μια βαθιά ψυχολογική προσαρμογή στην επαναλαμβανόμενη ματαίωση. Ο άνθρωπος δεν παραιτείται επειδή δεν μπορεί. Παραιτείται επειδή έμαθε ότι δεν αξίζει να προσπαθεί.
Το ανησυχητικό είναι ότι αυτό το φαινόμενο δεν αφορά μόνο τα άτομα. Μπορεί να γίνει και χαρακτηριστικό ολόκληρων κοινωνιών. Δεν χρειάζεται κάποιος να σχεδιάσει συνειδητά την παραίτηση των πολιτών. Αρκεί ένα σύστημα που, επί δεκαετίες, ανταμείβει την υποταγή περισσότερο από την πρωτοβουλία, τη σιωπή περισσότερο από τη συμμετοχή, την ανικανότητα περισσότερο από την άοκνη προσπάθεια και τη διαπλοκή/διαφθορά περισσότερο από την αξιοκρατία.
Όταν ο πολίτης διαπιστώνει επανειλημμένα ότι η αξιοσύνη δεν αμείβεται, ότι η αδικία σπάνια αποκαθίσταται, ότι οι θεσμοί λειτουργούν επιλεκτικά και ότι η φωνή του δύσκολα επηρεάζει τις εξελίξεις, αρχίζει να εσωτερικεύει μια βαθιά πεποίθηση: «Τίποτα δεν αλλάζει.»








Στη Θεολογία του ΑΠΘ, με βάση εισαγωγής 8.975, 118 από τις 148 θέσεις έμειναν κενές. Δηλαδή σχεδόν 8 στις 10.













