Με την έναρξη του Τριωδίου, η Ορθόδοξη Εκκλησία εισέρχεται σε μια περίοδο πνευματικής προετοιμασίας, η οποία προηγείται της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και κορυφώνεται με το Πάσχα. Αυτή η περίοδος, που ξεκινά από την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου και εκτείνεται μέχρι την Κυριακή της Τυρινής, δεν αποτελεί απλώς μια χρονική γέφυρα προς τη νηστεία, αλλά μια βαθιά θεολογική διαδρομή που καλεί τον πιστό σε αυτογνωσία, μετάνοια και επιστροφή προς τον Θεό.
Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, αυτές οι εβδομάδες λειτουργούν ως πνευματικός καθρέφτης, αποκαλύπτοντας τις αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης και φωτίζοντας τον δρόμο προς την σωτηρία. Μέσα από τις ευαγγελικές περικοπές και τους ύμνους, η Εκκλησία διδάσκει ότι η αληθινή νηστεία δεν είναι εξωτερική τυπολατρία, αλλά εσωτερική μεταμόρφωση, εμπνευσμένη από την αγάπη και το έλεος του Θεού.
Η πρώτη Κυριακή, του Τελώνου και του Φαρισαίου, θέτει τα θεμέλια αυτής της προετοιμασίας. Η παραβολή από το Ευαγγέλιο του Λουκά (18:10-14) αντιπαραβάλλει δύο μορφές: τον υπερήφανο Φαρισαίο, που καυχάται για την τήρηση των τύπων, και τον ταπεινό Τελώνη, που αναγνωρίζει την αμαρτωλότητά του και ζητά έλεος. Θεολογικά, αυτή η Κυριακή υπογραμμίζει την καταστροφική δύναμη της υπερηφάνειας, η οποία μετατρέπει την πίστη σε αυτοδικαίωση και απομακρύνει από την κοινωνία με τον Θεό.
Η Εκκλησία, αποφεύγοντας οποιαδήποτε νηστεία αυτή την εβδομάδα, υπενθυμίζει ότι η αληθινή πνευματική ζωή βασίζεται στην ταπείνωση. Είναι μια πρόσκληση να αναγνωρίσουμε ότι η σωτηρία δεν προέρχεται από ανθρώπινα επιτεύγματα, αλλά από την ελεήμονα χάρη του Θεού, ο οποίος δικαιώνει τον ταπεινό και απορρίπτει τον αλαζόνα. Αυτή η αρχική εβδομάδα καλλιεργεί την αυτοεξέταση, προτρέποντας τον πιστό να αποβάλει κάθε μορφή πνευματικής αυταπάτης πριν εισέλθει στη νηστεία.
Συνεχίζοντας, η Κυριακή του Ασώτου Υιού (Λουκ. 15:11-32) εμβαθύνει στο μυστήριο της μετάνοιας και της Πατρικής αγάπης.