Η Εκκλησία, από τους αποστολικούς χρόνους, μνημονεύει τους κεκοιμημένους με προσευχή και ελπίδα. Στην πράξη του κολλύβου συνοψίζεται ο λόγος του Κυρίου: «ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, πολὺν καρπὸν φέρει». Ο κόκκος που βράζει και μαλακώνει, που σπάζει την αυτάρκεια του για να γίνει κοινό φαγητό, είναι εικόνα της ταπείνωσης· είναι εικόνα του ίδιου του Χριστού που κατέρχεται στον Άδη για να τον φωτίσει εκ των έσω. Έτσι, κάθε πιάτο κολλύβου γίνεται μικρό κήρυγμα αναστάσεως· μικρή πασχαλινή σπίθα μέσα στο πένθος.
Το κόλλυβο είναι ομολογία ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος, αλλά η διάβαση. Η Εκκλησία δεν μνημονεύει για να κρατήσει τους νεκρούς δεμένους στη γη, αλλά για να τους συνοδεύσει με την προσευχή στο φώς. Η μνήμη δεν είναι ψυχολογική ανακύκλωση του παρελθόντος· είναι λειτουργική πράξη, κοινωνία αγίων, άρρηκτη συνομιλία μεταξύ Εκκλησίας στρατευομένης και θριαμβευούσης. Όταν ο ιερεύς μνημονεύει ονόματα στην Αγία Πρόθεση, δεν προφέρει ήχους· ανοίγει παράθυρα. Το κόλλυβο, ευλογημένο και θυμιατισμένο, γίνεται ορατό σημείο αυτής της αόρατης ανταλλαγής.




























.jpg)


