Ιδιαίτερη ήταν η σχέση ορθοδοξίας και καθολικισμού στις φραγκοκρατούμενες και κατ’ εξοχήν στις ενετοκρατούμενες περιοχές. Ισχυρή υπήρξε η αντίδραση των Κρητικών στη δράση των ουνιτών και του Μιχαήλ Αποστόλη. Μάταια θα προσπαθούν οι καθολικοί, με τον ίδιο τον Βησσαρίωνα, να διευρύνουν τον κύκλο των ενωτικών. Με τον έξαρχο του Πατριαρχείου, τον μοναχό Μάρκο Ξυλοκαράβη, τον μετέπειτα Πατριάρχη, ο οποίος θα ξεσηκώσει τους «τσαγκαρομαραγγογουναροαυτοχρυσοχοοβοντικλαροχάλκας», σύμφωνα με την έκφραση του Αποστόλη, όχι μόνο θα περιοριστούν οι φιλοδοξίες των ουνιτών αλλά, με έγγραφο του δόγη της Βενετίας το 1463, θα γίνεται έκκληση στις τοπικές αρχές να προστατεύσουν τους ουνίτες ιερείς και κοσμικούς[1]!
Στην Κρήτη, η τάση ήταν μάλλον αντίστροφη· δηλαδή, οι καθολικοί, συχνότατα ενετικής καταγωγής, κάτω από την πίεση του περιβάλλοντος, γίνονται ορθόδοξοι ή στην καλύτερη περίπτωση ακολουθούν το ορθόδοξο τυπικό, ενώ κάτι ανάλογο θα συμβεί και στα Επτάνησα. Γι’ αυτό και οι Ενετοί θα απαγορεύουν τον διορισμό επισκόπου στην Κρήτη, την Κέρκυρα και τη Ζάκυνθο· επίσκοπος θα εδρεύει αποκλειστικά στην Κεφαλονιά, ενώ στα υπόλοιπα Επτάνησα και την Κρήτη θα ορίζονται μόνο πρωτοπαπάδες.
Πάντως, στην Κύπρο, την Κρήτη, τα Ιόνια, η σύγκρουση δεν περιορίζεται μόνο στις θρησκευτικές και στις, εμμέσως, εθνικές διαστάσεις της. Παράλληλα με την εθνική, εκφράζει και μια κοινωνική αντιπαλότητα, δεδομένου ότι οι «Λατίνοι» κατείχαν το μεγαλύτερο μέρος της γης. Τωόντι δε, σε πολλά νησιά του Αιγαίου, ακόμα και μετά την κατάληψή τους από τους Τούρκους, οι Φράγκοι φεουδάρχες συνέχισαν να κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος της γης· το 1641, πραγματοποιείται εξέγερση των αγροτών της Νάξου που δεν ήθελαν να καταβάλουν τη δεκάτη στους φεουδάρχες, με υποκινητές της τον οικονόμο της εκκλησίας, Δρυμαλιά, και τον πρωτοπαπά της νήσου, Πολίτη[2].
Εξάλλου, στις φραγκοκρατούμενες περιοχές, κατά τον 16ο αι., κατ’ εξοχήν στην Κρήτη και εν συνεχεία στα Επτάνησα, θα αναδειχθούν και οι κυριότεροι αντίπαλοι του καθολικισμού. Σε αυτή την εν πολλοίς άγνωστη «τιτανομαχία», θα θεμελιωθεί και το μεγάλο αναγεννητικό και παιδευτικό έργο της Εκκλησίας, που θα επανορίσει τις διαφορές ορθοδοξίας και «παπισμού», ελληνισμού και Δύσεως, ως συστατικού της ελληνικής ιδιοπροσωπίας. Ένας μεγάλος αριθμός από τα θρησκευτικά κείμενα, τις ομιλίες και τα κηρύγματα των μεγάλων ιεροκηρύκων της περιόδου, του Ηλία Μηνιάτη και του Μελέτιου Πηγά, έχουν ως επίκεντρο και στόχο τις «παπικές κακοδοξίες». […]
Άγιος Γεράσιμος, Άγιος Διονύσιος [4]
Στα Επτάνησα, ήδη μετά την πρώτη φραγκική κατάκτηση των νησιών, τον 12ο αι., καταργήθηκε η ορθόδοξη Επισκοπή και επιβλήθηκε η καθολική. Οι Ανδεγαυοί θα καταργήσουν, το 1267, τη Μητρόπολη Κερκύρας, οι Ορσίνι εκείνη της Κεφαλονιάς, ο Λεονάρδος A΄ Τόκκος (1357–1376 περ.) αυτή της Λευκάδας, και μόνο απέναντι στην αυξανόμενη απειλή των Τούρκων, θα υποχρεωθούν να επανιδρύσουν τους επισκοπικούς θρόνους της Κεφαλονιάς και της Λευκάδας. Στα νησιά όπου είχε καταργηθεί η παρουσία επισκόπου, ο πρωτοπαπάς εκλεγόταν μεταξύ των ευγενών (στην Κέρκυρα, από 30 κληρικούς και 30 ευγενείς και, στη Ζάκυνθο, από 30 ευγενείς, το λεγόμενο «Ἱερὸν Τάγμα»).
Εν τέλει, επειδή μετά από αιώνες προσπαθειών, η καθολική Εκκλησία έχασε το παιγνίδι της θρησκευτικής επικράτησης, η Βενετία, παρότι καθολική, πιστή στην αρχή «prima Veneziani e poi Cristiani», προσπαθούσε να μετριάσει τη σύγκρουση και να εξευμενίσει τους ορθόδοξους υπηκόους της[5].
Χαρακτηριστική υπήρξε η αδυναμία επιβολής του γρηγοριανού ημερολογίου το 1582, μετά από τη σθεναρή αντίδραση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως· ακόμα και ο καθολικός αρχιεπίσκοπος Κερκύρας υποχρεώθηκε, το 1588, να επιβάλει και στους Λατίνους τη χρήση του ελληνικού ημερολογίου στον εορτασμό του Πάσχα και των κινητών εορτών[6].
Ο προβλεπτής Ζακύνθου, Βενιέρ (Antonio Venier), αναρωτιέται μάλιστα για το νόημα της εισαγωγής του νέου ημερολογίου, δεδομένου «του ελάχιστου αριθμού Ιταλών, ή μάλλον εκείνων που, καίτοι Ιταλοί, θα επιθυμούσαν εν τούτοις να ακολουθήσουν αυτό τον ημερολογιακό ρυθμό», με κίνδυνο να προκαλέσουν έτσι «ατελείωτες αναστατώσεις»[7]. Σοβαρότερο ήταν το πρόβλημα των μικτών γάμων που οι Λατίνοι επίσκοποι ήθελαν να απαγορευτούν, ως μία από τις πρωταρχικές αιτίες της συρρίκνωσης του αριθμού των καθολικών· ωστόσο, η ενετική Γερουσία, το 1599, τους επέτρεψε επισήμως[8].
Σε τόσο οικτρή θέση βρισκόταν η καθολική Εκκλησία ώστε ο προβλεπτής της Ζακύνθου, Ντα Λέτσε (Donato Da Lezze), σε αναφορά του, στις 25 Μαΐου 1506, έγραφε πως «δεν υπήρχε παρά ένα παρεκκλήσι όπου τελούνταν τα ιερά μυστήρια… και επειδή δεν υπήρχε άλλη εκκλησία, όλοι οι Λατίνοι έμοιαζαν να είχαν προσχωρήσει στο ελληνικό δόγμα»[9]. Στη δε Κεφαλονιά, σημειώνει ο Τζιρόλαμο Τιέπολο (Tiepolo), στα 1584, κανείς «δεν ακολουθεί το ιταλικό τυπικό», οι «ναοί έχουν ολοσχερώς καταστραφεί, ερημωθεί και σχεδόν μετατραπεί σε στάβλους ζώων»,ενώ ανενεργά παραμένουν τα διατάγματα που απειλούν με αυστηρές ποινές όσους καθολικούς της Κεφαλονιάς ασπάζονταν την ορθόδοξη πίστη[10].
Οι Ενετοί, λοιπόν, υποχρεωμένοι να προσαρμοστούν στην επικράτηση της ορθόδοξης Εκκλησίας, επικεντρώνονται στον όσο το δυνατόν μεγαλύτερο έλεγχό της. Έτσι, αφαίρεσαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο την αποκλειστική δικαιοδοσία διορισμού των επισκόπων· τόσο ο αρχιεπίσκοπος Φιλαδελφείας (Βενετίας) όσο και εκείνοι της Κεφαλληνίας, των Κυθήρων και της Λευκάδας εκλέγονταν από την αυτοδιοίκηση, δηλαδή τους ευγενείς, μετά από πρόταση του Πατριάρχη, ενώ απαιτούνταν επικύρωση της εκλογής από τις ενετικές αρχές. Παράλληλα, σε ολόκληρη την Κρήτη αλλά και στην Κέρκυρα και τη Ζάκυνθο, συνέχιζαν να εμμένουν στον διορισμό «πρωτοπαπάδων», το δε 1605, σε συμμαχία με το ζακυνθινό αρχοντολόι, αφαίρεσαν από τον επίσκοπο της Κεφαλονιάς το δικαίωμα να επιλέγει τον πρωτοπαπά της Ζακύνθου και το μεταβίβασαν στις αρμοδιότητες του Συμβουλίου των ευγενών[11].
Ως απάντηση των ορθόδοξων Ελλήνων ήλθε η αγιοποίηση στην Κεφαλονιά και τη Ζάκυνθο δύο εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων που έδρασαν κατά τον 16ο αιώνα και τις αρχές του 17ου στα ίδια τα νησιά, και τιμήθηκαν ως πολιούχοι τους· μια πανηγυρική επιβεβαίωση της πλήρους επικράτησης της ορθόδοξης Εκκλησίας, στην πάλη με τον καθολικισμό, της ελληνικότητας απέναντι στους Λατίνους.
Ο Άγιος Γεράσιμος
Ο πολιούχος της Κεφαλονιάς, Γεράσιμος Νοταράς (1509-1579), του οποίου ο πολυκύμαντος βίος ταιριάζει απόλυτα στην κεφαλονίτικη ιδιοπροσωπία, γεννήθηκε στα Τρίκαλα της ορεινής Κορινθίας, γόνος της αρχοντικής οικογένειας των Νοταράδων,