Δεν είναι απλώς μια πράξη· είναι το τελευταίο σύνορο της ανθρώπινης απόγνωσης. Είναι η στιγμή όπου ο άνθρωπος παύει να βλέπει τον εαυτό του ως πρόσωπο με μέλλον και αρχίζει να αισθάνεται βάρος μέσα στον κόσμο. Πίσω από κάθε σκέψη αυτοκαταστροφής δεν υπάρχει πάντοτε επιθυμία θανάτου· συχνότερα υπάρχει μια αβάσταχτη κραυγή για παύση του πόνου. Ο άνθρωπος δεν επιθυμεί πάντοτε να πεθάνει· επιθυμεί να σταματήσει να αιμορραγεί εσωτερικά.
Η εποχή μας, αν και τεχνολογικά πανίσχυρη, παραμένει πνευματικά εύθραυστη. Οι άνθρωποι επικοινωνούν περισσότερο από ποτέ, αλλά αγγίζονται λιγότερο. Ζουν ανάμεσα σε πλήθη και πεθαίνουν από μοναξιά. Η κοινωνία έμαθε να μετρά την αξία με την επιτυχία, την εικόνα, την αποδοτικότητα. Έτσι, όποιος λυγίζει αισθάνεται αποτυχημένος όχι μόνο κοινωνικά αλλά και υπαρξιακά. Μέσα σε αυτή τη σιωπηλή κόπωση γεννιέται πολλές φορές η σκέψη της αυτοκτονίας: ως η ψευδαίσθηση μιας τελικής ελευθερίας απέναντι σε έναν κόσμο που μοιάζει αδιάφορος.
Όμως η αυτοκτονία δεν είναι νίκη του ανθρώπου πάνω στον πόνο· είναι η στιγμή όπου ο πόνος κατακτά ολόκληρο τον ορίζοντα της ψυχής. Είναι η τραγική επικράτηση της νύχτας πάνω στην ελπίδα. Και εδώ ακριβώς αρχίζει η βαθύτερη ευθύνη της Εκκλησίας.






































