Ήταν χρόνια που τα χρήματα δεν περίσσευαν στα περισσότερα σπίτια, όμως υπήρχε μια αφθονία που δεν μπορούσε να μετρηθεί με το πορτοφόλι. Υπήρχε η διάθεση να μοιραστείς, να φιλοξενήσεις, να προσφέρεις ό,τι είχες, ακόμη κι αν ήταν λίγο. Οι νοικοκυρές ξεκινούσαν από νωρίς τις ετοιμασίες. Έπρεπε να καθαριστεί το σπίτι, να στρωθούν τα τραπέζια, να γυαλιστούν τα ποτήρια και να τακτοποιηθεί κάθε γωνιά. Η γιορτή ενός ανθρώπου ήταν υπόθεση ολόκληρης της οικογένειας και όλοι συμμετείχαν με τον τρόπο τους.
Στα παλιότερα σπίτια, η κουζίνα ήταν το κέντρο της ζωής. Εκεί μαζεύονταν οι συγγενείς, εκεί κάθονταν οι φίλοι, εκεί στριμώχνονταν οι καρέκλες για να χωρέσουν όλοι. Αργότερα, όταν τα σπίτια άρχισαν να αποκτούν μεγαλύτερους χώρους, δημιουργήθηκαν τα περίφημα καλά δωμάτια, οι σάλες που προορίζονταν για τις ιδιαίτερες περιστάσεις. Ήταν δωμάτια προσεγμένα, με τα καλά έπιπλα, τις βιτρίνες, τα κεντημένα σεμεδάκια και τα διακοσμητικά που δεν τα άγγιζε κανείς. Τον περισσότερο καιρό παρέμεναν κλειστά, σαν να φύλαγαν μέσα τους μια άλλη ζωή. Τα παιδιά τα κοιτούσαν με περιέργεια, αλλά ήξεραν πως δεν ήταν χώρος για τα καθημερινά τους παιχνίδια. Άνοιγαν μόνο όταν υπήρχε κάποιος σημαντικός λόγος και τότε το σπίτι άλλαζε όψη.










.jpg)













