ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

Έτσι μας έμαθαν να γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα οι γονείς μας


 Σε μια επαρχιακή πόλη της Μακεδονίας, στη μαύρη και φοβερή Κατοχή του ’41 με ’42, όπου οι εκτελέσεις και οι σφαγές των αθώων ανθρώπων ήσαν ανελέητες και αθρόες, οι φυλακίσεις και οι εξορίες φοβερές, το ξύλο και τα βασανιστήρια τρομακτικά, και η πείνα ως γνωστόν θέριζε τους πάντες. Σε όλα αυτά δυστυχώς έχω και γω προσωπική πείρα διότι πολλά είδαν τότε τα παιδικά μου μάτια.
Η οικογένεια της κυρίας αυτής όταν ήτο παιδούλα, ήτο πολύ ευσεβής και ακόμα ευσεβέστεροι ο παππούς και η γιαγιά. Άνθρωποι της πολλής προσευχής και της πολλής ελεημοσύνης.
 Το βράδυ που ξημέρωνε Χριστούγεννα, η πεντάχρονη αδελφή της ξύπνησε και της ζήτησε να βγουν έξω στην αυλή, για να πάει στην τουαλέτα. Δυστυχώς εκείνη την εποχή οι τουαλέτες ήσαν έξω στις αυλές. Έξι παιδιά κοιμόντουσαν όλα κάτω στο πάτωμα, στρωματσάδα, – δεν υπήρχαν κρεβάτια και πούπουλα και παπλώματα σαν τα σημερινά.
 Σιγά σιγά βγήκαν έξω στο μικρό διάδρομο. Απέναντί τους ήταν το δωμάτιο του παππού και της γιαγιάς.
Ξαφνιάστηκαν όμως γιατί είδαν, έντονο φως να βγαίνει από τις χαραμάδες και από τα πολλά ανοίγματα της σαραβαλιασμένης πόρτας. Πλησίασαν πιο κοντά και είδαν έντρομοι τη γιαγιά τους τυλιγμένη στις φλόγες. Άρχισαν να τσιρίζουν δυνατά, και η μεγάλη να φωνάζει:
- Φωτιά, φωτιά, η γιαγιά καίγεται!
Ξύπνησαν βέβαια όπως ήταν επόμενο όλοι, και πρώτοι έτρεξαν οι γονείς, οι οποίοι άνοιξαν την πόρτα, κοίταξαν μέσα, και ύστερα την έκλεισαν απαλά και σιγά σιγά. Γύρισαν στα παιδιά και τους είπαν:
- Μη φοβάστε, δεν είναι φωτιά.
Και με σιγανή φωνή είπε ο πατέρας στα παιδιά του:
 - Αυτό που είδατε παιδιά μου, δεν είναι φωτιές. Είναι οι φλόγες του Αγίου Πνεύματος που μοιάζουν με φωτιές. Για κοιτάξτε τώρα… Σιγά σιγά σβήνουν. Έτσι γίνεται πάντοτε. Όταν η γιαγιά και ο παππούς προσεύχονται και μάλιστα τις πιο πολλές φορές όλη τη νύχτα. Διότι αν δεν ηπροσηύχονταν τόσο πολύ, ο παππούς και η γιαγιά, όπως και ποιος ξέρει, πόσοι άλλοι άγνωστοι χριστιανοί, δεν θα μας είχαν πετσοκόψει όλους τα Βουλγαρικά τότε στρατεύματα κατοχής. Από τέτοιες προσευχές και αγρυπνίες δεν θα αφήσει να χαθεί ποτέ η Ελλάδα η  πατρίδα μας, ούτε και η Ορθοδοξία.
«Αυτά ήσαν τα λόγια του πατέρα μας, την αξέχαστη εκείνη νύχτα των Χριστουγέννων», μου είπε η κυρία και συνέχισε λέγοντας:
«Πολλές φορές από τότε, είδα τον παππού και τη γιαγιά να προσεύχονται όλη την νύχτα. Και όσες φορές επέτρεψε ο Θεός, στην παιδική μου τότε αθωότητα, έβλεπα να καίγονται σαν λαμπάδες από τις φλόγες της Πεντηκοστής. Έτσι μας έμαθαν να γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα οι γονείς μας. Με προσευχή και με Δοξολογία. Με εκκλησιασμό και Θεία Κοινωνία»

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Κήρυγμα Κυριακή προ Χριστού Γεννήσεως

Το πρώτο κεφάλαιο του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου που ακούσαμε σήμερα, Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως, περιλαμβάνει δύο ενότητες. Στην πρώτη, την εκτενέστερη, μας παρουσιάζει τη γενεαλογία του Χριστού, από τον Αβραάμ μέχρι τον Δαβίδ και τέλος μέχρι τον Ιωσήφ, τον μνήστορα της Παναγίας. Μέσα από αυτή την απαρίθμηση των προπατόρων του Ιησού, ο ευαγγελιστής Ματθαίος θέλει να μας δείξει ότι πρώτον, ο Χριστός είναι όντως ένα υπαρκτό πρόσωπο της ιστορίας, δίνοντας με τον τρόπο αυτό την δέουσα απάντηση σε όλους εκείνους που κατά καιρούς αμφισβήτησαν ή αμφισβητούν την ιστορικότητα του Ιησού. 

Δεύτερον, ότι όντως είναι υιός του Δαβίδ, καθότι σύμφωνα με τις υποσχέσεις του Θεού όπως αυτές εκφράστηκαν στις προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, η σωτηρία του κόσμου και η λύτρωση επρόκειτο να προέλθει "εκ σπέρματος Δαυίδ"1.

 Και τρίτο, κάνοντας εκτενή αναφορά μέχρι τον Αβραάμ, για να δείξει ότι η γέννηση του Χριστού αποτελεί την κατάληξη του μακραίωνου σχεδίου του Θεού και της προετοιμασίας του ανθρώπινου γένους για τη σωτηρία και τη λύτρωση του κόσμου.

Στη δεύτερη ενότητα, ο ευαγγελιστής Ματθαίος μας αναφέρει εν συντομία τα γεγονότα σχετικά με τη γέννηση του Χριστού. Όντας ακόμα μνηστευμένος ο Ιωσήφ με την Παναγία, πριν δηλαδή κατοικήσουν μαζί, αντιλήφθηκε ότι η Μαρία ήταν έγκυος. Σκέψεις και αμφιβολίες τον περικύκλωσαν, και σκέφτηκε κρυφά να τη διώξει σε τόπο μακρινό. Τότε Άγγελος Κυρίου του παρουσιάστηκε και του είπε να μη διστάσει να πάρει ως σύζυγό του την Παναγία, γιατί το παιδί που κυοφορεί είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος και ότι το αγόρι που θα γεννηθεί είναι εκείνος που θα φέρει τη σωτηρία στον κόσμο από τα δεσμά της αμαρτίας. Έτσι ο Ιωσήφ παρέλαβε την Μαρία, και στη συνέχεια γεννήθηκε το παιδί που ο Ιωσήφ του έδωσε το όνομα Ιησούς, σύμφωνα με την εντολή του Αγγέλου.

Ο Ματθαίος παρεμβάλλει και ένα σχόλιο στη διήγησή του. Όλο αυτό έγινε, μας λέει, δηλαδή ο τρόπος της γενεαλογίας και η γέννηση του Χριστού από την Παρθένο Μαρία, ώστε να εκπληρωθεί η προφητεία διά στόματος του προφήτη Ησαΐα ότι ιδού, η παρθένος θα κυοφορήσει και θα γεννήσει υιό και θα καλέσουν το όνομά του Εμμανουήλ, που σημαίνει ο Θεός είναι μαζί μας2.

Η γέννηση δηλαδή του Χριστού δε σηματοδοτεί απλά τη λύτρωση του ανθρώπου από την αμαρτία, αλλά την παρουσία του Θεού του ίδιου ανάμεσά μας. Η γέννηση του Χριστού και η επί γης παρουσία Του δεν αποτελεί απλά την απαρχή της αποκατάστασης της ανυπακοής των πρωτοπλάστων, που τους οδήγησε έξω από τον Παράδεισο, αλλά επίσης την αποκατάσταση της κοινωνίας και πάλι του ανθρώπου με το Θεό. Ο Μέγας Αθανάσιος μας λέει ότι μετά το προπατορικό αμάρτημα δεν αρκούσε απλά μια συγνώμη εκ μέρους των πρωτοπλάστων για να διορθωθεί το λάθος που έγινε. Ακόμα δηλαδή και αν ο Αδάμ και η Εύα είχαν ζητήσει συγνώμη από το Θεό, πάλι θα ήταν απαραίτητη η ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού, για να αποκατασταθεί η διαρραγείσα κοινωνία. Ίσως να απαιτούσε λιγότερο χρόνο, αλλά πάλι ο Χριστός έπρεπε να γεννηθεί. Και τούτο, επειδή πέρα από τη συγχώρεση εκ μέρους του Θεού, την οποία θα λέγαμε ότι ως φιλάνθρωπος είχε δώσει από μόνος Του στον άνθρωπο, έπρεπε και ο ίδιος ο άνθρωπος να κινηθεί προς την κατεύθυνση του Θεού, να Τον ανακαλύψει και πάλι, πέρα και πίσω από τα ανθρώπινα πάθη και τις κακίες που σκιάζουν την ανθρώπινη καρδιά.

Αυτό είναι και το μεγαλύτερο νόημα της γέννησης του Χριστού. Ένας νέος άνθρωπος, ξένος από την κακία του κόσμου, ξένος από κάθε αμαρτία, τέλειος κατά πάντα, γεννημένος με τρόπο όχι φυσιολογικό αλλά δημιουργημένος από τον Θεό, εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της παρθένου, έρχεται στον κόσμο για να οδηγήσει τον κάθε άνθρωπο στο δρόμο της επιστροφής στην αγάπη και την κοινωνία του Θεού. Και ως Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού, να μας διδάξει την Αλήθεια, τη Ζωή, το θέλημα του Θεού, την αγάπη, την καταλαγή και τη συμφιλίωση όχι μόνο του Θεού με τον άνθρωπο, αλλά και των ανθρώπων μεταξύ τους.

Από τότε έχουν περάσει δυο χιλιετίες. Και ίσως αναλογιστεί κανείς ότι τελικά τίποτα δεν άλλαξε στον κόσμο. Ότι η κακία του κόσμου δεν έχει εκλείψει, ότι τίποτα δεν έχει διορθωθεί. Αυτό όμως δεν οφείλεται στο Θεό, αλλά στον άνθρωπο. Όπως τότε, στην ταπεινή Βηθλεέμ, άλλοι αναγνώρισαν στο πρόσωπο του μικρού Ιησού τον Βασιλέα της κτίσεως και Θεό και Τον προσεκύνησαν, και άλλοι αδιαφόρησαν ή επιχείρησαν ακόμα και να τον φονεύσουν, όπως αργότερα άλλοι ασπάστηκαν το κήρυγμά Του και άλλοι Τον σταύρωσαν, έτσι γίνεται και θα γίνεται πάντα. Ο Χριστός ήλθε στη γη όχι για να μας αναγκάσει αλλά για να μας καλέσει σε κοινωνία με το Θεό, για να μας δείξει το δρόμο, για να μας διδάξει την Αλήθεια. Στη δική μας προαίρεση έγκειται να Τον ακολουθήσουμε και να Τον εντάξουμε στη ζωή μας και στην πορεία μας στον κόσμο. Σε λίγες μέρες θα εορτάσουμε και πάλι τη Γέννησή Του, με χαρές, με δώρα, με ύμνους και τραγούδια. Είθε αυτή η χαρά να μην είναι επιφανειακή, αλλά να μεταμορφωθεί σε μια κοσμογονία, πρώτα μέσα στις καρδιές μας και μετά για ολόκληρο τον κόσμο.

http://www.inpp.gr/index.php

Αυτό είναι Μυστήριο του Θεού. Εγώ δεν είμαι παρά ένας ανάξιος θεατής ή μέτοχος

Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης
Στα Μυστήρια, να 'χεις πολύ μεγάλη ευλάβεια. Προτού τελέσεις οποιοδήποτε Μυστήριο ή προτού κοινωνήσεις, να λες:
 ''Αυτό είναι Μυστήριο του Θεού. Εγώ δεν είμαι παρά ένας ανάξιος θεατής ή μέτοχος''. 
Διαφορετικά ο υπερήφανος νους μας θα θελήσει να ερευνήσει ακόμα και τα Μυστήρια του Θεού. 
Κι αν δεν τα καταφέρει να εισχωρήσει σ' αυτά θα τ' απορρίψει, επειδή ξεφεύγουν από τα μέτρα του.

Βυζαντινά Κάλαντα


Άναρχος Θεός καταβέβηκε και εν τη Παρθένω κατώκησε. Ερρουρέμ, ερρουρέμ, ερρουρερουρέμ, χαίρε Δέσποινα. 
Βασιλεύς των όλων και Κύριος, ήλθε τον Αδάμ αναπλάσασθαι. Άγιος, άγιος, άγιος υπάρχεις και Κύριος. 
Γηγενείς σκιρτάτε και χαίρετε, τάξεις των Αγγέλων ευφραίνονται Χερουβείμ, Χερουβείμ, χαίρε, χαίρε Παναγία Δέσποινα. 
Δεύτε εν σπηλαίω κατίδωμεν, κείμενον εν φάτνη τον Κύριον. Ερρουρέμ, ερρουρέμ, ερρουρερουρέμ, χαίρε Δέσποινα. Εξ Ανατολών Μάγοι έρχονται, δώρα προσκομίζουσιν άξια Χερουβείμ, Χερουβείμ, χαίρε, χαίρε Παναγία Δέσποινα. Ήκουσεν Ηρώδης το μήνυμα κι όλος εταράχθη ο δόλιος. Άγιος, άγιος, άγιος υπάρχεις και Κύριος. 
Πύλαι ουρανών ηνεώχθησαν, άγγελοι αυτόν ανυμνήτωσαν. Άγιος, άγιος, άγιος υπάρχεις και Κύριος. 
Χαίρουσα η κτίσις αγάλλεται και πανηγυρίζει, ευφραίνεται Ερρουρέμ, ερρουρέμ, ερρουρερουρέμ, χαίρε Δέσποινα. 
Ψάλλοντες Χριστόν τον Θεόν ημών, τον εν τω σπηλαίω τικτόμενον Άγιος, άγιος, άγιος υπάρχεις και Κύριος.
 Ω Παρθενομήτωρ και Δέσποινα, σώζε τους εις Σε καταφεύγοντας Χερουβείμ, Χερουβείμ, χαίρε, χαίρε Παναγία Δέσποινα.

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

«Και τίκτεις, και παρθενεύεις, και μένεις δι’ αμφοτέρων, φύσει Παρθένος·

Εκ του Μεγάλου Κανόνος του Άγιου Ανδρέα Κρήτης
«Και τίκτεις, και παρθενεύεις,
και μένεις δι’ αμφοτέρων, φύσει Παρθένος·
ο τεχθείς καινίζει νόμους φύσεως, η νηδύς δε κύει μη λοχεύουσα.
Θεός όπου θέλει, νικάται φύσεως τάξις· ποιεί γαρ όσα βούλεται.

Καὶ γεννᾶς καὶ διατηρεῖσαι παρθένος
καὶ ἐξακολουθεῖς νὰ μένεις μέχρι τέλος Παρθένος.
Αὐτὸς ποὺ γεννήθηκε, καινουργώνει τοὺς νόμους           [τῆς φύσεως. 
Ἡ κοιλιὰ γεννᾶ χωρὶς νὰ ἔχει τὰ φαινόμενα           [τῆς λοχείας.
Ὅπου θέλει ὁ Θεός, ἡ τάξη τῶν φυσικῶν νόμων           [νικιέται.
Διότι Ἐκεῖνος κάνει ὅσα θέλει.


Εκ σου ημφιάσατο το φύραμά μου,
άφθορε άνανδρε, Μητροπάρθενε,
Θεός, ο κτίσας τους αιώνας,
και ήνωσεν εαυτώ, την των ανθρώπων φύσιν.

Κόρη, ποὺ δὲ γνώρισες φθορὰ τῆς παρθενίας καὶ δὲν 
μητέρα καὶ συνάμα παρθένος,    [ἔλαβες πείρα ἄνδρα, 
ἀπὸ σένα ντύθηκε τὸ σῶμα μου ὁ Θεός,
ποὺ δημιούργησε τοὺς αἰῶνες
κι ἕνωσε στὸν ἑαυτό Του
τὴ φύση τῶν ἀνθρώπων.

Υμνούμεν σε, ευλογούμεν σε,
προσκυνούμεν σε Θεογεννήτορ,
Ότι της αχωρίστου Τριάδος, απεκύησας τον ένα Υιόν και Θεόν·
Και αυτή προανεώξας ημίν, τοις εν τη γη τα επουράνια.

Σὲ ὑμνοῦμε. Σ᾿ εὐλογοῦμε
καὶ σὲ προσκυνοῦμε, Θεογεννήτρια,
γιατὶ ἀπ᾿ τὴν ἀχώριστη Τριάδα
γέννησες
τὸν Ἕνα, τὸν Υἱὸ καὶ Θεό.
Καὶ σὺ πρώτη ἄνοιξες σ᾿ ἐμᾶς,
τὰ πλάσματα τῆς γῆς, τὰ ἐπουράνια

Ον στρατιαί, ουρανών δοξάζουσι,
και φρίττει τα Χερουβίμ, και τα Σεραφίμ,
πάσα πνοή και κτίσις, υμνείτε, ευλογείτε, και υπερυψούτε, εις πάντας τους αιώνας»

Κεῖνον ποὺ οἱ στρατιὲς τῶν οὐρανῶν δοξάζουν
καὶ τρέμουν τὰ Χερουβὶμ
καὶ τὰ Σεραφίμ,
καθετὶ ποὺ ἀναπνέει καὶ ἡ κτίση ὁλάκερη·
ὑμνεῖτε, εὐλογεῖτε
καὶ διατηρεῖτε στὰ ὕψη τοῦ πνεύματός σας
ἀκατάπαυστα.


Η "Αγία Σοφία Τραπεζούντας"χιονισμένη

 Η  "Αγία Σοφία Τραπεζούντας"χιονισμένη

Όσα ακούσει κανείς τα Χριστούγεννα στην εκκλησιά του φτάνει να ζήσει μια ολόκληρη χρονιά..!

π. Συμεών Κραγιόπουλος, Συνάξεις Δωδεκημέρου, Πανόραμα Θεσ/νίκης, 1999.



...πρέπει να προσέχουμε αυτά τα οποία περιέχονται στα βιβλία της Εκκλησίας και τα οποία είτε αναγινώσκονται είτε ψάλλονται στους ναούς και ιδιαίτερα τώρα τις μεγάλες γιορτές.

Τίποτε άλλο δεν θέλει ένας χριστιανός, τίποτε άλλο, παρά να πάει στην εκκλησία τα Χριστούγεννα, και απ' όσα θα γίνουν εκείνη την ημέρα στο ναό -σ' όποιο ναό κι αν πάει- απ' όσα θα ακούσει, πολύ λίγα να πιάσει, πολύ λίγα να κρατήσει, πολύ λίγα να φθάσουν στην ψυχή του. Αυτά του φθάνουν να ζήσει μια ολόκληρη χρονιά, του φθάνουν για όλη του τη ζωή, του φθάνουν, αν θέλετε, για την αιωνιότητα. Μόνο το απολυτίκιο, ας πούμε, των Χριστουγέννων να προσέξει κανείς λέξη προς λέξη και με τον φωτισμό του Θεού να εμβαθύνει στο νόημά του, του φθάνει. Μόνο το κοντάκιο να προσέξει ή μόνο το εξαποστειλάριο «Επεσκέψατο ημάς...» ή ένα τροπάριο από τους αίνους ή από τις καταβασίες ή από τα καθίσματα «Δεύτε ίδωμεν πιστοί που εγεννήθη ο Χριστός...» του φθάνει.

Συνήθως οι προσκυνηταί των Αγίων Τόπων όταν ξεκινούν από τα Ιεροσόλυμα για τη Βηθλεέμ να επισκεφθούν εκεί το Σπήλαιο, όποια εποχή κι αν είναι, ψάλλουν αυτό το κάθισμα: «Δεύτε ίδωμεν πιστοί...». Σαν άλλοι ποιμένες δηλαδή προχωρούν κι αυτοί να δουν πού γεννήθηκε ο Χριστός. Και εξαρτάται· ίσως ψάλλοντας αυτό το κάθισμα, καθώς πηγαίνουν προς τη Βηθλεέμ, οι ανθρωποι αυτοί να νιώθουν κάτι που δεν ένιωσαν σ' όλη τους τη ζωή, ενώ πήγαν και ξαναπήγαν στην εκκλησία κι άκουσαν αυτό το κάθισμα.

Θέλω να πω δηλαδή ότι φθάνει ένα τροπάριο να προσέξει κανείς. Αλλά να το προσέξει, να το εννοήσει, να τον φωτίσει ο Θεός να εμβαθύνει στο νόημα, να ανοίξει ο Θεός την καρδιά του, να μαλακώσει ο Θεός την καρδιά του, για να αγγίξουν τα νοήματα που περιέχονται στο καθένα απ' αυτά την καρδιά του. Και φθάνει αυτό, για να πάθει ο άνθρωπος αλλοίωση εσωτερική, αλλαγή εσωτερική, να γιορτάσει πραγματικά Χριστούγεννα, ν' αρχίσει γι' αυτόν πράγματι μια καινούργια ζωή, να καταλάβει για πρώτη φορά γιατί ήρθε ο Χριστός στη γη, που ακούει και ξανακούει μια ζωή ολόκληρη ότι ήρθε ο Χριστός στη γη.

Γιατί είναι πρέπον να δημοσιοποιείται η εκκλησιαστική πράξη φιλανθρωπίας

Συνήθως αυτές τις μέρες η Εκκλησία μέσω των μητροπόλεων και των κινήσεων αλληλεγγύης δέχεται κριτική επειδή δημοσιοποιεί τις κινήσεις βοηθείας πού κάνει προς τους έχοντες ανάγκη.
Σκληρή κριτική μάλιστα, όχι από τους απ'εξω, αλλά και από τους ημέτερους!

Γενικά, τους πολλούς δεν ξέρεις από πού να τους πιάσεις. Πάντα θα λένε.

Αδιαφορούμε; Μας δείχνουν με το δάχτυλο! Ιδρώνουμε και κοπιάζουμε, πάλι εφευρίσκουν τον κακό λόγο.
Αρρωστημένος λογισμός; Έλεγχος για την δική τους απραξία;Συντεταγμένος πόλεμος;
Σας αφήνω να αποφασίσετε μόνοι σας.

Κατά βάθος δεν έχει σημασία. Εμείς κάνουμε το ευαγγέλιο πράξη και ο κόσμος ας κάνει το δικό του μαύρο καθήκον της κατάκρισης. Την ουσία να κοιτάμε και τα άλλα τα σαρώνει ο καιρός και η ημέρα. Στερούνται σημασίας.
Δεν καταλάβατε καλά αγαπητοί μου το νόημα της εκκλησιαστικής πράξης.
Ούτε για ματαιοδοξία πρόκειται, ούτε για επίδειξη!
Την φιλανθρωπία και τα έργα αγάπης πού κάνει ο καθένας μας χωριστά, κληρικός ή λαϊκός, από την τσέπη του, είναι σωστό και ορθό να τα κρατάμε κρυφά και γνωστά μόνον στον Θεό.
Την εκκλησιαστική όμως πράξη αγάπης οφείλουμε να την δημοσιοποιούμε.

Πρώτον, επειδή δίνουμε το Παρόν και την Μαρτυρία σε έναν άχαρο και άσπλαχνο κόσμο, κατά το "την διακονίαν σου πληροφόρησον".
Δεύτερον επειδή φιμώνουμε τους υποκριτές, πού ενώ δεν δίνουν του αγγέλου τους νερό κατά την λαϊκή ρήση και δεν έχουν κάνει τί ωφέλιμο στην ζωή τους,κατακρίνουν συνεχώς την εκκλησία για αδιαφορία.
Τρίτον, επειδή η εκκλησία τα βοηθήματα πού διανείμει δεν τα παίρνει ως μάννα εξ ουρανού, αλλά τα συλλέγει και πάλι από την εκκλησία, δηλαδή τον λαό της. Με λιγα λόγια τα διαχειρίζεται, δεν βγαίνουν από την τσέπη μας.
Και πρέπει να επιδεικνύει ακρίβεια και διαφάνεια!
Και όσο γι αυτούς πού λένε πώς μετατραπήκαμε σε ακτιβιστική οργάνωση από πνευματικό ίδρυμα, θεωρητικά και σε πολλά σημεία έχουν δίκιο. Στην πράξη όμως στερούνται πάσης δικαιοσύνης. Πνευματικό ζήτημα είναι ο άρτος. Ασκητική η φιλανθρωπία και ιερουργία η διακονία.
Δεν υπάρχει καθήκον σε τέτοια πράγματα λεπτά και ουσιαστικά. Αυτά είναι η φύση της Εκκλησίας.

Τα Χριστούγεννα του ακοινώνητου


Γράφει ο Γιάννης Πρόφης
Λαογράφος
      Η καμπάνα της εκκλησίας χτύπησε χαρούμενα εκείνο το παγωμένο χριστουγεννιάτικο πρωινό κι ακούστηκε σ’ όλο το χωριό. Κι έξω ήταν ακόμα σκοτάδι και καταχνιά. Η θείτσα Θανάσαινα πετάχτηκε από τα στρωσίδια της, σκούντηξε τον άντρα της, που κοιμόταν δίπλα κι ύστερα μπήκε στο διπλανό δωμάτιο των παιδιών:  «Σηκωθείτε κι ετοιμαστείτε, να πάμε στην εκκλησία. Σήμερα είναι Χριστούγεννα κι η λειτουργία αρχίζει πολύ πρωί… Χρόνια πολλά…» φώναξε κι άρχισε να σιγοψάλλει με γλυκιά φωνή: « Η γέννησή σου, Χριστέ, ο Θεός ημών…» 

Έτρεξε έπειτα ν’ ανάψει τη φωτιά στο τζάκι, να ζεσταθεί λίγο και το δωμάτιο. Σηκωθήκανε τα παιδιά, φορέσανε τα καθαρά τους ρούχα, κι ας ήταν μπαλωμένα,  και πλυθήκανε στο τενεκεδένιο βρυσάκι που ’χανε έξω στην αυλή. Σε λίγο φτάσανε κι ο παππούς και η γιαγιά, που κοιμόντουσαν σ’ ένα παλιό δωμάτιο, στο βάθος της αυλής, δίνοντας σ’ όλους ευχές.  
           
        Δέκα νοματαίοι ζούσανε σ’ αυτό το σπίτι. Δυο οι γονείς, πέντε αγόρια, ένα κορίτσι, βάλε και τον παππού και τη γιαγιά, σύνολο δέκα άτομα. Όμως από τα δέκα μόνο τα έξι ξεκίνησαν τώρα για την εκκλησιά: Ο μπαμπάς και η μαμά, η κόρη, ο μεγάλος γιος, που είχε πατήσει τα δεκατρία, ο παππούς και η γιαγιά. Το σπίτι τους βρισκότανε πολύ κοντά στην εκκλησία. Τόσο κοντά, που όταν μέσα γινότανε λειτουργία, άκουγες από την αυλή τις ψαλμουδίες του ψάλτη και τα λόγια του παπά. Μέχρι κι η μυρουδιά του λιβανιού έφτανε στα ρουθούνια σου.

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Σώσόν με από πηλού, ίνα μη εμπαγώ»

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Σώσόν με από πηλού, ίνα μη εμπαγώ» (Ψαλ. 68,15)
  Αδελφοί, οι ψυχές μας είναι ντυμένες με πηλό• και τα πήλινα, χοϊκά. σώματά μας έχουν δοθεί για την υπηρεσία της ψυχής μας.
 Είθε οι ψυχές μας να μη βουλιάξουν μέσα στο χώμα! Είθε οι ψυχές μας να μη σκλαβωθούν στο πήλινο σαρκίο! Είθε η ζωντανή φλόγα να μη σβηστεί μέσα στο χοϊκό τάφο!
 Είναι απέραντη και αχανής η χοϊκή γη που μας έλκει προς τον εαυτό της, αλλά απείρως πλατύτερο είναι το απροσμέτρητο βασίλειο του Πνεύματος που καλεί την ψυχή μας, ως δικιά του.
 Πράγματι συνδεόμαστε με τη γη με το χοϊκό σώμα, αλλά συνδεόμαστε και με τον ουρανό με την ψυχή. Είμαστε ένοικοι σε προσωρινές καλύβες, είμαστε στρατιώτες που καταλύσαμε σε προσωρινές σκηνές.
 Ω Κύριε, «σώσόν με από πηλού ίνα μη εμπαγώ» Έτσι προσευχόταν ο μετανοημένος βασιλιάς Δαβίδ που είχε αρχικώς παραδοθείστον πηλό, στο χώμα• μέχρι που είδε πως το πήλινο σαρκίο μας έλκει μέσα στην άβυσσο της καταστροφής. Πηλός είναι το σώμα του ανθρώπου, με όλες τις φαντασιώσεις του• πηλός είναι επίσης όλοι οι πονηροί άνθρωποι που πολεμούν τους δικαίους• πηλός είναι οι δαίμονες με τον τρόμο που σκορπούν.
 Είθε ο Κύριος να μας σώσει απ’ όλη αυτή τη χοϊκότητα, διότι Εκείνος μόνον είναι ικανός να το κάνει. Θα έπρεπε να αγωνιζόμαστε πρώτα απ’ όλα για να δούμε τον εχθρό μέσα μας• τον εχθρό ο οποίος προσελκύει τους άλλους εχθρούς.
 Η μεγαλύτερη τραγωδία του αμαρτωλού είναι ότι ασυνείδητα και χωρίς να το θέλει είναι σύμμαχος των ίδιων των εχθρών του!
 Απεναντίας, ο δίκαιος άνθρωπος έχει ριζωμένη στον Θεό και στη βασιλεία του Θεού τη δύναμη της ψυχής του και γι’ αυτό δεν φοβάται. Δεν φοβάται τον εαυτό του κι επομένως δεν φοβάται και τους άλλους εχθρούς του.
 Δεν φοβάται, διότι δεν είναι σύμμαχος ούτε συνεργός των εχθρών της ψυχής του. Κατά συνέπεια, ούτε άνθρωποι ούτε δαίμονες μπορούν να τον βλάψουν. Ο Θεός είναι σύμμαχός του και οι άγγελοι του Θεού είναι προστάτες του. Τί μπορεί τότε να του κάνει ένας άνθρωπος; Τί μπορούν να του κάνουν οι δαίμονες; Τί μπορεί να του κάνει ο πηλός;
 Ω Κύριε και Θεέ, Τριάς Ομοούσιε, Συ ο Δημιουργός που ενεφύσησες ζώσες ψυχές στα πήλινα σώματά μας, σώσε μας κατά το μέγα Σου έλεος!



Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Ο Πρόλογος της Αχρίδος», Έκδοσις Άθως

«Να διαβάζεις κάθε μέρα το Θεοτοκάριο. Αυτό θα σε βοηθήσει πολύ να αγαπήσεις την Παναγία

Τὸ Θεοτοκάριον εἶναι µοναχικὸ βιβλίο, τὸ ὁποῖο περιέχει κανόνες πρὸς τιµὴν τῆς Θεοτόκου σὲ ὅλους τοὺς ἤχους, διαφόρων ὑµνογράφων, οἱ ὁποῖοι ψάλλονται στὰ µοναστήρια ἀπὸ εὐλάβεια πρὸς τὴν Παναγία. Χρήση τοῦ Θεοτοκαρίου στὸν κόσµο γίνεται κυρίως τὴν περίοδο τῆς µεγάλης Σαρακοστῆς(ἀπὸ τὴν β΄ ἑβδοµάδα τῶν νηστειῶν καὶ ἐντεῦθεν), ὁπότε καὶ χρησιµοποιεῖται
στὴν ἀκολουθία τοῦ µεγάλου ἀποδείπνου.

Ο πατήρ Παΐσιος έλεγε σε κάποια Μοναχή: «Να διαβάζεις κάθε μέρα το Θεοτοκάριο. Αυτό θα σε βοηθήσει πολύ να αγαπήσεις την Παναγία. Και να δεις η Παναγία μετά!...Θα σου δώσει μεγάλη παρηγοριά»! 
«Και πότε να διαβάζω το Θεοτοκάριο», τον ρώτησε αυτή η Μοναχή. «Το βράδυ ή το πρωί;». 
«Καλύτερα τις πρωινές ώρες – της απήντησε ο Γέροντας –, ώστε αυτά που διαβάζεις, να τα έχεις στο νου σου όλη την ημέρα. Το Θεοτοκάριο πολύ βοηθάει. Θερμαίνεται η καρδιά και συγκινείται».
 Και μνημόνευε ο άγιος Γέροντας Παΐσιος τον Αγιορείτη παπα-Κύριλλο, τον Ηγούμενο της Μονής Κουλτουμουσίου, που δεν μπορούσε να συγκρατηθεί από τους λυγμούς και τα δάκρυα, όταν διάβαζε το Θεοτοκάριο!



Αυτό που κυρίως έκανε γνωστό τον Άγιο Νικόδημο ως θεοτοκόφιλο συγγραφέα είναι το γνωστό συλλεκτικό έργο «Θεοτοκάριο», το οποίο από την εποχή του Αγίου Νικοδήμου έχει εισαχθή προς χρήση στην λατρεία ιδιαίτερα στις μονές του Αγίου Όρους. Στο έργο αυτό ο Άγιος έχει συγκεντρώσει εξηνταδύο κανόνες (62) εικοσιδύο (22) μεγάλων υμνογράφων, στους οποίους μάλιστα, δίδει ωραίους χαρακτηρισμούς: 
«Λέγω δη Ανδρέας ο Κρήτης, ο αρχηγός των μελωδών και κύκνος της Εκκλησίας ο λιγυρόφωνος. Ιωάννης ο Δαμασκηνός, η μουσικωτάτη και γλυκύφωνος του Χριστού αηδών. Θεοφάνης Νικαίας ο Γραπτός, ο ηδύλαλος και ωδικώτατος κόττυφος. Ιωσήφ Υμνογράφος, η πολύφωνος, και τορόφωνος των πιστών χελιδών». Συνεχίζει για τους είκοσι δύο υμνογράφους να βρίσκει παρόμοιους χαρακτηρισμούς. 

Σχετικά με το «Θεοτοκάριο» υπάρχει μία συγκινητική σύσταση προς τον π. Θεόκλητο του γνωστού Γέροντος Αθανασίου του Ιβηρίτου, μεγάλου λάτρη και υμνητή της Παναγίας μας, ο οποίος επί πολλά έτη διετέλεσε βιβλιοθηκάριος της Ι. Μονής των Ιβήρων. Του γράφει τα εξής ο Γέροντας Αθανάσιος: «Να αφήσεις ένα Χαιρετισμόν από τους τρεις και να εισαγάγης το Θεοτοκάριον καθ' ημέραν. Θα ευαρεστήσης τη Δεσποίνη και τω συλλέκτη Αγίω Νικοδήμω. Πρόσεξε την σκέψιν ταύτην, που μου επήλθεν εν στιγμή αναγνώσεως του Θεοτοκαρίου. Οι Χαιρετισμοί και το Θεοτοκάριον, ο ουρανός και η γη να παρέλθουν, αυτά όμως να μη λείψουν καμμίαν ημέραν του έτους».



Ο ἅγιος Νεκτάριος, πού μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ καί τήν ἁγιότητά του εἵλκυσε στούς καιρούς μας τήν ἀγάπη, τήν τιμή καί τήν εὐλάβεια ὅλων τῶν ᾿Ορθοδόξων, ἦταν καί πολυγραφώτατος συγγραφεύς. Τό ἁγιασμένο πνεῦμα του μᾶς ἄφησε συγγράμματα θεολογικά, δογματικά, λειτουργικά καί οἰκοδομητικά, πού κυκλοφοροῦν καί μελετῶνται ἀπό πολλούς πιστούς.
Συγχρόνως εἶχε καί χάρισμα ποιητικό, ὑμνογραφικό καί ἀνύμνησε μέ αὐτό πρό πάντων τήν ῾Υπεραγία Θεοτόκο, τήν ὁποία ἰδιαιτέρως εὐλαβεῖτο.

Συνέθεσε πολλούς ὕμνους καί ὠδές πρός τήν ᾿Αειπάρθενον, πού ἀπετέλεσαν μιά ὡραία συλλογή μέ τίτλο «Θεοτοκάριον». Στήν εἰσαγωγή αὐτοῦ τοῦ βιβλίου ἀναφέρει ὁ ἴδιος ὅτι οἱ ὕμνοι του αὐτοί εἶναι ἔκφρασι τῆς εὐγνωμοσύνης του πρός τήν Παναγία.
«᾿Εποίησα ᾠδάς τινας καί ὕμνους πρός αἴνεσιν καί ἀνύμνησιν τῆς Παναγίας Μητρός τοῦ Κυρίου, τῆς Γοργοεπηκόου καί ταχείας εἰς ἀντίληψιν, βοήθειαν καί προστασίαν τῶν ἐπικαλουμένων αὐτήν, καί πρός ἔκφρασιν τῆς ᾿Απείρου πρός αὐτήν εὐγνωμοσύνης μου διά τάς πολλάς πρός ἐμέ Αὐτῆς εὐεργεσίας».

Στίς ᾿Ωδές καί στούς ῞Υμνους αὐτούς ἀπευθύνεται ὁ ῞Αγιος μέ θερμό καί προσωπικό τρόπο πρός τήν Θεοτόκο καί καταφεύγει μέ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στήν Χάρι της.
«Παναγία μου, Δέσποιν᾿ ἐπάκουσον,
εἰς τήν Σήν παρρησίαν ἐπήλπισα»,
λέγει στήν Α´ ᾿Ωδή. Καί στόν Ζ´ ῞Υμνο προσθέτει·
«Δέσποινά μου Θεοτόκε,
ἡ ἐλπίς μου, ἡ ἰσχύς μου,
ἡ θερμή μου προστασία
σκέπη καί καταφυγή μου...».
Ωρισμένοι ἀπό τούς ὕμνους τοῦ ῾Αγίου, ὅπως ὁ πασίγνωστος καί κοσμαγάπητος «῾Αγνή Παρθένε», μελοποιήθηκαν καί ψάλλονται καί εὐφραίνουν τήν καρδιά μας.



῞Ολοι δέ γενικά οἱ ὕμνοι τοῦ «Θεοτοκαρίου» του βοηθοῦν στίς προσευχές μας καί στήν ἔκφρασι τῆς τιμῆς μας πρός τήν Θεομήτορα.

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Μας λείπουν τὰ λεφτά;


π. Δημητρίου Μπόκου
Τὸ νὰ εἶ­σαι φτω­χός, δὲν ἐμ­πο­δί­ζει νὰ εἶ­σαι ἐ­λε­ή­μων καὶ φι­λάν­θρω­πος. Σή­με­ρα νο­μί­ζου­με, ὅ­τι γιὰ νὰ βο­η­θᾶς τὸν συ­νάν­θρω­πό σου, πρέ­πει νὰ ἔ­χεις. Τό­σα πολ­λά, ποὺ νὰ σοῦ πε­ρισ­σεύ­ουν. Ἀλ­λι­ῶς τί νὰ δώ­σεις;
Πα­λι­ό­τε­ρα ὅ­μως οἱ Χρι­στια­νοὶ ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κοί. Δὲν κοί­τα­ζαν ἂν πε­ρισ­σεύ­ει κά­τι γιὰ νὰ δώ­σουν. Ἀλ­λ’ ἀ­π’ αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χαν, λί­γο ἢ πο­λύ, βο­η­θοῦ­σαν καὶ τὸν φτω­χό. Ἡ ἀ­γά­πη, ἡ φι­λαν­θρω­πί­α, ἦ­ταν πάν­τα ὑ­πό­θε­ση καρ­διᾶς, ὄ­χι χρη­μά­των.


με­γά­λος Ρῶ­σος συγ­γρα­φέ­ας Μα­ξὶμ Γκόρ­κη, ποὺ ξε­κί­νη­σε τὴ ζω­ή του πάμ­φτω­χος καὶ ὀρ­φα­νός, ἀ­να­φέ­ρει συ­χνὰ στὰ γρα­πτά του τὴ για­γιά του. 
Μιὰ φτω­χειὰ θε­ο­φο­βού­με­νη γυ­ναί­κα, ποὺ τὸν μά­θαι­νε ἔμ­πρα­κτα τὴ μυ­στι­κὴ φι­λαν­θρω­πί­α. Γρά­φει λοι­πὸν ὁ Γκόρ­κη στὸ ἔρ­γο του «Στὰ ξέ­να χέ­ρια»:
«Κα­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα ἡ για­γιὰ μὲ ξύ­πνη­σε χα­ϊ­δευ­τι­κά.
- Πᾶ­με; Ἅ­μα μο­χθή­σεις γιὰ τὸν κο­σμά­κη, τὰ χέ­ρια σου θὰ γι­ά­νου­νε πιὸ γρή­γο­ρα (ὁ Γκόρ­κη εἶ­χε ζε­μα­τί­σει τὰ χέ­ρια του μὲ βρα­στὸ νε­ρό).
Μὲ πῆ­ρε ἀ­π’ τὸ χέ­ρι καὶ μὲ ὁ­δή­γη­σε μὲς στὸ σκο­τά­δι σὰν τυ­φλό. Ἡ νύ­χτα ἦ­ταν μαύ­ρη, ὑ­γρή, φύ­σα­γε ἀ­στα­μά­τη­τα… Ἡ για­γιὰ κον­το­ζύ­γω­νε προ­σε­χτι­κὰ στὰ σκο­τει­νὰ πα­ρά­θυ­ρα, στὰ φτω­χό­σπι­τα, σταυ­ρο­κο­πι­ό­ταν τρεῖς φο­ρές, ἄ­φη­νε στὸ περ­βά­ζι πέν­τε κα­πί­κια (λε­πτὰ) καὶ τρί­α κου­λου­ρά­κια, ξα­να­σταυ­ρο­κο­πι­ό­ταν κοι­τά­ζον­τας τὸν δί­χως ἄ­στρα οὐ­ρα­νὸ καὶ ψι­θύ­ρι­ζε:
- Πα­να­γί­α, Δέ­σποι­να τῶν Οὐ­ρα­νῶν, βο­ή­θη­σε τὸν κο­σμά­κη! Ὅ­λοι μας, …ὂ­λοι μας εἴ­μα­στε ἁ­μαρ­τω­λοὶ μπρο­στά σου, μη­τε­ρού­λα!

Ὅ­σο ξε­μα­κραί­να­με ἀ­π’ τὸ σπί­τι, τό­σο πιὸ ἔ­ρη­μα καὶ νε­κρω­μέ­να γί­νον­ταν ἕ­να γύ­ρω… Δώ­δε­κα φο­ρὲς σί­μω­σε ἡ για­γιὰ στὰ πα­ρά­θυ­ρα, ἀ­φή­νον­τας στὰ περ­βά­ζια τὴν «κρυ­φὴ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη». Ἄρ­χι­σε νὰ χα­ρά­ζει, μὲς ἀ­π’ τὸ σκο­τά­δι φυ­τρώ­να­νε γκρί­ζα σπί­τια…
- Κου­ρά­στη­κε ἡ γριά, ἔ­λε­γε ἡ για­γιά, και­ρὸς νὰ γυ­ρί­σου­με σπί­τι. Θὰ ξυ­πνή­σουν αὔ­ριο οἱ νοι­κο­κυ­ρά­δες καὶ θὰ δοῦν πὼς ἡ Με­γα­λό­χα­ρη κά­τι ἔ­χει φέ­ρει γιὰ τὰ παι­δά­κια τους. Ὅ­ταν σοῦ λεί­πουν ὅ­λα, καὶ τὸ λί­γο πιά­νει τό­πο! Ὤχ, μι­κρέ μου Ἀ­λι­ό­σα (αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα τοῦ Γκόρ­κη), με­γά­λη φτώ­χεια στὸν κο­σμά­κη καὶ δὲν τὸν γνοι­ά­ζε­ται κα­νέ­νας.

Ὁ πλού­σιος τὸν Κύ­ριο δὲν σκέ­φτε­ται, τὴν τρο­με­ρή του κρί­ση δὲν φαν­τά­ζε­ται,
τὸν φτω­χὸ δὲν τὸν ἔ­χει δι­κὸ μη­δὲ ἀ­δερ­φὸ, γι­ο­μί­ζει μο­νά­χα σα­κοῦ­λες χρυ­σὸ,
τὸ χρυ­σί­ον θὰ γί­νει στὴν κό­λα­ση κάρ­βου­νο!
- Ἔ­τσι εἶ­ναι! Πρέ­πει νὰ ζεῖ ὁ φί­λος γιὰ τὸν φί­λο κι ὁ Θε­ὸς γιὰ ὅ­λους!…

Νοι­ώ­θω ἀ­ό­ρι­στα πὼς πῆ­ρα μέ­ρος σὲ κά­τι ποὺ δὲν θὰ τὸ ξε­χά­σω πο­τέ… Κά­τσα­με δί­πλα στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα, σ’ ἕ­να παγ­κά­κι… κι ἡ για­γιὰ μοῦ ’­λε­γε:
- Εἶ­ναι ’­δῶ μιὰ Ὁ­βριὰ κι ἔ­χει ἐν­νιὰ ψυ­χὲς παι­διά, τό ’­να μι­κρό­τε­ρο ἀ­π’ τ’ ἄλ­λο. Τὴ ρω­τά­ω: Πῶς τὰ φέρ­νεις βόλ­τα, Μο­σέβ­να; Κι αὐ­τὴ μοῦ λέ­ει: Μὲ τὸν Θε­ό μου ζῶ, μὲ ποι­ὸν ἄλ­λο νὰ ζή­σω;

Ἔ­γει­ρα στὸ ζε­στὸ πλευ­ρὸ τῆς για­γιᾶς καὶ μὲ πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος…

…Στὸ δά­σος ὅ­λο τὸ κα­λο­καί­ρι ὣς ἀρ­γὰ τὸ φθι­νό­πω­ρο μά­ζευ­ε χόρ­τα, βα­τό­μου­ρα, μα­νι­τά­ρια καὶ φουν­τού­κια… Ἡ για­γιὰ τὰ πού­λα­γε καὶ βγά­ζα­με τὸ ψω­μί μας… Ἀ­πὸ κά­τι γρα­τζου­νι­ὲς στὴ φλού­δα τοῦ δέν­τρου ποὺ μό­λις τὶς ξε­χώ­ρι­ζες, μοῦ ’­δει­χνε τὶς κου­φά­λες τοῦ σκί­ου­ρου καὶ ’­γὼ σκαρ­φά­λω­να στὸ δέν­τρο κι ἄ­δεια­ζα τὴ φω­λιά του, παίρ­νον­τάς του τὶς προ­μή­θει­ες γιὰ τὸν χει­μώ­να σὲ φουν­τού­κια…

Κά­θε φο­ρὰ ποὺ μά­ζευ­ε λί­γα χρή­μα­τα ἀ­π’ τὰ μα­νι­τά­ρια καὶ τὰ φουν­τού­κια ποὺ πού­λα­γε, τ’ ἄ­φη­νε στὰ περ­βά­ζια κά­νον­τας τὶς «κρυ­φὲς ἐ­λε­η­μο­σύ­νες» της. Κι αὐ­τή, ἀ­κό­μα καὶ τὶς γι­ορ­τά­δες, φό­ρα­γε κου­ρέ­λια καὶ μπα­λω­μέ­να.
- Χει­ρό­τε­ρη κι ἀ­πὸ ζη­τιά­να γυ­ρί­ζεις, μὲ ντρο­πιά­ζεις! γκρί­νια­ζε ὁ παπ­πούς.
- Δὲν πει­ρά­ζει, δὲν εἶ­μαι κό­ρη σου κι οὔ­τε πά­ω γιὰ νύ­φη».

Ἡ καρ­διὰ τῆς για­γιᾶς αὐ­τῆς ἦ­ταν γε­μά­τη ἀ­γά­πη. Γι’ αὐ­τὸ δὲν ἔ­βλε­πε τὴ φτώ­χεια τὴ δι­κή της, ἀλ­λὰ σκε­φτό­ταν πρῶ­τα τὴ φτώ­χεια τοῦ ἄλ­λου, ὅ­πως πα­ραγ­γέλ­λει τὸ ἅ­γιο Εὐ­αγ­γέ­λιο (Α΄ Κορ. 10, 24). Ἡ ἀ­γά­πη της τὴν ἔ­σπρω­χνε νὰ βρί­σκει τοὺς πιὸ πε­ρί­ερ­γους τρό­πους γιὰ νὰ βο­η­θή­σει. Ἂν κοί­τα­ζε τὸν ἑ­αυ­τό της, δὲν θὰ τῆς πε­ρίσ­σευ­ε πο­τὲ καὶ γιὰ κα­νέ­ναν τί­πο­τε. Εἶ­χε ὅ­μως καρ­διὰ καὶ οὔ­τε ποὺ ἔ­νοι­ω­θε νὰ τῆς λεί­πουν τὰ λε­φτά.

Ὑ­πέ­ρο­χες ψυ­χές!

Σί­γου­ρα σή­με­ρα ἐ­μεῖς ἔ­χου­με πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­π’ τὴ για­γιά, ποὺ πρό­σμε­νε νὰ τὴν τα­ΐ­σουν οἱ σκί­ου­ροι. Σὰν τί ἀ­πο­λο­γί­α θά ’­χου­με λοιπὸν γι’ αὐτὸν τὸν μί­ζε­ρο ἐγ­κλει­σμό μας στὸ κα­βού­κι τοῦ ἑ­αυ­τού­λη μας; Τί χει­ρό­τε­ρο κα­κὸ ἄλ­λω­στε ἔ­κα­νε καὶ ὁ ἄ­φρων πλού­σιος τῆς πα­ρα­βο­λῆς; (Λουκ. 12, 13-21).

Καιρὸς ν’ ἀ­φή­σου­με τὴ φί­λαυ­τη καὶ στεί­ρα λο­γι­κή μας. Ἂς δώ­σου­με πι­ό­τε­ρη ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸν Θε­ό, ποὺ λέ­ει πὼς πλου­τί­ζει καὶ δὲν φτω­χαί­νει ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη (Τωβ. 4, 9-10· 12, 8-10).

Ὄ­χι Χρι­στού­γεν­να λοιπὸν καὶ Πά­σχα μόνο, ἀλ­λὰ πάν­το­τε ἂς δί­νου­με δυ­να­μι­κὰ τὸ «πα­ρών», ἁ­μιλ­λώ­με­νοι σὲ προ­σφο­ρὰ ἀ­γά­πης. Δὲν τρῶνε μό­νο στῶν γι­ορ­τῶν τὶς μέρες οἱ φτωχοί, μὰ ὁ­λό­κλη­ρο τὸν χρό­νο, ὅ­πως ὅ­λοι μας. Καὶ στοὺς καιροὺς τῆς κρί­σης δὲν λι­γο­στεύ­ουν, μὰ πληθαίνουν πάντα οἱ φτω­χοί. Τότε χρειάζεται ν’ αὐξάνουμε τὶς καλωσύνες μας κι ἐμεῖς, ἀν­τὶ νὰ τὶς στε­ρεύ­ου­με.

Τὸ χέ­ρι τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ν’ ἁ­πλω­μέ­νο ἀ­δι­ά­κο­πα, ζη­τι­α­νεύ­ον­τας τὴν ὅ­ποι­α προ­σφο­ρά μας.
Λεφτὰ ὑπάρχουν! Ὅπου ὑπάρχει καὶ καρδιά!
Μόνο νὰ θέ­λου­με! Καὶ ἡ ἀ­γά­πη πάν­το­τε θὰ βρί­σκει τρό­πο!


πηγή

Μεγαλυνάρια Χριστουγέννων Α΄Ήχος (ΒΙΝΤΕΟ)

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΑ


Ψαλλόμενα εντή Ωδή ταύτη  Ήχος α'

Μεγάλυνον ψυχή μου, τήν τιμιωτέραν, καί ενδοξοτέραν τών άνω στρατευμάτων. (Δίς)

Μεγάλυνον ψυχή μου, τόν εκ τής Παρθένου, Θεόν σαρκί τεχθέντα.

Μεγάλυνον ψυχή μου, τόν εν τώ Σπηλαίω, τεχθέντα Βασιλέα.

Μεγάλυνον ψυχή μου, τών υπό τών Μάγων, Θεόν προσκυνηθέντα.

Μεγάλυνον ψυχή μου, τόν υπό Αστέρος, τοίς Μάγοις μηνυθέντα.

Μεγάλυνον ψυχή μου, τήν αγνήν Παρθένον, τήν γεννησαμένην, Χριστόν τόν Βασιλέα.

Μάγοι καί Ποιμένες, ήλθον προσκυνήσαι, Χριστόν τόν γεννηθέντα, εν Βηθλεέμ τή πόλει.

Έτερα εις τόν Ιαμβικόν Κανόνα

Σήμερον η Παρθένος, τίκτει τόν Δεσπότην, ένδον εν τώ Σπηλαίω.

Σήμερον ο Δεσπότης, τίκτεται ως βρέφος, υπό Μητρός Παρθένου.

Σήμερον οι Ποιμένες, βλέπουσι τόν Σωτήρα, σπαργάνοις ειλημένον, καί κείμενον εν Φάτνη.

Σήμερον ο Δεσπότης, ράκει σπαργανούται, ο αναφής ως βρέφος.

Σήμερον πάσα κτίσις, αγάλλεται καί χαίρει, ότι Χριστός ετέχθη, εκ τής Παρθένου Κόρης.

Ουράνιαι Δυνάμεις τεχθέντα τόν Σωτήρα, Κύριον καί Δεσπότην, μηνύουσι τώ κόσμω.

Δόξα...
Μεγάλυνον ψυχή μου, τής τρισυποστάτου, καί αδιαιρέτου, θεότητος τό κράτος.

Καί νύν...
Μεγάλυνον ψυχή μου, τήν λυτρωσαμένην, ημάς εκ τής κατάρας.

Αν ο καθένας σκέπτουνταν λιγότερο το άτομό του...

-...Εγώ δεν κάνω τίποτα και βαριούμαι φοβερά!
Να, σήμερα το πρωί, ώσπου να ξυπνήσει ο αδερφός μου, περνούσα και ξαναπερνούσα το χέρι μου μες στις αχτίδες του ήλιου και κοίταζα τα σκονάκια που χοροπηδούσαν, έτσι, για να περνά η ώρα.
Δεν ξέρω πως να σκοτώσω τις ατέλειωτες ώρες της ημέρας!
Η Γνώση γέλασε.
-Θες να τις σκοτώσεις ή να τις μεταχειριστείς;ρώτησε
-Το ίδιο δεν κάνει;
-Όχι! Η ώρα πάντα περνά. Μα αν κάνεις περιττά πράματα, τη σκορπάς, ενώ αν κάνεις δουλειές με σκοπό, τη μεταχειρίζεσαι.
-Δεν το συλλογίστηκα αυτό ποτέ, είπε συλλογισμένο το Βασιλόπουλο.
Και μένα η ώρα μου φαίνεται ατελείωτη!
-Και όμως η ώρα είναι πολύτιμη, αποκρίθηκε η Γνώση.
Σε τι καταγίνεσαι όλη μέρα;
-Σε τίποτα! Σε τι μπορώ να καταγίνω;
Ο καθένας ζει και καταγίνεται για τον εαυτό του, κι εγώ δεν έχω ανάγκη από τίποτα.
-Μα ο τόπος σου έχει ανάγκη από σένα.
-Μπα! Ο καθένας φροντίζει για τον εαυτό του και κουτσοζεί.
-Καλά το είπες, πως κουτσοζεί. Το καταδέχεσαι όμως;
-Τι να του κάνω;
-Αν ο καθένας σκέπτουνταν λιγότερο το άτομό του και δούλευε περισσότερο για το γενικό καλό, θα έβλεπε μια μέρα πως πάλι για τον εαυτό του δούλεψε, και πως αντί να κουτσοζεί κατάφερε να καλοζεί.

Απόσπασμα από το "Παραμύθι χωρίς όνομα" της Πηνελόπης Δέλτα


πηγή/αντιγραφή

O Παπαδιαμάντης για τα Χριστούγεννα

«Ἐὰν τὸ Πάσχα εἶναι ἡ λαμπρότατη τοῦ Χριστιανισμοῦ ἑορτή, τὰ Χριστούγεννα βεβαίως εἶναι ἡ γλυκύτατη καὶ συγκινητικωτάτη, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέκαθεν ἐθεωρήθη ὡς οἰκογενειακὴ κατ' ἐξοχὴν ἑορτή.
Ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ δὲ τὰ κατ' αὐτὴν ἀνεπτύχθησαν καὶ διετυπώθησαν ὄντως, ὥστε προσέλαβεν ἰδιόρρυθμον τίνα τύπον, καὶ ἤθη, ἔθιμα καὶ παραδόσεις ἰδιαίτεραι πρὸς αὐτὴν συνεκροτήθησαν καὶ ἐπ' αὐτῆς ἀντεπέδρασαν.
Ὁλόκληρον φιλολογίαν ἀποτελούσι τὰ λεγόμενα Contes de Noel, τὰ Χριστουγεννιάτικα δήλ. παραμύθια, ὧν τίνα ἐξόχων συγγραφέων ἔργα εἶναι ὡραιότατα, βιβλιοθήκην δὲ ὁλόκληρον δύνανται νὰ γεμίσωσι τὰ κατ' ἔτος ἐκδιδόμενα Christmas Numbers, τὰ ἔκτακτα δήλ. φυλλάδια τῶν εἰκονογραφημένων περιοδικῶν τὰ δημοσιευόμενα ἐπὶ τῇ ἑορτῇ τῶν Χριστουγέννων, μετὰ καλῶν εἰκόνων καὶ ποικιλωτάτης τερπνῆς ὓλης.
Οὐδὲν δὲ ἄπορον ἂν ἐν τῇ Δύσει ἰδίως ἀνεπτύχθη ἡ ἑορτὴ αὔτη, διότι ἐκ τῆς Δύσεως ἔχει ἂν ὄχι τὴν ἀρχήν, τουλάχιστον τὴν τάξιν καὶ τὴν σύστασιν.
Γνωστὸν ὅτι πρῶτος ὁ θεῖος Χρυσόστομος, «ἐλθόντων τινῶν ἀπὸ τῆς Δύσεως καὶ ἀπαγγειλάντων», ἐκανόνισε τὴν ἑορτὴν ταύτην ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ἐκκλησίᾳ, ὄτε, κατ' αὐτὸν τὸν μήνα Δεκέμβριον τῇ ιε', ἐχειροτονήθη πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, περὶ τὰ τέλη τοῦ δ' αἰῶνος.

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

Αυτοί λοιπόν είναι οι ξενύχτηδες του Θεού!

 Κάποιοι ερημίτες, μοναχοί, άγνωστοι σε μας αλλά γνωστοί στο Θεό διανυκτερεύουν προσευχόμενοι για σένα.
Απόψε στο Άγιο Όρος και σε άλλα μοναστικά-πνευματικά κέντρα της Ορθοδοξίας σε όλο τον κόσμο, κάποιοι ταπεινοί άνθρωποι αγρυπνούν κάνοντας προσευχή για όλο τον κόσμο.

 Κάποιοι ερημίτες σε δάση και σπηλιές, κάποιοι μοναχοί σε μικρά κελλιά, άγνωστοι σε μας αλλά γνωστοί στο Θεό, πιθανόν όμως και ολόκληρες μοναστικές αδελφότητες, διανυκτερεύουν προσευχόμενοι για σένα, αδελφέ μου, αδελφή μου, για μένα, για τους δικούς μας, για όλη την ανθρωπότητα.

 Δεν προσεύχονται μόνο για να σώσουν την ταπεινή ψυχούλα τους, αλλά για τη βοήθεια, την ευλογία και τη σωτηρία όλου του κόσμου. Αυτό είναι το έργο των μοναχών στην Ορθοδοξία –και δευτερευόντως κάνουν και πολλά άλλα πνευματικά και κοινωνικά έργα.

 Αλλά και ιερείς μέσα στον κόσμο, καθώς και λαϊκοί, δηλ. όχι ιερείς και μοναχοί, υπάρχουν, που προσεύχονται με φλόγα αγάπης για όλο τον κόσμο και κάποιοι απ’ αυτούς ξενυχτούν απόψε για σένα, χωρίς να σε γνωρίζουν. Ξενυχτούν για τον πονεμένο, το δυστυχισμένο, τον αδικημένο, για κάθε ψυχή.

 Και ο Θεός ακούει. Η Παναγία ακούει. Οι άγιοι ακούνε. Μπορεί να φαίνεται πως δεν ακούνε, αλλά όταν φανεί ότι ακούνε, θα φανεί για τα καλά.

 Ο Άγιος Πορφύριος έβλεπε τις νυχτερινές προσευχές των Αγιορειτών ν’ ανεβαίνουν στον ουρανό σαν καπνοί λιβανιού.

 Ο γέροντας Σωφρόνιος, κατά την προσευχή του υπέρ όλου του κόσμου, ένιωθε την κακία των ανθρώπων να βαραίνει σα σκοτεινό σύννεφο την καρδιά του. Πρόσθετε όμως ότι, αν δεν υπήρχαν άνθρωποι που προσεύχονται με ένταση υπέρ του κόσμου, η «εξουσία του σκότους» θα ισχυροποιούσε την κυριαρχία της σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι σήμερα (Περί προσευχής, 1994, σελ. 93-94).

 Ο άγιος Βαρσανούφιος είχε πει πως οι προσευχές τριών αγίων της εποχής του εμπόδιζαν την καταστροφή του κόσμου: κάποιου από τους Αγίους Τόπους, ενός Ηλία από την Κόρινθο και ενός Ιωάννη από τη Ρώμη.

 Αυτοί λοιπόν είναι οι ξενύχτηδες του Θεού. Οι ξενύχτηδες που φροντίζουν όχι να λυθούν ως διά μαγείας αυτόματα τα προβλήματά μας, αλλά να μένει κάποιο Φως ανοιχτό, για να βρίσκουμε το δρόμο μέσα στη Νύχτα και να τον δείχνουμε και σε άλλους με την αγάπη και την ιεραποστολή μας. Οι ξενύχτηδες κάθε νύχτας…

 Μη σταματάς, αδελφέ μου, αδελφή μου, ένωσε την προσευχή σου μαζί τους. Ένωσε την αγάπη σου με τη δική τους, ένωση την καρδιά σου με τη δική τους. Η Νύχτα προχωράει και χρειάζομαι το Φως σου κι εσύ το δικό μου και όλοι μαζί το Φως των προσευχών εκείνων των αφανών ορθόδοξων πνευματικών εργατών και –πάνω απ’ όλα– το Φως στο οποίο οδηγούν όλα αυτά τα μικρά Φώτα των προσευχών μας: το Φως του Χριστού, το Φως Που Δεν Είναι Φως Και Γνωρίζει Το Όνομά Μας.

 Αναρωτιέμαι αν στις διάφορες αιρέσεις που έχουν γίνει μόδα και χιονοστιβάδα στην εποχή μας υπάρχουν πολλοί, ή έστω και ένας, που ξενυχτάει απόψε προσευχόμενος αθόρυβα και ταπεινά για όλο τον κόσμο… Αν υπάρχει, ο Θεός ας τον ελεήσει κι ας λάμψει μέσα του το Φως της Αλήθειας και της Αγάπης.


πηγή