ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Σάββατο, 8 Μαΐου 2021

Οι εχθροί του αντιχρίστου θα θεωρηθούν ταραξίες, εχθροί της κοινωνίας και της τάξης...



«Οι εχθροί του αντιχρίστου θα θεωρηθούν ταραξίες, εχθροί της κοινωνίας και της τάξης... θα υποστούν ανοιχτές και συγκεκαλυμμένες διώξεις, και θα υποβληθούν σε σκληρές τιμωρίες και ποινές...»
 Ἅγιος Ἐφραίμ ο Σύρος, "Περί ἐμφάνισης τοῦ ἀντιχρίστου"

Οταν ο Τεν Τεν... σούβλιζε αρνί στην Ελλάδα

                       

-Η γαλλική ταινία του 1961 με πρωταγωνιστές τους Δήμο Σταρένιο και Δημήτρη Μυράτ
Ο Τεν Τεν, ο διάσημος ήρωας κινουμένων σχεδίων, βρέθηκε πριν από 60 ολόκληρα χρόνια σε παραδοσιακό ελληνικό γλέντι με κλαρίνα και πρωταγωνίστησε πλάι στους δικούς μας Δήμο Σταρένιο και Δημήτρη Μυράτ.
Μια ταινία γαλλοβελγικής παραγωγής από το μακρινό 1961, σε ρυθμούς και ήχους πασχαλινούς και παραδοσιακούς.
Ίσως ο πιο διάσημος γαλλόφωνος ήρωας κινουμένων σχεδίων μετά τον Αστερίξ, ο Τεν Τεν είχε βρεθεί στην Ελλάδα στις αρχές του '60 για τις ανάγκες γυρισμάτων μιας ταινίας live action, με θέμα το μυθικό χρυσόμαλλο δέρας.
Στις εικόνες από την έγχρωμη ταινία πριν από 60 ολόκληρα χρόνια, διακρίνεται ο Τεν Τεν να αναζητεί τον πιστό του συνοδοιπόρο, τον σκύλο Μιλού, ο οποίος «μεθά» από τη μυρωδιά ενός σφαχτού στη σούβλα σε κάποιο παραδοσιακό χωριό στην Ελλάδα.
Η ταινία με τίτλο «Ο Τεν Τεν και το μυστήριο με το Χρυσόμαλλο Δέρας» πραγματοποίησε γυρίσματα στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και στην Αθήνα, με τις εικόνες από το Θησείο να ξεχωρίζουν στο τρέιλερ της σειράς.

Παρασκευή, 7 Μαΐου 2021

Αυλός είναι η Φήμη, που τον φυσάνε υπόνοιες, ζήλιες, εικασίες,αυλός τόσο απλός και εύκολος στη χρήση...(Σαίξπηρ)


Ακούστε με προσεκτικά.Ποιος από σας τολμάει να κλείσει τ' αυτιά του όταν φωνάζει η Φήμη;
Εγώ είμαι αυτή που από την Ανατολή ως τη σκυθρωπή Δύση ,κάνω τον άνεμο
άλογο ταχυδρομικό και διηγούμαι συνεχώς τα έργα που γίνονται πάνω σε τούτη την υδρόγειο σφαίρα.
Πάνω στις γλώσσες μου ιππεύουν πάντα συκοφαντίες, που τις λέω σ' όλες τις διαλέκτους, γεμίζοντας τ' αυτιά των ανθρώπων με αφηγήσεις ψεύτικες.
Μιλάω για ειρήνη, ενώ η εχθρότητα,συγκαλυμμένη κάτω από μειδιάματα
δήθεν σιγουριάς, πληγώνει όλο τον κόσμο.
Και μόνο η Φήμη, μόνο εγώ,μαζεύω φοβερούς στρατούς και χτίζω έργα αμυντικά,
όταν κάποια χρόνια,γεμάτη από άλλα δεινά,νομίζεται ότι εγκυμονεί κινδύνους
γι' άγριο πόλεμο, τυραννικό, ενώ τίποτα τέτοιο δεν συμβαίνει.
Αυλός είναι η Φήμη, που τον φυσάνε υπόνοιες, ζήλιες, εικασίες,αυλός τόσο απλός και εύκολος στη χρήση του,που μπορεί να τον χειρίζεται το ηλίθιο τέρας με τ' αμέτρητα κεφάλια,το πλήθος, το πάντοτε παράφωνο,αναποφάσιστο και άστατο.
Ουίλιαμ Σαίξπηρ, ''ΦΗΜΗ''Από το βιβλίο:ΕΡΡΙΚΟΣ Ο Δ'

ΨΥΧΕΣ ΚΡΥΜΜΕΝΕΣ (Γράμματα από τ’ Άγιον Όρος) Ισίδωρος Καυσοκαλυβίτης και Φώτης Κόντογλου



Άγιον Όρος, Μονή Ιβήρων, 1925 

(Άρθρο στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 20/6/1948)
Παιδί ήμουνα και γέρασα από τον καιρό που δέσαμε φιλία με τον Ισίδωρο Καυσοκαλυβίτη, τότε που πρωτοπήγα στ’ Άγιον Όρος. Παραπάνω από είκοσι χρόνια γράφουμε γράμματα ο ένας στον άλλον. Τα πρώτα δυο τρία χρόνια τα γράμματα τα έστελνα εις τον «Αβέρκιον Κομβολογάν, Καρυάς, δια μοναχόν Ισίδωρον Καυσοκαλυβίτην». Τα γράμματά του τα φυλάγω σαν κειμήλια γιατί είναι γραμμένα από ψυχή ποιητική. Απ’ όσους μου γράφανε, λιγοστά γράμματα αξίζουνε σαν του Ισίδωρου. Μοναχά δυο τριών ανθρώπων κι αυτοί ήτανε «λίγοι στα γράμματα», δηλαδή ξέρανε λίγα γράμματα. Οι άλλοι, λίγο ως πολύ, κάνανε φιλολογία. Κι αν θέλετε να μάθετε, να πως δέθηκε η φιλία μας.
Στα 1925 πήγα για πρώτη φορά στ’ Άγιον Όρος. Αφού περιδιάβασα πολλά μοναστήρια, μίσεψα μια μέρα από το μοναστήρι Μεγίστης Λαύρας και πήγα στη Ρουμάνικη Σκήτη του Προδρόμου. Κοιμήθηκε εκεί πέρα ένα βράδυ και την άλλη μέρα τράβηξα για τα Καυσοκαλύβια. Ο δρόμος είναι κακοτράχαλος, περπατάς απάνω σε γκρεμνούς που δεν περπατά ούτε το μουλάρι.
Από τα’ αριστερό χέρι είναι το πέλαγο. Βογκά μέρα νύχτα άγρια και φουρτουνιασμένο απάνω σε κάτι βράχια καταφαγωμένα, που σε πιάνει ζάλη να τα βλέπεις, τόσο παρά φύση είναι απόγκρεμνα κι αλλόκοτα. Κάστρα θεόρατα και θεόχτιστα σηκώνουνε τις μαύρες κεφαλές τους από πάνω σου, βουβά κι ακατάλυτα από χτίσεως κόσμου.
Ο άνθρωπος καταλαβαίνει πως δεν είναι τίποτα και στραβολαιμιάζει στρίβοντας το κεφάλι του ολοένα κατά πάνω, σα να φοβάται πως θα πέσουνε απάνω του. Μα κι από κάτω από τα ποδάρια του είναι άλλα γκρεμνά ακαταμέτρητα. Το μάτι του σκιάζεται από κάποια άλλα κατάμαυρα κράκουρα, που δίνουνε στήθος στα θυμωμένα κύματα, οπού πέφτουνε απάνω τους και τα δαγκώνουνε μέρα νύχτα, από τότε που ‘γινε ο κόσμος. Θαρρείς πως είναι πετρωμένα τελώνια, που ‘χουνε λογής λογής σχέδια, το ‘να πιο άγριο από τ’ άλλο. Μελανιασμένα, οργισμένα, άσπλαχνα, δίχως καμιά παρηγοριά για τον αδύνατο τον άνθρωπο.
Που είναι η περηφάνεια του, ετούτου του σκούληκα; Ρωτώ να μάθω. Τι φελά η παλικαριά του κι η σοφία του τούτη την ώρα που στέκεται σα χαζός μπροστά σ’ αυτά τα φοβερά θεμέλια του κόσμου, που δεν τον λογαριάζουνε αν είναι κι αν δεν είναι; Αυτός τα κοιτάζει και φοβάται, μα κείνα στέκουνται αδιάφορα και βουβά. Τα νερά είναι κι αυτά μελανιασμένα, δίχως πάτο. Οι κάβοι στέκουνται ο ένας πίσω από τον άλλον, αμίλητοι και καραμουτζωμένοι. Καμπουριάζουνε και κοιτάζουνε κατά το πέλαγο. Οι πιο μεγάλοι κι οι πιο αψηλοί είναι δύο. Ο κάβο Φονιάς κι ο κάβο Σμέρνα. Σιδερόβραχα όπου σταθείς κι όπου κοιτάξεις. Άλλοι κάβοι και πλήθος μύτες και μονόπετρα προβέλνουνε κάθε τόσο εκεί που περπατάς. Είναι η άκρη του Άθωνα, που κοιτάζει κατά τη νοτιά, γεμάτη σπηλιές και καταβόθρες.


Άγιον Όρος, Μονή Παντοκράτορος, 1924
Περπατούσα μαζί με τον ήλιο. Εγώ περπατούσα σα σκαθάρι απάνω στη γη και κείνος περπατούσε στον ουρανό κι έγερνε από την πίσω μεριά του Άθωνα κατά το βασίλεμα. Πέρασα πολλή ερημιά δίχως άνθρωπο, ως που έπιασε να μερεύει η πλάση λίγο λίγο και μαζί με δαύτη να μερεύει και η ψυχή μου. Στο τέλος έφταξα σ’ ένα μέρος που το γλυκαίνανε κάποια δέντρα και λίγος άμμος μέσα σε μιαν αγκάλη, μ’ όλο που είχε ακόμη πολλή αγριάδα.
Εκεί πέρα ήτανε τα Καυσοκαλύβια. Κατά πάνω φάνηκε ο Άθωνας. Σα να καθότανε σε κανένα θεόχτιστο θρονί, βασιλέας αζύγωτος, δορυφορημένος από τα αμέτρητα βουνά του κι από τους ακαταμέτρητους κάβους του, πατριάρχης μακροζώϊτος, με τα παιδιά του και με τα εγγόνια του και με τα τρισέγγονά του, που ‘ναι τα αγιασμένα μοναστήρια κι οι σκήτες και τα κελιά κι οι αρσανάδες. Το βασίλειό του είναι στη στεριά και στο πέλαγο. Ολόγυρά του αρμενίζουνε καράβια και παπόρια, γολετόβρικα, μπομπάρδες, μπρατσέρες και κάθε λογής καράβι. Θεριόψαρα, δερφίνια κι όρκυνα βουτάνε και πάνε κάτω, στα ριζά του κάστρου του, που ‘ναι θεμελιωμένο στον πάτο της αβύσσου.
Σαν τον είδα, έπεσα στο χώμα και προσκύνησα τούτον τον πύργο της Ορθοδοξίας. Σε τέτοια κατάσταση ήμουνα, που δεν ένιωθα κούραση ολότελα, μόνο πήρα το μολύβι κι έπιασα να τον ζωγραφίζω. Ποιος ξέρει πόσην ώρα ήμουνα βυθισμένος στη δουλειά μου, όπου ακούγω κάποιον να μου λέγει με μια φωνή καλοκάγαθη : «Ξεκουράσου και λιγάκι κυρ ζωγράφε. Πάρε ένα τσιγαράκι».
Γύρισα να δω ποιος μου μίλησε κι είδα έναν καλόγερο με πυκνά μαύρα γένια, παλληκάρι γερό, μ’ ένα πρόσωπο γελαστό και περίχαρο. Αυτός ήτανε ο Ισίδωρος Καυσοκαλυβίτης.
Τώρα που τα γράφω σα να κάνω κάποια άπρεπη πράξη και μονομιάς μουδιάζει το χέρι μου που τα γράφω. Γιατί κάποια τέτοια πράγματα δεν πρέπει να τα λέγει κανένας στους άλλους, παρά να κάθουνται κρυμμένα μέσα στα έγκατα του ανθρώπου, σαν τα εικονίσματα που ‘ναι βαλμένα στο παλιό εικονοστάσι, μέσα στο εκκλησάκι του πάτερ Ισίδωρου, δίχως να ξέρει κανένας. «Ψαυέτω μηδαμώς χειρ αμυήτων». Αλλά μια φορά που έκανα την αμαρτία, θα την αποτελειώσω με λίγα λόγια από τα γράμματα τ΄ αγαπημένου μου πάτερ Ισίδωρου.

«Μη κλαίτε για μένα , κλάψτε για τους εαυτούς σας και τα παιδιά σας ,ερχονται μέρες που θα παρακαλάτε να σας πλακώσουν τα βουνά ...


Είναι ένα τμήμα του κατά Λουκάν Αγίου Ευαγγελίου που οι πατέρες μας δεν ξέρω για ποιο λόγο, δεν συμπεριέλαβαν στα αναγνώσματα των ημερών.

Ο Χριστός μας φραγγελωθείς , αιμάσσων, άυπνος , αδύναμος κατά πάντα , ακολουθεί τον Σίμωνα τον Κυρηναίο , τον αίροντα τον Ζωοποιό Του Σταυρό, ως τον Γολγοθά...Μαζί Του οι Άγιες Μυροφόρες και η Θεομάνα , θρηνούσαι και οδυρόμεναι ...Γυρίζει ο Χριστός και τους λέγει : «Καὶ ὡς ἀπήγαγον αὐτόν, ἐπιλαβόμενοι Σίμωνός τινος Κυρηναίου, ἐρχομένου ἀπ᾿ ἀγροῦ, ἐπέθηκαν αὐτῷ τὸν σταυρὸν φέρειν ὀπίσω τοῦ Ἰησοῦ. Ἠκολούθει δὲ αὐτῷ πολὺ πλῆθος τοῦ λαοῦ καὶ γυναικῶν, αἳ καὶ ἐκόπτοντο καὶ ἐθρήνουν αὐτόν.Στραφεὶς δὲ πρὸς αὐτὰς ὁ Ἰησοῦς εἶπε· θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, μὴ κλαίετε ἐπ᾿ ἐμέ, πλὴν ἐφ᾿ ἑαυτὰς κλαίετε καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ὑμῶν. Ὅτι ἰδοὺ ἔρχονται ἡμέραι ἐν αἷς ἐροῦσι· μακάριαι αἱ στεῖραι καὶ κοιλίαι αἳ οὐκ ἐγέννησαν, καὶ μαστοὶ οἳ οὐκ ἐθήλασαν.
Τότε ἄρξονται λέγειν τοῖς ὄρεσι, πέσετε ἐφ᾿ ἡμᾶς, καὶ τοῖς βουνοῖς, καλύψατε ἡμᾶς· ὅτι εἰ ἐν τῷ ὑγρῷ ξύλῳ ταῦτα ποιοῦσιν, ἐν τῷ ξηρῷ τί γένηται;» (Λουκ κγ).
 Με δύναμη ψυχής αδιανόητη , ο Κύριος Ιησούς τους λέει : «Μη κλαίτε για μένα , κλάψτε για τους εαυτούς σας και τα παιδιά σας ,ερχονται μέρες που θα παρακαλάτε να σας πλακώσουν τα βουνά και θα λέτε τυχερές οι στείρες που δεν θα δούν τα παιδιά τους να χάνονται».
Τι κι αν οι Ταλμουδιστές νόμιζαν πως εκεινο το Μέγα Σάββατο γιόρταζαν «ορθόδοξα» το Πάσχα τους κι έψηναν το αρνί τους.
Το αψευδές στόμα τού Αμνού τού Θεού, προέβλεψε το μέλλον τους ...
Βρείτε τις ομοιότητες ή/και τις διαφορές με το σαββατιάτικο «ελληνορθόδοξο» Πάσχα του 2021
Μιχάλης/Facebook

Η εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής δώρο του μακαριστου γέροντα Φιλοθεου Ζερβάκου



Η εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής που βρίσκεται στον Άγιο Διονύσιο Αχαρνών , είναι δώρο του μακαριστου γέροντα Φιλοθεου Ζερβάκου προς την οικογένεια Δήμα που ήταν πνευματικός της.

Πέμπτη, 6 Μαΐου 2021

” ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΣΟΥ''.''Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ''



”Αυτό συνέβη στην πόλη, Totoras. Στις 6 Μαΐου 1995, ο Μαραντόνα ήρθε να παίξει ένα φιλικό για ένα εικοσάχρονο αγόρι που ήταν τερματοφύλακας μιας ομάδας της πόλης και μετά απο έναν τραυματισμό δεν μπορούσε να περπατήσει.
Μετά από ένα αξέχαστο ματς, ο Ντιέγκο τον πλησίασε και με μια αγκαλιά που όλοι θυμόμαστε ακόμα, του είπε στο αυτί…
” ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΣΟΥ''.
Αυτό έδωσε στον Ερνάν, μια μεγάλη ώθηση να αντιμετωπίσει τη ζωή. Σήμερα είναι υπεύθυνος για το Χώρο Αναπηρίας Totoras.
Δέκα χρόνια αργότερα, το 2005, όταν ο Ντιέγκο είχε αυτή την καρδιακή πάθηση, ο Ερνάν του έγραψε ένα γράμμα, με τίτλο
''Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ''
Σουάρες Ματίας

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

 


sostis.gr

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

(Αποσπάσματα από τα ερμηνευτικά Υπομνήματα στα Ευαγγέλια του Π.Ν. Τρεμπέλα.
Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)

Α.  Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ  κη 1-20
(Υπόμνημα στο κατά Ματθαίον, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 501-510 εκδόσεις «ο Σωτήρ», μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
 
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας           Ζ = Ζιγαβηνός Ευθύμιος
Απ = Απολλινάριος                 Θφ = Θεοφύλακτος Βουλγαρίας
Αυ = Αυγουστίνος                  Ιε = Ιερώνυμος
Β = Βασίλειος ο Μέγας            Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός      Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Γν = Γρηγόριος Νύσσης           Ω = Ωριγένης
Δ = Δαμασκηνός Ιωάννης        DB=Dict. Of the Bible,Hastings
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας
(Σύγχρονοι Θεολόγοι ερμηνευτές)
The New-Century Bible, St Matthew Edited by G.H. Box on the basis of the earlier edition by Prof  W.F. Slater, Edirburgh 1922 (σημειώνεται με το S)
M.J. Lagrange.   Evangile selon s. Matthieu, Deuxieme edition      Paris 1923 (σημειώνεται με το L.)
Alf. Plummer.   An exegetical commentary on the Gospel according to S. Matthew, London 1911 (σημειώνεται με το p.)
W. Allen    A critical and exegetical Commentary on the Gospel according to S. Matthew Third edition 1922 (σημειώνεται με το a).
A. Commentary critical, expository and practical κ.λ.π by I. Owen, New York 1864 (σημειώνεται με το ο).
L. Cl. Fillion    La sainte Bible commentee VII (σημειώνεται με το F).
J.A. Bengel      Gnomon of the N.T. Testament translated by I. Bryce. Τόμ. Α (σημειώνεται με το b).
C.L. W. Grimm  Lexicon Graeco-Latinum in libros N. Lipsiae 1903. (σημειώνεται με το g).
Ν. Δαμαλά  Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ)
 
                                                         
                                                      ΚΕΙΜΕΝΟ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ.       
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους

Ματθ. 28,1    Ὀψὲ δὲ σαββάτων(1), τῇ ἐπιφωσκούσῃ(2) εἰς μίαν σαββάτων(3), ἦλθε Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία θεωρῆσαι(4) τὸν τάφον.
Ματθ. 28,1    Πολύ αργά δε κατά την νύκτα του Σαββάτου, όταν βαθειά εγλυκοχάραζε η πρώτη ημέρα της εβδομάδος, ήλθε η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, δια να ιδούν τον τάφον.
(1)  Ή«με τη φράση «αργά τη νύχτα του σαββάτου» σήμανε το τέλος όλων των σαββάτων, δηλαδή των επτά ημερών της εβδομάδας. Διότι και εμείς όταν λέμε «αργά την ημέρα» ή «αργά τη νύχτα» δηλώνουμε τα τελευταία μέρη τους. Τέλος όμως των επτά ημερών της εβδομάδας δεν είναι μόνο το ίδιο, το κυρίως Σάββατο, αλλά και το τέλος αυτού» (Ζ)· μ ε τ ά το Σάββατο (g). Ο E. Schmid συγκρίνει με αυτήν την έκφραση εκείνη του Πλούταρχου «οψέ των βασιλέως χρόνων»· μετά τους χρόνους των βασιλέων. Καθώς και τη φράση του Φιλοστράτου «οψέ των Τρωϊκών»= μετά τον Τρωϊκό πόλεμο (b). Η΄= αργά κατά τη νύκτα του σαββάτου. Τα σάββατα = σάββατο (δ). «Διότι εσπέρα (=απόγευμα) μεν είναι η ώρα μετά τη δύση του ηλίου· ενώ «οψέ» (=αργά) είναι η ώρα πολύ μετά τη δύση» (Αμμώνιος). «Η φράση «οψέ σαββάτων», να μην νομίσει κάποιος ότι σημαίνει την απογευματινή ώρα, την μετά την δύση του ηλίου, αλλά το βράδυ και αργά τη νύχτα» (Ευσέβιος Παμφίλου).
(2) «Δηλαδή την ώρα που φαινόταν η ημέρα, που αύγαζε, που ανέτειλε» (Ζ). «Είχε περάσει η νύχτα τόσο πολύ, ώστε να είναι η ώρα του λαλήματος των πετεινών, η οποία προαναγγέλει το φως της ημέρας που έρχεται» (Γν). Μετά το γενικό προσδιορισμό έρχεται ο ειδικός της ώρας (δ). «Για να μη θεωρήσεις ότι στο τέλος αυτού του σαββάτου ήλθαν στον τάφο οι γυναίκες που αναφέρθηκαν, αλλά στην αρχή του όρθρου της Κυριακής, πρόσθεσε ότι, την ώρα που ξημέρωνε» (Ζ). Εξυπακούεται η φράση «την ώρα».
(3) «Αποσαφηνίζοντας περισσότερο τον λόγο πρόσθεσε στη συνέχεια τη φράση «εις μίαν σαββάτων»· και μία σαββάτων είναι η πρώτη από τις επτά ημέρες, η κυριακή» (Ζ).
(4) Ο Ματθαίος γράφει προσαρμόζοντας την αφήγησή του σε αυτά που είπε προηγουμένως. Ο τάφος είχε σφραγιστεί και η φρουρά ήταν μπροστά από αυτόν (L). Άλλωστε η άλειψη του Κυρίου με αρώματα ματαιώθηκε ούτως ή άλλως, και το μόνο που επιτεύχθηκε από την επίσκεψη εκείνη ήταν το ότι είδαν τον τάφο.


Ματθ. 28,2    καὶ ἰδοὺ σεισμὸς ἐγένετο μέγας(1)· ἄγγελος γὰρ(2) Κυρίου καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ προσελθὼν ἀπεκύλισε τὸν λίθον(3) ἀπὸ τῆς θύρας καὶ ἐκάθητο ἐπάνω αὐτοῦ(4).
Ματθ. 28,2    Και ιδού, σεισμός μέγας έγινε, διότι άγγελος Κυρίου κατέβηκε από τον ουρανόν, προσήλθεν στο μνημείον, εκύλισεν από την θύραν τον λίθον και εκάθητο επάνω εις αυτόν.
(1) «Ο μεν Χριστός αναστήθηκε προτού να κατεβεί ο άγγελος… ο δε σεισμός έγινε για τους φύλακες που κάθονταν δίπλα στον τάφο, έτσι ώστε, αφού σηκωθούν από το φόβο του σεισμού και αφού εκπλαγούν από την τρομερή μορφή αυτού που κύλισε την πέτρα, να φύγουν» (Ζ). Ο σεισμός έγινε πριν την άφιξη των γυναικών στο μνημείο (ο).
(2) Και στους δύο σεισμούς επακολούθησε κάτι υπερφυσικό· στον ένα (στο Γολγοθά) η ανάσταση των σωμάτων των αγίων, στον άλλο η κάθοδος αγγέλου, ο οποίος παρουσιάζεται ως αιτία του σεισμού (p). Ο εργάτης και αίτιος του σεισμού ήταν άγγελος Κυρίου (δ).
(3) «Αποκύλισε την πέτρα ο άγγελος για τις γυναίκες, για να δουν τον τάφο κενό και να πιστέψουν ότι αναστήθηκε» (Ζ). Ο λίθος λοιπόν δεν αποκυλίστηκε από τον σεισμό αλλά από τον άγγελο. Ο σεισμός έγινε για να προσδώσει μεγαλείο και επισημότητα στο υπερφυσικό γεγονός της ανάστασης και χρησίμευσε για να διεγερθεί η προσοχή των φυλάκων του τάφου (ο).
(4) Επάνω στην πέτρα, έτσι ώστε δεν θα μπορούσε κάποιος να κυλίσει αυτόν πάλι στο μνημείο (b). Καθόταν πάνω στην πέτρα αναμένοντας τις γυναίκες, οι οποιες δεν ήταν, όπως φαίνεται, μακριά, αλλά απέναντι από τον τάφο (L).


Ματθ. 28,3    ἦν δὲ ἡ ἰδέα(1) αὐτοῦ ὡς ἀστραπὴ(2) καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών(3).
Ματθ. 28,3    Ητο δε η εξωτερική του εμφάνισις σαν αστραπή και το ένδυμά του ολόλευκον σαν το χιόνι.
(1) Υπάρχει και η γραφή ειδέα. Ιδέα = το είδος, το εξωτερικό σχήμα και ιδίως το πρόσωπο (δ). Δες Δανιήλ ι 6 «και το πρόσωπό του ήταν σαν όραση αστραπής». Δες και Δανιήλ α 15.
(2) Φωτεινότατο και αστραφτερό (δ).
(3) Δες Ησαΐου α 18 και Δανιήλ ζ 9 (a). Ο Γρότιος σημειώνει ότι η λευκότητα υπήρξε πάντοτε σύμβολο της καθαρότητας και αγιότητας (ο). Η εξωτερική εμφάνιση του αγγέλου ανακαλεί στη μνήμη την εμφάνιση του Κυρίου κατά τη Μεταμόρφωση (F). «Η μεν μορφή (του αγγέλου) ήταν σαν αστραπή, και η στολή του ήταν παραπλήσια με το χιόνι· έτσι ώστε με το φοβερό από τη μία να καταπλήξει τους φύλακες, ενώ με το χαρωπό να προσκαλέσει τις γυναίκες και να βάλει θάρρος μέσα σε αυτές που από τη φύση τους φοβούνται εύκολα και είναι δειλές και να αναγγείλει την ανάσταση με μεγάλη χαρά με αυτήν την εξωτερική εμφάνιση» (Γν).


Ματθ. 28,4    ἀπὸ δὲ τοῦ φόβου αὐτοῦ(1) ἐσείσθησαν(2) οἱ τηροῦντες καὶ ἐγένοντο ὡσεὶ νεκροί(3).
Ματθ. 28,4    Από τον φόβον δε του αγγέλου συνεκλονίσθησαν οι φρουροί, παρέλυσαν και έγιναν σαν πεθαμένοι.
(1) Το φόβο μάλλον από τον άγγελο. «Διότι προξενούσε κατάπληξη» (Ζ).
(2) Συγκλονίστηκαν. «Αντί να πει τρόμαξαν» (Ζ).
(3) Αφού λιποθύμησαν έγιναν σαν νεκροί (δ). Ούτε οι τολμηρότεροι στρατιωτικοί δεν μπορούν να υπομείνουν τη δύναμη των κατοίκων του ουρανού (b). Ο άγγελος δεν ασχολείται με αυτούς (L), οι οποίοι στο μεταξύ «αφού συνήλθαν έφυγαν, πράγμα που προκάλεσε ασφάλεια στις γυναίκες» (Ζ).

«Χάριτι σοφισθεῖσα, Σοφία θεία, Σοφῶς ἤσκησας ἄρτι, ἐν τῇ Κλεισούρᾳ»

«Χάριτι σοφισθεῖσα, Σοφία θεία, Σοφῶς ἤσκησας ἄρτι, ἐν τῇ Κλεισούρᾳ». (Έγινες σοφή από τη χάρη του Θεού, θεία Σοφία, γι’ αυτό και ασκήθηκες τώρα με σοφό τρόπο στην Κλεισούρα).



«Η Οσία και θεοφόρος Μητέρα μας Σοφία, η ρακένδυτη, αλλά πνευματοφόρα Ασκήτρια της Κλεισούρας, γεννήθηκε στην Άρδασσα του Πόντου το 1883. Αφού ακολούθησε τον δρόμο των προσφύγων μετά την επιδρομή των Αγαρηνών κατά της γενέτειράς της και τη στέρηση του συζύγου και του τέκνου της, ήλθε στην Αναρράχη της Εορδαίας. Πόθησε την ασκητική ζωή, γι’ αυτό και έφτιαξε το πρώτο ασκηταριό της στη Μονή του Αγίου Μάρκου Φλωρίνης, όπου παρέμεινε για δύο χρόνια. Με την προτροπή όμως της Κυρίας Θεοτόκου εγκαταστάθηκε στο δικό Της Μοναστήρι που βρισκόταν στην Κλεισούρα της Καστοριάς, όπου και αγωνίστηκε θεοφιλώς για σαρανταεπτά ολόκληρα έτη. Χωρίς να έχει κρεβάτι να αναπαύει το χοϊκό σαρκίο της, υπέμεινε το ψύχος του χειμώνα, καθισμένη κοντά στην εστία της αυλής της Μονής, απέναντι από τη Μεσημβρινή θύρα του Καθολικού, ατενίζοντας την ιλαρή μορφή της Θεοτόκου από το υπέρθυρό της. Λιτοδίαιτη και ρακένδυτη και μερικές φορές προσποιούμενη τη σαλή, πέρασε τον δρόμο της ζωής της, ενώ ασχολούμενη αδιάλειπτα με την καρδιακή προσευχή έφτασε σε επίπεδα θέωσης. Έλκυσε πλούσια τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος και αξιώθηκε του διορατικού αλλά και ιαματικού χαρίσματος. Ευχάριστη και καταδεκτική πάντοτε υποδεχόταν τους επισκέπτες της Μονής διδάσκοντάς τους τη μετάνοια και τη χρηστοήθεια. Προείδε το τέλος της και κοιμήθηκε εν Κυρίω οσιακά την 6η Μαϊου 1974. Τα ιερά της λείψανα που ανακομίσθηκαν και ευωδίασαν βρίσκονται αποθησαυρισμένα στην Ιερά Μονή της Κλεισούρας, προσφέροντας στους πιστούς ιάματα. Κατετάγη στο αγιολόγιο της Εκκλησίας στις 4 Οκτωβρίου 2011».

Τι είναι εκείνο που έκανε μία απλή, απλούστατη γυναίκα, να ανέλθει στα νεώτερα χρόνια σε τόσο μεγάλη ύψη αγιότητας, ώστε με τα έκδηλα χαρίσματά της, την ευωδία των λειψάνων της, τη διόραση και θαυματουργία της, να ενταχθεί επισήμως στις δέλτους των αγίων της Εκκλησίας; Μήπως η παραπάνω και από πολλούς μεγάλους ασκητές και ερημίτες σκληραγωγία και άσκησή της; Διότι και το συναξάρι και η ακολουθία της, ποίημα του γνωστού και σπουδαίου υμνογράφου Χαράλαμπου Μπούσια, τονίζουν πράγματι με πολλούς τρόπους τη μεγάλη άσκησή της που και μόνο να την ακούμε ή να τη διαβάζουμε λιποψυχούμε και δειλιάζουμε.

Ο ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΩΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ!

Όσιος Σεραφείμ ο εν Δομπώ
Λιπὼν Σεραφεὶμ τὸν κάτω καὶ τοῖς ἄνω, φλογοφόροις σύνεστι Σεραφεὶμ χῶρον.
Ἤλατ' ἄημα ἔνθεν Σεραφεὶμ οὐρανίων ἐς πόλον


  Ὁ Ὅσιος Σεραφείμ, κατά κόσμον Σωτήριος (6 Μαΐου), ἐγεννήθη στό χωριό Ζέλι τῆς Βοιωτίας, ἀπό εὐσεβεῖς κι ἐναρέτους γονεῖς. Τον ανέθρεψαν «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου», ενισχύοντας και με αυτόν τον τρόπον την κλίση του μικρού Σωτηρίου στην μελέτη των Αγίων Γραφών και την ασκητική ζωή.
   Κατά την βρεφικήν ηλικίαν -όπως η ίδια η μητέρα του έλεγεν αργότερα- κατά τις ημέρες Τέταρτη και Παρασκευήν έμενε νηστικός και μόνο λίγο πριν τον ύπνο του θήλαζε, γεγονός το οποίον απέδιδε στον φωτισμόν του μικρού Σωτηρίου από το Άγιον Πνεύμα. Όσο μεγάλωνε, ήτο πολύ προσεκτικός στο σχολείο του, πολύ ευγενικός και ταπεινόφρων προς όλους, σεμνός και λιγομίλητος, στοιχεία τα οποία καλλιεργούσε με τήν μελέτη των Θείων Γραφών και τον πόθο για την προσευχή και την άσκηση. Σε νεαράν ηλικία και παρά την αρνητική στάση των γονέων του, μετέβη στο Μονύδριο του Προφήτου Ἠλιού, στο όρος Κάρκαρα, όπου έκτισε ναό στο όνομα του Σωτήρος Χριστού, μέσα σε σπήλαιο το οποίο σώζεται ως σήμερα και οι κάτοικοι των γύρω περιοχών ονομάζουν ασκητήριο του οσίου Σεραφείμ. Ἀσκήτευε εκεί. Συντόμως η πνευματική πρόοδος διεδόθη κι άρχισε να τον επισκέπτεται πλήθος ανθρώπων από τις γύρω περιοχές, μεταξύ αυτών και οι γονείς του, προκειμένου να τον συμβουλευθούν και να στηριχθούν από τους λόγους του!.. 

Ο νεαρός ασκητής, όμως, εγκατέλειψε το μέρος, λόγω του πλήθους που τον προσήγγιζε και πήγε σε άλλη Μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στην περιοχή του Όρους Σαγματά, όπου και τελικώς εκάρη Μοναχός, λαμβάνων το όνομα Σεραφείμ. Σε μικρό διάστημα εχειροτονήθη Διάκονος και Ιερεύς. Στην Μονή της μετανοίας του έμεινεκ δέκα έτη, κατά τα οποία ησκείτο στις μοναχικές αρετές αδιαλείπτως. Αυτό ήτο ορατό σε πολλούς ανθρώπους που τον επισκέπτοντο κι έτσι τον αποσπούσαν από την προσευχή και την κατάνυξη, τις οποίες προσπαθούσε συνεχώς να έχη στήν μνήμη του. Πήρε τήν ευλογίαν από τον Ηγούμενον, απεχαιρέτισε τους συνασκουμένους του και ανεχώρησε προς αναζήτηση νέου τόπου ασκήσεως.


  Αρχικώς μετέβη σε τόπον, όπου πλησίον τοῦ ασκητηρίου του ευρίσκοντο λιγοστές

Η επίσκεψη της Παναγίας στην Οσία Σοφία!



Μια μέρα η Σοφία (οσία Σοφία της Κλεισούρας) δούλευε στον μπαχτσέ.

Την πλησιάζει μια γυναίκα που έλαμπε, της έδειξε τα κηπουρικά και της λέει:
– Πότισέ τα κόρη μου, να φάει ο κόσμος.

 Η Σοφία, χωρίς να καταλάβει είπε σ’ αυτήν την κυρία να περάσει μέσα στην Παναγία να προσκυνήσει (στην Ιερά Μονή Παναγίας Κλεισούρας).
 Πράγματι εκείνη μπήκε στο μοναστήρι και σε λίγο ήρθε και η ίδια να την χαιρετήσει από κοντά. Αλλά πουθενά δεν βρέθηκε η γυναίκα.
 Ύστερα διηγήθηκε το συμβάν στον π. Γρηγόριο (ο Ηγούμενος της Μονής, ο π. Γρηγόριος Μαγδάλης, παλαιός αγιορείτης) που την βεβαίωσε ότι εκείνη η γυναίκα ήταν η Παναγία.

Από το βιβλίο, «Σοφία Χοτοκουρίδου, Μια λαϊκή ασκήτρια, 6 Μαΐου 1974», των εκδόσεων Μυγδονία, Θεσσαλονίκη.

Τόσα Πάσχα είχες περάσει και την είχες προσπεράσει – τόσα Πάσχα είχαν περάσει από δίπλα σου…



«Ο θάνατός σου, η ζωή μου»
«Πρέπει να πατάς επί πτωμάτων για να ζήσεις, την σήμερον ημέραν»
Ποιος αρρωστημένος νους να ήταν εκείνος που συνέλαβε τέτοιες κατασκότεινες ιδέες, που με το μαύρο γάλα τους “ανάστησαν” γενεές επί γενεών; Και ποιος να το ’λεγε πόσο αφόρητα πληκτική, ανιαρά επαναλαμβανόμενη, ανυπόφορα ατελείωτη θα ήταν αυτή η πολλά υποσχόμενη «σήμερον ημέρα», που μάλλον με τυραννικά παρατεινόμενη «ασέληνο νύκτα» μοιάζει, αν κρίνει κανείς από το χρώμα που κυριαρχεί στη δήθεν ευ-ημερία της…

 Ούτε που θυμάσαι πόσο ήσουν τότε, όταν έκανες τη «Μεγάλη Επανεκκίνησή» σου. Να ήσουν 20; Να ήσουν 30, 50, 70, 80; Χρόόόνια προσπαθείς να θυμηθείς (σε πιέζουν κι οι από δίπλα, βλέπεις, οι “περίεργοι”, αυτοί με την ειρωνεία στο στόμα και τη θανατίλα στην καρδιά), μα κάθε φορά διαπιστώνεις την αδυναμία σου να συνδέσεις αδιάφορες αναμνήσεις με την καινή μνήμη που στερεώθηκε μέσα σου από το κενό μνήμα.

Μα δεν ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπες. Θα την είχες δει “καν και καν” στη ζωή σου. Τόσα Πάσχα είχες περάσει και την είχες προσπεράσει – τόσα Πάσχα είχαν περάσει από δίπλα σου… Μα, και τόσες φορές είχες σιγοψελλίσει αμήχανα (η αλήθεια είναι ότι η μουσική του σου άρεσε πολύ) εκείνο το «Χριστός ανέστη», που το λέγαν και το ξαναλέγαν και το ξαναλέγαν τη νύχτα της Ανάστασης (καλά, δεν βαριόντουσαν; άλλη δουλειά δεν είχαν να κάνουνε νυχτιάτικα;) παπάδες και ψαλτάδες… Σου άρεσε ιδιαίτερα όπως τελείωνε, με το «ζωήν χαρισάμενος», γιατί σου θύμιζε τη «ζωή χαρισάμενη» που έλεγες ότι ζούσες. Μα, τι τα θες; Η νύχτα τής «σήμερον ημέρας» παρέμενε νύχτα, κι ό,τι και να φώτιζαν τα βαρελότα στην Ανάσταση σκοτείνιαζε αμέσως σε βαρέλια από φτηνιάρικο κρασί του πεταματού, που χωρίς αυτό “δεν έβγαινε” η περιβόητη “σήμερον ημέρα”»…

Προσπαθούσες να νιώθεις παντού και πάντα νικητής – το είχες ανάγκη, αλλιώς δεν “τράβαγε” η “χαρισάμενη ζωή” σου. Έτρεχες σε γήπεδα και κάλπες, ούρλιαζες στα πρώτα, ξελαρυγγιαζόσουνα για τις δεύτερες, φανατιζόσουν “όσο δεν έπαιρνε” και στα δύο, με τα “χρώματα κι αρώματά” τους να σου δίνουν κάλπικη, νοθευμένη μέθη… Όταν έχανε η ομάδα σου, δεν ήταν να σε βλέπει άνθρωπος. Όταν, από την άλλη, κέρδιζε (είτε “με το σπαθί της” είτε με το γεμάτο χρήμα βαλιτσάκι της...), γινόσουν “άλλος άνθρωπος” – “άλλος”, γιατί δεν ήσουνα εσύ... Λένε πως αυτά τα

Τα μάτια να βλέπουν και να μη βλέπουν. Τ ‘αυτιά ν’ ακούν και να μην ακούν(Αγία Σοφία της Κλεισούρας)



Τα μάτια να βλέπουν και να μη βλέπουν.
Τ ‘αυτιά ν’ ακούν και να μην ακούν.
Το στόμα να μη βλασφημεί.
Κλειδί στο στόμα.
Να μη μεταφέρετε λόγια από τον ένα στον άλλο.
Να έχετε για όλους αγάπη.
Αγία Σοφία της Κλεισούρας

Και στην ποντιακή διάλεκτο:
"Τα ομάτε, να ελεπνε και να μη ελέπνε.
Τα ωτια να ακούν και να μη ακούνε
Το στόμαν να μη υβριζ τον Θεόν.
Τσουπωστε το στόμασουν
Να μη ήστουν
ποσπογάζηδες
Ουλτς να αγαπάτε"
Γιαγιά Τσοφα τη Κλεισουρας

Τετάρτη, 5 Μαΐου 2021

Ας πάμε στα μνήματα να τους πούμε "Χριστός Ανέστη"



   Τις ημέρες αυτές να μην ξεχάσουμε όσους δεν είναι πια με την υλική υπόσταση που ξέραμε κοντά μας. Ας παρηγορεί τη μοναξιά, την πληγή της απώλειας η χαρά της Αναστάσεως. Ας πάμε στα μνήματα να τους πούμε "Χριστός Ανέστη", να ανάψουμε με το Άγιο Φως το καντήλι τους, να τους πάμε τη λαμπάδα, το αυγό τους.  Με απορία είδα και φέτος ότι την ημέρα της Αναστάσεως τα μνήματα δεν είχαν κόσμο. Σαν να μην χωράνε στη χαρά και γιορτή οι κεκοιμημένοι. Κατσίκια, μαγειρίτσα και τσουρέκι, χοροί και νταούλια, τέτοιες μέρες να στενοχωρηθεί κάποιος πηγαίνοντας στα κοιμητήρια; Μα αν στενοχωριέται, είτε είναι στην οξεία φάση του πόνου, είτε έχει μάθει πλέον να ζει λειτουργικά με αυτόν, η Ανάσταση και το χαρμόσυνο μήνυμα της είναι η καλύτερη ευκαιρία να νιώσει μια ηλιαχτίδα φωτός και δυνατότητα (διαφορετικής) επικοινωνίας.
Η γιορτή της Αναστάσεως δεν είναι κλαμπατσίμπαλα. Η χαρά της έχει οντολογική, πανανθρώπινη σημασία αφού "Χριστός γαρ εγερθείς απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο".
Η εικόνα που διάλεξα (από τον ιερό ναό Αγ. Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης στα Μετέωρα Θεσσαλονίκης) έχει κάτι ιδιαίτερο. Αν προσέξετε, όσοι εικονίζονται πάνω δεξιά και αριστερά είναι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι της εποχής μας. Με γραβάτα, ιατρική ρόμπα. Γυναίκες, άντρες, παιδιά.
Αυτή η εικόνα είναι της Κοινής Ανάστασης. Συμπληρώνει, νοηματοδοτεί πιο προσωπικά τη γιορτή της Ανάστασης.

ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΗΣ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑΣ, Η ΕΠΕΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΙΕΡΕΑΣ π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΗΤΡΑΣ



Το πρωινό της 5ης Απριλίου 1944, ημέρα της κανείς δε μπορούσε να φανταστεί το κακό που επρόκειτο να συμβεί. 
 Αντιστασιακές ομάδες,επέλεξαν τη θέση Νταούλι, και έστησαν ενέδρα σε μία γερμανική φάλαγγα. Όταν η εμπροσθοφυλακή της φάλαγγας έφτασε στην τοξωτή γέφυρα του Νταουλιού άρχισε μάχη που είχε σαν αποτέλεσμα να σκοτωθούν τρεις Γερμανοί μοτοσικλετιστές.[Βέβαια ο ΕΛ.ΑΣ,κατά την προσφιλή του συνήθεια,αφού σκότωσε τους Γερμανούς ενώ γνώριζε ότι θα ακολουθούσαν αντίποινα ,παράτησε το χωριό στο έλεος των Ναζί.Δεν έμειναν εκεί να πολεμήσουν].

Σε λίγη ώρα όταν έφθασε στο σημείο αυτό ισχυρή κατοχική δύναμη κι αντικρίζοντας το αποκρουστικό θέαμα των σκοτωμένων συντρόφων τους, οργίστηκαν αφάνταστα επιζητώντας άμεση εκδίκηση και σκληρά αντίποινα. Στόχος τους έγινε το πιο κοντινό χωριό, η Κλεισούρα.

Τα Ες-Ες υπό την αρχηγία των Γερμανών διοικητών της Καστοριάς Ράισελ και Χίλντεμπραντ και την καθοδήγηση του βουλγαρίζοντα αρχικομιτατζή Κάλτσεφ, άρχισαν να φονεύουν τους κατοίκους με αυτόματα. Σπέρνουν το θάνατο χωρίς διάκριση. Ξεκοιλιάζανε έγκυες, λογχίζανε βρέφη αβάπτιστα και νήπια, κοπέλες σαν τα κρύα τα νερά έπεφταν νεκρές στο νωπό χορτάρι των αυλόγυρων από το καυτό μολύβι των πολυβόλων, μαζί με τις αρχόντισσες νοικοκυρές, έπεφταν νεκροί και οι σεβάσμιοι γέροντες κι οι γερόντισσες μέσα στα περίφημα αρχοντικά τους. Κανείς δεν μπόρεσε να σταματήσει τους αιμοδιψείς επιδρομείς από το φρικιαστικό έργο της ομαδικής σφαγής και πυρπολήσεως, ούτε και ο παπα-Γιώργης Μήτρας που με το σταυρό στο χέρι εκτελείται ως νεομάρτυρας και κατακρεουργείται. Μέσα στο δίωρο διάστημα που όριζε η διαταγή μετατρέπουν τα πάντα σε κόλαση σπέρνοντας το αίμα, τη φρίκη και το θάνατο και αφήνοντας πίσω τους διακόσια ογδόντα έξη (286) αθώα θύματα και καίγοντας 150 σπίτια του χωριού.
 Πολλοί από τους κατοίκους οι οποίοι έφυγαν από το χωριό, κρύφτηκαν στο μοναστήρι της Παναγίας, όπου μόναζε η γερόντισσα Σοφία. Οι Γερμανοί κατακτητές περικύκλωσαν τη μονή και με δοχεία γεμάτα βενζίνη στα χέρια, ήταν έτοιμοι να κάψουν το μοναστήρι της Κλεισούρας. Τότε η γερόντισσα Σοφία, με την εικόνα της Παναγίας στα χέρια, γονατίζει μπροστά στους Γερμανούς στρατιώτες, τους φιλά τα πόδια, κλαίει δυνατά και τους λέει: "Όχι την Παναγία". Τότε εκείνοι, σίγουρα με παρέμβαση της Παναγίας, έφυγαν και δεν πείραξαν το μοναστήρι. Έτσι σώθηκε το μοναστήρι της Παναγιάς και ο κόσμος που είχε κρυφτεί στα κτίρια της μονής.