Ο Απόστολος Ιωάννης είναι γνωστός σε όλους ως ο «μαθητής τῆς ἀγάπης». Στο Ευαγγέλιό του και τις επιστολές του διατρανώνει το θεμέλιο της χριστιανικής ζωής: «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν» (Α΄ Ιω. 4,8).
Παράλληλα όμως, από τα χρόνια της κλήσεώς του, ο ίδιος ο Χριστός τον ονόμασε αυτόν και τον αδελφό του Ιάκωβο «υἱούς βροντῆς» (Μάρκ. 3,17).
Και η Εκκλησιαστική Παράδοση επιβεβαιώνει ότι ο Ιωάννης δεν υπήρξε μόνο ο τρυφερός μαθητής που ανέπεσε στο στήθος του Διδασκάλου, αλλά και ο Απόστολος με το εκρηκτικό ταμπεραμέντο που δεν ανέχθηκε ποτέ την πλάνη, δεν παραγνώρισε ποτέ το χρέος του να υπερασπιστεί την αλήθεια και δεν δίστασε με την Αποστολική του Αυθεντία να ελέγξει αμελείς ή επιλήσμονες της αποστολής τους Επισκόπους.
Στη Γ΄ Επιστολή του εμφανίζεται ο Διοτρεφής, ένας τοπικός επίσκοπος που «φιλοπρωτεύει» και αρνείται να δεχθεί την αποστολική αυθεντία. Ο Ιωάννης υπόσχεται ότι θα πάει ο ίδιος να τον ελέγξει. Εδώ αποκαλύπτεται ο δυνατός χαρακτήρας του: δεν παραμένει θεατής, δεν φοβάται να συγκρουστεί με τον εγωισμό και την αλαζονεία, αλλά «βροντά» για να υπερασπιστεί την Εκκλησία.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό στο λουτρό της Εφέσου, που διηγούνται ο Ευσέβιος και ο Ειρηναίος. Όταν πληροφορήθηκε ότι μπήκε μέσα ο αιρεσιάρχης Κήρινθος, ο Ιωάννης βγήκε αμέσως έξω, φωνάζοντας: «Φεύγουμε, μήπως καταπέσει το λουτρό· ο εχθρὸς της αληθείας βρίσκεται μέσα!» Στιγμή αποστροφής, όχι στον ίδιο τον άνθρωπο, αλλά στην ψευδοδιδασκαλία που διέστρεφε το Ευαγγέλιο.
Η παράδοση του Κλήμεντος Αλεξανδρέως μιλά για κάποιο νέο που παρέδωσε ο Ιωάννης σε έναν Επίσκοπο να τον προστατεύσει, και ο οποίος τελικά ξέπεσε σε ληστρική ζωή.