-Ο πατήρ Χρήστος Παππάς από το Αλύκο, ο πρώτος ιερέας που χειροτόνησε ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος, «έφυγε» στα 88 του
- «Λίθον, ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλήν γωνίας» / Ψαλμ. 117 (118:22)
«Έφυγε» σήμερα τα ξημερώματα στα Γιάννενα, στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν. Την εκδημία του την ανακοίνωσε ο γιος του, ο Λεωνίδας, με μια ανάρτηση.
Η εξόδιος ακολουθία θα γίνει αύριο Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026, στις 11:00 τοπική ώρα, στον Ιερό Ναό Αγίων Τεσσαράκοντα Αλύκου. Εκεί γεννήθηκε το 1938 και εκεί επέστρεψε, όπως επιστρέφουν όλοι όσοι δεν φεύγουν ποτέ στ' αλήθεια.Το επώνυμο το κουβαλούσε από πρόγονο ιερέα, αρκετές γενιές πίσω. Ο πρόγονος χάθηκε, το όνομα έμεινε, και περίμενε. Χρειάστηκαν κάμποσες γενιές για να ξαναγεμίσει με περιεχόμενο, και το γέμισε αυτός, στα πενήντα τρία του.
Το Αλύκο είναι ένα από τα εβδομήντα περίπου ελληνικά χωριά της περιοχής Αγίων Σαράντα και Δελβίνου. Ανήκει στον Βούρκο, και ο Βούρκος ήταν από τις περιοχές που το καθεστώς Χότζα καταδέχτηκε να χαρακτηρίσει μειονοτικές. Αυτό σήμαινε κάποια υποτυπώδη δικαιώματα. Στο δημοτικό, για παράδειγμα, τα μαθήματα γίνονταν στη μητρική γλώσσα, την ελληνική. Ο ίδιος το διατύπωσε στεγνά όταν τον ρώτησαν πώς ήταν εκείνα τα χρόνια: «η Αλβανία ήταν μια απέραντη φυλακή για όλους, αλλά για εμάς τους Έλληνες οι δυσκολίες ήταν διπλές».
Το 1940 οι δικοί του υποδέχθηκαν τον ελληνικό στρατό ως ελευθερωτή. Ο πατέρας του και τα αδέλφια του κατατάχθηκαν εθελοντές. Ο ίδιος ήταν τότε δύο χρονών. Δεν πρόλαβε να καταλάβει, πρόλαβε όμως να πληρώσει. Όταν έφυγε ο ελληνικός στρατός και ήρθε ο κομμουνισμός, η οικογένεια μπήκε στον κατάλογο των «ανεπιθύμητων». Εθνικόφρονες, δηλαδή εχθροί του λαού.
Τελείωσε το επτατάξιο και ήθελε να συνεχίσει για να προσφέρει, βάζοντας κάποιο «λιθαράκι» κι αυτός στον τόπο του. Για το γυμνάσιο χρειαζόσουν πιστοποιητικό φρονημάτων, και τέτοιο στην οικογένειά του δεν επρόκειτο να δώσουν ποτέ. Το 1958 βρήκε τη μοναδική χαραμάδα. Πήγε στον διπλανό νομό, στο Αργυρόκαστρο, για να κρύψει, όπως το έλεγε, τα ίχνη των «κακών φρονημάτων», και επειδή εκεί λειτουργούσε το μόνο γυμνάσιο όπου η διδασκαλία γινόταν στα ελληνικά. Η περίφημη Παιδαγωγική Σχολή Αργυροκάστρου, που έβγαζε τους δασκάλους για τα χωριά της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας.
Τελείωσε και τη σχολή. Πήρε το χαρτί. Και μετά τίποτα.
Δεν διόριζαν δάσκαλο έναν «θιγμένο», έλεγε, χρησιμοποιώντας τη λέξη που είχε φτιάξει το καθεστώς Χότζα για όσους θεωρούσε «εχθρούς». Άλλωστε δουλειά δεν διάλεγες. Θα πήγαινες εκεί που έλεγε το κόμμα. Το κόμμα τον έστειλε εργάτη στη δημόσια υπηρεσία διάνοιξης και συντήρησης δρόμων.
Έμεινε εκεί τριάντα χρόνια. Ως το 1991.
Τριάντα χρόνια, μια ολόκληρη εργασιακή ζωή, με τη βαριοπούλα στο χέρι, να σπάει πέτρα για να γεμίζουν οι λακκούβες. Ο δάσκαλος που δεν άφησαν να μπει σε αίθουσα έσπαγε χαλίκι δίπλα στον δρόμο, και τον προσπερνούσαν με τα αυτοκίνητα άνθρωποι που είχαν το «σωστό» πιστοποιητικό.
Στο μεταξύ στην Αλβανία γκρέμιζαν τις εκκλησιές. Όσες δεν γκρέμισαν τις έκαναν αποθήκες. Από το 1945 ως το 1967 η πίστη διωκόταν όπως και στις άλλες ανατολικές χώρες, μετά το 1967 απαγορεύτηκε και το παραμικρό θρησκευτικό σύμβολο. Η Αλβανία έγινε το μοναδικό κράτος στον κόσμο που επέβαλε την αθεΐα δια νόμου. Τους παπάδες τους έγδυσαν από το ράσο και τους έριξαν στη φυλακή. Και ο κόσμος στα χωριά μας έμεινε, όπως τα μετρούσε ο ίδιος, είκοσι εφτά χρόνια χωρίς ιερέα και χωρίς μυστήριο, με τα ιερά σκεύη και τις εικόνες θαμμένα σε κρυψώνες. «Λειτουργούσαμε ως κρυπτοχριστιανοί», έλεγε, και η λέξη σε πηγαίνει τρεις αιώνες πίσω, όχι στον εικοστό.
Το 1989 άρχισε να πέφτει το ανατολικό μπλοκ και το κύμα έφτασε και εκεί. Το καθεστώς προτίμησε την ελεγχόμενη πτώση του από τη σύγκρουση. Ο κόσμος ξαναμπήκε φανερά στις εκκλησιές, ξέθαψαν τα σκεύη, ξανακρέμασαν τις εικόνες, και μετά στάθηκαν και κοιτάχτηκαν. Παπάς δεν υπήρχε.
Τη Μεγάλη Εβδομάδα του 1990 έψαλλαν όλες τις ακολουθίες στο Αλύκο οι δύο γέροι ψάλτες του χωριού, ο Γιάννης Ράφτης και ο Φίλιππος Κώτσης. Τα αναγνώσματα τα διάβαζε ο εργάτης της οδοποιίας. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, μετά την ακολουθία της Πεντηκοστής, ο ένας από τους δύο τον πήρε παράμερα και του είπε, κατά λέξη:
«Κίτσο, πρέπει να το πάρεις απόφαση και να βρεις τρόπο να πας στην Ελλάδα για να ετοιμαστείς για παπάς. Θα πήγαινα εγώ, αλλά εσύ είσαι πιο νέος και πιο γραμματισμένος. Δεν είναι εύκολο αλλά είναι ένας σταυρός που θα τον σηκώσουμε όλοι μαζί...»
«Κίτσο, πρέπει να το πάρεις απόφαση και να βρεις τρόπο να πας στην Ελλάδα για να ετοιμαστείς για παπάς. Θα πήγαινα εγώ, αλλά εσύ είσαι πιο νέος και πιο γραμματισμένος. Δεν είναι εύκολο αλλά είναι ένας σταυρός που θα τον σηκώσουμε όλοι μαζί...»
Ήταν πενήντα δύο χρονών και τον έλεγαν νέο. Αυτό λέει πολλά για το τι είχε απομείνει από την Εκκλησία στον τόπο μας.
Δεν απάντησε. Τον καθήλωσε όμως, είπε, τόσο που για μέρες δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο. Τον Δεκέμβριο του 1990 πέρασε στην Ελλάδα.
Εδώ κάποιοι θα περίμεναν ότι θα τον υποδέχονταν με ανοιχτές αγκάλες. Δεν συνέβη έτσι όμως. Το είπε βέβαια και ο ίδιος, χωρίς πικρία, μάλλον με κατανόηση για τους άλλους. Οι πρώτοι κληρικοί που συνάντησε στα Γιάννενα τον κοίταξαν με καχυποψία, και ίσως με το δίκιο τους, γιατί έβλεπαν μπροστά τους έναν ρακένδυτο που είχε έρθει από την Αλβανία λέγοντάς τους ότι σκέφτεται να γίνει ιερέας. Φωτεινή εξαίρεση, μόνο ένας: ο π. Γεώργιος Καράμπελας.
Λίγες μέρες μετά ανέβηκε στην Κόνιτσα, στον Μητροπολίτη Δρυινουπόλεως Σεβαστιανό. Αυτόν που οι Βορειοηπειρώτες τον άκουγαν κρυφά στα ραδιόφωνα και έκλαιγαν. Τη συνάντηση, ο ίδιος ο παπα-Χρήστος τη χαρακτήριζε αποκαλυπτική. Εκεί, είπε, έφυγε κάθε του αναστολή. Ο Σεβαστιανός τον έστειλε στο Άγιον Όρος, στη Μεγίστη Λαύρα, όπου δούλευε για τα προς το ζην και παράλληλα έκανε εντατικά μαθήματα. Πενήντα δύο χρονών, έγινε ξανά μαθητής.
Τον Ιούνιο του 1991 έμαθε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε ορίσει τον Επίσκοπο Ανδρούσης Αναστάσιο Πατριαρχικό Έξαρχο για την Αλβανία. Κατέβηκε στην Αθήνα χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο Αναστάσιος τον τακτοποίησε στη Μονή Πεντέλης, και στις 7 Ιουλίου 1991 τον χειροτόνησε διάκονο. Του είπε ότι θα τον έχει μαζί του στην πρώτη περιοδεία του στην Αλβανία.
Έναν μήνα γύριζαν τη χώρα. Πριν φύγει ο Έξαρχος για να ενημερώσει το Πατριαρχείο, από τους τελευταίους σταθμούς ήταν το Αλύκο. Εκεί, στην εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας, σε ναό χτισμένο πάνω σε θεμέλια του πέμπτου αιώνα, στις 16 Αυγούστου 1991, ο Αναστάσιος τον χειροτόνησε ιερέα. Πρώτη χειροτονία Βορειοηπειρώτη μετά την πτώση του καθεστώτος, πριν ανοίξει καν η Θεολογική Σχολή στο Δυρράχιο.
«Η σημερινή μέρα είναι σπουδαία για την Εκκλησία και τον τόπο», είχε πει τότε ο μακαριστός Αναστάσιος.
Ο ίδιος, κάθε φορά που θυμόταν εκείνη τη μέρα, έλεγε ότι του ερχόταν αυθόρμητα το τροπάριο των αίνων: «Τι ανταποδώσωμεν τω Κυρίω περί πάντων ων ανταπέδωκεν ημίν;»
Ακολούθησαν τριάντα πέντε χρόνια ιεροσύνης, με διακονία επί σειρά δεκαετιών ως εφημέριος στην ενορία των Αγίων Σαράντα και με επίκεντρο την Αγία Βαρβάρα στο Αλύκο του Δήμου Φοινικαίων, υπό τους μητροπολίτες Αργυροκάστρου Δημήτριο και, τα τελευταία χρόνια, Ναθαναήλ. Το 2021, συμπληρώνοντας τριάντα χρόνια, έδωσε συνέντευξη στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια», στον Σωτήριο Λέτσιο. Τον ρώτησαν τι έργο αφήνει. Απάντησε πρώτα «δεν είναι εύκολη ερώτηση» και μετά αναφέρθηκε σε αριθμούς. Πάνω από 1.200 βαπτίσεις. Κοντά στα 1.000 ζευγάρια στεφανωμένα. Πάνω από 3.000 θείες λειτουργίες. Συμπληρώνοντας με την ταπεινοφροσύνη που τον χαρακτήριζε: «Δεν αισθάνομαι ότι έκανα τίποτα σπουδαίο».
Στην ίδια απάντηση υπάρχει και η φράση που, χωρίς να το ξέρει, συνόψισε ολόκληρη τη ζωή του. «Δοξάζω τον Κύριο», είπε, «που αποτέλεσα ένα λιθαράκι στην ανοικοδόμηση και τη λειτουργία της εκκλησίας μας».
Λιθαράκι. Η φράση ενός ανθρώπου που είχε σπάσει τριάντα χρόνια πέτρα με τα χέρια του και δεν του είχε περάσει ποτέ από το μυαλό ότι ήταν αυτός η γωνία που κρατάει τον τοίχο.
Ο Γέροντας Παΐσιος έλεγε ότι ο Θεός δεν βλέπει το αποτέλεσμα, βλέπει τον κόπο. Αν είναι έτσι, τα νούμερα του παπα-Χρήστου είναι το λιγότερο. Ο λογαριασμός του ανοίγει τριάντα χρόνια πριν από τη χειροτονία, στα χαλίκια εκείνου του δρόμου, όταν δεν τον έβλεπε κανείς και τίποτα δεν έδειχνε πού πάει όλος αυτός ο μόχθος.
Δεν ήταν ήσυχα ούτε τα επόμενα χρόνια μετά τη χειροτονία. Έγινε πολλές φορές στόχος εθνικιστικών κύκλων στην Αλβανία. Για τη λατρεία έλεγε ότι μεγάλα προβλήματα δεν είχαν, τους σέβονταν ακόμη και οι αλλόθρησκοι, με κάποιες εξαιρέσεις. Για το κράτος όμως μιλούσε αλλιώς. Μιλούσε για τα ιερά κειμήλια και τις εικόνες που δεν επιστράφηκαν και κρατιούνται σε μουσεία και αποθήκες. Εκκλησιαστικές περιουσίες που δεν αποδόθηκαν. Μοναστήρια και εκκλησίες χαρακτηρισμένα πολιτιστικά μνημεία που παραμένουν στην κυριότητα του κράτους. Αυτά τα έλεγε το 2021 και ισχύουν ακόμη.
Τον ρώτησαν και τι τον συγκινεί πιο πολύ στη λειτουργική του ζωή. Απάντησε ότι νιώθει δέος όταν λειτουργεί στα παλιά και εγκαταλελειμμένα μοναστήρια του τόπου. Στα ερείπια δηλαδή. Εκεί που ο άλλος βλέπει μια στέγη που έπεσε, αυτός έβλεπε ότι η ακολουθία δεν διακόπηκε, απλώς άργησε είκοσι εφτά χρόνια.
Τον περασμένο Δεκέμβριο, ανήμερα της Αγίας Βαρβάρας, στα τριάντα τέσσερα χρόνια της ιεροσύνης του, ο Μητροπολίτης Αργυροκάστρου Ναθαναήλ του απένειμε το οφίκιο του Σταυροφόρου. Το «Άξιος» βγήκε αυθόρμητα από τα χείλη του κόσμου. Στην ίδια ακολουθία χειροθετήθηκαν αναγνώστες ο Λεωνίδας Παππάς, ο γιος του, και ο Πέτρος Γαλάνης. Ο ίδιος ο Λεωνίδας ανακοίνωσε ξημερώματα ,22 Σεπτεμβρίου 2026, τον θάνατο του πατέρα του.
Όταν τον πίεσαν να αποτιμήσει το έργο του, είχε απαντήσει λιτά: «Ο Κύριος είναι ο μόνος δίκαιος κριτής του έργου μας».
Αύριο θα τον υποδεχθεί το μαρτυρικό χώμα του Αλύκου, στους Αγίους Τεσσαράκοντα. Στο ίδιο χωριό που τον είχαν γράψει εχθρό του λαού και του απαγόρευσαν να μπει σε σχολική αίθουσα. Θα είναι εκεί άνθρωποι που τους βάφτισε, ζευγάρια από τα χίλια που στεφάνωσε, οικογένειες που τους κράτησε το χέρι στα δύσκολα. Μια ολόκληρη κοινότητα που της έδωσε πίσω αυτό που της το είχαν πάρει με τη βία.
Καλό σου ταξίδι, πάτερ Χρήστο. Η πέτρα που έσπαγες με τα χέρια σου έγινε θεμέλιο που δεν γκρεμίζεται.
Αιωνία σου η μνήμη.
22 Σεπτεμβρίου 2026



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου