ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

ΕΚΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΒΟΗΘΕΙΑ

Επειδή η αλληλεγγύη προς τον συνάνθρωπο αποτελεί την πεμπτουσία του Χριστιανισμού δημοσιεύω την έκκληση της κ.Αναστασίας η οποία ήλθε σε άμεση επαφή μαζί μας

Εν Χριστώ αδελφοί μου,
Με δισταγμό, αλλά και με εμπιστοσύνη στην αγάπη που γεννά ο Χριστός στις καρδιές των ανθρώπων, καταθέτω ενώπιόν σας τη δοκιμασία που βιώνω, ζητώντας πρωτίστως την προσευχή και τη συμπαράστασή σας.
Με την καρδιά γεμάτη πίστη, αλλά και τη δοκιμασία να λυγίζει τις ανθρώπινες αντοχές, παίρνω το θάρρος να μοιραστώ μαζί σας τη δική μου κραυγή αγωνίας.
Ο καρκίνος, ένας εχθρός που πίστευα πως είχα αφήσει πίσω μου, επέστρεψε με επιθετική υποτροπή. Μετά και το δεύτερο χειρουργείο μου, βρίσκομαι αντιμέτωπη με έναν δύσκολο αγώνα ζωής, τον οποίο δεν δίνω μόνο για τον εαυτό μου, αλλά κυρίως για τις δύο ψυχές που με περιμένουν καθημερινά στο σπίτι.
Πίσω από τη δική μου περιπέτεια υγείας κρύβεται ένας ακόμη μεγαλύτερος αγώνας.
Το ένα μου παιδί είναι ΑμεΑ και εξαρτάται απόλυτα από τη φροντίδα μου.
Το δεύτερο παιδί μου παλεύει με σοβαρό αυτοάνοσο νόσημα...με πολλές υποτροπές....
..
Ως μητέρα, η μοναδική μου προσευχή είναι να με αξιώσει ο Θεός να σταθώ όρθια, ώστε να μπορώ να τα στηρίζω και να βρίσκομαι δίπλα τους.
Όμως η μακρόχρονη μάχη με την ασθένεια, τα χειρουργεία και οι συνεχείς ανάγκες έχουν εξαντλήσει κάθε οικονομική δυνατότητα. Σήμερα βρίσκομαι σε εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση. Υπάρχουν ημέρες που ακόμη και τα βασικά αγαθά λείπουν από το σπίτι μας και αγωνιώ για το πώς θα ανταποκριθώ στις ανάγκες των παιδιών μου.
Παρακαλώ όσους μπορούν, ας κρατήσουν εμένα και τα παιδιά μου στις προσευχές τους. Και αν κάποιος έχει τη δυνατότητα να προσφέρει έστω και την πιο μικρή βοήθεια, ας γνωρίζει πως για τη δική μας οικογένεια μπορεί να σημαίνει ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι, ένα αναγκαίο φάρμακο, μια ακόμη ημέρα αξιοπρέπειας και ελπίδας.
Σε στιγμές σαν κι αυτές, ακόμη και η πιο μικρή πράξη αγάπης γίνεται μεγάλο στήριγμα και υπενθυμίζει πως ο Θεός δεν παύει να ενεργεί μέσα από τις καρδιές των ανθρώπων.
Προσεύχομαι καμία μητέρα να μη βιώσει ποτέ την αγωνία να μην μπορεί να προσφέρει στα παιδιά της τα αναγκαία.
Και αν μέσα σε αυτή τη δοκιμασία υπάρξουν άνθρωποι που θα θελήσουν να γίνουν φως, εύχομαι ο Θεός να τους ανταποδώσει στο εκατονταπλάσιο την αγάπη, το έλεος και την ευσπλαχνία τους.
Ο Θεός να ευλογεί κάθε καρδιά που συμπονά, κάθε χέρι που απλώνεται διακριτικά και κάθε ψυχή που θυμάται τον πόνο του πλησίον.

Για όσους επιθυμούν και έχουν τη δυνατότητα να σταθούν δίπλα μας σε αυτόν τον δύσκολο αγώνα, παραθέτω τους τραπεζικούς λογαριασμούς. Κάθε προσφορά, μικρή ή μεγάλη, γίνεται για εμάς πράξη αγάπης και ελπίδας. Με ευγνωμοσύνη και σεβασμό...
κυρια Αναστασία...

Τράπεζα Πειραιώς
Αρ. Λογ.: 5027-072172-420
IBAN: GR40 0172 0270 0050 2707 2172 420
BIC: PIRBGRAA

Papanastasiou Anastasia

Εθνική Τράπεζα
Αρ. Λογ.: 079/628203-25
IBAN: GR78 0110 0790 0000 0796 2820 325
BIC: ETHNGRAA

Papanastasiou Anastasia

Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

"Ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε…"


Τι παράξενη φράση.Έφυγες, αλλά δεν μας άφησες.

Ίσως γιατί η αληθινή αγάπη κάνει κάτι που δυσκολεύεται να καταλάβει η λογική: μετατρέπει την απουσία σε έναν άλλο τρόπο παρουσίας.

Δεν αγαπάμε μόνο ό,τι βλέπουμε και αγγίζουμε. Υπάρχουν άνθρωποι που έφυγαν από τη ζωή μας κι όμως εξακολουθούν να κατοικούν μέσα μας περισσότερο από ανθρώπους που συναντάμε κάθε μέρα.
Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ένα σώμα που βρίσκεται δίπλα μας. Είναι σχέση. Είναι μνήμη. Είναι παρουσία μέσα στην καρδιά του άλλου.

Κι ίσως εδώ βρίσκεται κάτι βαθιά ελληνικό. Ο λαός μας δεν έμαθε την Παναγία ως μια θεολογική ιδέα. Την έκανε σχέση. Της μίλησε σαν να μιλά στη μάνα του. Της άναψε καντήλια, της πήγε τάματα, έκλαψε μπροστά στην εικόνα της και στις δύσκολες ώρες δεν είπε μια θεολογική πρόταση.

Είπε δύο λέξεις: «Παναγία μου…»Και ίσως αυτό το «μου» να κρύβει ολόκληρη θεολογία.
Γιατί σημαίνει: έχω κάπου να ανήκω. Υπάρχει κάποιος που με χωρά ακόμη.
Η Παναγία δεν εγκατέλειψε τον κόσμο επειδή ακριβώς δεν έπαψε να σχετίζεται μαζί του.
Γι’ αυτό βρίσκεται κοντά στη μάνα που κλαίει, στον άρρωστο που φοβάται, στον άνθρωπο που ξενυχτά μόνος, στον αμαρτωλό που ντρέπεται ακόμη και να κοιτάξει τον Θεό.

Η Παναγία δεν μας υπόσχεται λύση όλων των προβλημάτων μας, αλλά Παρουσία μέσα στα βάσανα μας "τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε..."
Κι αυτή ίσως είναι η βαθύτερη παρηγοριά της πίστης:
ότι ακόμη κι όταν αισθάνεσαι πως δεν σε χωράει πια κανείς, υπάρχει μια Μάνα που εξακολουθεί να λέει στον κόσμο: “Δεν σας άφησα”........
Χρόνια πολλά, καλά κι ευλογημένα.
π. Λίβυος

Μπροστά στον Θεό κανείς μας δεν στέκεται ως πιστωτής. Όλοι στεκόμαστε ως οφειλέτες στους οποίους χαρίστηκε το ανεξόφλητο

Η παραβολή του κακού δούλου[ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ ΜΑΤΘΑΙΟΥ]

Το Ευαγγέλιο της αυριανής Κυριακής αρχίζει σαν λογιστήριο.
Ένας βασιλιάς, ένας δούλος, ένα χρέος, ένας λογαριασμός που πρέπει να κλείσει. «Ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετά τῶν δούλων αὐτοῦ». Θα μπορούσε σχεδόν να είναι η περιγραφή ενός κόσμου απολύτως οικείου: ό,τι οφείλεται πρέπει να αποδοθεί, κάθε χρέος απαιτεί τον οφειλέτη του και κάθε λογαριασμός αναμένει την εξόφλησή του.

Μόνο που ο Χριστός εισάγει μέσα σε αυτή την άψογη οικονομία της ανταπόδοσης κάτι που την καταστρέφει εκ θεμελίων: τη χάρη. Ο δούλος χρωστά δέκα χιλιάδες τάλαντα, ένα ποσό τόσο υπερβολικό ώστε παύει ουσιαστικά να είναι ποσό και γίνεται εικόνα του ανεξόφλητου. Ζητά χρόνο. Ο κύριος δεν του δίνει χρόνο. Του χαρίζει το χρέος. Και από εκείνη τη στιγμή η παραβολή παύει να αφορά τα χρήματα. Αφορά έναν άνθρωπο που σώθηκε από τη λογική του λογαριασμού και, λίγα βήματα αργότερα, αποφάσισε να ξαναζήσει μέσα σε αυτήν.

Η υπερβολή του Χριστού είναι εσκεμμένη: «ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων».
 Τα μύρια είναι ο μεγαλύτερος συνηθισμένος αριθμητικός προσδιορισμός και το τάλαντο τεράστια χρηματική μονάδα. Ο Χριστός δεν περιγράφει ένα δυσβάστακτο χρέος. Κατασκευάζει αφηγηματικά το αδύνατον της εξόφλησης. Κι όμως ο δούλος λέει: «μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί καί πάντα σοι ἀποδώσω». Εδώ βρίσκεται η πρώτη του πλάνη. Νομίζει ακόμη ότι χρειάζεται απλώς περισσότερο χρόνο. Δεν έχει καταλάβει ότι το πρόβλημα δεν είναι η προθεσμία αλλά η ίδια η αδυναμία της αποπληρωμής. Υπόσχεται να εξοφλήσει το ανεξόφλητο, επειδή εξακολουθεί να φαντάζεται τον εαυτό του ως υποκείμενο ικανό να αποκαταστήσει μόνο του τον λογαριασμό της υπάρξεώς του. Ο κύριος όμως δεν του δίνει παράταση. Κάνει κάτι ασύγκριτα μεγαλύτερο: «τό δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ». Δεν μεταθέτει την ημερομηνία της πληρωμής. Καταργεί το χρέος. Αυτό είναι το σκάνδαλο της χάριτος. Ο Θεός δεν προσφέρει στον άνθρωπο καλύτερους όρους αποπληρωμής της σωτηρίας του. Διαγράφει εκείνο που ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε ποτέ να εξοφλήσει. Η σωτηρία αρχίζει ακριβώς εκεί όπου καταρρέει η τελευταία μας φαντασίωση ότι μπορούμε να τη χρηματοδοτήσουμε με την αρετή μας.

Και αμέσως έρχεται το φοβερό «ἐξελθών».

15/8/1944. Ανήμερα της Παναγίας οι «Αντιστασιακοί» του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΟΠΛΑ έσφαξαν 23 αθώους αμάχους -παιδιά, γυναίκες και άνδρες- από τη Μιδέα (Γκέρμπεσι) Αργολίδος!

Το 24ο υποψήφιο θύμα, ο Θωμάς Γεώργας, τους ξέφυγε με μαχαίρι καρφωμένο στην πλάτη, και μάθαμε τους σφαγείς και τον τρόπο που έσφαζαν τους άνδρες. Ο Γεώργας γλύτωσε, γιατί λογω της εορτής φορούσε καινούργια και καθαρά ρούχα που τα ήθελαν οι σφαγείς. Γι αυτό του έλυσαν τα χέρια για να μπορεί να τα βγάλει!!

Ο σαδισμός και η απάνθρωπη σκληρότητα που έδειχναν οι σφαγείς προς τα θύματά τους από τη σύλληψή τους μέχρι τη θυσίας τους, πραγματικά ανατριχιάζουν. Είναι να απορεί κανείς γιατί καλύφθηκαν με πέπλο λήθης, αντί να γίνουν γνωστά και παραδείγματα προς αποφυγή στις επόμενες γενεές.

Το γεγονός. 
«Παραθέτω ένα απόσπασμα από τη μαρτυρία που μου έδωσε ο Χρῆστος Ὑψηλάντης, του οποίου δολοφόνησαν και τους δυό γονείς: «...Ανήμερα τῆς Παναγίας,μετά τό φαγητό, τό μεσημέρι, ἔρχονται δυό χασάπηδες μέ αὐτόματα. Ὁ ἕνας ἦταν ὁ Δημήτρης Κοῦρος ἀπό τό Ἄργος καί ὁ ἄλλος ὁ Βαγγέλης Τσέπης ἀπό τήν Ἁγία Ἐλεοῦσα Ναυπλίου. Βγῆκε ἡ μάνα μου. Ἦταν ξυπόλητη. Πῆγε καί φόρεσε κάτι πρόχειρα παπουτσάκια. Κατέβηκε καί ὁ πατέρας μου.
Λένε: «Ποῦ θά πᾶμε;».
-«Δέν εἶναι τίποτα, σᾶς θέλουν γιά μικρή ἀνάκριση καί θά γυρίσετε», τούς λένε αὐτοί.
Πρίν φύγουν, ἕνας ἀπ᾽ αὐτούς ρώτησε πού βρίσκεται ὁ ἐξάδελφός μου ἀπό τό Ἄργος, ὁ Τάσος Ὑψηλάντης. Στείλανε ἕναν καί τόν φώναξε ἀπό τό σπίτι πού ἤτανε καί τόν πήρανε κι αὐτόν. Θά ἤτανε 24-26 ἐτῶν».

Ὁ Χρῆστος Ὑψηλάντης συνεχίζει τή διήγησή του: «Πηγαίνουν μετά καί παίρνουν καί τούς θείους μου Παναγιώτη καί Ἠλία, καθώς καί τή θεία μου τή Μαριώ. Βρήκανε ἐκεῖ καί κάποιον ξένο, ἐπισκέπτη ἀπό τό χωριό Μάνεση καί τόν πήρανε κι αὐτόν.
Ἔτσι, ἡ κουστωδία τῶν ὑποψηφίων θυμάτων ἀποτελεῖτο ἀπό 7 ἄτομα, 5 ἄνδρες καί 2 γυναῖκες.
Τούς γονεῖς μου καί τούς ἄλλους κρατούμενους τούς πῆγαν σέ ἕναν μικρό οἰκισμό, τήν Ἀμυγδαλίτσα, στήν ἐκκλησία τῆς Παναγίας. Ἐκεῖ τούς «δικάσανε» δῆθεν καί καταδικάσανε σέ θάνατο τούς 6, ἐνῶ τόν ἕβδομο, τόν ξένο ἀπό τό Μάνεση, τόν ἄφησαν νά φύγει. Αὐτός μᾶς εἶπε ἀργότερα τί ἔγινε.Τούς 6, τούς ἔδεσαν ἀνά δυό καί τούς πῆγαν λίγο πιό ἔξω καί τούς ἔσφαξαν τό ἴδιο βράδυ.
Μάλιστα, ὁ ἕνας ἀπό τούς χασάπηδες ἀπό τό Ἄργος πού τούς ἔσφαζε, ὁ Κοῦρος, ἔλεγε γιά τόν ξάδερφό μου τόν Τάσο Ὑψηλάντη:
- «Μέ παρακαλοῦσε νά μήν τόν πονέσω κι ἐγώ τοῦ ἄνοιξα τήν καρωτίδα καί τόν ἄφησα νά ξεματωθεῖ σιγά-σιγά»![...]

Ὅταν εἶχε πιά σκοτεινιάσει, δέν εἶδα ὅτι πῆγαν ἄλλοι τῆς ΟΠΛΑ καί πῆραν τόν θεῖο μου τόν Κώστα Ὑψηλάντη καί τή γυναίκα του. Πήραν τότε και δεύτερη ομάδα, σύνολο 18 άτομα. Ήταν και η οἰκογένεια τοῦ Γιάννη τοῦ Ράπτη, η γυναίκα του καί τά δυό μικρά παιδιά του. [...] Πῆραν τόν Θωμᾶ Γεώργα, πῆραν τή μάνα του, δυό ἀδελφές του καί τόν μικρό ἀδερφό του 13 χρόνων.
Ἡ μιά ἀδερφή του εἶχε πρόβλημα μέ τά πόδια της, δέν μποροῦσε νά περπατήσει καλά καί πῆραν ἕνα γάϊδαρο καί τήν ἔβαλαν ἐπάνω γιά νά τήν πᾶνε κι αὐτήν νά τήν σφάξουνε!

Δεκαπενταύγουστος: Και αν όλες οι λέξεις χάνονταν, η Παναγία θα σήμαινε και πάλι αγάπη


Ακόμα και αν όλες οι λέξεις του κόσμου έχαναν τη σημασία τους, ένα βλέμμα της Κυρίας Θεοτόκου από κάποιο μοσχολιβανισμένο εικόνισμα θα έφτανε για να ξαναβρείς την έννοια της αγάπης. Και από αυτήν την έννοια θα ξεπηδούσαν ξανά όλες οι άλλες σημασίες.

Όλοι όσοι ευλαβούνται την Παναγία έχουν να σου πουν άρρητα βιώματα εκείνων των αθέατων θαυμάτων που συμβαίνουν στις κρυφές κατεργασίες της ψυχής. Που δεν εκδηλώνονται πομπωδώς, ούτε προορίζονται να εντυπωσιάσουν τους πολλούς, αλλά κυλούν σαν ήρεμα υπόγεια ρυάκια και δροσίζουν τα τρίσβαθα της σπηλαιώδους φύσης μας.

Σε στιγμές που τα λόγια στερεύουν, που οι σκέψεις μπερδεύονται, που οι διέξοδοι χάνονται, και μόνο η επίκληση του ονόματος της Θεοτόκου δρα σαν άμεσο γιατρικό. Γλυκαίνει ο νους, ανασαίνει η καρδιά, διαλύονται τα πρώτα μαύρα σύννεφα. Ο λογισμός γίνεται πλατύτερος, πιο σπλαχνικός, πιο καρτερικός και πράος. Θαρρείς και η Παναγία σου κληρονομεί αμέσως δώρα από το ιερό βιός της.

Ποιος χριστιανός δεν έχει να μαρτυρήσει τέτοια μυστικά φιλοδωρήματα; Μήπως δεν είναι αυτά που ωθούν εκατομμύρια Έλληνες να γεμίζουν της εκκλησιές τον Δεκαπενταύγουστο; Μήπως δεν είναι αυτά που κάνουν ακόμα και άπιστους να φωνάζουν «Παναγία μου βόηθα» στη δύσκολη στιγμή; «Όλοι είναι άθεοι μέχρι να αρχίσει το αεροπλάνο να πέφτει», λέει ένα πολύ εύστοχο ρητό. Αλλά να το αντιστρέψω κιόλας. Όλοι όσοι λένε ότι είναι «καλοί χριστιανοί», είναι μέχρι να σταθούν έντιμα δίπλα στο μπόι της Παναγίας. Τότε κατανοούν ότι δεν είναι απολύτως τίποτα.

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

«Το τάμα που δεν κρεμάστηκε ποτέ»


Μια ηλικιωμένη γυναίκα πήγαινε κάθε Αύγουστο στις Παρακλήσεις.
Πάντα στην ίδια θέση.Πάντα με ένα μικρό κερί στο χέρι.
Κάποια μέρα μια νεότερη γυναίκα που στεκόταν δίπλα της παρατήρησε πως, όταν ο ιερέας έψαλλε το «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», εκείνη έκλεινε τα μάτια και δάκρυζε.
Μετά την ακολουθία τη ρώτησε:
- Γιαγιά, τόσα χρόνια έρχεσαι στην Παναγία. Έχεις κάποιο τάμα;
Η ηλικιωμένη χαμογέλασε.
- Είχα…
- Και εκπληρώθηκε;
Έμεινε για λίγο σιωπηλή.
- Όχι όπως το ζήτησα.
Η νεότερη γυναίκα την κοίταξε απορημένη.
Κι εκείνη συνέχισε:
- Πριν πολλά χρόνια, το παιδί μου αρρώστησε βαριά. Ερχόμουν εδώ κάθε βράδυ και παρακαλούσα την Παναγία να το κάνει καλά.
Η φωνή της έσπασε.
- Το παιδί μου τελικά έφυγε…

Για την Κοίμηση της Θεοτόκου και το έσχατο όριο της ανθρώπινης ελπίδας.


Η Εκκλησία φθάνει στον Δεκαπενταύγουστο ενώπιον ενός νεκρού σώματος και τολμά να ονομάσει αυτή την ημέρα εορτή. Εδώ αρχίζει το σκάνδαλο της Κοιμήσεως. Όχι από την ωραιότητα των εγκωμίων, ούτε από την οικειότητα μιας εορτής που ο ελληνικός κόσμος έμαθε να αποκαλεί «Πάσχα του καλοκαιριού», αλλά από το αδιαπραγμάτευτο γεγονός ότι η Μητέρα του Ζώντος Θεού πεθαίνει.

Η Εκκλησία δεν αποσύρει τη Θεοτόκο από τη θνητότητα προκειμένου να διαφυλάξει το μεγαλείο της. Αντιθέτως, την αφήνει να φθάσει μέχρι το έσχατο όριο της κοινής ανθρώπινης μοίρας.

Ο Μέγας Αθανάσιος είναι αφοπλιστικός: «θνητή γάρ ἦν ἡ ἁγία Μαρία, ἐξ ἧς καὶ τὸ σῶμα». Η Θεοτόκος πεθαίνει επειδή είναι αληθινά άνθρωπος. Και ακριβώς επειδή πεθαίνει, η Κοίμησή της δεν αποτελεί ευσεβή εξαίρεση από το ανθρώπινο δράμα, αλλά αποκάλυψη της καινής δυνατότητας του ανθρώπου μετά την Ανάσταση του Χριστού. Ο θάνατος φθάνει μέχρι εκείνη, αλλά δεν μπορεί πλέον να ολοκληρώσει επάνω της την κυριαρχία του. Δέχεται το σώμα, όχι όμως για να το κρατήσει. Ανοίγει ο τάφος, όχι για να θεμελιώσει μια αιώνια απουσία, αλλά για να φανερωθεί ακόμη μία φορά ότι μετά το Πάσχα του Χριστού ο θάνατος εξακολουθεί να συμβαίνει, έχει όμως χάσει το δικαίωμα της τελευταίας λέξεως.

Η Μαρία άλλωστε είχε συναντήσει τον θάνατο πολύ πριν από τη δική της Κοίμηση. Τον είχε αντικρίσει επάνω στο σώμα του Υιού της. Η προφητεία του Συμεών, «καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ῥομφαία», δεν αποτελεί ποιητική προαναγγελία μιας αόριστης οδύνης. Αποκτά το πλήρες και τρομακτικό περιεχόμενό της στον Γολγοθά. Εκεί η Θεοτόκος δεν στέκεται ως υπερβατική μορφή που γνωρίζει ήδη το τέλος της ιστορίας και επομένως υποφέρει λιγότερο.

Στέκεται ως Μητέρα.
Η ίδια η ευαγγελική παράδοση, όπως υπογραμμίζεται και στη μελέτη, διατηρεί αυτή τη ριζικά μητρική παρουσία της μέχρι τον Σταυρό. Το παιδί που κάποτε αναπαύθηκε στην αγκαλιά της βρίσκεται τώρα καρφωμένο μπροστά στα μάτια της.
Εκείνη που άκουσε το «Χαῖρε, κεχαριτωμένη» πρέπει τώρα να ακούσει τον επιθανάτιο λόγο του Υιού.

Η ομορφιά της Παναγίας


Ἡ Παναγία εἶχε καὶ τὴν ἐξωτερικὴ καὶ τὴν ἐσωτερικὴ ὀμορφιά· ὅποιος τὴν ἔβλεπε ἀλλοιωνόταν. Ἐκείνη ἡ πνευματικὴ ἁπαλάδα ποὺ σκορποῦσε θεράπευε ψυχές. Μὲ τὴν ἐσωτερική της ὀμορφιὰ καὶ τὴν δύναμη τῆς Χάριτος τί ἱεραποστολὴ ἔκανε! Ἀλλὰ καὶ κάθε ἄνθρωπος, ἂν ἐργασθῆ πνευματικὰ καὶ σμιλέψη τὸν χαρακτήρα του, χαριτώνεται καὶ ὀμορφαίνει ἡ ψυχή του.
….Ὅποιος ἔχει τὴν πνευματικὴ ὀμορφιὰ ποὺ δίνει ἡ ἀρετή, λάμπει ἀπὸ τὴν θεία Χάρη. Γιατί, ὅσο ἀποκτάει ὁ ἄνθρωπος ἀρετές, θεώνεται, καὶ ἑπόμενο εἶναι νὰ ἀκτινοβολῆ καὶ νὰ προδίδεται ἀπὸ τὴν θεία Χάρη. Ἔτσι φανερώνεται στοὺς ἀνθρώπους, χωρὶς νὰ τὸ θέλη καὶ χωρὶς ὁ ἴδιος νὰ τὸ καταλαβαίνη, καὶ δοξάζεται ὁ Θεός.
Άγιος Παΐσιος
* * *

Αν κάποιος ήθελε να σε ζωγραφίσει, Παρθένε,
θα χρειαζόταν το φως των άστρων και όχι των χρωμάτων,
ώστε, σαν Πύλη Φωτός, να σε ζωγράφιζε με φως∙
όμως τα ουράνια σώματα δεν υπακούουν στα λόγια των θνητών∙
με όσα μας εκχώρησαν οι νόμοι της ζωγραφικής κι η φύση,
μ’ αυτά ο άνθρωπος θα σε ιστορίσει και θα σε ζωγραφίσει.
(Κωνσταντίνος ο Ρόδιος, τέλη 9ου αι.)

[Eί ζωγραφεῖν τίς ἤθελεν σε, Παρθένε
ἄστρων ἐδεῖτο μᾶλλον ἀντί χρωμάτων,
ἵν’ ἐγράφης φωστῆρσιν ὡς φωτός πύλη
ἀλλ’ οὐχ ὐπείκει ταῦτα τοῖς βροτῶν λόγοις
ἅ δ’ οὖν φύσις παρέσχε και γραφῆς νόμος,
τούτοις παρ’ ἡμῶν ἱστορῆ τε και γράφη.]
Κωσταντίνος ο Ρόδιος, 9ος αίών]
* * *

Ὅποιος ἔχει πολλὴ εὐλάβεια στὴν Παναγία, ἀκούει τὸ ὄνοµά Της καὶ ἀλλοιώνεται. Ἤ, ἂν τὸ βρῆ κάπου γραµµένο, τὸ ἀσπάζεται µἐ εὐλάβεια καὶ σκιρτάει ἡ καρδιά του. Μπορεῖ νὰ κάνη ὁλόκληρη Ἀκολουθία µὲ ἕναν συνεχῆ ἀσπασµὸ στὸ ὄνοµα τῆς Παναγίας. Καὶ ὅταν προσκυνᾶ τὴν εἰκόνα Της, δὲν ἔχει τὴν αἴσθηση ὅτι εἶναι εἰκόνα, ἀλλὰ ὅτι εἶναι ἡ ἴδια ἡ Παναγία, καὶ πέφτει κάτω λειωµένος, διαλυµένος ἀπὸ τὴν ἀγάπη Της.
Άγιος Παΐσιος
* * *

Δεν θα ονοματίσω θάνατο την ιερή σου κοίμηση,Παναγιά μου, αλλά πιο ταιριαστό είναι μετάσταση ή αποδημία ή ενδημία στους κόλπους του Θεού να την πω. Αποδημώντας από το σώμα πας στη χώρα του Κυρίου.

Ο«γλυκασμός των Αγγέλων»


  Η λέξη γλυκασμός σημαίνει γλυκύτητα.Την λέξη αυτή την χρησιμοποιούν οι Προφήτες Αμώς και Ιωήλ (Αμ.θ΄13-Ιωήλ δ΄18 ) με καθαρά εσχατολογική έννοια για να περιγράψουν την γλυκύτητα που θα ρέει και θα ευφραίνει κάθε κτιστή ύπαρξη κατά την ημέρα Κυρίου ,δηλαδή κατά την ημέρα που ο Θεός θα συντρίψει ολοσχερώς το κακό.

Η Θεοτόκος χαρακτηρίζεται σαν «γλυκασμός των Αγγέλων »,γιατί με την Σάρκωση του Λόγου στην Θεοδόχο γαστέρα της και αυτή η αόρατη κτίση δηλ.τα αγγελικά τάγματα απέλαβαν την ύψιστη δωρεά και χάρη από τον Θεό.

 Ενώ μέχρι τότε «ήταν δύστρεπτα αλλά όχι άτρεπτα προς το κακό,έγιναν πλέον ακίνητα προς αυτό». Έτσι η Παναγία έγινε και για τους Αγίους Αγγέλους η αιτία ανείπωτης γλυκύτητας για την δωρεά αυτή του Θεού,που έρρευσε από τα παρθενικά σπλάχνα Της.

Ιγνάτιος Θεοφόρος προς Σμυρναίους ,Ιωάννης Δαμασκηνός P.G.94,872

Καλή Παναγιά!


Κάθε Αύγουστο, στον κόσμο του διαδικτύου, η ίδια συζήτηση: Άλλοι εύχονται «Καλή Παναγιά» με φυσικότητα και χαρά και άλλοι σπεύδουν να τους διορθώσουν, αγανακτούν, καταγγέλλουν ότι η φράση είναι λάθος ή ακόμα και ασέβεια. Φέτος είδα και μεγάλα ειδησεογραφικά sites να αφιερώνουν άρθρα στο θέμα, να επιχειρηματολογούν γιατί δεν πρέπει να λέγεται η ευχή και να προτείνουν αυστηρές εναλλακτικές.
Και αναρωτιέμαι:
Μα τόσο πολύ ενοχλεί μια ευχή που ο λαός τη λέει δεκαετίες και που προφανώς εκφράζει χαρά και προσμονή για την ημέρα και εμπιστοσύνη στη Μητέρα Του Θεού και όλων μας;

Αρχικά να πούμε πως στα νέα ελληνικά, η λέξη «Παναγιά», δεν σημαίνει μόνο το πρόσωπο της Θεοτόκου. Σημαίνει και τη γιορτή της. Το λέμε όλοι αυθόρμητα όταν μιλάμε για της Παναγίας και εννοούμε τη 15η Αυγούστου. Αυτό είναι κοινότατο σχήμα στη γλώσσα και ονομάζεται «μετωνυμία». Το όνομα του τιμώμενου προσώπου περνά να δηλώσει την ημέρα του. Από εδώ προκύπτει φυσικά η ευχή «Καλή Παναγιά» που είναι ελλειπτική και σημαίνει «καλή γιορτή της Παναγίας». Ακριβώς όπως λέμε «Καλή Ανάσταση» και «Καλό Πάσχα». Το «καλή» δεν χαρακτηρίζει την Παναγία αφού για την Εκκλησία είναι Υπεραγία. Λειτουργεί ευχετικά με την έννοια: «Με το καλό να φτάσει η μέρα και να τη ζήσουμε με ειρήνη, υγεία, χαρά».

Παναγία, κράτησε ζωντανή την ψυχή αυτού του τόπου

 Αύριο είναι Δεκαπενταύγουστος. Το «Πάσχα του καλοκαιριού». Το δεύτερο Πάσχα των Ελλήνων.

Από την Τήνο και την Πάρο μέχρι τα μοναστήρια της Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Κρήτης· από τα μεγάλα προσκυνήματα μέχρι το τελευταίο ξωκλήσι στην πλαγιά ενός βουνού ή στην άκρη ενός νησιού, χιλιάδες άνθρωποι θα προφέρουν την ίδια, τόσο οικεία λέξη: «Παναγία μου…»

Ίσως λίγες λέξεις έχουν ριζώσει τόσο βαθιά στην ψυχή αυτού του λαού.

«Παναγία μου» λέει η μάνα για το παιδί της. «Παναγία μου» ο άρρωστος για την υγεία του. «Παναγία μου» ο ναυτικός μέσα στη θάλασσα. «Παναγία μου» ο άνθρωπος που πονά, που φοβάται, που ελπίζει.

Και είναι παράξενο: σε μια εποχή όπου τόσα πράγματα μάς χωρίζουν, Εκείνη εξακολουθεί να μας ενώνει.

Γιατί η Παναγία δεν υπήρξε ποτέ για τους Έλληνες μια αφηρημένη θρησκευτική έννοια. Έγινε η Παναγιά του χωριού μας, του νησιού μας, του βουνού μας, των προσφύγων, των ναυτικών, των ξενιτεμένων. Πήρε εκατοντάδες ονόματα, γιατί κάθε τόπος θέλησε να Την αισθανθεί δική του. Και γύρω από την εικόνα Της συγκεντρώνονταν άνθρωποι, οικογένειες, χωριά ολόκληρα. Γενιές συναντούσαν γενιές. Οι ζωντανοί θυμούνταν τους κεκοιμημένους. Η πίστη γινόταν κοινότητα και η κοινότητα μνήμη.

ΤΟ ΕΝ ΠΟΛΥΑΡΑΒΟΝ ΛΑΚΩΝΙΑΣ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΓΙΑΤΡΙΣΣΑΣ ΚΑΙ Η ΑΤΑΚΤΟΣ ΦΥΓΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΜΠΡΑΗΜ ΠΑΣΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 1827


  Η τριήμερη εκείνη μάχη του Πολυάραβου, που έγινε στις 26-28 Αυγούστου 1826, ήταν σύγκρουση από την πλευρά των Μανιατών μόνο εξακοσίων περίπου ανδρών, επικουρούμενων από διακόσιες γυναίκες. 

 Αυτοί ήταν ασύντακτοι, χωρίς αρχηγό, με ποικίλο οπλισμό, μόνο δε κατά την τρίτη ημέρα ενισχύθηκαν από χίλιους άνδρες που ήρθαν από τη Δυτική Μάνη.
 Οι ελάχιστοι αυτοί Μανιάτες αντιτάχθηκαν σε τακτικό στρατό επτά χιλιάδων ανδρών, οργανωμένων άριστα, με ιππικό, πυροβολικό, μηχανικό και με αρχηγό έναν από τους καλύτερους στρατηγούς της εποχής εκείνης, περιστοιχιζόμενο από επιτελείο από αξιωματικούς του Μεγάλου Ναπολέοντα.

Η εμφάνιση της Παναγίας μαρτυρήθηκε όχι μόνο από τους Έλληνες αλλά και από τους αλλόθρησκους οι οποίοι έφευγαν κατατρομαγμένοι φωνάζοντας …μας κυνηγάει η Μαρία 

Η εικόνα(αυγοτέμπερα σε ξύλο) είναι έργο της Maria Sideri

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

Ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας της Παναγία μας αρχίζει εκεί όπου οι αντοχές μας εξαντλούνται.


Ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας της Παναγία μας αρχίζει εκεί όπου οι αντοχές μας εξαντλούνται.

Εκεί όπου κάποια πράγματα σε έχουν κουράσει τόσο, που ακόμη και να τα περιγράψεις σου φαίνεται αδύνατο. Η ψυχή έχει συσσωρεύσει φόβους, απογοητεύσεις, ενοχές και οδύνες και κάποια στιγμή αισθάνεσαι πως δεν αντέχει άλλο.

«Τῶν λυπηρῶν ἐπαγωγαὶ χειμάζουσι τὴν ταπεινήν μου ψυχήν».
Συνεχείς θλίψεις σαν παγερή καταιγίδα βασανίζουν την ταπεινή μου ψυχή.

"Ἐκύκλωσαν, αἱ τοῦ βίου με ζάλαι, ὥσπερ μέλισσαι κηρίον Παρθένε, καὶ τὴν ἐμὴν κατασχοῦσαι καρδίαν, κατατιτρώσκουσι βέλει τῶν θλίψεων"
Με περικύκλωσαν οι φουρτούνες και οι μέριμνες της ζωής, Παρθένε, σαν μέλισσες που ζώνονται γύρω από την κηρήθρα, και αφού έπιασαν την καρδιά μου, την τραυματίζουν με το βέλος των θλίψεων.
Και τότε στρέφεται στην Παναγία.
Δεν πηγαίνει σε εκείνη ως άνθρωπος τακτοποιημένος και σταθερός και ισορροπημέςνος. Πηγαίνει όπως είναι. Με την αδυναμία του, τον φόβο του, τα χάλια του, τις ενοχές του και όλα εκείνα που δυσκολεύεται να διαχειριστεί.

Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος ὁ Σιμωνοπετρίτης εἶχε μιὰ ἁγιασμένη μάνα, τή Μαρία.


Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος ὁ Σιμωνοπετρίτης εἶχε μιὰ ἁγιασμένη μάνα, τή Μαρία. Εκείνη ὁδήγησε τὰ βήματά του στὴν πίστη. Ἀπὸ τὸ στόμα της ἄκουγε τὰ βράδια -ἀντὶ γιὰ παραμύθια- βίους ἁγίων. Μαζί της πήγαινε στὸν Ἅγιο Δημήτρη, τὴ μεγαλόπρεπη έκκλησία τοῦ χωριοῦ του Ρεϊζ-Δερέ, ποὺ ἦταν κοντὰ στὰ Ἀλάτσατα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, γιὰ νὰ ἀνάψουν τὰ καντήλια καὶ νὰ προσευχηθοῦν.

Ἔτσι κι ἐκείνη τή φορά. Κίνησαν 4-5 ὧρες δρόμο γιὰ νὰ πάνε, ὁ μικρός Γιάννης, ὅπως ἦταν τὸ κοσμικό του ὄνομα, ἡ μητέρα του καὶ οἱ θεῖες του σ’ ἕνα μοναστήρι. Στὸν δρόμο τοῦ γυρισμοῦ ὁ ἑπτάχρονος Γιάννης ἔτρεχε μὲ ένθουσιασμό. Σὰν ἔφτασαν στὸ χωριό τὸν εἶδε μιὰ γειτόνισσα καὶ τοῦ φώναξε: 
«Δεν κουράστηκες ἀπὸ τὸ τρέξιμο;».
 «Όχι, καθόλου» τη διαβεβαίωσε ἐκεῖνος.

Τὴν ἄλλη μέρα, ὅμως, ὁ Γιάννης δὲν μποροῦσε νὰ περπατήσει ἀπὸ τοὺς πόνους. Τὰ πέλματά του εἶχαν γεμίσει μπλαβά σημάδια καὶ ἦταν πρησμένα. Ὁ δάσκαλος, ποὺ ἀντιλήφθηκε πώς τὸ παιδὶ εἶχε πρόβλημα, ἀνέθεσε σε δύο μεγαλύτερα παιδιὰ νὰ τὸν πάρουν ἀγκαλιὰ καὶ νὰ τὸν πᾶνε στο σπίτι του. Ένας ξάδελφός του ἔφυγε μὲ βιάση στο διπλανό χωριό γιὰ νὰ φέρει ἕναν γιατρό.
«Δὲν εἶναι τίποτα, θὰ γειάνει (1) !» διαβεβαίωσε τη μάνα ὁ γιατρός. «Μόνο γιὰ νὰ τὸν κάμω καλά, θέλω τόσα μέτρα ύφασμα ποὺ ὑφαίνεις καὶ τόσα κιλά φασόλες ἀπὸ τὸν μπαχτσέ σας».
«Νά ‘σαι καλά, γιατρέ μου!» ἀποκρίθηκε ή μάνα. «Ἄμε (2), γιατὶ ἂν δὲν τὸν γειάνεις, ἐγὼ θὰ σὲ βλέπω καὶ θὰ ἀγανακτῶ». Καὶ τὸν ἔδιωξε!
Τί νὰ κάνει καὶ ὁ γιατρός, μπρὸς στὴν ἀφοπλιστική εἰλικρίνεια τῆς μάνας, δὲν εἶπε κουβέντα. Τὰ μάζεψε κι ἔφυγε.
«Γυναίκα, ἐλωλάθηκες (3);» εἶπε μὲ ἀπορία ὁ Νικολής, ὁ ἄντρας της. «Εγώ πῶς θὰ φύγω μὲ τὴν ἔγνοια τοῦ παιδιοῦ;». 
Τὴν ἄλλη μέρα εἶχε κανονίσει νὰ φύγει μαζί μὲ ἄλλους συγχωριανούς του μὲ τὸ σφουγγαράδικο, γιὰ νὰ μαζέψει τοὺς θησαυρούς τῆς θάλασσας.
«Μὴν ἔχεις ἔγνοια. Κι ἅμα γυρίσεις, τὸ παιδί μας θά ‘ναι καλά» τοῦ εἶπε μὲ περισσή σιγουριά ή μάνα.

Κάλεσε εὐθὺς ὅλη τὴν οἰκογένεια. «Ο Γιαννακός μας εἶναι ἄρρωστος» τοὺς εἶπε. «Θὰ νηστέψουμε σαράντα μέρες. Τὸ παιδὶ θὰ πάει νὰ μείνει στὸν Ἁϊ-Δημήτρη». Κανείς τους δὲν τῆς ἔφερε ἀντίρρηση.

Ό,τι και αν ζητούσα από την καλή Παναγία μας μου το έδινε…


  Η προσευχή πρώτα έρχεται στον λάρυγγα, μετά ανεβαίνει στον νουν, ύστερα κατέρχεται στην καρδιά. Ε, και τότε, τότε στα μάτια έρχονται τα δάκρυα. Από εδώ και πέρα τίποτε δεν λέγεται. Είναι αλήθεια ότι στην αρχή θα συναντήσης δυσκολίες. Θα πηγαίνεις να προσευχηθής και πότε δεν θα μπορής, πότε θα έχης λογισμούς και πειρασμούς, και πότε δεν θα μπορής να ξυπνήσης την νύκτα. 

Συ να επιμένης. Και ο Κύριος που θα βλέπη την διάθεσή σου θα σε ενισχύη και θα σε βγάλη από τους πειρασμούς. Την νύκτα όμως δεν πρέπει να την χαραμίζωμαι όλη στον ύπνο, διότι τότε ο σατανάς μας κάνει ό,τι θέλει.Εγώ από μικρό παιδί μ’ άρεσε να προσεύχωμαι. Πήγαινα σε τόπο ήσυχο και έκραζα εις τον Θεόν, Τον διψούσε η καρδιά μου. Είχα μάθει και τους Χαιρετισμούς απ’ έξω και τους έλεγα. Τι ευφροσύνη, αγαλλίαση και ειρήνη που είχα στην καρδιά! Ό,τι και αν ζητούσα από την καλή Παναγία μας μου το έδινε…

Η Παναγία πολύ με βοήθησε. Τώρα έχω αυξήσει τους Χαιρετισμούς. Όσο τους λέω, τόσο και περισσότερο γλυκαίνεται η καρδιά μου…

~Από σημειώσεις για τον Άγιο Δημήτριο τον Γκαγκαστάθη τον Θεοφόρο, της Ιεράς Γυναικείας Μονής “Ευαγγελισμός της Θεοτόκου” Ορμύλιας Χαλκιδικής

Ένας Θεός στα μέτρα μας»



«Ένας Θεός που θα έσωνε το δάσος, τα ζώα και τους ανθρώπους και θα έκαιγε μόνο το εκκλησάκι θα ήταν ο Θεός μου.»

Μια φράση που από χθες κυκλοφορεί ευρέως στο διαδίκτυο και παρουσιάζεται ως δήθεν κραυγή αγωνίας μπροστά στην καταστροφή. Πίσω όμως από αυτή τη φράση κρύβεται ένα βαθύτερο ερώτημα, αναζητούμε τον Θεό όπως μας αποκαλύφθηκε ή έναν Θεό όπως θα θέλαμε εμείς να είναι;

Από χθες βλέπω να διακινείται ένα συγκεκριμένο κείμενο από ένα πρόσωπο που εδώ και χρόνια έχει ξεκαθαρίσει τη θέση του απέναντι στην Ορθόδοξη πίστη και δεν εκφράζεται μέσα από τη χριστιανική παράδοση. Αυτό, σε μια ελεύθερη κοινωνία, είναι δικαίωμά του. Ο κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να αναζητά, να αμφισβητεί, να πιστεύει ή να μην πιστεύει ωστόσο δεν δικαιολογείται η εμμονή του σε κάθε ευκαιρία να προβάλλει με κάθε τρόπο το μένος του εναντίον του Χριστιανισμού και κυρίως το πώς βιώνουν και εκφράζουν την πίστη τους οι απλοί άνθρωποι.

Πέρα όμως από αυτό το πραγματικά ενδιαφέρον και ιδιαίτερως ανησυχητικό βρίσκεται κάπου αλλού.Στις χιλιάδες θετικές αντιδράσεις και εγκωμιαστικά σχόλια από άτομα που υποτίθεται ότι είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι και κυρίως στις κοινοποιήσεις του κειμένου ακόμη και σε σελίδες και ομάδες που δηλώνουν Ορθόδοξες.

...εκει,φτανεις μονο με ΨΥΧΗ


...εκει,φτανεις μονο με ΨΥΧΗ:
ουτε με αεροπλανα,ουτε με βαπορια...

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Εάν είναι θέλημα Θεού να με φάτε, ελάτε…


 Άλλη μια μέρα, ανεβαίνοντας στο μοναστήρι [στην Ιερά Μονή Αγίου Παντελεήμονος Πεντέλης] με τα πόδια, κοντά στο λατομείο ακούω πολλά γαυγίσματα· δεν πρόλαβα καλά – καλά να το συνειδητοποιήσω και κυκλώθηκα από πολλά σκυλιά. Μάλιστα ένα όρμηξε και μου δάγκωσε το παντελόνι, χωρίς να με τραυματίσει.Τότε εγώ δεν έχασα την πίστη μου έμεινα ακίνητος, επικαλέστηκα τον π. Σίμωνα [χαρισματούχος Γέροντα, Ιερομόναχος, π. Σίμων Αρβανίτης] και τον Άγιο Παντελεήμονα λέγοντας: «εάν είναι θέλημα Θεού να με φάτε, ελάτε».

Το θαύμα έγινε. Το μεγαλύτερο σκυλί, ένα γκρίζο λυκόσκυλο ορμούσε και δάγκωνε τα άλλα σκυλιά και τα πετούσε μακρυά μου, μέχρι που τα έδιωξε όλα.
Τότε ήλθε κοντά μου, σηκώθηκε στα πίσω πόδια και με έγλυφε. Η χαρά μου ήταν ανείπωτη έκλαιγα, γέλαγα και δοξολογούσα τον Χριστό.

Πώς θα το πω στον Γέροντα π. Σίμωνα και πώς θα το πιστέψουν οι μοναχοί και οι εργαζόμενοι στο μοναστήρι (κυρίως ο π. Ζωσιμάς [Μοναχός π. Ζωσιμάς υποτακτικός του π. Σίμωνα], που του χρωστώ άπειρες ευχαριστίες για τη βοήθεια και τις συμβουλές, που μου έδινε και πού συνεχίζει να μου δίνει· ήταν τότε λαϊκός και ονομαζόταν Ζήσης).

Αποφάσισα ν’ ανεβάσω το λυκόσκυλο πάνω στο μοναστήρι, για να δυναμώσει η πίστη τους. Έβγαλα τη ζώνη του παλτού μου, την πέρασα από το λαιμό του και το τραβούσα σαν αρνάκι.

«Ω, ὦ, ! Φῶς! Φῶς! Φῶς! Αλλιώτικο ἀπό τοῦτο τό φῶς.


Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο δέν φαίνεται.Εἶναι Φῶς!Ηρθε στὸν κόσμο καί δέν ἔφυγε. Κινεῖται μέ μεγάλο κρότο, ἀλλά δὲν τό ἀκούει κανείς! Περνάει ἀπ’ ὅλους συνεχῶς, ἀλλά σκηνώνει ὅπου ὑπάρχει μετάνοια.
Τά θεϊκά εὐωδιάζουν.Φέρνουν γαλήνη, ἠρεμία καί παράδεισο στήν ψυχή καί ἔλεγχο γιά τά χάλια μας. Βλέπω μέσα στὸ Φῶς ὅτι ὁ Θεός εἶναι τό πᾶν καί ἐγώ μηδέν…».

«Ω, ὦ, ! Φῶς! Φῶς! Φῶς! Αλλιώτικο ἀπὸ τοῦτο τὸ φῶς.
Ἄγγελοι ψάλλουνε. Χαρά, ἀγαλλίαση, πανηγύρι. Σὰν νὰ εἶσαι σ’ ἕνα ὁλάνθιστο περιβόλι.
Βλέπουν οἱ καημένοι κολασμένοι τὶς χαρὲς τῶν δικαίων καὶ μαραζώνουνε πιο πολύ».
Αυτά παιδί μου είναι τα γλυκάδια που δίνει ο Θεός στους γέρους σαν κι εμένα για να πάρομε στροφή μετανοίας.

Νὰ ἔχετε την εὐχὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Θεοῦ τῶν Φώτων, τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ.

«Η οσία Γερόντισσα Γαλακτία της Κρήτης», εκδόσεις «Θεομόρφου» της Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου.. (σελ, 86)(σελ. 134)

«Οι Καταβασίες του Σταυρού»αγιογραφημένες

Στο μυστήριο της Βάπτισης, κατά την ώρα της ένδυσης και της επίδοσης του επιστήθιου σταυρού στον νεοφώτιστο, ψάλλονται οι καταβασίες της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.


Εξαιρετικό έργο  (αυγό τέμπερα σε ξύλο)της Maria Sideri όπου για πρώτη φορά αγιογραφούνται οι ωδές

“Όταν έχουμε δίκιο σε κάτι, μια φορά μόνο θα μιλήσουμε γι΄αυτό.


“Όταν έχουμε δίκιο σε κάτι, μια φορά μόνο θα μιλήσουμε γι΄αυτό.
Αν εισακουστούμε έχει καλώς. Αν όχι, σωπαίνουμε και προσευχόμαστε να φωτιστούν οι νόες των άλλων, για το θέμα αυτό. Δεν επιμένουμε, γιατί αυτό δεν έχει ταπείνωση.”

Γέροντας Εφραίμ της Σκήτης του Αγίου Ανδρέα+

Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

Μωροί και ανόητοι για το όνομα του Χριστού....Μήπως όμως σήμερα μοιάζουμε πιο πολύ με τον κόσμο του αποστολικού αναγνώσματος παρά με τους Αποστόλους;


Σε κάποιο σημείο του αποστολικού αναγνώσματος διαβάζουμε: Εμείς οι Απόστολοι θεωρούμαστε από τους ανθρώπους του κόσμου μωροί και ανόητοι για το όνομα του Χριστού...

 Ο μεγαλύτερος τίτλος τιμής, το μεγαλύτερο πνευματικό στέφανο το οποίο μπορεί να αξιωθεί κάποιος χριστιανός να φορέσει, εκτός από εκείνο του μαρτυρίου, είναι αυτό. Να σε θεωρήσει ο κόσμος ανόητο και βλάκα επειδή πιστεύεις στον Χριστό.
Και πώς να μη γίνει αυτό;
 Πιστεύουμε σε έναν Θεό που έγινε άνθρωπος αδύναμος, σταυρώθηκε και πέθανε για τις δικές μας αμαρτίες. Πώς να μη το θεωρήσει αυτό ανοησία ένας κόσμο που ζει, αναπνέει και καταστρέφεται κυνηγώντας τη δύναμη;

 Πιστεύουμε σε έναν Θεό που έγινε άνθρωπος, γεννήθηκε και έζησε φτωχικά και συναναστράφηκε με ανθρώπους φτωχούς, ανθρώπους του περιθωρίου, ανθρώπους αμφίβολης ηθικής αλλά και ανθρώπους αιρετικούς. Πώς να μη το θεωρήσει βλακεία αυτό ένας κόσμος που θαυμάζει τους πλούσιους, τους διάσημους, τους υψηλά ιστάμενους και τους διανοούμενους;

Έχουμε όπλο τη προσευχή στη μέση της νύχτας όταν ο κόσμος μαγεύεται και υπνωτίζεται από τη τεχνολογία.

Είμαστε τα καθάρματα του κόσμου όταν ο κόσμος κοιτάζει να κάνει όσο πιο καλή εντύπωση με ακριβά ρούχα και αποκτήματα υλικά.

Για σταθείτε όμως...Είμαστε πράγματι όλα αυτά; 
Είμαστε οι χριστιανοί, κληρικοί και λαϊκοί, όλα όσα αναφέραμε;
 Ή μήπως, αν κοιτάξουμε στις μητροπόλεις και τις εκκλησίες, τους ιερείς και τους πιστούς, θα δούμε πως μοιάζουμε πιο πολύ με τον κόσμο του αποστολικού αναγνώσματος παρά με τους Αποστόλους;

Παναγία η Νιαμονίτισσα της Χίου

Λίγα χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα του νησιού, στους πρόποδες του Προβάτιου όρους, προβάλλει το πιο αξιόλογο μοναστήρι της Χίου, η παλαίφατη Νέα Μονή. Το πατριαρχικό αυτό σταυροπήγιο, με τα βασιλικά χρυσόβουλα και τα περίφημα ψηφιδωτά, είναι οχυρωμένο από φυσικά και τεχνητά τείχη και πύργους, τμήματα των οποίων σώζονται μέχρι και σήμερα.
Οι κτιριακές εργασίες της μονής άρχισαν το 1034 από τους χιώτες ασκητές Νικήτα, Ιωσήφ και Ιωάννη. Πολύτιμο συμπαραστάτη στην προσπάθειά τους αυτή είχαν τον βυζαντινό αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Θ’ τον Μονομάχο.

Στα ιστορικά της μονής είναι διάχυτη η παράδοση για τη θαυμαστή εύρεση της Παναγίας Νιαμονίτισσας. Αυτή τη θαυματουργή εικόνα ανακάλυψαν μέσα σε πυκνό δάσος οι τρεις κτήτορες, τριγυρισμένη από αδιαπέραστα βάτα και χαμόκλαδα.
Η θεία μορφή της Θεοτόκου παριστάνεται σε μια ιδιότυπη και μοναδική στάση: δεν κρατά στα χέρια το θείο Βρέφος, αλλά εικονίζεται όρθια, με ανοιχτή τη μητρική αγκαλιά και τα πόδια σε στάση βηματισμού.

Η ιερή εικόνα της Νιαμονίτισσας σώζεται συχνά η ίδια θαυματουργικά από πυρκαγιές, αλλά και σώζει από σφαγές, επιδρομές και λοιπές περιπέτειες, που δοκίμασε η Νέα Μονή στην ιστορική διαδρομή της.

Ο χρυσοχόος.
 Κάποτε οι μοναχοί ανέθεσαν σ’ ένα χιώτη χρυσοχόο να επενδύσει με χρυσό ένα μέρος της ιερής εικόνας, για να την προφυλάξουν από τη φθορά. Ο εκκλησιάρχης την τοποθέτησε στον κυρίως ναό, και ο τεχνίτης άρχισε την εργασία με ευλάβεια.
Ξαφνικά ακούει μια γλυκιά φωνή να του λέει ψιθυριστά:
– Ελαφρά χτύπα, ελαφρά· να’ χεις την ευχή μου, γιατί η εικόνα είναι παλαιά!
Σηκώνει τα μάτια ο χρυσοχόος και βλέπει μια μεγαλόπρεπη γυναίκα με ολόχρυση φορεσιά. Δεν πρόλαβε να τη ρωτήσει ποια ήταν, γιατί μπήκε αμέσως στο ιερό βήμα από τη νότια πύλη. Τρέχει να την προφτάσει, αλλά Εκείνη είχε εξαφανιστεί. Μπαίνει στο ιερό, και τότε αναγνωρίζει στη μορφή της πλατυτέρας τη γυναίκα, που πριν από λίγο του είχε φανερωθεί.

Η καμπάνα. 
Το καμπαναριό της Νέας Μονής μοιάζει με τετράγωνο πύργο και υψώνεται σχεδόν τριώροφο μέχρι τον θόλο του καθολικού. Είναι στεγασμένο με μολύβι και στολίζεται στην κορυφή με ωραίο σιδερένιο σταυρό. Αρχικά είχε τέσσερις καμπάνες και δύο πολυτελέστατα ρολόγια. Όλα όμως εξαφανίστηκαν το 1822 από τις ασιατικές ορδές.
Κάποτε μια από τις μεγαλύτερες καμπάνες ράγισε. Οι μοναχοί τη φόρτωσαν σ’ ένα βενετσιάνικο πλοίο και την έστειλαν στη Βενετία για να την ξαναχύσουν.
Το πλοίο ταξιδεύοντας χτυπήθηκε από ένα κουρσάρικο των πειρατών του Βαρβαρόσσα και κινδύνεψε να βουλιάξει. Οι ναύτες, στη δύσκολη εκείνη στιγμή, επικαλέστηκαν τη βοήθεια της Παναγίας Νιαμονίτισσας. Ύστερα έσπασαν ένα κομμάτι από την καμπάνα, το έβαλαν για μπάλα στο κανόνι και χτύπησαν το εχθρικό πλοίο. Το χτύπημα ήταν καίριο και το πειρατικό βυθίστηκε.
Το βενετσιάνικο καράβι συνέχισε το ταξίδι κι έφθασε στον προορισμό του. Ο καπετάνιος, από ευγνωμοσύνη για τη σωτηρία τους, έφτιαξε με δικά του έξοδα την καμπάνα και την πρόσφερε στην Παναγία. Λέγεται μάλιστα πως η καμπάνα αυτή ήταν η πιο μελωδική απ’ όλες.

Το ξύλο και το σχοινί.
 Ένα χιώτικο καράβι, ταξιδεύοντας, συνάντησε μεγάλη θαλασσοταραχή. Ο καπετάνιος, μπροστά στον κίνδυνο, φώναξε με τη θερμή νησιώτικη πίστη του:
– Παναγιά μου Νιαμονίτισσα, σώσε μας! Και σου τάζω μια λαμπάδα τόσο ψηλή, όσο το κατάρτι του πλοίου!
Δεν πρόλαβε να τελειώσει το λόγο του, και βλέπει πάνω στην αφρισμένη θάλασσα την ίδια τη Θεοτόκο, να κρατά στο χέρι ένα ξύλο κι ένα σχοινί. Ύστερα βυθίστηκε στο κύμα.
Αμέσως η τρικυμία κόπασε και το πλοίο προσορμίστηκε σώο στο λιμάνι. Εκεί, με μεγάλη τους έκπληξη, ανακάλυψαν στα ύφαλά του μία τρύπα. Η τρύπα αυτή ήταν φραγμένη μ’ ένα κομμάτι ξύλο κι ένα κομμάτι σχοινί…
Το θαύμα της Παναγίας ήταν ολοφάνερο. Αμέσως ξεκίνησαν όλο το πλήρωμα γεμάτοι ευγνωμοσύνη για τη Νέα Μονή. Προσκύνησαν τη θαυματουργή εικόνα, πρόσφεραν το τάμα τους, μια πελώρια λαμπάδα, κι άφησαν στον εξωνάρθηκα το σωτήριο ξύλο και το σχοινί, τα οποία σώζονται εκεί μέχρι και σήμερα.
Για την ίδια αιτία, καθώς λέγεται, υπάρχει στον εξωνάρθηκα κι ένα σφουγγάρι. Με τη χάρη της Νιαμονίτισσας το σφουγγάρι αυτό έφραξε τη σχισμή ενός ιστιοφόρου πλοίου, που κινδύνευε να καταπονιστεί.

Ανάμνηση θαύματος Ταξιαρχών στην Αμβρακιά Θέρμου

Με τη δέουσα λαμπρότητα έγινε η πανηγυρική θεία λειτουργία χθες στο χωριό Αμβρακιά Θέρμου. Ιερούργησε ο σεβασμιώτατος μητροπολίτης μας κ. Κοσμάς επικεφαλής δεκάδος ιερέων, ενώ χορός ιεροψαλτών  απέδωσε τους ύμνους. Ακολούθησε λιτανεία και η ευλόγηση των άρτων, ενώ οι δύο σύλλογοι του χωριού προσέφεραν καφέ και γλυκίσματα σε όλους.

Κατά τη θεία λειτουργία ωμίλησαν εκτός του σεβασμιωτάτου και οι ιερείς Αθανάσιος Πίττας και Χαράλαμπος Βάτσιος, αναφερόμενοι στην προστασία των Ταξιαρχών στο χωριό τους.
  Ιδιαίτερη μνεία έγινε στο γεγονός ότι τον Αύγουστο του 1944 οι κατακτητές Γερμανοί (κατόπιν προδοσίας) πήγαν στο χωριό και θέλησαν να βάλουν φωτιά στην εκκλησία, όπου οι κάτοικοι είχαν αποθηκεύσει το σιτάρι της χρονιάς για λόγους ασφαλείας.
Όμως στην είσοδο του ναού τούς "υποδέχθηκαν" οι αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ με αυστηρή όψη και τους εξεδίωξαν. Έτσι σώθηκε όχι μόνο ο ναός, αλλά και ολόκληρο το χωριό απ' την καταστροφή. Τιμώντας λοιπόν αυτό το θαύμα οι κάτοικοι οργάνωσαν την φετινή εορτή. Ευχής έργον είναι να καθιερωθεί η ετήσια ευχαριστήριος θεία λειτουργία προς τους Παμμεγίστους Ταξιάρχες.

πηγή 

Μας μιλούν για τον Αντίχριστο, αλλά πόσο μιλάμε για τον Χριστό;


Τις τελευταίες ημέρες, μέσα από τις συζητήσεις για την Αποκάλυψη και τα έσχατα, παρατηρώ ένα φαινόμενο που πραγματικά με προβληματίζει.
Υπάρχουν άνθρωποι που είναι έτοιμοι να σου κάνουν ολόκληρο μάθημα για τον Αντίχριστο. Γνωρίζουν ή τουλάχιστον πιστεύουν ότι γνωρίζουν τι θα είναι το χάραγμα, πώς θα εφαρμοστεί, ποια τεχνολογία θα χρησιμοποιηθεί, ποιος θα κυβερνήσει, τι σημαίνει κάθε αριθμός και κάθε σύμβολο της Αποκάλυψης. Μιλούν με τέτοια βεβαιότητα, ώστε πολλές φορές ούτε οι ίδιοι οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν τόλμησαν να μιλήσουν έτσι.
Και αναρωτιέμαι:
Αν γνωρίζουμε τόσα πολλά για τον Αντίχριστο, γνωρίζουμε άραγε τον Χριστό;

Γιατί ο Χριστιανισμός δεν είναι διαγωνισμός γνώσεων γύρω από τα έσχατα.
Δεν θα μας ρωτήσει ο Χριστός αν ανακαλύψαμε εγκαίρως ποια τεχνολογία θα χρησιμοποιήσει το θηρίο. Θα μας ρωτήσει αν Τον αγαπήσαμε και αν αυτή η αγάπη έγινε αγάπη προς τον άνθρωπο.
«Ἐπείνασα, καί ἐδώκατέ μοι φαγεῖν· ἐδίψησα, καί ἐποτίσατέ με…» (Ματθ. 25,35).
Αυτή είναι η εικόνα της Κρίσεως που μας έδωσε ο ίδιος ο Χριστός.
Και εδώ βρίσκεται μια μεγάλη αντίφαση της εποχής μας.

Μπορεί κάποιος να περνά ώρες στο διαδίκτυο αναλύοντας το 666, το χάραγμα, τις ταυτότητες, τα μικροτσίπ και τις παγκόσμιες συνωμοσίες, αλλά να μη βρίσκει λίγα λεπτά για προσευχή.
Μπορεί να γνωρίζει απ’ έξω χωρία της Αποκαλύψεως, αλλά να έχει χρόνια να πλησιάσει στο μυστήριο της Εξομολογήσεως.
Μπορεί να κουνά το δάχτυλο σε ιερείς, επισκόπους και πιστούς, να χαρακτηρίζει τους πάντες «πλανεμένους» και «προδότες», αλλά να μην έχει ποτέ αναρωτηθεί πότε ζήτησε ο ίδιος συγγνώμη από έναν άνθρωπο που πλήγωσε.
Μπορεί να φοβάται μήπως προσκυνήσει κάποτε το θηρίο και ταυτόχρονα να προσκυνά καθημερινά τον εγωισμό του.Αυτό δεν είναι πνευματική εγρήγορση.

Η Εκκλησία ασφαλώς μιλά για τα έσχατα. Η Αποκάλυψη είναι βιβλίο της Αγίας Γραφής και κανείς δεν έχει δικαίωμα ούτε να την εξαφανίσει ούτε να υποτιμήσει όσα μας προειδοποιεί.

Αλλά η Αποκάλυψη δεν μας δόθηκε για να κατασκευάζουμε ημερομηνίες, σενάρια και τεχνολογικές θεωρίες. Μας δόθηκε πρωτίστως για να μείνουμε πιστοί στον Χριστό, ακόμη και μέσα στις δυσκολότερες εποχές.
Το μεγάλο ερώτημα λοιπόν δεν είναι μόνο:
«Θα καταλάβω ποιος είναι ο Αντίχριστος;»
Υπάρχει ένα πολύ σοβαρότερο:
 «Ανήκω σήμερα
 στονΧριστό;»Εκκλησιάζομαι;Προσεύχομαι;Μετανοώ;

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

Κατά την επίσκεψη του Αγίου Πορφύριου στο Σινα το 1970-1 έγινε το εξής περιστατικό σύμφωνα με μαρτυρίες του Αρχιεπίσκοπου και των μοναχών

Ο γέροντας Αδριανός ο Σιναιτης υπήρξε μια σπουδαία σύγχρονη ασκητική μορφή. Έζησε για δεκαετίες στην ερημο του Σινα,κάτω από ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες.
Όπως διασώζεται σε προφορικές μαρτυρίες πνευματικών του παιδιών μοναχών και λαϊκών,ο Άγιος Πορφύριος διέκρινε αμέσως την καθαρότητα,την απλότητα και το αυθεντικό ασκητικο φρόνημα του γεροντα Αδριανού. Ο Άγιος Πορφύριος είχε μεγάλη χαρά όταν ακουγε για άλλους αγωνιστές μοναχούς,χαιρόταν και δοξολογουσε.

Μιλούσε με πολύ σεβασμό για τον γεροντα Αδριανό,και τα πνευματικά του παιδιά θυμούνται ότι τον ανέφερε ως μεγάλο ασκητή και ανθρώπο προσευχής. 
Έλεγε πως ο Γέροντας Αδριανός ζούσε πολύ αυστηρά με πολλή σιωπή και αγώνα,ότι είχε βαθιά εσωτερική ζωή και ότι η προσευχή του ανέβαινε ψηλά στον Θεό ,και ότι είχαν πνευματικές συναντήσεις.

  Κατά την επίσκεψη του Αγίου Πορφύριου στο Σινα το 1970-1 έγινε το εξής περιστατικό σύμφωνα με μαρτυρίες του Αρχιεπίσκοπου και των μοναχών:
Όπως είπαμε ο γέροντας Αδριανός ζούσε απομονωμένος σε ένα απόμακρο και δυσπροσιτο κάθισμα ψηλά στο βουνό απέναντι από την Αγία Κορυφή και ο Άγιος Πορφύριος λόγω της απόστασης και της κατάστασης τής υγείας του,ήταν αδύνατο να συναντηθούν σωματικά. 

 Όταν ο Άγιος Πορφύριος βρισκόταν κάτω στο μοναστήρι,στράφηκε κάποια στιγμή πρός την κατεύθυνση του βουνού όπου ασκητευε ο πατήρ Αδριανός,και με το προορατικο και διορατικο χαρισμα που είχε είδε και επικοινωνησε πνευματικά μαζί του,περιγραφοντας με ακρίβεια στους γύρω του τι έκανε εκείνη την ώρα ο ασκητής στο κελί του και σε τι πνευματική κατάσταση βρισκόταν. 

 Όταν αργότερα οι Μοναχοί επικοινωνησαν με τον γεροντα

Ὅποιος δέν ἔχει τήν πίστη μέσα στήν καρδιά του, τί ἐλπίδα μπορεῖ νἄ'χει;Ὅπου ν᾿ ἀκουμπήσει ὅλα εἶναι σάπια.


Ἀλλοίμονο! Ἀμύητοι, ἄπιστοι, ἀκατάνυχτοι, εἴμαστε οἱ πιὸ πολλοὶ σήμερα, τώρα ποὺ ἔπρεπε νὰ προσπέσουμε μὲ δάκρυα καυτερὰ στὴν Παναγία καὶ νὰ ποῦμε μαζὶ μὲ τὸ Θεόδωρο Δούκα τὸ Λάσκαρη, ποὺ σύνθεσε μὲ συντριμένη καρδιὰ τὸν παρακλητικὸ κανόνα:

«Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου μὲ ζάλαι ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε». 
«Σὰν τὰ μελίσσια ποὺ τριγυρίζουνε γύρω στὴν κερήθρα, ἔτσι κ᾿ ἐμένα μὲ ζώσανε οἱ ζαλάδες τῆς ζωῆς καὶ πέσανε ἀπάνω στὴν καρδιά μου καὶ τὴν κατατρυπᾶνε μὲ τὶς φαρμακερὲς σαγίτες τους.Ἄμποτε, Παναγιά μου, νὰ σὲ βρῶ βοηθό, νὰ μὲ γλύτωσεις ἀπὸ τὰ βάσανα». 

Μὰ ποιὸς ἀπό μας γυρεύει βοήθεια ἀπὸ τὴν Παναγία, ἀπὸ τὸν Χριστὸ κι᾿ ἀπὸ τοὺς ἁγίους;
Γυρεύουμε βoήθεια ἀπὸ τὸ κάθε τί, παρεκτῶς ἀπὸ τὸ Θεό. Ἀλλὰ τί βοήθεια μποροῦνε νὰ δώσουνε στὸν ἄνθρωπο τὰ εἴδωλα τὰ λεγόμενα «ἐπιστήμη» καὶ «τέχνη»;

Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ ἀναχωρητὴς λέγει: «Σ᾿ ὅλους τοὺς δρόμους ποὺ πορεύονται οἱ ἄνθρωποι σὲ τοῦτον τὸν κόσμο δὲv βρίσκουνε σὲ κανένα τὴν εἰρήνη, ὡς ποὺ vα σιμώσουμε στὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ.Μὰ ἀλλοίμονο οἱ πιὸ πολλοὶ ἄvθρωποι εἶναι «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» ὅπως λέγει ὁ Παῦλος.Ὅποιος δὲν ἔχει τὴν πίστη μέσα στὴν καρδιά του, τί ἐλπίδα μπορεῖ νἄχει;Ὅπου ν᾿ ἀκουμπήσει ὅλα εἶναι σάπια.
Γι᾿ αὐτὸ κι᾿ ὁ ὑμνογράφος ποὺ εἴπαμε, λέγει στὴν Παναγία: 
«Ἀπορήσας ἐκ πάντων, ὀδυνηρῶς κράζω σοι· πρόφθασον, θερμὴ προστασία, καὶ τὴν βοήθειαν δός μοι τῷ δούλῳ σου τῷ ταπεινῷ καὶ ἀθλίω».

«Ὅλα, λέγει τὰ δοκίμασα, μὰ κανένα πράγμα δὲ μπόρεσε vα μὲ ξαλαφρώσει. Γιὰ τοῦτο φωνάζω Ἐσένα μὲ θρῆνο πικρόν, καὶ λέγω:
Πρόφταξε καὶ δόσε τὴ βοήθειά σου σὲ μένα τὸν ταπεινὸ κι᾿ ἄθλιο δοῦλο σου».
Φώτης Κόντογλου
(Ἀπό τὸ περιοδικὸ «Ἑλληνικὴ Δημιουργία», τ. 37, 1949).

«Ο,τι θέλει ο Θεός να το θέλης και συ. Και ό.τι εσύ θέλεις να το θέλη και ο Θεός»!

Το ηλιοτρόπιο είναι ένα φυτό, πού πολύ µοιάζει µε τον ήλιο στο σχήµα και στην µορφή. Από την ανατολή του έως την δύση τον παρακολουθεί στο ταξίδι του, στρέφοντας προς αυτόν τα χρυσοκίτρινα πέταλά του.

Το βράδυ µαζεύεται στον εαυτό του και το πρωί χαρούµενο τον χαιρετά. Δεν θέλει να ανήκει σε κανένα άλλον, παρά µόνο στον ήλιο! Γι’ αυτό τον παρακολουθεί πιστά όχι µόνον όταν είναι ορατός και λαµπερός, αλλά και όταν τα µαύρα σύννεφα τον κρύβουν και δεν φαίνεται! Σαν να διαθέτη µιά µυστική διαίσθησι, ξέρει κατά που τραβά ο βασιλιάς αυτός του ουρανού…

Ο Ρώσος άγιος Επίσκοπος Ιωάννης Μαξίµοβιτς του Τομπόλσκ σε ένα βιβλίο του, επισηµαίνει ότι το ηλιοτρόπιο µπορεί να αποτελέση ένα υπόδειγµα για τον άνθρωπο. Όπως το χαριτωµένο αυτό φυτό ακολουθεί πιστά την τροχιά του ήλιου, έτσι και ο άνθρωπος πρέπει να ακολουθή το θέληµα του Θεού, σε όλη την διάρκεια της ζωής του, χωρίς παρέκκλιση. 
«Χριστιανέ -γράφει- πρόσεξέ το αυτό το φυτό. Ακόµη και στις συννεφιασµενες ηµέρες παρακολουθεί τον ήλιο.
Έτσι και συ όταν τα σκοτεινά σύννεφα των θλίψεων αποκρύψουν προς στιγµήν το θείο Πρόσωπό Του, να είσαι ταυτισµένος µε το άγιο θέληµά Του». Και καταλήγει όµορφα :
«Ο,τι θέλει ο Θεός να το θέλης και συ. Και ό.τι εσύ θέλεις να το θέλη και ο Θεός»!
Πεδιάδες και λόφοι στρωμένοι με τάπητες από κίτρινα ηλιοτρόπια
Μπαρανια (Baranja)*, ανατολική Κροατία

Τόσον τίς «ἐν γνώσει» ὅσο καί τίς «ἐν ἀγνοίᾳ» ἁμαρτίες μας τίς ρίχνουμε στό πέλαγος τοῦ ἐλέους τοῦ Χριστοῦ.

Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ
Ἔργα Τόμος 11, σελ. 290, Ἐπιστολές (ἀπάνθισμα), Ἐπιστολὴ 43η

  Προσέξτε! Πρὶν ἀπὸ τὴν Ἐξομολόγηση, ἀνάμεσα στους ἄλλους καλοὺς λογισμούς σας εἴχατε καὶ τὸν ἑξῆς: Νὰ πεῖτε τὰ πάντα μὲ κάθε λεπτομέρεια, ἔτσι ὥστε νὰ ἐξοφλήσετε ὅ,τι χρωστούσατε στὸν Χριστὸ καὶ νὰ μὴν εἶστε πιὰ ὀφειλέτης Του! 

Ὡστόσο, μετὰ τὴν Ἐξομολόγηση δὲν ἤσασταν ἱκανοποιημένος. “Δὲν τὰ εἶπες ὅλα”, παραπονεθήκατε στὸν ἑαυτό σας. 

Πρέπει νὰ ξέρετε, ὅμως, τοῦτο: Μολονότι στὴν Ἐξομολόγηση ὑποτίθεται ὅτι λέμε ὅλες τὶς ἁμαρτίες μας, στὴν πραγματικότητα δὲν λέμε παρὰ μόνο ἐκεῖνες ποὺ γνωρίζουμε· ἀσύγκριτα περισσότερες εἶναι ἐκεῖνες ποὺ δὲν γνωρίζουμε καὶ, ἑπομένως, δὲν τὶς λέμε.

Γι' αὐτὸ τόσον τὶς «ἐν γνώσει» ὅσο καὶ τὶς «ἐν ἀγνοίᾳ» ἁμαρτίες μας τὶς ρίχνουμε στὸ πέλαγος τοῦ ἐλέους τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι, μετὰ τὸ Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως αἰσθανόμαστε χαρὰ καὶ ἠρεμία ὄχι χάρη στὰ ἔργα μας, ἀλλὰ χάρη στὸ ἔλεος τοῦ Χριστοῦ, στὸν Ὁποῖο παραμένουμε ἰσόβια ὀφειλέτες ἑνὸς ἀνεξόφλητου χρέους.

Μνήμη τῶν Ἁγίων δέκα Μαρτύρων, τῶν διά τήν ἁγίαν εἰκόνα τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τήν ἐν τῇ Χαλκῇ Πύλῃ, ἀθλησάντων


9 Αυγούστου.Μνήμη τῶν Ἁγίων δέκα Μαρτύρων, τῶν διὰ τὴν ἁγίαν εἰκόνα τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὴν ἐν τῇ Χαλκῇ Πύλῃ, ἀθλησάντων, Ἰουλιανοῦ, Μαρκιανοῦ, Ἰωάννου, Ἰακώβου, Ἀλεξίου, Δημητρίου, Φωτίου, Πέτρου, Λεοντίου, καὶ Μαρίας τῆς Πατρικίας.
Εἰς τοὺς ἐννέα Μάρτυρας
Ἐχθρὸν Θεοῦ κτείναντες ἄνδρες ἐννέα,
Φίλοι γίνονται τῷ Θεῷ διὰ ξίφους.

Εἰς τὴν Μαρίαν

Ἐμοῦ τραχήλου Σῶτερ αἷμα προσδέχου,
Μαρία φησὶν ὡς τὸ Μαρίας μῦρον.

 Οὗτοι οἱ Ἅγιοι ἦτον κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ θηριωνύμου Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου ἐν ἔτει ψις΄ [716], ὁ ὁποῖος ἐπειδὴ ἀπεστρέφετο τὰς ἁγίας εἰκόνας, διὰ τοῦτο ἔκαιεν αὐτὰς εἰς τὴν φωτίαν. 

 Ὅθεν καὶ ὁ τότε Πατριάρχης Ἅγιος Γερμανός, πολλὰς θλίψεις καὶ κακοπαθείας ἐδοκίμασεν ἀπὸ τὸν ἀλιτήριον Λέοντα, διατὶ ἤλεγχεν αὐτὸν ὡς ἀσεβῆ καὶ παράνομον.

  Ἐπειδὴ δὲ ὁ θηριώνυμος ἐπεχείρησε νὰ κρημνίσῃ καὶ τὴν σεβασμίαν εἰκόνα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὴν προσκυνουμένην ἐπάνω εἰς τὴν Χαλκὴν Πόρταν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καὶ αἱ σκάλαι ἤδη ἐκατασκευάζοντο, καὶ ξύλα μακρὰ ἐβάλλοντο, καὶ ἐκεῖνοι ὁποῦ ἔμελλον νὰ τὴν κρημνίσουν, ἀνέβηκαν ἐπάνω, καὶ ἄρχισαν νὰ ἐνεργοῦν τὸν κρημνισμὸν τῆς ἁγίας εἰκόνος, τότε οἱ γενναῖοι οὗτοι τοῦ Χριστοῦ ἀθληταὶ ἐπρόφθασαν, καὶ πιάσαντες τὴν μίαν σκάλαν, ἐτράβιξαν αὐτὴν πρὸς τὸν ἑαυτόν τους, καὶ οὕτω κατεκρήμνισαν κάτω τὸν σπαθάριον, ὁποῦ ἐκρήμνιζε τὴν σεβασμίαν εἰκόνα, καὶ ἐθανάτωσαν αὐτόν, τὸν δὲ ἀσεβῆ βασιλέα ἐκαταρῶντο καὶ ἀνεθεμάτιζον. Ταῦτα μαθὼν ὁ βασιλεὺς ἄναψεν ἀπὸ τὸν θυμόν, ὅθεν ἐπρόσταξε νὰ ἀποκεφαλίσουν ὅλους τοὺς ἐκεῖσε παρευρεθέντας, τῶν ὁποίων τὸν ἀριθμὸν μόνος ἠξεύρει ὁ Κύριος, ἐπειδὴ καὶ ἦτον πλῆθος πολύ. 

 Τούτους δὲ μοναχοὺς τοὺς ἐννέα ἐπρόσταξε νὰ δείρουν μὲ ῥαβδία, καὶ ἔπειτα νὰ τοὺς ῥίψουν εἰς τὴν φυλακήν. Ἐπρόσταξε δέ, ὅτι κάθε ἡμέραν νὰ δίδουν εἰς αὐτοὺς πεντακοσίας ῥαβδίας, καὶ ἔτζι ὑπέμειναν ἀνδρείως οἱ μακάριοι δερνόμενοι εἰς ὀκτὼ μῆνας.