ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011

“”God can create great beauty from complete desolation”"Αγια Όλγα της Αλάσκας

Διαβάστε και-''Μία αγία και θαυματουργή μαία:Η πρεσβυτέρα Olga Michael της Αλάσκας(ΕΔΩ)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ ΛΟΥΚΑ«Διάδος πτωχοίς και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ»



«Διάδος πτωχοίς και  έξεις θησαυρόν εν ουρανώ και δεύρον ακολούθει μοι»
Αγαπητοί  μου αδελφοί,
Στην σημερινή  ευαγγελική  περικοπή, η οποία αποτελεί τον χρυσούν κανόνα της μεγάλης διδασκαλίας του Θεανθρώπου Ιησού, καταγράφονται η αγάπη και η αγαθοεργία, μεγάλες  αρετές  που πρέπει ο κάθε χριστιανός να πράττει, χωρίς διάκριση σε κάθε άνθρωπο πού έχει την ανάγκη και χρήζει της  βοήθειας του.
Η αγάπη προς όλους τους ανθρώπους  χωρίς διάκριση, μάλιστα δε προς στους δυστυχείς και πτωχούς και πονεμένους, είναι η αληθινή αρετή και συνθήκη απαραίτητος δια την  απόκτηση  της κληρονομιάς των αιωνίων και αφθάρτων αγαθών· «διάδος πτωχοίς και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ».
Ο πλούσιος της  σημερινής ευαγγελικής περικοπής, ενώ  τηρούσε κατά γράμμα τις δέκα  εντολές, έλλειπε  όμως από αυτόν η πρώτη και μεγάλη εντολή, η εντολή της αγάπης.
Στην ψυχή του η αγάπη προς τους πτωχούς και ταλαιπωρημένους ανθρώπους ήταν ξένη και ως εκ τούτου ήταν σκληρός  και απάνθρωπος, δεν αγαπούσε τους πτωχούς, δεν  ήταν φιλόπτωχος, φιλεύσπλαχνος, φιλάνθρωπος.
Αν και είχε  ακούσει  την διδασκαλία  του Σωτήρος Χριστού και ζητούσε επιμόνως από τον Κύριο να γνωρίσει το πως θα κερδίσει την βασιλεία των ουρανών, εν τούτοις δεν απαρνείται  τον πλούτο, αλλά δέσμιος αυτού κινείται ζητώντας τα  πρόσκαιρα  και μάταια αγαθά, αγνοώντας το «μη θησαυρίζετε υμίν θησαυρούς επί της γης, όπου σής και βρώσις αφανίζει και όπου  κλέπται διορύσσουσι και κλέπτουσι».
Η προσήλωσή του προς τα εφήμερα  και πρόσκαιρα αγαθά  του κόσμου τούτου  είχαν σκληρύνει την καρδιά του και δεν ήθελε να πιστέψει ότι όλα  εδώ στη γη μένουν και ότι «πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα».
Διά τον νομομαθή και πλούσιο αυτό νέο δεν υπήρχε ούτε πτωχός, ούτε ταλαίπωρος, ούτε δυστυχής  άνθρωπος· μόνο τον εαυτό του σκέπτεται και  δεν πονά κανένα, μα κανένα συνάνθρωπό του, δεν πονά και δεν συμμερίζεται τον πόνο και την δυστυχία του πτωχού αδελφού του.
Ο πλούσιος αυτός αλλά και άρχοντας του λαού δεν ενεργεί και δεν πράττει εκείνα που λέγει ο νόμος του Θεού: «αγαπήσεις  τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Δεν γνωρίζει την αρετή της  φιλοπτωχίας, δεν πράττει, όπως οφείλει κατά τον νόμο, την αρετή της φιλανθρωπίας, της ελεημοσύνης.
Η φιλανθρωπία, η μεγάλη αυτή αρετή με  την οποία ο άνθρωπος κερδίζει την ουράνιο βασιλεία, είναι δι΄αυτόν ξένη. Στην προτροπή από τον φιλάνθρωπο Κύριο ότι, «ένα ακόμη σου λείπει, πώλησε όλα όσα έχεις και μοίρασέ τα στους πτωχούς και θα έχεις θησαυρό στους ουρανούς και έλα να με ακολουθήσεις», αυτός κλαίει και λυπάται, διότι ήταν «πλούσιος σφόδρα».
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή, που αποτελεί τον χρυσούν κανόνα της  μεγάλης διδασκαλίας του Κυρίου μας, καλεί τον άνθρωπο της κάθε  εποχής,  και  ιδιαίτερα τον  χριστιανό που  γνωρίζει το άγιο ευαγγέλιο, να δείξει  την αγάπη προς  τους πτωχούς, εάν θέλει να κερδίσει την αιώνιο βασιλεία.
Η φιλοπτωχία είναι αρετή μεγάλη, την οποία οφείλει να εκτελεί ο χριστιανός χωρίς καμία διάκριση και  μάλιστα πρέπει η φιλοπτωχία  να γίνεται κατά το θέλημα  του πρώτου και μεγάλου Φιλανθρώπου  του Ιησού Χριστού, ο Οποίος πτώχευσε δια να  πλουτίσει τον παραπεσόντα στην αμαρτία  άνθρωπο και να τον ενώσει με τον  ουράνιο Πατέρα Του.
Δεν αρκεί όμως μόνο να προσφέρει κανείς υλική βοήθεια στον πτωχό και αδύναμο άνθρωπο, αλλά η προσφορά αυτή πρέπει να γίνεται μετά πολλής  προσοχής και διάκρισης και με μεγάλη μυστικότητα κατά το πρόσταγμα του Κυρίου Ιησού: «μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η  δεξιά σου».
Δυστυχώς πολλοί πλούσιοι πολλές φορές ευεργετούν τους πτωχούς, όχι από αγάπη αλλά για επίδειξη και υπερηφάνεια, από ιδιοτέλεια, και με τελικό σκοπό το πώς να φανούν στον περίγυρό τους ότι  είναι ελεήμονες, είναι φιλάθρωποι, είναι φιλόπτωχοι και ενεργούν κατά το΄Αγιον Ευαγγέλιο.
Οι άνθρωποι αυτοί ομοιάζουν με τον άρχοντα πλούσιο της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, ο οποίος «περίλυπος εγένετο, ήν γάρ πλούσιος σφόδρα», καθώς και με τον τυπολάτρη και κομπορρήμονα Φαρισαίο, οποίος με ελαφρά την συνείδηση έλεγε: «εγώ δίνω το δέκατο από όλα όσα αποκτώ».
Ας γνωρίζουν οι άνθρωποι αυτοί ότι την βοήθεια την οποίαν προσφέρουν στους πτωχούς, δια να φανούν ότι κάμνουν έργο φιλανθρωπίας, δεν είναι αγνή, δεν είναι ταπεινή, δεν είναι ευάρεστη στον Θεό και δεν ωφελεί τελικά την ψυχή τους: «Αμήν γάρ λέγω  υμίν, ότι απέχουσι από τον μισθόν αυτών».
Ευτυχείς είναι οι άνθρωποι εκείνοι, που από ειλικρινή αγάπη συντρέχουν και βοηθούν τους πτωχούς και ανακουφίζουν τις δυστυχίες τους: «Ο ελεών πτωχόν δανείζει Θεώ».
Ο φιλόπτωχος και ο ευεργετικός άνθρωπος λαμβάνει πλούσια την αμοιβή και ανταπόδοση, ενώ αντίθετα ο άσπλαχνος και εδώ στη γη τιμωρείται αλλά και κατά την μέλλουσα κρίση θα  στερηθεί των αιωνίων αγαθών: «κρίσις», λέγει η αγία Γραφή, «τω μη ποιήσαντι έλεος».
Ο Πτωχεύσας δια τον άνθρωπο Κύριος δεν καταδικάζει τον πλούτο, αλλά καταδικάζει την κακή χρήση του πλούτου, καταδικάζει τον άνθρωπο εκείνο που δεν συμμερίζεται τον αδελφό του στην ανάγκη του, στην θλίψη του, στην στενοχώρια του.
Ο άνθρωπος αυτός δεν κάνει καλή χρήση των αγαθών που του έδωσε ο Δωροδότης Θεός και μάλιστα δεν τα  αξιοποιεί κατά το ευαγγέλιο και δεν κάμνει πράξη το «ο έχων δύο χιτώνας μεταδότω τω μη έχοντι και ο έχων βρώματα ομοίως ποιήτω».
Εάν ο άνθρωπος, ο πλούσιος άνθρωπος, πράξει  κατά το ευαγγέλιο και βοηθήσει τον πτωχό συνάνθρωπό του, τότε  πραγματικά αισθάνεται χαρά και αγαλλίαση ότι έκαμε μία καλή και θεάρεστη πράξη.
Αντιθέτως, εκείνος ο άνθρωπος πού έχει και κατέχει και δεν ανταποκρίνεται στην εντολή της αγάπης, μένει ξένος και μακριά από την πραγματικότητα αυτής της ζωής, και μάλιστα εν γνώσει του, δεν ακολουθεί την προσταγή του Κυρίου το «δεύρο ακολούθει μοι.
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Η φιλοπτωχία, την οποία μας καλεί να πράξουμε η σημερινή ευαγγελική περικοπή, είναι αρετή μεγάλη και εκδήλωση καθαρή της χριστιανικής αγάπης και μάλιστα κατά τους πατέρας της Εκκλησίας μας Μέγα Αντώνιο, Μέγα Βασίλειο, Ιωάννη τον Χρυσόστομο, Ιωάννη τον Ελεήμονα…. είναι το κλειδί δια να ανοίξει κανείς την είσοδο του Παραδείσου.
Δια τούτο ας  μη περιφρονούμε τους  πτωχούς και αδυνάτους συνανθρώπους μας, εάν θέλουμε και επιζητούμε και εμείς να έχουμε θησαυρό στους ουρανούς. Αλλά χωρίς καμία διάκριση να ανοίγουμε την πόρτα μας σ΄εκείνους που την κτυπούν και ζητούν την βοήθεια μας, δια να ανοίξει και για εμάς διάπλατα η πύλη του παραδείσου την ημέρα εκείνη την μεγάλη και φωταυγή.
Το «διάδος πτωχοίς και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ», οι λόγοι αυτοί του Θεανθρώπου Ιησού ας πληρούν τις καρδίες μας όλες τις ημέρες της επί γης παρουσίας μας, εάν θέλουμε να έχουμε αναφαίρετο θησαυρό στους ουρανίους θαλάμους.
ΑΜΗΝ.
Ο.Λ.Κ.Α.Π./ΠΗΓΗ

Τα λίγα λόγια φέρνουν προκοπή(Αγ.Εφραίμ του Σύρου)


  • Σιωπή
  • Εκείνος που λέει πολλά λόγια, όταν βρίσκεται ανάμεσα σε αδελφούς, θα προκαλέσει πολλές φιλονικίες και πολλή αντιπάθεια εναντίον του. Αν όμως δύσκολα ανοίγει τα χείλη του, θα γίνει αγαπητός.
  • Αδελφέ, όταν ο αθλητής αγωνίζεται, κρατάει σφιχτό το στόμα του. Σφίγγε κι εσύ το στόμα σου, συγκρατώντας το από τα περιττά λόγια, και θα έχεις ψυχική ανάπαυση.
  • Όποιος λέει πολλά λόγια, γίνεται αντιπαθητικός. Όποιος όμως προσέχει το στόμα του, γίνεται αγαπητός.
  • Όποιος φυλάει το στόμα του, φυλάει και την ψυχή του. Απεναντίας, ο αυθάδης αυτοκαταστρέφεται ή πάντως “ἐγγίζει συντριβή”, όπως είναι κάπου γραμμένο (Παροιμ. 10:14).
  • Ο κήπος που δεν έχει φράχτη, ποδοπατιέται και ερημώνεται. Κι αυτός που δε φράζει το στόμα του, χάνει τους πνευματικούς καρπούς του.
  • Αγίου Εφραίμ του Σύρου/ πηγή

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011

Προσκυνητής στον τόπο του μαρτυρίου και στα λείψανα του Αγ.Κλήμεντος επισκόπου Ρώμης



Ο μακάριος πατήρ ημών Κλήμης έζησε στη Ρώμη επί Δομητιανού και των διαδόχων του, Νέρβα και Τραϊανού (μεταξύ 81 και 117). Σύμφωνα με ορισμένους καταγόταν από πριγκιπική οικογένεια και φέρεται ως μαθητής των Αποστόλων <1> και του ιδίου του αγίου Πέτρου: «Το κήρυγμά τους αντηχούσε στα αυτιά του, ή παράδοση τους ήταν ακόμη μπροστά στα μάτια του», έγραψε γι’ αυτόν ο άγιος Ειρηναίος <2>.
Картинка 26 из 537


Αφού έδωσε δείγματα του ευαγγελικού του ζήλου χειροτονήθηκε επίσκοπος Ρώμης (περί το 91), μετά τον άγιο Λίνο και τον άγιο Ανέγκλητο <3>. Υποστηρίζεται από κάποιους ότι υπήρξε ο πρώτος επίσκοπος της Ρώμης. Αλλά δεν υπάρχει πραγματική αντίφαση, διότι την εποχή εκείνη το επισκοπικό αξίωμα δεν διακρινόταν ευκρινώς από εκείνο του πρεσβυτέρου και ο Λίνος, ο Ανέγκλητος και ο Κλήμης, οι τρεις σπουδαιότεροι τότε μαθητές των Αποστόλων στην Εκκλησία της Ρώμης, θα μπορούσαν να αναλαμβάνουν διαδοχικώς ή εκ περιτροπής το λειτούργημα αυτό.


Ο άγιος Κλήμης στο κήρυγμά του ακολουθούσε πιστά το πρότυπο του κορυφαίου των Αποστόλων, αγίου Πέτρου. Ταπεινόφρων και πράος, εμβριθής γνώστης των Αγίων Γραφών όπως και των ελληνικών γραμμάτων, ήξερε να πείθει τους Εβραίους και τους εθνικούς μιλώντας τους για το άπειρο έλεος του Θεού και για την επαγγελία της αιωνίου Βασιλείας σε όσους θα ασπάζονταν με πίστη και ελπίδα την οδό της μετανοίας. Είναι συγγραφέας μιας περιώνυμης Επιστολής προς την Εκκλησία της Κορίνθου που άλλοτε ήταν ενταγμένη στον Κανόνα των Αγίων Γραφών και όπου προτρέπει ορισμένα νέα μέλη της κοινότητας εκείνης, τα οποία είχαν εξεγερθεί κατά των πρεσβυτέρων τους, να διαφυλάξουν την ενότητα των μελών του Σώματος του Χριστού, σεβόμενα την ιεραρχία που είχαν θεσπίσει οι Απόστολοι. Αποδίδονται επίσης σε αυτόν και άλλα κείμενα: οι Αποστολικοί Κανόνες, οι Διαταγαί των Αποστόλων και μία δεύτερη Προς Κορινθίους Επιστολή” έργα τα οποία άσκησαν μεγάλη επίδραση στην αρχαία Εκκλησία, αλλά είναι αμφίβολο αν προέρχονται από τη γραφίδα του <4>.



Ο άγιος Κλήμης κατάφερε να μεταστρέψει με το κήρυγμά του τη Θεοδώρα, σύζυγο του επάρχου Σισινίου, στενού φίλου του αυτοκράτορα Νέρβα. Μάλιστα οδήγησε και τον ίδιο τον Σισίνιο στο άγιο Βάπτισμα, αφού τον θεράπευσε θαυματουργικώς από την τύφλωση που του προκάλεσε η ασέβειά του. Ο διοικητής Πούπλιος, βλέποντας όλα αυτά και διαπιστώνοντας τις προόδους του χριστιανισμού μεταξύ των εθνικών, τον εξόρισε, κατόπιν διαταγής του αυτοκράτορα Τραϊανού, στην Ταυρική Χερσόνησο (Κριμαία), τόπο αφιλόξενο, στις ανατολικές εσχατιές της αυτοκρατορίας.

Ο άγιος επίσκοπος βρήκε εκεί δύο χιλιάδες χριστιανούς καταδικασμένους σε καταναγκαστικά έργα στα λατομεία μαρμάρου. Τους παρηγορούσε στις θλίψεις τους με την υπόσχεση των αιωνίων αγαθών και έκανε για χάρη τους να αναβλύσει νερό μέσα στην έρημο. Ακόμη κι εκεί, ο λόγος του μετέστρεφε τις ειδωλολατρικές ψυχές στην αλήθεια και αναφέρεται ότι μέσα σε ένα χρόνο έκτισε εβδομήντα πέντε ναούς. Ο αυτοκράτορας όμως έστειλε μετά από λίγο εκεί ένα σκληρό διοικητή για νά θέσει τέρμα στους μαζικούς εκχριστιανισμούς. Τούτος επιτέθηκε πρώτα στον άγιο Κλήμη και αφού έβαλε να τον βασανίσουν, διέταξε να του δέσουν μία άγκυρα γύρω στον λαιμό και να τον ρίξουν στη Μαύρη Θάλασσα σε μέρος που να μην μπορούν οι πιστοί να βρουν το σώμα του για να το τιμήσουν (περί το 97).
Ο Θεός ωστόσο δεν άφησε το πνευματικό ποίμνιο του αγίου εντελώς ορφανό. Ενωτίσθηκε τις ικεσίες του και έκανε να τραβηχθεί θαυματουργικώς η θάλασσα, έτσι ώστε οι χριστιανοί να μπορέσουν να βρουν το σώμα του αγίου που βρισκόταν στον βυθό, τριακόσια μέτρα και περισσότερο από την ακτή. Έκτοτε κάθε χρόνο, την ημέρα της εορτής του αγίου, η θάλασσα αποτραβιόταν με τον ίδιο τρόπο, ώστε να μπορεί κανείς να πάει να προσκυνήσει το τίμιο λείψανο.
Εικόνα 25 από 535
Πολλά χρόνια μετά, το 860, ο απόστολος των Σλάβων, άγιος Κύριλλος [11 Μαΐου], στάλθηκε από τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, άγιο Φώτιο [6 Φεβρ.], στη Χερσόνησο για να βαπτίσει τους σλαβικούς πληθυσμούς. 

Αυτός βρήκε(με τρόπο θαυμαστό)  το λείψανο του αγίου Κλήμεντος και έφερε ένα τμήμα του στη Βασιλεύουσα. Αργότερα του ανατέθηκε να μεταφέρει τα λείψανα αυτά στον πάπα Αδριανό Β’, στη Ρώμη. Ο δεσμός αυτός που δημιουργήθηκε με έναν από τους πρώτους επισκόπους της Ρώμης θα αποδειχθεί μεγίστης σημασίας για τη ρωσική ευσέβεια και θα επιτρέψει το βαθύτερο ρίζωμά της στην αποστολική παράδοση.
(Σημ.Προσκυνητή.Μία άλλη εκδοχή που βρήκα σε ουκρανικά σάιτ αναφέρει ότι το λείψανο έμεινε στην Κριμαία μέχρι τον 10ο αιώνα όταν ο Άγιος Βλαδίμηρος μετά την βάπτισή του,πήρε το κεφάλι και τα λείψανά του στο Κίεβο και ότι το κεφάλι του Αγ.Κλήμεντος βρίσκεται σήμερα στην Λαύρα των Σπηλαίων και μυροβλύζει.Το 1993 το λείψανο μοιράστηκε σε πιο πολλά μοναστήρια ένα μέρος των οποίων βρίσκεται στην Μονή Ίνκερμαν)



Σημειώσεις 1. Ορισμένοι τον ταυτίζουν με τον συνεργάτη του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος αναφέρεται στην Προς Φιλιππησίους Επιστολή 4, 3  .2. Κατά αιρέσεων,  3. Βλ. Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησ. Ιστορία, Γ’, 15.4. Η εν Τρούλλω Σύνοδος (692), Κανών 2, απέρριψε τις Αποστολικές Διαταγές, αλλά επικύρωσε τους 35 Αποστολικούς Κανόνες, που αποτελούν μέρος του Η΄βιβλίου των Διαταγών.
Πηγή: “Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”, υπό ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, εκδ. Ίνδικτος (τόμος τρίτος – Νοέμβριος, σελ. 259-261)/πηγή
Η ιστοσελίδα του Ιερού Ναού του Αγίου Κλήμεντος επισκόπου Ρώμης στην Μόσχα ΕΔΩ 

Όταν ο Καζαντζάκης συνάντησε στα Καρούλια τον γέροντα Μακάριο τον Σπηλαιώτη

Τελείωνε πια το προσκύνημά μας. Τις παραμονές του μισεμού πήρα τον ανήφορο μοναχός, ν’ ανέβω στ’ άγρια ησυχαστήρια, ανάμεσα στους βράχους αψηλά απάνω από τη θάλασσα, στα Καρούλια.

Τρυπωμένοι μέσα σε σπηλιές, ζουν εκεί και προσεύχουνται για τις αμαρτίες του κόσμου, καθένας μακριά από τον άλλο, για να μην έχουν και την παρηγοριά να βλέπουν ανθρώπους, οι πιο άγριοι, οι πιο άγιοι ασκητές του Αγίου Όρους.
Ένα καλαθάκι έχουν κρεμασμένο στη θάλασσα, κι οι βάρκες που τυχαίνει κάποτε να περνούν ζυγώνουν και ρίχνουν μέσα λίγο ψωμί, ελιές, ότι έχουν, για να μην αφήσουν τους ασκητές να πεθάνουν της πείνας.
Πολλοί από τους άγριους αυτούς ασκητές τρελαίνουνται. Θαρρούν πώς έκαμαν φτερά, πετούν απάνω από τον γκρεμό και γκρεμίζουνται…. Κάτω ο γιαλός είναι γεμάτος κόκκαλα.Ανάμεσα στους ερημίτες τούτους ζούσε τα χρόνια εκείνα, ξακουστός για την αγιοσύνη του, ο Μακάριος ο Σπηλαιώτης.
Αυτόν κίνησα να δω. Από τη στιγμή που πάτησα στο ιερό βουνό, είχα πάρει την απόφαση να πάω να τον δω, να σκύψω να του φιλήσω το χέρι και να του ξομολογηθώ.
Όχι τα κρίματά μου, δεν πίστευα να χα κάμει ως τότε πολλά, όχι τα κρίματά μου παρά την εωσφορική αλαζονεία που συχνά μ’ έσπρωχνε να μιλώ με αναίδεια για τα εφτά μυστήρια και τις δέκα εντολές και να θέλω να χαράξω δικό μου δεκάλογο.
Έφτασα κατά το μεσημέρι στ’ ασκηταριά.
Τρύπες μαύρες στον γκρεμό, σιδερένιοι σταυροί καρφωμένοι στους βράχους, ένας σκελετός πρόβαλε από μια σπηλιά, τρόμαξα.
Σα να χε φτάσει κιόλας η Δευτέρα Παρουσία και ξεπρόβαλε ο σκελετός αυτός από τη γης και δεν είχε ακόμα προφτάσει να ντυθεί όλες τις σάρκες του.
Φόβος κι αηδία με κυρίεψε, και συνάμα κρυφός ανομολόγητος θαμασμός.
Δεν τόλμησα να τον ζυγώσω, τον ρώτησα από μακριά. Άπλωσε το ξεραμένο μπράτσο, αμίλητος, και μου δείξε μια μαύρη σπηλιά αψηλά στα χείλια του γκρεμού.
Πήρα ν’ ανεβαίνω πάλι τους βράχους, με καταξέσκισαν τα αγκρίφια τους, έφτασα στη σπηλιά. Έσκυψα να δω μέσα. Μυρωδιά χωματίλα και λιβάνι, σκοτάδι βαθύ. Σιγά-σιγά διέκρινα ένα σταμνάκι δεξά, σε μια σκισμάδα του βράχου, τίποτα άλλο.
Έκαμα να φωνάξω, μα η σιωπή μέσα στο σκοτάδι ετούτο μου φάνηκε τόσο ιερή, τόσο ανησυχαστική, που δεν τόλμησα. Σαν αμαρτία, σαν ιεροσυλία μου φάνηκε εδω η φωνή του ανθρώπου.
Είχαν πια συνηθίσει τα μάτια μου στο σκοτάδι, κι ως τα γούρλωνα και κοίταζα, ένας φωσφορισμός απαλός, ένα πρόσωπο χλωμό, δυό χέρια σκελεθρωμένα κουνήθηκαν στο βάθος της σπηλιάς κι ακούστηκε γλυκιά ξεπνεμένη φωνή:
– Καλώς τον!
Έκαμα κουράγιο, μπήκα στη σπηλιά, προχώρησα κατά τη φωνή. Κουλουριασμένος χάμω, είχε σηκώσει το κεφάλι ο ασκητής, και διέκρινα στο μεσόφωτο το πρόσωπό του άτριχο, φαγωμένο από τις αγρύπνιες και την πείνα, με αδειανούς βολβούς, να γυαλίζει βυθισμένο σε ανείπωτη μακαριότητα. Τα μαλλιά του είχαν πέσει, έλαμπε το κεφάλι του σαν κρανίο.
– Ευλόγησον, πάτερ, είπα κι έσκυψα να του φιλήσω το κοκαλιασμένο χέρι.
Κάμποση ώρα σωπαίναμε.
Κοίταζα με απληστία την ψυχή τούτη που είχε εξαφανίσει το κορμί της, αυτό βάραινε τις φτερούγες της και δεν την άφηνε ν’ ανέβει στον ουρανό.Ανήλεο, ανθρωποφάγο θεριό η ψυχή που πιστεύει.Κρέατα, μάτια, μαλλιά, όλα του τα χε φάει.Δεν ήξερα τι να πω, από που ν’ αρχίσω.
Σαν ένα στρατόπεδο ύστερα από φοβερή σφαγή μου φάνταζε το σαράβαλο κορμί μπροστά μου. Ξέκρινα απάνω του τις νυχιές και τις δαγκωματιές του Πειρασμού.
Αποκότησα τέλος:
– Παλεύεις ακόμα με το Διάβολο, πάτερ Μακάριε; τον ρώτησα.
- Όχι πια, παιδί μου.Τώρα γέρασα, γέρασε κι αυτός μαζί μου. Δεν έχει δύναμη. Παλεύω με το Θεό.
– Με το Θεό ! έκαμα ξαφνιασμένος κι ελπίζεις να νικήσεις;
–Ελπίζω να νικηθώ, παιδί μου. Μου απόμειναν ακόμα τα κόκαλα. Αυτά αντιστέκουνται.
– Βαριά η ζωή σου, γέροντά μου. Θέλω κι εγώ να σωθώ, δεν υπάρχει άλλος δρόμος;
– Πιο βολικός; έκαμε ο ασκητής και χαμογέλασε με συμπόνια.
– Πιο ανθρώπινος, γέροντά μου.
– Ένας μονάχα δρόμος.
– Πώς τον λέν;
– Ανήφορο. Ν’ ανεβαίνεις ένα σκαλί. Από το χορτασμό στην πείνα, από τον ξεδιψασμό στη δίψα, από Τη Χαρά Στον Πόνο. Στην κορφή της πείνας, της δίψας, του πόνου κάθεται ο Θεός. Στην κορφή της καλοπέρασης κάθεται ο Διάβολος διάλεξε.
– Είμαι ακόμα νέος. Καλή ναι η γης, έχω καιρό να διαλέξω. Άπλωσε ο ασκητής τα πέντε, κόκαλα του χεριού του, άγγιξε το γόνατό μου, με σκούντηξε:
- Ξύπνα, παιδί μου, ξύπνα, πριν σε ξυπνήσει o Χάρος.
Ανατρίχιασα.
– Είμαι νέος, ξανάπα για να κάμω κουράγιο.
- Ο Χάρος αγαπάει τους νέους. Η Κόλαση αγαπάει τους νέους. Η ζωή ναι ένα μικρό κεράκι αναμμένο, εύκολα σβήνει, έχε το νου σου, ξύπνα!
Σώπασε μια στιγμή, και σε λίγο:
– Είσαι έτοιμος; μου κάνει.
Αγανάχτηση με κυρίεψε και πείσμα.
– Όχι! φώναξα.
– Αυθάδεια της νιότης! Το λες και καυχιέσαι, μη φωνάζεις. Δε φοβάσαι;
– Ποιος δε φοβάται; Φοβούμαι. Κι ελόγου σου, πάτερ άγιε, δε φοβάσαι;
Πείνασες, δίψασες, πόνεσες, κοντεύει να φτάσεις στην κορφή της σκάλας, φάνηκε! πόρτα της Παράδεισος. Μα θ’ ανοίξει η πόρτα αυτή να μπεις; Θ’ ανοίξει; είσαι σίγουρος;
Δύο δάκρυα κύλησαν από τις κόχες των ματιών του. Αναστέναξε. Και σε λίγο:
- Είμαι σίγουρος για την καλοσύνη του Θεού. Αυτή νικάει και συχωρνάει τις αμαρτίες του ανθρώπου.
– Κι εγώ είμαι σίγουρος για την καλοσύνη του Θεού. Αυτή λοιπόν μπορεί να συχωρέσει και την αυθάδεια της νιότης.
– Αλοίμονο να κρεμόμαστε μονάχα από την καλοσύνη του Θεού. Η κακία τότε κι η αρετή θα μπαίναν αγκαλιασμένες στην Παράδεισο.
– Δεν είναι, θαρρείς, γέροντά μου,η καλοσύνη του Θεού τόσο μεγάλη;
Κι ως το πα, άστραψε στο νου μου ο ανόσιος, μπορεί, μα, ποιος ξέρει, μπορεί ο τρισάγιος στοχασμός, πώς θα ρθει καιρός της τέλειας λύτρωσης, της τέλειας φίλιωσης, θα σβήσουν οι φωτιές της Κόλασης, κι ο Ασωτος Υιός, ο Σατανάς, θ’ ανέβει στον ουρανό, θα φιλήσει το χέρι του Πατέρα και δάκρυα θα κυλήσουν από τα μάτια του: «Ήμαρτον!» θα φωνάξει, κι ο Πατέρας θ’ ανοίξει την αγκάλη του: «Καλώς ήρθες» θα του πει «καλώς ήρθες, γιε μου.
Συχώρεσε με που σε τυράννησα τόσο πολύ!».
Μα δεν τόλμησα να ξεστομίσω το στοχασμό μου.
Πήρα ένα πλάγιο μονοπάτι να του το πω.
– Έχω ακουστά, γέροντά μου, πώς ένας άγιος, δε θυμάμαι τώρα ποιός, δεν μπορούσε να βρει ανάπαψη στην Παράδεισο.
Άκουσε ο Θεός τους στεναγμούς του, τον κάλεσε:
«Τί έχεις κι αναστενάζεις;» τον ρώτησε. «Δεν είσαι ευτυχής;
Πώς να μαι ευτυχής, Κύριε;» του αποκρίθηκε ο άγιος. Στη μέση μέση της Παράδεισος ένα σιντριβάνι και κλαίει.
Τί συντριβάνι;
Τα δάκρυα των κολασμένων.
Ο ασκητής έκαμε το σημάδι του σταυρού, τα χέρια του έτρεμαν.
– Ποιος είσαι; έκαμε με φωνή ξεψυχισμένη.
Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά!
Έκαμε πάλι το σταυρό του τρεις φορές, έφτυσε στον αέρα:
– Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά, ξανάπε, κι η φωνή του τώρα είχε στερεώσει.
Άγγιξα το γόνατό του που γυάλιζε γυμνό στο μεσόφωτο. Το χέρι μου πάγωσε.
– Γέροντά μου, του κάνω, δεν ήρθα εδώ να σε πειράξω, δεν είμαι ο Πειρασμός. Είμαι ένας νέος που θέλει να πιστέψει απλοϊκά, χωρίς να ρωτάει, όπως πίστευε ο παππούς μου ο χωριάτης θέλω, μα δεν μπορώ.
– Αλίμονο σου, αλίμονο σου, δυστυχισμένε.
Το μυαλό θα σε φάει, το εγώ θα σε φάει.
Ο αρχάγγελος Εωσφόρος, που εσύ υπερασπίζεσαι και θες να τον σώσεις, ξέρεις πότε γκρεμίστηκε στην Κόλαση;
Όταν στράφηκε στο Θεό κι είπε:
Εγώ. Ναι ναι, άκου, νεαρέ, και βάλ’ το καλά στo νου σου:
– Ένα μονάχα πράμα κολάζεται στην Κόλαση, το εγώ.
Το εγώ, ανάθεμά το!
Τίναξα το κεφάλι πεισματωμένος:
– Με το εγώ αυτό ξεχώρισε ο άνθρωπος από το ζώο, μην το κακολογάς, πάτερ Μακάριε.
– Με το εγώ αυτό ξεχώρισε… από το Θεό. Πρώτα όλα ήταν ένα με το Θεό, ευτυχισμένα στον κόρφο του. Δεν υπήρχε εγώ και συ κι εκείνος δεν υπήρχε δικό σου και δικό μου, δεν υπήρχαν δυό, υπήρχε ένα. Το Ένα, ο Ένας. Αυτός είναι ο Παράδεισος που ακούς, κανένας άλλος. Από κει ξεκινήσαμε, αυτόν θυμάται και λαχταρίζει η ψυχή να γυρίσει. Βλογημένος ο θάνατος! τί ναι ο θάνατος, θαρρείς;Ένα μουλάρι, το καβαλικεύουμε και πάμε.
Μιλούσε, κι όσο μιλούσε το πρόσωπό του φωτίζουνταν.
Γλυκό, ευτυχισμένο χαμόγελο ξεχύνουνταν από τα χείλια του κι έπιανε όλο του το πρόσωπο. Ένιωθες βυθίζουνταν στην Παράδεισο.
– Γιατί χαμογελάς, γέροντά μου;
– Είναι να μη χαμογελώ; μου αποκρίθηκε είμαι ευτυχής, παιδί μου.
Κάθε μέρα, κάθε ώρα, γροικώ τα πέταλα του μουλαριού, γροικώ το Χάρο να ζυγώνει. Είχα σκαρφαλώσει τα βράχια για να ξομολογηθώ στον άγριο τούτον απαρνητή της ζωής. Μα είδα ήταν ακόμα πολύ ενωρίς.
Η ζωή μέσα μου δεν είχε ξεθυμάνει, αγαπούσα πολύ τον ορατό κόσμο, έλαμπε o Εωσφόρος στο μυαλό μου, δεν είχε αφανιστεί μέσα στην τυφλωτική λάμψη του Θεού.
Αργότερα, συλλογίστηκα, σα γεράσω, σαν ξεθυμάνω, σαν ξεθυμάνει μέσα μου κι o Εωσφόρος.
Σηκώθηκα. Ασκωσε ο γέροντας το κεφάλι.
– Φεύγεις; έκαμε άε στο καλό. Ο Θεός μαζί σου.
Και σε λίγο, περιπαιχτικά:
– Χαιρετίσματα στον κόσμο.
– Χαιρετίσματα στον ουρανό, αντιμίλησα. Και πες στο Θεό, δε φταίμε εμείς, φταίει αυτός που έκαμε τον κόσμο τόσο ωραίο.

Συμπαράσταση των οπαδών της ρωσικής Ζενίτ στους Κυπριους ορθοδόξους αδελφούς τους:«Η Κύπρος είναι ελληνική»


Σημείωση: Τὸ ἀκρωνύμιο ΑΠΟΕΛ ἐξηγεῖται σὲ Ἀθλητικὸς ποδοσφαιρικὸς ὅμιλος Ἑλλήνων Λευκωσίας
Περισσότεροι ἀπὸ 1.000 ὀπαδοὶ τοῦ ΑΠΟΕΛ βρέθηκαν στὸ «Πετροβσκι» καὶ πανηγύρισαν τὴν μεγάλη πρόκριση τῆς ὁμάδας τους στὴν ἑπόμενη φάση τοῦ Champions League. Οἱ Ρῶσοι ὀπαδοὶ τοὺς ὑποδέχθηκαν χωρὶς προβλήματα καὶ κάποια περιστατικὰ κέρδισαν τοὺς Κύπριους. Σύμφωνα μὲ τὰ ρωσικὰ μέσα οἱ ὀπαδοὶ τῆς Ζενὶτ ἀνέβασαν ἕνα πανὸ ποὺ ἔγραφε «ἡ Κύπρος εἶναι ἑλληνική», ἐνῶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς διακοπῆς τῆς ἀναμέτρησης λόγω τῶν καπνογόνων ποὺ ἄναψαν, ἔκαψαν μία τούρκικη σημαία! Ὅλα αὐτὰ «γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὴν συμπαράστασή τους στοὺς Κύπριους Ὀρθόδοξους ἀδερφούς τους», σύμφωνα μὲ τὰ ρωσικὰ ρεπορτάζ.
Οἱ καλὲς σχέσεις ποὺ διατηρεῖ ἡ Κύπρος μὲ τὴ Ρωσία, εἶχαν τὴν τιμητική τους καὶ στὸ στάδιο Πετροφσκι. Οἱ Ρῶσοι φίλαθλοί της Ζενίτ, ἀναρτησαν πανὸ στὸ ὁποῖο ἀναγραφόταν μὲ κεφαλαίους ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες «ΚΥΠΡΟΣ ΓΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ». Κάτι ποὺ...φυσικὰ σχολιάστηκε θετικὰ ἀπὸ τοὺς φίλους του ΑΠΟΕΛ. Παράλληλα, ὅλοι οἱ φίλαθλοί της Ρωσικῆς ὁμάδας, φώναξαν «μπράβο ΑΠΟΕΛ», μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἀγώνα.
Ἡ τρέλα τοῦ ΑΠΟΕΛ ἔφτασε μέχρι τὴν Ἁγία Πετρούπολη! Οἱ Κύπριοι πῆραν 0-0 ἀπὸ τὴν Ζενίτ, παρέμειναν ἀήττητοι καὶ ἔγραψαν ἱστορία, παίρνοντας τὴν πρόκριση στοὺς «16» τοῦ Champions League!

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Ο Όσιος Αντώνιος του Ιέζερ ο Ησυχαστής (+23 Νοεμβρίου)

Σχετική εικόνα
Ένας από τους μεγαλύτερους ησυχαστές των Καρπαθίων ήταν ο Όσιος Αντώνιος από την σκήτη Ιέζερ(Κέια-Βέλτσεα),γνωστός στους ντόπιους πιστούς ως ο Όσιος Αντώνιος ο Ησυχαστής.
 Γεννήθηκε στον νομό Βέλτσεα της Ρουμανίας.Εκάρη μοναχός στην Σκήτη Ιέζερ,το μέρος όπου ασκήτεψε από νεαρή ηλικία.Το 1690 περίπου,με την ευλογία του ηγουμένου αποτραβήχθηκε στο Όρος Ιέζερ και αγωνίστηκε σε μια μικρή σπηλιά,σκαμμένη σ'έναν βράχο.
Αποτέλεσμα εικόνας για antonie iezer
Παίρνωντας ευλογία έσκαψε με τα χέρια τον μεγάλο βράχο για να φτιάξει ένα μικρό παρεκκλήσι.Τρία χρόνια διήρκεσε αυτή η εργασία.Την ημέρα εργαζόνταν και την νύχτα αγρυπνούσε  προσευχόμενος με τα χέρια υψωμένα,χύνωντας δάκρυα μετανοίας.Αργότερα ο επίσκοπος του Ρέμνικου Βέλτσεα Ιλαρίνας εγκαινίασε το παρεκκλήσιο.Εδώ έκανε χιλιάδες μετάνοιες και τελούσε όλες τις ακολουθίες του νυχθημέρου.Στις μεγάλες εορτές ερχόνταν ένας ιερομόναχος από την σκήτη και τελούσε την Θεία Λειτουργία.
Η φήμη της αγιωσύνης του εξαπλώθηκε σε όλην την περιοχή και πολλοί μοναχοί,ιερείς και πιστοί ερχόνταν να τον συμβουλευτούν και να ζητήσουν την προσευχή του.Ο ησυχαστής τους δεχόνταν όλους με αγάπη,τους συμβούλευε, τους ανάπαυε και τους έθρεφε με την διδασκαλία του.
Αποτέλεσμα εικόνας για antonie iezer
 Μετά από 25 χρόνια σκληρής άσκησης ο όσιος  Αντώνιος παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Θεού το 1714.Οι πιστοί μέχρι σήμερα ανεβαίνουν στην σπηλιά του Οσίου Αντωνίου του Ησυχαστή για να ανάψουν ένα κερί και να προσευχηθούν.
Η μνήμη του τιμάται στις 23 Νοεμβρίου

Γέροντας Θωμάς-Από έντεκα χρονών ...ερημίτης στο Άγιον Όρος



΄΄Έχει άλλα παιδάκια στο Άγιον Όρος για να παίζουμε ποδόσφαιρο;΄΄ρώτησε ο μικρός   Αντώνης  τον πατέρα του και τον πνευματικό τους γέροντα όταν εκείνοι του πρότειναν να πάει να μονάσει στον Αθω μαζί με τον γέροντα.Απο τότε περάσανε περί τα εξήντα ολόκληρα χρόνια και ο μικρός Αντώνης έγινε γέροντας…και ανοίγει  σήμερα την καρδιά του στο agioritikovima.gr, μιλά για την ασκητική  ζωή του στην ΄΄ερημο ΄΄ του Αγίου Ορους,τις πνευματικές εμπειρίες που έζησε στο απόκρυμνο κελί του και το συγκλονιστικό όνειρο με την Παναγία που του ειπε…
alt
Ο γέροντας Θωμάς από το ξακουστό κελί της αδελφότητας των Θωμάδων από την ηλικία των έντεκα χρονών εγκαταβιεί στην απόκρυμνη Μικρά Αγία Αννη,εκεί που βλέπει μόνο ο ΘΕΟΣ!Μία ερημική περιοχή κοντά στη Μεγίστη Λαυρα.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Πρωτοψάλτης και αργυροχρυσοχόος ο γέροντας.Απο τα έργα τέχνης…που δημιουργεί ζει κι η αδελφότητα του,οι τέσσερις μοναχοί του κελιού του.
 Γέροντα Θωμά, μια ολόκληρη ζωή ασκητεύετε στο Άγιο Όρος. Ο μοναχισμός πώς προέκυψε στην πορεία του βίου σας;
  Η οικογένειά μου ήτο θεοφιλής. Ο πατέρας μου επιθυμούσε ένα από τα τρία παιδιά του να γίνει κληρικός.
          Ήμουν ένδεκα ετών, όταν επισκέφθηκε το χωριό μας το Στεφανοβίκειο Βελεστίνου, ο αείμνηστος Γέροντας Θωμάς δια πνευματικούς λόγους.
          Ο πατέρας μου όταν τον συνάντησε του εκμυστηρεύτηκε την επιθυμία του. Ο πρώτος αδελφός μου ως μεγαλύτερος βοηθούσε τον πατέρα μου στις εργασίες του και δεν ήτο δυνατόν να λείψει. Ο δεύτερος αδελφός είχε κάποιο μικρό πρόβλημα στα πόδια του κι ο Γέροντας δεν δέχθηκε να τον πάρει, αν και το ήθελε ο αδελφός μου, διότι στο Άγιο Όρος και μάλιστα στην έρημο, έχει δύσκολους δρόμους και δύσβατα μονοπάτια.
          Ερώτησαν τέλος εμένα, αν θέλω να πάω με τον παππούλη στο Άγιον Όρος. Κι εγώ απάντησα με μια ερώτηση.
          -        Έχει άλλα παιδάκια στο Άγιον Όρος για να παίζουμε ποδόσφαιρο;
          -        Παιδί μου, εκεί είναι μοναστήρι, είναι έρημος και βράχια και δεν παίζουν παιχνίδια, απάντησε ο Γέροντας.
          -        Τότε κι εγώ δεν έρχομαι, απάντησα. Γιατί θέλω να παίζω με τους φίλους μου.
          Ο σεβάσμιος Γέροντας μας χαιρέτισε και έφυγε. Εκείνη όμως τη νύχτα και ενώ κοιμόμασταν τα τρία αδέλφια μαζί, είδα μία θαυμάσια και παράδοξη οπτασία. Εμφανίσθηκε μία υψηλή και μεγαλόπρεπη γυναίκα, σεβάσμια, ιεροπρεπής και μου έδειξε ένα ωραίο παραδεισένιο περιβόλι. Ήτο ένας πραγματικός παράδεισος, δένδρα καρποφόρα, άνθη φανταχτερά, λουλούδια εύοσμα, ρυάκια δροσερά και κυρίως παιδάκια που έπαιζαν σ’ αυτή την πρασινάδα. Ενώ εγώ έβλεπα συγκλονισμένος και ενθουσιασμένος, η Παναγία, διότι πιστεύω ότι Αυτή ήτο, μου είπε:
          -        Παιδί μου τα βλέπεις όλα αυτά; Αν πας με τον παππούλη θα τα απολαύσεις όλα, αν δεν πας θα τα χάσεις.
          Εκείνη τη στιγμή ξύπνησα και αμέσως ξύπνησα τη μάνα μου.
-              Μάνα πού είναι ο παππούλης; Θέλω να πάω μαζί του στο Μοναστήρι.
alt
          Μετά λίγες ημέρες, ο Γέροντας πέρασε απ’ το χωριό μας, μόλις τον είδα πέταξα την σχολική «σάκα» και τον έπιασα από το ράσο του παρακαλώντας τον να φύγουμε το ίδιο βράδυ, φοβόμουν μήπως τα άλλα παιδιά, οι φίλοι μου, με επηρεάσουν αρνητικά. Πράγματι, εκείνο το βράδυ φύγαμε, με τις ευχές των γονέων μου.
          Όταν εφθάσαμε στον αρσανά της Αγίας Άννης και ανεβήκαμε λίγο είδα τις πηγές και τα πανύψηλα δένδρα κι αισθάνθηκα ότι εισέρχομαι στον παράδεισο, ότι άρχισα να απολαμβάνω την υπόσχεση της Κυρίας Θεοτόκου.
          Νομίζω ότι η Θεοτόκος μου έδειξε μέσω της ωραίας και παραδόξου εικόνος την πνευματική διάσταση και ομορφιά του Αγίου Όρους, που οφείλω να αναζητώ, να ανακαλύπτω και να ζω καθ’ όλην την διάρκειαν της ζωής μου.
          Στο σημείο αυτό, πρέπει να προσθέσω, ότι όταν έφθασα στο Ησυχαστήριο των Θωμάδων, βρήκα έναν επίσης νέον μοναχόν, 18 περίπου ετών τον π. Κυπριανόν. Και τους δυό μας ανέλαβαν οι σοβαροί και πολύ σοφοί Γέροντες. Ο Γέρων Θωμάς και ο Γέρων Παύλος. Από αυτούς μάθαμε τα πάντα, ιδιαίτερα μας έδειξαν τις δύο τέχνες, την αργυροχρυσοχοίαν και την μουσική. Η πνευματική τους προστασία, η αγάπη, η στοργή ήσαν παροιμιώδεις. Δεν παύω να μνημονεύω ευγνομώνως τα ονόματά τους, οι γονείς μας μάς χάρισαν το ζην, αλλά αυτοί μάς δώρισαν το ευ ζην.
Πήρατε αυτά που περιμένατε από το μοναχισμό εδώ στην έρημο;
         
Στην έρημο βρήκα αυτό που με εντυπωσιάζει πάντοτε, βρήκα καλοσύνη και αρετή στους ερημίτες Αγιορείτες.
          Λόγω της νεαράς μου ηλικίας με εντυπωσίαζαν όλα. Οι ακολουθίες οι ολονύχτιες αγρυπνίες στις οποίες συγκεντρώνονται όλοι οι Πατέρες. Ιδιαίτερα με προσείλκυσε η Εκκλησιαστική Βυζαντινή μουσική, η αργυροχρυσοχοία και το ψάρεμα στον ήρεμο αιγαιοπελαγίτικο Κόλπο του Αγίου Όρους.
          Στη συνέχεια, με πολύ κόπο μεταφέραμε νερό από απόσταση 5 χιλιομέτρων, από τους πρόποδες του Άθωνα, μέσα από βράχους, δένδρα και ακανθώδεις θάμνους και ζιζάνια.
          Ακολούθησε μετά η ανοικοδόμηση του Ησυχαστηρίου και του Ναού μας.