Μια γιατρός είχε πει κάποτε ότι δίνει τον «Θάνατο του Ιβάν Ιλίτς» στους φοιτητές της όχι ως μάθημα ιατρικής, αλλά ως μάθημα για το τι σημαίνει να μετατρέπεσαι σιγά σιγά σε «περιστατικό». Να περνάς από άνθρωπος σε φάκελο. Μου είχε φανεί υπερβολικό, μέχρι που διάβασα τη νουβέλα του Τολστόι σε μια αίθουσα αναμονής νοσοκομείου, ανάμεσα σε ανθρώπους που κοιτούσαν το πάτωμα περιμένοντας να ακουστεί το όνομά τους.
Ο Τολστόι γράφει τη νουβέλα ύστερα από τη δική του υπαρξιακή κρίση, και από την πρώτη κιόλας σελίδα κάνει κάτι σχεδόν βίαιο: δεν ξεκινά από τη ζωή, αλλά από τον θάνατο. Ο Ιβάν Ιλίτς είναι ήδη νεκρός.
Οι συνάδελφοί του στέκονται δίπλα στο φέρετρο και σκέφτονται ποιος θα πάρει τώρα τη θέση του, ποιος θα προαχθεί, ποια κοινωνική υποχρέωση τούς χάλασε το απόγευμα. Ο θάνατός του δεν τους συγκλονίζει· απλώς διαταράσσει προσωρινά τη ρουτίνα τους.
Και μετά ο Τολστόι γυρίζει πίσω.
Ο Ιβάν δεν είναι ένας διεφθαρμένος άνθρωπος ούτε ένας κακός χαρακτήρας. Αυτό είναι που κάνει τη νουβέλα τόσο ανησυχητική. Είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος που έζησε «όπως έπρεπε».
Έγινε δικαστής, παντρεύτηκε σωστά, κινήθηκε με προσοχή μέσα στην κοινωνία, διακόσμησε το σπίτι του με γούστο, έπαιζε χαρτιά τα βράδια, φρόντιζε να μη δυσαρεστεί κανέναν ισχυρότερο από εκείνον. Ολόκληρη η ζωή του βασίζεται στην ευπρέπεια και στην εικόνα. Όλα είναι τακτοποιημένα, καθαρά, κοινωνικά αποδεκτά — και ταυτόχρονα νεκρά από μέσα.
Ο Τολστόι δεν τον καταδικάζει με κραυγές. Τον αφήνει να αποκαλυφθεί μόνος του μέσα από τις λεπτομέρειες: την αγωνία του για τις κουρτίνες του σαλονιού, την έμμονη ανάγκη να φαίνεται επιτυχημένος, την αμηχανία του μπροστά σε οτιδήποτε χαλά τη βολική επιφάνεια της ζωής του. Ο Ιβάν δεν αναρωτιέται ποτέ τι θέλει πραγματικά. Απλώς ακολουθεί το μονοπάτι που του έδειξαν.
Και τότε, σχεδόν γελοία, αρχίζει το τέλος.
Ένα μικρό ατύχημα. Γλιστρά ενώ τακτοποιεί τις κουρτίνες του σπιτιού του και χτυπά στο πλευρό. Ένας πόνος που δεν φεύγει. Εξετάσεις, γιατροί, αόριστες διαγνώσεις, ψυχρές λέξεις. Οι γιατροί μιλούν γι’ αυτόν σαν να μην βρίσκεται στο δωμάτιο. Αναλύουν συμπτώματα, πιθανότητες, λειτουργίες οργάνων, αλλά κανείς δεν τολμά να πει καθαρά αυτό που ο ίδιος αρχίζει να καταλαβαίνει: πεθαίνει.
Και τότε η προσεκτικά χτισμένη ζωή του αρχίζει να καταρρέει.