Ήταν χρόνια που τα χρήματα δεν περίσσευαν στα περισσότερα σπίτια, όμως υπήρχε μια αφθονία που δεν μπορούσε να μετρηθεί με το πορτοφόλι. Υπήρχε η διάθεση να μοιραστείς, να φιλοξενήσεις, να προσφέρεις ό,τι είχες, ακόμη κι αν ήταν λίγο. Οι νοικοκυρές ξεκινούσαν από νωρίς τις ετοιμασίες. Έπρεπε να καθαριστεί το σπίτι, να στρωθούν τα τραπέζια, να γυαλιστούν τα ποτήρια και να τακτοποιηθεί κάθε γωνιά. Η γιορτή ενός ανθρώπου ήταν υπόθεση ολόκληρης της οικογένειας και όλοι συμμετείχαν με τον τρόπο τους.
Στα παλιότερα σπίτια, η κουζίνα ήταν το κέντρο της ζωής. Εκεί μαζεύονταν οι συγγενείς, εκεί κάθονταν οι φίλοι, εκεί στριμώχνονταν οι καρέκλες για να χωρέσουν όλοι. Αργότερα, όταν τα σπίτια άρχισαν να αποκτούν μεγαλύτερους χώρους, δημιουργήθηκαν τα περίφημα καλά δωμάτια, οι σάλες που προορίζονταν για τις ιδιαίτερες περιστάσεις. Ήταν δωμάτια προσεγμένα, με τα καλά έπιπλα, τις βιτρίνες, τα κεντημένα σεμεδάκια και τα διακοσμητικά που δεν τα άγγιζε κανείς. Τον περισσότερο καιρό παρέμεναν κλειστά, σαν να φύλαγαν μέσα τους μια άλλη ζωή. Τα παιδιά τα κοιτούσαν με περιέργεια, αλλά ήξεραν πως δεν ήταν χώρος για τα καθημερινά τους παιχνίδια. Άνοιγαν μόνο όταν υπήρχε κάποιος σημαντικός λόγος και τότε το σπίτι άλλαζε όψη.
Οι επισκέπτες κατέφθαναν ο ένας μετά τον άλλον, χωρίς να χρειάζεται να έχουν συνεννοηθεί μεταξύ τους. Άλλος κρατούσε ένα κουτί με γλυκά, άλλος ένα μπουκάλι ποτό, άλλος ένα μικρό δώρο τυλιγμένο προσεκτικά. Πολλές φορές έφταναν με λουλούδια κομμένα από την αυλή τους, δεμένα με μια κορδέλα. Δεν είχε σημασία η αξία του δώρου. Σημασία είχε που κάποιος είχε θυμηθεί τη γιορτή σου και είχε κάνει τον κόπο να περάσει από το σπίτι σου.
Οι γυναίκες ετοιμάζονταν από νωρίς. Έφτιαχναν τα μαλλιά τους στο κομμωτήριο, φορούσαν τα καλά τους και στόλιζαν τα χέρια και τον λαιμό τους με τα κοσμήματα που κρατούσαν για τις ξεχωριστές περιστάσεις. Οι άντρες έβαζαν τα καθαρά τους πουκάμισα και τα καλά τους σακάκια. Κανείς δεν ήθελε να εμφανιστεί πρόχειρος σε μια γιορτή. Ήταν ένας τρόπος να τιμήσουν τον άνθρωπο που γιόρταζε, αλλά και τη συνάντηση που τους έφερνε όλους κοντά.
Στα τραπέζια υπήρχαν μικρές λιχουδιές, όχι απαραίτητα ακριβά φαγητά. Κομμάτια κοτόπουλου, κεφτεδάκια, τυριά, ελιές, πίτες, μικρά σαντουιτσάκια και πιατέλες με όσα μπορούσε να ετοιμάσει η νοικοκυρά. Τα ποτά περνούσαν από χέρι σε χέρι, τα ποτήρια γέμιζαν και οι κουβέντες μπλέκονταν μεταξύ τους. Κάποιος έλεγε μια παλιά ιστορία, κάποιος θυμόταν ένα περιστατικό από τα νιάτα του, κάποιος άλλος πείραζε τους υπόλοιπους. Κάποτε η συζήτηση γινόταν πιο έντονη, ιδίως όταν έμπαιναν στη μέση τα πολιτικά, μα ακόμη κι εκείνες οι μικρές διαφωνίες αποτελούσαν μέρος της συντροφιάς. Λίγο αργότερα όλα ξεχνιούνταν και η παρέα συνέχιζε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Τα παιδιά είχαν τον δικό τους κόσμο μέσα σε αυτές τις γιορτές. Συνήθως τα συγκέντρωναν σε ένα διπλανό δωμάτιο, μαζί με τα ξαδέλφια τους, για να αφήσουν τους μεγάλους να διασκεδάσουν. Εκείνα όμως δεν έχαναν τίποτα από όσα συνέβαιναν. Παρακολουθούσαν κρυφά τις κινήσεις των μεγάλων, έβρισκαν αφορμή να ξεγλιστρήσουν προς την κουζίνα και προσπαθούσαν να αρπάξουν κανένα κεφτεδάκι από τις πιατέλες. Τα γλυκά που είχαν φέρει οι επισκέπτες ήταν ένας ακόμη μεγάλος πειρασμός. Ένα μικρό κέρασμα στα κρυφά μπορούσε να γίνει η μεγαλύτερη περιπέτεια της βραδιάς.
Και ύστερα άρχιζε το γλέντι. Το ραδιόφωνο ή το πικάπ έδινε τον ρυθμό, κάποιος σηκωνόταν να χορέψει και σύντομα τον ακολουθούσαν κι άλλοι. Οι καρέκλες παραμερίζονταν, τα τραπέζια άδειαζαν λίγο χώρο και το σπίτι γέμιζε κίνηση. Δεν υπήρχαν αυστηρά προγράμματα ούτε συγκεκριμένη ώρα λήξης. Κανείς δεν κοιτούσε διαρκώς το ρολόι. Η βραδιά προχωρούσε όσο υπήρχαν άνθρωποι που ήθελαν να μείνουν και να χαρούν τη συντροφιά.
Το πιο όμορφο, όμως, δεν ήταν τα φαγητά, τα δώρα ή τα τραγούδια. Ήταν εκείνη η αίσθηση πως κανείς δεν ήταν ξένος μέσα σε εκείνο το σπίτι. Ο γείτονας μπορούσε να περάσει για λίγο και να καταλήξει να μείνει μέχρι αργά. Ένας συγγενής έφερνε μαζί του κι έναν φίλο, χωρίς να θεωρεί πως χρειαζόταν να ζητήσει άδεια. Οι πόρτες ήταν ανοιχτές και η φιλοξενία δεν μετρούσε πόσες καρέκλες είχαν περισσέψει ή πόσα πιάτα είχαν ετοιμαστεί. Πάντα θα βρισκόταν ένας τρόπος να χωρέσει ακόμη ένας άνθρωπος.
Με τα χρόνια, όμως, οι συνήθειες άρχισαν να αλλάζουν. Τα σπίτια έγιναν πιο άνετα, οι άνθρωποι απέκτησαν περισσότερες δυνατότητες, αλλά οι συναντήσεις λιγόστεψαν. Οι γιορτές άρχισαν να περιορίζονται σε ένα τηλεφώνημα, σε μια ευχή από απόσταση ή σε μια σύντομη επίσκεψη που έπρεπε να έχει κανονιστεί ημέρες πριν. Τα αυθόρμητα χτυπήματα στην πόρτα έγιναν σπανιότερα. Οι άνθρωποι άρχισαν να προστατεύουν περισσότερο τον προσωπικό τους χρόνο και τον χώρο τους, ενώ οι παλιές μεγάλες παρέες διαλύθηκαν σιγά σιγά μέσα στις υποχρεώσεις, στις αποστάσεις και στους διαφορετικούς ρυθμούς της ζωής.
Κάποτε, στις εφημερίδες των μεγάλων γιορτών, οι ανακοινώσεις για όσους γιόρταζαν συνοδεύονταν συχνά από μια φράση που έλεγε πως ο εορτάζων δεχόταν επισκέψεις. Αργότερα, άρχισε να εμφανίζεται όλο και συχνότερα η αντίθετη διατύπωση. Δεν γιορτάζει, δεν δέχεται επισκέψεις. Μια μικρή ανακοίνωση, λίγες λέξεις τυπωμένες σε μια εφημερίδα, που έμοιαζαν να περιγράφουν μια πολύ μεγαλύτερη αλλαγή στην καθημερινότητα των ανθρώπων.
Δεν ήταν πως οι παλιές εποχές ήταν τέλειες. Είχαν δυσκολίες, στερήσεις, κούραση και προβλήματα που σήμερα ίσως δυσκολευόμαστε να φανταστούμε. Όμως υπήρχε κάτι που οι άνθρωποι προστάτευαν περισσότερο: την ανάγκη να συναντιούνται.
Δεν χρειάζονταν πολυτελή σπίτια για να χαρούν, ούτε πλούσια τραπέζια για να αισθανθούν πως γιορτάζουν. Ένα μικρό δωμάτιο, λίγα κεράσματα και μια παρέα αγαπημένων ανθρώπων αρκούσαν για να γίνει μια συνηθισμένη μέρα ξεχωριστή και τώρα, όταν θυμόμαστε εκείνα τα σπίτια γεμάτα κόσμο, τις φωνές που ακούγονταν μέχρι τον δρόμο, τα παιδιά που περίμεναν τη σειρά τους για ένα γλυκό και τους μεγάλους που δυσκολεύονταν να αποχαιρετιστούν, καταλαβαίνουμε κάτι που τότε μας φαινόταν αυτονόητο. Η ευτυχία δεν κατοικούσε στα έπιπλα της σάλας ούτε στα δώρα που στοιβάζονταν πάνω στο τραπέζι. Κατοικούσε στους ανθρώπους που έμπαιναν από την πόρτα και έφερναν μαζί τους λίγη από τη ζωή τους.
Ίσως τελικά να μη μας λείπουν τόσο οι παλιές γιορτές όσο εκείνη η εποχή που οι άνθρωποι έβρισκαν πάντα έναν λόγο να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον. Γιατί κάποτε δεν χρειαζόταν να είναι κάποιος γενέθλιος ή να έχει την ονομαστική του γιορτή για να ανοίξει το σπίτι του. Αρκούσε να θέλει παρέα. Και αυτό, δυστυχώς, είναι κάτι που δεν αγοράζεται με όλα τα χρήματα του κόσμου.
2 σχόλια:
Όσοι είναι γεννημένη την δεκαετία του 70 διαβάζοντας αυτό το υπέροχο Άρθρο αναπολούν τα παιδικά τους χρόνια.
Έχουν περάσει σχεδόν 50 χρόνια και τα θυμάμαι σαν να ήταν χθες.
Διαβάζουμε στο υπέροχο Άρθρο:
Οι επισκέπτες κατέφθαναν ο ένας μετά τον άλλον, χωρίς να χρειάζεται να έχουν συνεννοηθεί μεταξύ τους. Άλλος κρατούσε ένα κουτί με γλυκά, άλλος ένα μπουκάλι ποτό,..
Στα χρόνια του νηπιαγωγείου και του δημοτικού που πήγαινα η λέξη σοκολάτα φάνταζε μόνο στα όνειρά μας.
Περιμέναμε πότε θα ρθει η γιορτή του πατέρα μας για να φάμε γλυκά.
Όταν ερχόταν οι επισκέπτες τρέχαμε στην πόρτα για να δούμε τι κρατάνε στα χέρια τους.
Μόλις βλέπαμε ό,τι κρατάνε τυλιγμένο κουτί από μπουκάλι, ερχόταν η απογοήτευση.
Λέγαμε, βερμούτ, τι άλλο;
Το βερμούτ ήταν το δώρο που πήγαινε από το ένα σπίτι στο άλλο γιατί δεν το έπινε κανένας, το ξετυλίγαμε προσεκτικά για να μπορέσουμε να το ξανατυλίξουμε και να το δώσουμε σε κάποιον άλλον για δώρο.
Όμως όποιον επισκέπτη βλέπαμε να κρατάει κουτί από γλυκά χοροπηδούσαμε μέχρι το ταβάνι.
Τον σταμπάραμε και περιμέναμε πότε να ξαναέρθει αυτός στο σπίτι μήπως και μας ξαναφέρει γλυκά.
Στα νέα τα παιδιά η λέξη (ψωμί με ζάχαρη) φαντάζει επιστημονική φαντασία.
Στις αρχές της δεκαετίας του 80 που άρχισα λίγο να μεγαλώνω, άρχισαν και η ιδιοτροπίες.
Δεν με αρέσει αυτό το φαγητό, το να φας άλλο φαγητό ήταν αδιανόητο, γιατί η κατσαρόλα ήταν μία.
Στην καλύτερη περίπτωση να έτρωγες ένα ψωμοτύρι.
Μας λέγανε να τρώτε το φαγητό σας και να παρακαλάτε να μην έρθει καμία πείνα.
Οι γονείς μας και περισσότερο οι παππούδες μας πού ζήσανε την κατοχή και μας έβλεπαν να μη θέλουμε να φάμε το φαΐ μας, αρχίζανε και μας λέγανε ιστορίες για τα παιδάκια που δεν είχανε να φάνε ούτε μία φέτα ψωμί και πεθαίναν από την πείνα.
Οι άνθρωποι που πέθαναν από την πείνα ήταν πολύ περισσότεροι από αυτούς που πέθαναν από τον πόλεμο στο μέτωπο.
Στον πόλεμο σε έβρισκε η σφαίρα και σε σκότωνε, η πείνα σε καταδίκαζε σε αργό και βασανιστικό θάνατο.
Να βλέπει η μάνα το παιδί της να αργοπεθαίνει από την πείνα και να μην μπορεί να το βοηθήσει, αφού και η ίδια αργοπέθαινε.
Για αυτό και όσοι επέζησαν από την πείνα έμαθαν να εκτιμούν και να χαίρονται την ζωή τους.
Όλοι οι Άγιοι μας έχουν προειδοποιήσει ότι θα έρθει πάλι πείνα και χειρότερη από αυτήν τους 40.
Όσοι δεν την έχουμε ζήσει, δεν μπορούμε και να την φανταστούμε.
Ο Θεός να μας λυπηθεί.
Εμείς σήμερα δυστυχώς δεν είμαστε ευχαριστημένοι με τίποτα.
Τότε δεν είχαμε ένα σοκολατάκι να φάμε και σήμερα στο σούπερ μάρκετ υπάρχουν στα ράφια ατελείωτες σοκολάτες όλων των ειδών. Και πάλι δεν χορταίνουμε!
Και η γαστριμαργία γεννάει την ακολασία.
Για αυτό δυστυχώς θα ζήσουμε πείνα χειρότερη του 40 και οι Άγιοι μας λένε και πολύ σύντομα μάλιστα.
Θα το επιτρέψει και ο Θεός για να μη προλάβουν και οι διάολάνθρωποι να μας επιβάλλουν το αριθμοβάπτισμα.
Αν τότε το 40.
Ένα σοβαρότατο πρόβλημα που έπρεπε να αντιμετωπιστεί ήταν οι άταφοι νεκροί από την πείνα.
Σε δρόμους, πλατείες και αυλές σπιτιών ακόμα, άνθρωποι ξεψυχούσαν καθημερινά.
Πτώματα παρέμεναν εκεί, μέχρι να περάσει κάρο της Δημαρχίας για τα μαζέψει και να τα μεταφέρει στα νεκροταφεία.
Κι εκεί υπήρχε πρόβλημα όμως: οι νεκροθάφτες ήταν λίγοι, εξαντλημένοι κι αυτοί από την πείνα και οι νεκροί πολλοί.
Άλλοι άφηναν νεκρούς συγγενείς τους έξω από νοσοκομεία και άλλοι έξω από τα νεκροταφεία εξαφανίζοντας τις ταυτότητές τους για να οικειοποιηθούν το συσσίτιο που δικαιούνταν.
Πολλοί νομίζουν ότι για όλα αυτά φταίνε μόνο οι Γερμανοί, όμως την μεγαλύτερη ευθύνη την έχουν οι (φίλοι) μας οι Άγγλοι νομίζοντας ότι θα κάνουν τους Γερμανούς να πεινάσουν.
Και καταδίκασαν εμάς τους Έλληνες να πεθάνουμε από την πείνα, οτι δήθεν θα τελείωνε έτσι πιο γρήγορα ο πόλεμος.
Εκτός των άλλων, ένας καθοριστικός παράγοντας στο ζήτημα της πείνας ήταν ο αποκλεισμός των Συμμάχων. Η Μεγάλη Βρετανία είχε σφυρηλατήσει ένα σιδερένιο κλοιό γύρω από την ηπειρωτική Ευρώπη και κανένα εμπόρευμα δεν επιτρεπόταν να περάσει σε καμιά κατεχόμενη χώρα ούτως ώστε να μην υπάρχει η δυνατότητα εφοδιασμού των κατακτημένων χωρών του Άξονα…
Έφτασε στην πατρίδα μας φορτίο 10.000 τόνων με προμήθειες και δυστυχώς το πλοίο που εκτελούσε τη μεταφορά βυθίστηκε από τους Άγγλους έξω από τις ελληνικές ακτές..
Το αποτέλεσμα να πεθαίνουν τα Ελληνόπουλα από την πείνα, πώς ήταν πριν τον πόλεμο και πώς έγιναν μετά.
https://youtu.be/udxZlJNCh3s?is=nhs3nKZsqsrTAsIB
«Μετανοείτε, ήγγικεν γαρ η βασιλεία των Ουρανών»
Δημοσίευση σχολίου