Γεννήθηκα από τον στεναγμό της μάνας μου και στα παιδικά μου χρόνια, η καρδιά μου ησύχαζε μόνο όταν κρατούσα στα χέρια μου τον Σταυρό. Το όνομά μου ήταν Ρηγούλα, μικρή Παρασκευή. Κι αναπτυσσόμουν σαν λουλούδι σε σκλαβωμένο χωράφι — σε μια πόλη όπου ο Σταυρός ήταν κρυφός και η Ελπίδα προσευχόταν σιγανά. Μου έδωσαν γράμματα και εκκλησία. Κι εγώ τους έδωσα σιωπή. Δεν μιλούσα πολύ — μιλούσα όταν προσευχόμουν. Όταν έβλεπα οράματα το βράδυ, όταν το φως της Παναγίας ερχόταν και με τύλιγε, κι έλεγα μέσα μου:
«Κύριε, πώς να Σε αγαπώ σε γη που Σε διώχνει;
Παναγία, πότε θα με πάρεις στη Χαρά Σου;»
Μα με πάντρεψαν στα 14 μου. Αντί για λαμπάδα κρατούσα ψυχή. Αντί για νυφικό, σιωπή. Ο άντρας μου, άρχοντας και σκληρός, δεν με γνώρισε ποτέ ως πρόσωπο. Μόνο ως υποχρέωση. Έμαθα από νωρίς τι σημαίνει πόνος στον κόσμο. Μα όταν κοιμήθηκαν ο άντρας μου και οι γονείς μου, η ψυχή μου ανέπνευσε πρώτη φορά ελεύθερη. Και τότε το Φως της Παναγίας μου ξαναμίλησε:
«Φιλοθέη θα λέγεσαι από εδώ και πέρα. Φίλη του Θεού. Το σκοτάδι θα το πολεμήσεις με Φως.»






























