Κάθε χρόνο, όταν πλησιάζει το Halloween, η συζήτηση συνήθως περιορίζεται στο αν πρόκειται για μια αθώα γιορτή μεταμφίεσης ή αν πίσω της υπάρχουν σκοτεινές θρησκευτικές καταβολές. Θα ήθελα όμως αυτή τη φορά να αφήσω για λίγο αυτή τη συζήτηση στην άκρη και να προσεγγίσω το θέμα από μια διαφορετική πλευρά: από την πλευρά της ψυχολογίας του παιδιού.
Το ερώτημα που με απασχολεί δεν είναι αν ένα παιδί που θα φορέσει μία στολή μάγισσας ή σκελετού θα πάθει κάποιο ψυχολογικό τραύμα. Μια τέτοια θέση θα ήταν υπερβολική και επιστημονικά αδικαιολόγητη. Ούτε κάθε παιδί που παίζει με κάτι τρομακτικό επηρεάζεται αρνητικά. Τα παιδιά χρησιμοποιούν συχνά το παιχνίδι και τη φαντασία ακόμη και για να επεξεργαστούν πράγματα που τα φοβίζουν.
Το βαθύτερο ερώτημα είναι άλλο:
Με ποιες εικόνες επιλέγουμε να γεμίζουμε τον εσωτερικό κόσμο των παιδιών μας;
Η παιδική ηλικία είναι η περίοδος κατά την οποία σχηματίζονται παραστάσεις, συναισθηματικοί συσχετισμοί και τρόποι με τους οποίους το παιδί αρχίζει να αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Το παιδί δεν μαθαίνει μόνο από αυτά που του λέμε. Μαθαίνει από αυτά που βλέπει, από αυτά που μιμείται, από τα παιχνίδια του, από τις ιστορίες που ακούει και από τα σύμβολα που το περιβάλλουν.
Και εδώ αρχίζει ο προβληματισμός μου.
Γιατί θεωρούμε απαραίτητο να παρουσιάζουμε στα παιδιά ως διασκέδαση εικόνες πτωμάτων, σκελετών, αίματος, ακρωτηριασμένων σωμάτων, φαντασμάτων, δαιμονικών μορφών, τάφων και τρόμου;
Δεν ισχυρίζομαι ότι ένα πλαστικό κρανίο θα καταστρέψει την ψυχή ενός παιδιού. Ρωτώ κάτι πολύ απλούστερο:
Γιατί να είναι αυτό το πρότυπο που επιλέγουμε;
Γιατί να κάνουμε τον θάνατο θέαμα;
Γιατί να μετατρέπουμε τον τρόμο σε παιχνίδι, όταν μπορούμε να προσφέρουμε στα παιδιά εικόνες ζωής, ομορφιάς, δημιουργίας, αγάπης, αγιότητας και ελπίδας;
Κάποιος μπορεί να απαντήσει: «Μα τα παιδιά ξέρουν ότι είναι ψεύτικα».
Βεβαίως.
Όμως το γεγονός ότι κάτι αποτελεί παιχνίδι δεν σημαίνει ότι στερείται συμβολικού περιεχομένου. Ολόκληρος ο κόσμος του παιδιού είναι γεμάτος σύμβολα. Το παιδί παίζει τον γιατρό, τη μητέρα, τον πατέρα, τον αστυνομικό, τον ήρωα. Μέσα από το παιχνίδι δοκιμάζει ρόλους, γνωρίζει συναισθήματα και οικοδομεί παραστάσεις για τον κόσμο.
Γι' αυτό δεν χρειάζεται πανικός. Χρειάζεται διάκριση.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη βαθύτερο.
Ως Χριστιανοί δεν διδάσκουμε στα παιδιά μας να αρνούνται τον θάνατο. Η Εκκλησία δεν κρύβει τον θάνατο. Μιλά γι' αυτόν. Προσεύχεται για τους κεκοιμημένους. Τα παιδιά βλέπουν τον Σταυρό. Ακούν για τον Γολγοθά. Τη Μεγάλη Παρασκευή βλέπουν τον Επιτάφιο.
Υπάρχει όμως μία τεράστια διαφορά:

















Στις σκοτεινές πρώτες ώρες της 28ης Οκτωβρίου 1940, η Ελλάδα βρέθηκε μπροστά σε μια αποφασιστική στιγμή της ιστορίας της. Η Ιταλία, εκπροσωπούμενη από τον πρεσβευτή της Εμμανουέλε Γκράτσι, επέδωσε το τελεσίγραφο στον Ιωάννη Μεταξά στην πρωθυπουργική του κατοικία. Η τύχη της χώρας κρεμόταν από μια λέξη από την απόφαση ενός ανθρώπου και μόνο του Ιωάννη Μεταξά.






