Δεν αρχίζει με τρόμο αυτή η περικοπή. Αρχίζει με μια αργή μετατόπιση του φωτός. Σαν να αλλάζει η πυκνότητα του κόσμου. Σαν να αποσύρεται ξαφνικά κάθε άλλο νόημα και να μένει μόνο ένα ερώτημα που δεν ακούστηκε ποτέ καθαρά όσο ζούσαμε: πού ακριβώς στεκόταν ο Θεός μέσα στην καθημερινότητα;
«Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ…»
Η φράση αυτή δεν ανοίγει μια σκηνή θεάματος. Δεν στήνει μια αποκαλυπτική εικόνα με κεραυνούς και μεγαλείο. Είναι πιο σιωπηλή από αυτό. Σαν να φωτίζεται ξαφνικά το ίδιο το ύφασμα της ζωής και να φαίνεται, χωρίς καμία δραματουργία, τι υπήρχε πάντα εκεί και δεν το είδαμε.
Η δόξα δεν έρχεται να προσθέσει κάτι. Έρχεται να αποκαλύψει.
Και τότε αρχίζει η διάκριση. Όχι σαν καταδίκη, αλλά σαν διαύγαση. Πρόβατα και ερίφια. Όχι καλοί και κακοί. Όχι δίκαιοι και άδικοι με την ηθική έννοια. Αλλά δύο τρόποι υπάρξεως.
Ο ένας τρόπος είναι να μπορείς να διαβάζεις το σώμα του άλλου ως αίτημα.
Ο άλλος τρόπος είναι να περνάς δίπλα του χωρίς να συμβαίνει τίποτα μέσα σου.
Και το πιο τρομακτικό ή το πιο αληθινό, είναι ότι κανείς δεν ήξερε.
Οι δίκαιοι δεν λένε: «ναι, το κάναμε γιατί ξέραμε». Ρωτούν: «πότε;».
Αυτό είναι το πιο βίαιο σημείο της περικοπής:



























