Σαν σήμερα, το 1970, έφυγε ο παππούς μου, ο Αναστάσης Κλωναράκης...
Ηταν η μεγαλύτερη θλίψη που αισθάνθηκα ως παιδί...Ηταν ο ΗΡΩΑΣ μου...
Ο παππούς μου γεννήθηκε το 1895 στο Τσιαλί της Ανατολικής Θράκης.
Πεχλιβάνης στα νιάτα του. Λεβέντης, παληκαράς!
Το «Μαύρο Πάσχα των Θρακών», τον Απρίλη του 1914, ήταν και δεν ήταν 19 χρονών, στάλθηκε στα «Αμελέ Ταμπουρού», στο Ερζερούμ, στα βάθη της Ανατολίας.
Μετά από μερικούς μήνες κατάφερε να δραπετεύσει, φιλοξενήθηκε για λίγες μέρες από ένα αρκαντάση του, απέναντι από το σταθμό χωροφυλακής (!!!) και μόλις συνήλθε, ανέβηκε με τα πόδια, ενώ ο Πόντος φλέγονταν, στη Μαύρη Θάλασσα.
Οντας επικηρυγμένος από τους Τούρκους, βρήκε καταφύγιο, ως τσοπάνος, σε κάποιο χωριό κοντά στη Φιλιππούπολη, στη Βουλγαρία.
Μια μέρα μάλωσε μ’ έναν τούρκο που τον προκαλούσε συνέχεια και απείλησε ότι θα τον καταδώσει στις αρχές. Ηρθαν στα χέρια. Χωρίς πολλά-πολλά, του διέλυσε το κεφάλι με μια πέτρα και πήρε πάλι το δρόμο.
Τη μέρα κρυβόταν, το βράδυ περπατούσε.
Μετά τη Συνθήκη του Μούδρου, όταν οι συμμαχικές δυνάμεις, μαζί με ελληνικό απόσπασμα αποβιβάστηκαν στην Πόλη, ο παππούς μου επέστρεψε στο χωριό.
Στο Ουζούν Κιοπρού, είχε βάλει στο μάτι μια λεβεντόκορμη μακρυμαλλούσα, πωλήτρια σ’ ένα κατάστημα ρούχων, την Ευπραξία και χωρίς πολλά-πολλά, την έκλεψε, παρά τις αντιρρήσεις των γονιών της,
Όταν πήγα στο Ουζούν Κιοπρού, βρήκα το κατάστημα που δούλευε η γιαγιά μου, απέναντι από την εκκλησιά του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου...
Κατά μια διαβολική σύμπτωση το Τσιαλί απέχει από το Ουζούν Κιοπρού, όσο το χωριό μας το Ασημένιο, όπου εγκαταστάθηκαν ως πρόσφυγες, από το Διδυμότειχο.
Οταν ο Ελληνικός Στρατός αποβιβάστηκε στη Σμύρνη, το 1919, ο παππούς μου, αν και νιόπαντρος, πήρε το άλογο του και πήγε να πολεμήσει, εθελοντής!
Στην αρχή δεν τον δέχθηκαν γιατί τον θεωρούσαν ....οθωμανό υπήκοο!
Ο παππούς μου...οθωμανός; Ποιός τον είδε και δεν τον φοβήθηκε...
Παρέλασε νικητής στο Εσκή Σεχίρ (Δορύλαιο), διέσχισε το Αφιόν Καραχισάρ και τον Σαγγάριο, πολέμησε με νύχια και με δόντια στο Κάλε Γκρότο και στην κόλαση του Αλη Βεράν...
Εζησε βδομάδες με ένα τάσι βραστό στάρι για πρωϊ-μεσημέρι και βράδυ...
Δέχθηκε μια σφαίρα λίγο πάνω από το μέρος της καρδιάς, η οποία τον διαπέρασε!
Επεσε κάτω και ξανασηκώθηκε για να μη μείνει πίσω...
Το βράδυ τον είδαν ματωμένο οι συμπολεμιστές του και τον οδήγησαν στο πρόχειρο στρατιωτικό νοσοκομείο. Του παρείχαν όποιες φροντίδες μπορούσαν και επέστρεψε στη μονάδα του. Αρνήθηκε να γυρίσει στη Σμύρνη ως...τραυματίας...
Στη μάχη του Αλη Βεράν, εγκατέλειψε τις μονάδες του Τρικούπη, αρνούμενος να παραδοθεί στους Τούρκους, και πέρασε με τον συνταγματάρχη Γαρδίκα μέσα από την κόλαση ….
Μόνον οι πολύ Γενναίοι μπόρεσαν να το καταφέρουν αυτό!
Οταν έφτασαν στον Τσεσμέ δεν επιβιβάστηκε στα πλοία για να επιστρέψει στην Ελλάδα. Ηταν θυμωμένος με την Ελλάδα..






























