Τοῦ π. Κωνσταντίνου Στρατηγοπούλου, Αὐτοτελὲς ἀπόσπασμα μέσα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Τὸ σταυροδρόμι τῆς καρδιᾶς μου», Σελίδα 9, ἐκδόσεις «Φιλοκαλία», Μάϊος 2002.
Ἐκείνη τὴν ἱστορία, ποὺ θύμιζε ζωντανὸ συναξάρι νεομάρτυρος, μοῦ τὴν ἔλεγε ἡ γιαγιά μου καὶ ἔχει χαραχθεῖ βαθιὰ μέσα στὴ μνήμη μου.
Ὁ πατέρας της ἦταν παπᾶς σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ χωριὰ τοῦ ἄνω Βοσπόρου, ποὺ σήμερα ἔχει τὴν ὀνομασία «Μπέηκοζ». Ὁ πατὴρ Ἀντώνιος, ἔτσι ἔλεγαν τὸν παπᾶ, εἶχε πολλὰ παιδιά, ἀνάμεσά τους καὶ τὸ Χριστόδουλο. Ὁ Χριστόδουλος ἦταν 10 ἐτῶν ὅταν ἔγιναν ἐκεῖνα τὰ τρομερὰ γεγονότα. Μιὰ Μεγάλη Παρασκευὴ οἱ Ἑβραῖοι ἔκλεψαν τὸ παιδὶ καὶ τὸ πῆραν μαζί τους. Τὴν ἴδια κιόλας μέρα τὸ κάρφωσαν, τὸ παιδί, σ’ ἕνα σταυρό, ὅπως τὸ Χριστό. Κάποιοι περαστικοὶ βρῆκαν, τὴν ἄλλη μέρα, τὸ Χριστόδουλο... ἀναίσθητο στὸ δρόμο. Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες, μέσα στὴν ἀναστάσιμη ἀτμόσφαιρα, πέθανε. Αὐτὴ ἡ διήγηση ἦταν ἀληθινὴ πέρα γιὰ πέρα. Ὅταν πλησίαζε τὸ Πάσχα, παρόμοιες διηγήσεις καὶ θύμησες ἀνασκάλευαν τὸ νοῦ μας καὶ μπαίναμε σὲ ἕνα πολεμικὸ κλίμα μὲ τοὺς Ἑβραίους. Ἀποκορύφωμα τοῦ κλίματος αὐτοῦ ἦταν καὶ τὸ κάψιμο τοῦ Ἑβραίου ποὺ γινόταν Μεγάλη Παρασκευὴ τὸ βράδυ, μετὰ τὴν περιφορὰ τοῦ ἐπιταφίου.
Στὴ γειτονιά μας, ἐκεῖ στὸ Σταυροδρόμι, ἔμεναν πολλοὶ Ἑβραῖοι. Κατὰ τὴ διάρκεια ὅλης τῆς χρονιᾶς εἴχαμε στὶς παρέες μας ἐβραιόπουλα. Μᾶς ἕνωνε ἡ ἀντίθεσή μας μὲ τὰ τουρκάκια. Αὐτὲς ὅμως τὶς ἡμέρες ὅλα ἄλλαζαν. Δὲν μποροῦσαν οἱ Ἑβραῖοι νὰ παίζουν τὰ «χριστιανικά» μας παιχνίδια. Ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα μας προσέφερε μιὰ καταπληκτικὴ εὐκαιρία γιὰ παιχνίδια ποὺ ἄρχιζαν ἀπὸ τὸ ἱερὸ τοῦ Ναοῦ τῆς Παναγίας καὶ συνεχίζονταν στὸν αὐλόγυρο καὶ στὰ περίχωρα.
Ὁ Ἰσαὰκ ἔμενε σὲ ἕνα γωνιακὸ σπίτι στὴ μεγάλη κατηφόρα, στὸ Χαμάλμπαση, λίγα μέτρα ἀπὸ τὸ σπίτι μας. Ἦταν ἀπό ΄κεῖνα τα ἐβραιόπουλα ποὺ ἦταν καλοί μας φίλοι. Δὲν ὑπῆρχε ζαβολιὰ στὴν ὁποία νὰ μὴν μετεῖχε. Τὸ κοφτερό του, μάλιστα, μυαλὸ ἀπεδείχθη σπουδαῖο σὲ δύσκολες στιγμές. Θυμᾶμαι, μιὰ φορά, ποὺ ἦρθε μιὰ γειτόνισσα νὰ διαμαρτυρηθεῖ, ἐπειδὴ χτυπούσαμε τὰ κουδούνια στὶς πόρτες τῶν σπιτιῶν καὶ φεύγαμε τρέχοντας. Ὁ Ἰσαάκ, τότε, μὲ πολὺ σοβαρὸ ὕφος, εἶπε:
-Γιὰ τὸ καλό σας τὸ κάναμε ἐμεῖς. Πρόκειται νὰ βρέξει καὶ σᾶς εἰδοποιήσαμε νὰ μαζέψετε τὰ ροῦχα ποὺ εἴχατε ἁπλώσει στὴν ταράτσα νὰ στεγνώσουν.
-Ποῦ εἶδες μπρὲ παλιόπαιδο τὴ βροχή; Φώναξε ἡ κυρὰ Κατίνα ἡ Μπαλοῦ.
-Τὸ εἶπε τὸ δελτίο καιροῦ στὸ ραδιόφωνο, ἀπάντησε ὁ Ἰσαάκ.
Στὴ γειτονιά μας, ἐκεῖ στὸ Σταυροδρόμι, ἔμεναν πολλοὶ Ἑβραῖοι. Κατὰ τὴ διάρκεια ὅλης τῆς χρονιᾶς εἴχαμε στὶς παρέες μας ἐβραιόπουλα. Μᾶς ἕνωνε ἡ ἀντίθεσή μας μὲ τὰ τουρκάκια. Αὐτὲς ὅμως τὶς ἡμέρες ὅλα ἄλλαζαν. Δὲν μποροῦσαν οἱ Ἑβραῖοι νὰ παίζουν τὰ «χριστιανικά» μας παιχνίδια. Ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα μας προσέφερε μιὰ καταπληκτικὴ εὐκαιρία γιὰ παιχνίδια ποὺ ἄρχιζαν ἀπὸ τὸ ἱερὸ τοῦ Ναοῦ τῆς Παναγίας καὶ συνεχίζονταν στὸν αὐλόγυρο καὶ στὰ περίχωρα.
Ὁ Ἰσαὰκ ἔμενε σὲ ἕνα γωνιακὸ σπίτι στὴ μεγάλη κατηφόρα, στὸ Χαμάλμπαση, λίγα μέτρα ἀπὸ τὸ σπίτι μας. Ἦταν ἀπό ΄κεῖνα τα ἐβραιόπουλα ποὺ ἦταν καλοί μας φίλοι. Δὲν ὑπῆρχε ζαβολιὰ στὴν ὁποία νὰ μὴν μετεῖχε. Τὸ κοφτερό του, μάλιστα, μυαλὸ ἀπεδείχθη σπουδαῖο σὲ δύσκολες στιγμές. Θυμᾶμαι, μιὰ φορά, ποὺ ἦρθε μιὰ γειτόνισσα νὰ διαμαρτυρηθεῖ, ἐπειδὴ χτυπούσαμε τὰ κουδούνια στὶς πόρτες τῶν σπιτιῶν καὶ φεύγαμε τρέχοντας. Ὁ Ἰσαάκ, τότε, μὲ πολὺ σοβαρὸ ὕφος, εἶπε:
-Γιὰ τὸ καλό σας τὸ κάναμε ἐμεῖς. Πρόκειται νὰ βρέξει καὶ σᾶς εἰδοποιήσαμε νὰ μαζέψετε τὰ ροῦχα ποὺ εἴχατε ἁπλώσει στὴν ταράτσα νὰ στεγνώσουν.
-Ποῦ εἶδες μπρὲ παλιόπαιδο τὴ βροχή; Φώναξε ἡ κυρὰ Κατίνα ἡ Μπαλοῦ.
-Τὸ εἶπε τὸ δελτίο καιροῦ στὸ ραδιόφωνο, ἀπάντησε ὁ Ἰσαάκ.
























Η ονοματοδοσία της γιορτής
Λαμπρή ~ «Festum Paschatis, sic dicitur à Graecis recentioribus, quòd tunc temporis in templis plurimae accenduntur lampades» = «Η γιορτή του Πάσχα· λέγεται έτσι από τους νεότερους Έλληνες, επειδή τότε ανάβουν πλήθος λαμπάδων στους ναούς»
Όρος ευρύτερος, που μπορούσε να δηλώνει και όλη την εορταστική περίοδο.
