Την συνεντευξη και εκ βαθέων εξομολόγηση, που ακολουθεί την παραχώρησε ένας αγιορείτης μοναχός, ο οποίος θέλησε να διατηρήσει την ανωνυμία του, στον ελληνομαθή ρουμάνο θεολόγο και φίλο Ντανιόν Βασίλε.Η παρούσα συνέντευξη κυκλοφόρησε σε βιβλίο στην Ρουμανία

Πάτερ πείτε μου πῶς γίνατε Ὀρθόδοξος
Ὀρθόδοξος γεννήθηκα ἀλλά δέν ἤμουν ἐν συνειδήση, δέν ἤξερα τί εἶναι νά εἴναι κάποιος Ὀρθόδοξος
Ὅταν ἤσασταν παιδί δέν πηγαίνατε στήν Ἐκκλησία;
Πήγαινα μόνο τά Χριστούγεννα καί τό Πάσχα, μᾶς πήγαινε ἡ μητέρα μου, διότι καί οἱ γονείς μου δέν εἴχαν σχέσεις μέ τήν Ἐκκλησία, ζούσαν μία κοσμική ζωή, προσπαθούσαν νά τά φέρουν βόλτα μέ τά οἰκονομικά ,καί γιά αὐτό δούλευαν καί τό ἀπόγευμα σέ δεύτερη δουλειά, καί θυμάμαι πῶς καί πήγαινα μετά τό σχολείο νά τούς βοηθήσουμε, δέν ἤταν ἄσχημά τά οἰκονομικά μας, ἀλλά δέν βγαίναμε μέ μία δουλειά. Ὑπήρχαν καί τά φροντιστήρια, τά μαθήματα μουσικῆς, ἀγγλικῶν, καί ἄλλα πού δέν βγαίνανε μέ μία δουλειά μόνο. Θυμάμε στήν Ἐκκλησία πήγαινα μόνος μου τήν Μεγάλη Ἐβδομάδα, σέ ἕνα μοναστήρι γυναικείο, καί μ’ ἄρεσε νά πηγαίνω καί νά κάθομαι, νά ἀκούω τήν ψαλμωδία, χωρίς νά καταλαβαίνω φυσικά σχεδόν τίποτα, ἀλλά ἔνιωθα μία πρωτόγνωρη γαλήνη καί εἰρήνη μέσα μου. Κάτι ὑπερφυσικό, ἐξωγήινο, ἔνιωθα τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά μπορώ νά προσδιορίσω τί γινόταν μέσα μου.
Θυμάμαι ὅταν ἤμουν περίπου 16 χρονών, βρέθηκαν κάτι συμμαθητές μου, πού ὅταν μέ εἴδαν νά διαβάζω τήν ἱερά Σύνοψις, καί νά προσπαθώ νά παρακολουθήσω τά τεκταινόμενα στήν ἀκολουθία, μοῦ εἴπαν πῶς στήν Ἑκκλησία πάμε γιά νά βρούμε καμμία κοπέλα καί νά γίνουν γνωριμίες. Ἐγώ ξαφνιάστικα καί τότε μέ ἀπλότητα, τούς εἴπα « καλά κοπέλες;» καί μού εἴπαν καλά δέν τό ἤξερες; ὄχι τούς εἴπα, ἀλλά ἀν εἴναι ἔτσι, ἐντάξει, νά βρούμε κοπέλες!!!! ἄλλα καί πάλι, νοσταλγούσα νά πηγαίνω καί νά κάθομαι σέ μία γωνία, στό σκοτάδι καί νά προσπαθώ νά καταλάβω τό συναίσθημα πού ἔνιωθα, μία κατάνυξη, μία αἴσθηση γαλήνης καί εἰρήνης. Πάντα εἴχα μία σχέση μέ τόν Χριστό, πάντα ἀπό μικρός ἔνιωθα μία ἀγάπη πρός τό πρόσωπό του, ἔνιωθα τήν παρουσία του, ὅτι ἤταν δίπλα μου, κοντά μου, τόν ἔνιωθα σάν φίλο μου, καί πάντα πίστευα ὅτι Αὐτός εἶναι ο Θεός τῶν πάντων, δέν μπορούσα νά καταλάβω τό μέγεθος τῆς μεγαλειότητάς του, ἄσχετα ἀν ἡ ζωή μου δέν ἤταν ὅπως θά ἔπρεπε νά εἶναι, διότι ἔβριζα, ἔβγαινα μέ κοπέλες, χωρίς φυσικά νά δημιουργώ προβλήματα οὔτε στήν οἰκογένειά μου, οὔτε σέ ἄλλους ἄνθρώπους, ἄλλα ἤμουν μέσα στήν ἀμαρτία, χωρίς ἐξομολόγηση καί μυστηριακή ζωή. Ἀπό μικρός ὅμως μού ἐρχόταν μία σκέψη ὄτι ἤθελα νά γίνω σταυροφόρος ἀλλά δέν ἤξερα τί σημαίνει αὐτό. Ἀν καί καταλάβαινα ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός, ἐπειδή ἤμουν ἀνήσυχο πνεύμα, ἤθελα νά δώ ποιό εἴναι τό νόημα τῆς ζωῆς, εἴχα πνευματικές ἀνησυχίες, γιά ποιό λόγο ζούμε, τί πρέπει νά κάνω στήν ζωή μου, τί γίνεται μετά τόν θάνατο, ὄλα αὐτά μέ ἀπασχολούσαν.






![[sf+teodosie+brazi.bmp]](https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEg30iyLMZnw8PslbT-KonsanMM_R3lLfglpIM_J79llIPDQEKzDfLKWVnm9ulBvXU1p9jjPxbFyeo-6Yh0NuAe12Ql05VDSdsgv6_PtPMslCf14CjW62jveucY-5DAwybJgdg1qfk_In0w/s400-rw/sf+teodosie+brazi.bmp)


