Μόρφου Νεόφυτος: (23.11.2025).
Έχω μία μικρή ιστορία, λοιπόν, που έζησα στη Λάρνακα όταν ήμουν διάκος. Δεν τη λέω ταχτικά αυτή, αλλά είναι από την ώρα που ξεκινήσαμε τα μνημόσυνα που ακούω μέσα μου,πές την ιστορία του Άλκη. Ο Άλκης ήταν ένας πλούσιος, νεότατος διχηγόρος της Λάρνακας. Όταν ήμουν διάκος εκεί, επειδή είχα και το ευλογημένο το πτυχίο της νομικής, με έβαλε ο δεσπότης να δικάζω τα διαζύγια. Τον παρακαλούσα τον δεσπότη να του λέω «εγώ δεν επαντρεύτηκα, τώρα να ακούω για τους γάμους, τους τσακωμούς και να χωρίζω κόσμο». Όχι, η Εκκλησία θέλει μορφωμένους κληρικούς.
Έκαμα υπακοή, μπήκα μέσα στο δικαστήριο. Επρόσεξα, λοιπόν, ότι ερχόταν ο Άλκης από καιρού εις καιρον ως δικηγόρος υπεράσπισης αυτού του ενάγοντος και του εναγομένου. Λοιπόν, δεν είχαμε και μεγάλη διαφορά ηλικίας. Εγώ ήμουν κοντά στα τριάντα, ο Άλκης ήταν τριάντα τέσσερα, εκεί τριάντα πέντε το πολύ. Οπότε, στο τέλος μιας δίκης, μου είπε ότι είναι άθεος. Του είπα και εγώ «πρόσεχε να με σε κάμουν οι άθεοι μασόνο και να αρνηθείς την ορθοδοξία».
«Όχι, όχι», μου λέει, «προσέχω, ξέρω τι σημαίνει αυτό».
«Μετά, πού μένεις», μου λέει, «Διάκο», επρόσεξα, μου λέει, «ότι είσαι διαβασμένος».
Λέω του, μένω με τον Πάτερ Συμεών στον Άγιο Γεώργιο τον Κοντό, κοντά στη Λάρνακα, εκεί που είναι τα κοιμητήρια της Λάρνακας.
Μπορώ να έρθω κάποια μέρα να μιλήσουμε;
Ελα του λέω».
Λοιπόν, ξεκίνησε, κάθε δεκαπέντε, είκοσι μέρες, να σου τον Άλκη ήρθε. Λοιπόν, εγώ απέφευγα να του μιλώ για Θεόν, αφού μου είπε είναι άθεος.
Ήταν μια από τις καθοδηγήσεις του Αγίου Ιακώβου. «Να μην προκαλούμε», μου έλεγε, «την πίστη των ανθρώπων». Ο καθένας μου λέει, «όση πίστη παρέλαβε». Από εκεί και πέρα, εμείς να προσευχόμαστε για αυτούς, να αυξηθεί η πίστη τους, να μην τους προκαλούμε. Λοιπόν, και η πίστη η δική μας δεν είναι δική μας, είναι των γονιών μας, είναι των παππούδων μας, και είναι και δωρεά του Αγίου Πνεύματος, για να την μοιραστούμε με αυτούς που έχουν λιγότερη.
Λοιπόν, λέω του, «είσαι παντρεμένος»;
Μου λέει, «όχι».
«Ε, μου λέει, έχω διάφορες φιλενάδες».
Ε, του λέω, «ξέρεις τι θα πάθεις».
Μου λέει, «τι θα πάθω».
«Θα πάθεις», του λέω, «όπως εγώ, του λέω, καμιά φορά μου αρέσει το αναψυκτικό, και όταν το ανοίξω, του λέω, πίνω λίγη, τη βάζω μετά έτσι ανοιχτή στο ψυχείο, πηγαίνω να πιω μετά, του λέω, δεύτερη γουλιά, τρίτη γουλιάν, τέταρτη».