Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:«Η ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΣΤΑΣΙΣ ΜΙΑΣ ΠΟΛΕΩΣ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 22-10-2000]
Ο Κύριος, αγαπητοί μου, μαζί με τους μαθητάς Του κατέπλευσε με πλοιάριο απέναντι από τη Γαλιλαία, ανατολικά, στην περιοχή των Γεργεσηνών. Τα Γέργεσα ή Γάδαρα, ήταν πόλις της Δεκαπόλεως της Παλαιστίνης και κατοικούσαν εκεί κυρίως Έλληνες. Μη σας κάνει εντύπωση. Λέγεται μάλιστα ότι αυτοί οι Έλληνες εκεί ήσαν επίγονοι εκ των στρατιωτών του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Είναι γνωστό πού πέθανε ο Μέγας Αλέξανδρος και το στράτευμά του έμεινε σκορπισμένο από δω και από εκεί, εγκατεστάθησαν οι άνθρωποι κ.λπ. Έτσι θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ζωή των κατοίκων ήταν απρόσεκτη· αφού μάλιστα έτρεφαν χοίρους, πράγμα που απαγορευόταν βεβαίως στους Εβραίους. Έτσι ακόμη μπορούμε να κατανοήσουμε και την παρουσία δαιμονιζομένων ανθρώπων.
Ωστόσο η πόλις αυτή έδειξε μία αρνητική στάση στον Κύριό μας. Και μάλιστα ζήτησαν να απομακρυνθεί ο Κύριος από την πόλη τους, να φύγει. Ευγενώς μεν, αλλά να φύγει. Και ευγενώς διότι εφοβούντο από ό,τι είδαν. Είναι μία θλιβερή στάση που διαρκώς επαναλαμβάνεται στην Ιστορία και γι' αυτό πρέπει να σταθεί για μας παράδειγμα, για μας τους Έλληνες, ένα παράδειγμα προς αποφυγή.
Ο Κύριος διερχόταν την έρημο της περιοχής των Γεργεσηνών, όταν κάποια στιγμή είδαν μπροστά τους κάποιον άνθρωπο από εκείνη την πόλη. Ήταν σαφώς δαιμονισμένος άνθρωπος. Πρέπει ωστόσο να διακρίνουμε -και θα ήταν μεγάλο λάθος αν δεν το διακρίναμε- τον δαιμονισμό από την τρέλα. Άλλο είναι ο τρελός και άλλο ο δαιμονισμένος. Θυμάμαι κάποτε που είχα επισκεφτεί εγώ ένα δαιμονισμένο νέο στο σπίτι του, μου είπε τι έχω μέσα στην τσάντα μου, στον χαρτοφύλακά μου. Και τι βιβλίο είχα και στη σελίδα εκείνη την α σελίδα τι έγραφε! Ο τρελός αυτά δεν τα ξέρει. Τα ξέρει όμως ο δαιμονισμένος άνθρωπος, διότι του υπαγορεύεται ό,τι νομίζει ο διάβολος και συνεπώς έτσι μας δίνει την εικόνα αυτή.
Ο άνθρωπος αυτός, μας πληροφορεί ο ιερός Ευαγγελιστής, είχε προ πολλού χρόνου δαιμόνια πολλά. Ιματισμό δεν φορούσε. Σε σπίτι δεν έμενε. Αλλά στους θολωτούς τάφους- έτσι μπορούμε να εννοήσουμε πώς έμενε στους τάφους εκείνης της περιοχής. Ήταν τάφοι, όπως ακριβώς ήταν και ο τάφος του Λαζάρου και του Χριστού. Δηλαδή τάφοι σκαλισμένοι μέσα σε βαθουλώματα, σε βράχους κ.λπ. Δεν ήταν δηλαδή τάφοι υπόγειοι. Οπότε εκεί μπορούσε κανείς πράγματι κάποιος να πάει να μείνει.
Ήταν δε ο φόβος και ο τρόμος των διερχομένων από την περιοχή εκείνη, όπως μας το λέγει αυτό άλλος Ευαγγελιστής. Τον έδεναν με αλυσίδες, αλλά τις έσπαζε και έφευγε πάλι προς την έρημο. Όταν τον ρώτησε ο Κύριος ποιο είναι το όνομά του, αυτός απάντησε: «Λεγεών». Λεγεών είναι το ρωμαϊκό σύνταγμα που αποτελείται από 6.000 στρατιώτες. Δηλαδή σήμαινε πλήθος δαιμόνων. «Αυτό είναι το όνομά μου. Πλήθος δαιμόνων». Φυσικά μίλησε ένας δαίμων, εξ ονόματος και των άλλων δαιμόνων. Και οι δαίμονες ζήτησαν αν ο Κύριος τούς φυγάδευε, διότι αντελήφθησαν τη δύναμη του Χριστού, να μην τους στείλει στον Άδη, καλύτερα, στην κόλαση, στην άβυσσο, αλλά στους χοίρους, εκείνους που εκεί γύρω έβοσκαν.
Και ο Κύριος τούς είπε: «Πηγαίνετε». «Αυτό ζητάτε. Πηγαίνετε».
Βλέπετε εδώ ο Κύριος πραγματοποιεί τη θέληση των δαιμόνων. Βέβαια είναι μία θέληση κατά παραχώρηση. Δεν είναι μία θέληση κατ’ ευδοκίαν. Μην ξεχνάμε τα δύο αυτά θελήματα του Θεού. Το κατά παραχώρηση και το κατά ευδοκίαν. Και τότε οι δαίμονες έφυγαν από τον άνθρωπο αυτόν, πήγαν στους χοίρους, που ήσυχοι και ήρεμοι έβοσκαν εκεί στην ακρολιμνιά, δαιμονίστηκαν οι χοίροι και τότε έπεσαν όλοι οι χοίροι μαζί, ένα κοπάδι δύο χιλιάδων, μέσα στη λίμνη και πνίγηκαν.
Οι βόσκοντες, οι χοιροβοσκοί κατατρόμαξαν κυριολεκτικά. Έφυγαν και απήγγειλαν οι χοιροβοσκοί στους Γεργεσηνούς το γεγονός. Ότι αυτό και αυτό συνέβη. Εκείνοι βγήκαν από την πόλη τους να δουν τα ανατρέξαντα, τι συνέβη. Τους κατέλαβε μόλις είδαν ένας φόβος απίστευτος· που δεν ήξεραν πώς να κινηθούν. Γιατί από τη μια έβλεπαν τους πνιγμένους χοίρους - δεν μπορούσαν αυτό να το αρνηθούν- και από την άλλη έβλεπαν αυτόν τον πρώην συμπατριώτη τους βέβαια, δαιμονισμένο, να κάθεται παρά τους πόδας του Ιησού σωφρονών και ιματισμένος. Δεν μπορούσαν ούτε το ένα να αρνηθούν, ούτε το άλλο, αγαπητοί μου, να αρνηθούν. Κι όταν η πόλις όλη βγήκε και είδε τα διατρέξαντα, τότε, όπως μας πληροφορεί ο ευαγγελιστής Λουκάς «ἠρώτησαν αὐτόν ἅπαν τό πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο». Τον παρακάλεσαν τον Κύριο, δεν το έκαναν με το ζόρι, σου λέει, «εδώ πράγματα υπερφυσικά υπάρχουν», πώς λοιπόν να κινηθούν με το ζόρι;
«Σε παρακαλούμε, Κύριε, φύγε από εδώ».
Αλήθεια, γιατί φοβήθηκαν; Υπάρχουν, αγαπητοί μου, δύο στάσεις στον φόβο μπροστά στον Θεό.