ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Παρασκευή 24 Απριλίου 2015

ΟΤΑΝ ΚΑΠΟΥ ΣΤΑ ΒΑΘΗ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΕΙΣ…

Γράφει ο Νίκος Χειλαδάκης
Στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα αυτός και ο φίλος του ο Μ…, είχαν πάει με διάφορα μέσα ακόμα και με οτοστόπ ένα παρθενικό ταξίδι στο εσωτερικό της Ανατολίας.
Υπήρχε η αίσθηση ότι βρίσκονταν σε ένα εχθρικό περιβάλλον καθώς ξάφνου συναντούσαν σε κάποια βιτρίνα την φωτογραφία ενός… «ήρωα» από την εισβολή στην Κύπρο.

Ήταν η πέμπτη μέρα τους στην Τουρκία και είχαν βρεθεί μετά από μια μοναχική περιήγηση στις λαξευτές εκκλησίες σε μια μικρή πόλη της Καππαδοκίας, το Νέβσεχιρ, (Νεάπολη), και περίμεναν να έρθει το λεωφορείο που θα τους πήγαινε στην Άγκυρα, στη μεγάλη πρωτεύουσα του Κεμάλ Ατατούρκ και της σύγχρονης Τουρκίας.

Ήταν απόγευμα και αφού είχαν ακόμα δυο ώρες περίπου στη διάθεσή τους, αποφάσισαν να κάνουν μια βόλτα στο παζάρι.
Έβλεπε φυσιογνωμίες τόσο γνώριμες, λες και βρίσκονταν σε κάποια ελληνική κωμόπολη.
Το μόνο ίσως διαφορετικό ήταν οι αργόσυρτες φωνές του μουεζίνη στους μιναρέδες.

Εκεί που γύριζαν παρατηρώντας την αγορά και του κατοίκους, τους πλησίασε τότε κάποιος «ευγενικός» κύριος που είχε καταλάβει πως ήταν ξένοι και τους ρώτησε στα Γαλλικά: «Είστε Γάλοι;»
Ο φίλος του δίχως να διστάσει απάντησε: «Γιουνάν», (Έλληνας), κάτι που ο ίδιος δίσταζε να το πει, έχοντας μια βαθιά προκατάληψη της αμοιβαίας εχθρότητας μεταξύ των δύο λαών.

Ο ευγενικός κύριος αμέσως μόλις το άκουσε έμεινε για λίγο έκπληκτος, καθώς του ήταν πολύ δύσκολο να πιστέψει πως δυο Γιουνάν είχαν έρθει εδώ, στα βάθη της Ανατολίας, σε μια περίοδο όπου οι δυο χώρες βρίσκονταν σε κλίμα καλλιέργειας αμοιβαίας εχθρότητας.

Στη συνέχεια ήρθε η σειρά τους να εκπλαγούν.
Ο κύριος αυτός άνοιξε τα χέρια του και τους… αγκάλιασε σφιχτά σχεδόν κλαίγοντας.
Τους κάλεσε φανερά συγκινημένος να τον συνοδέψουν.
Στο δρόμο αφού ξεπέρασε τους δισταγμούς του άρχισε να μιλά στον ευγενικό αυτό κύριο στα τουρκικά.
Τότε η συγκίνησή του κύριου αυτού μεγάλωσε ακόμα περισσότερο καθώς είχε πλέον πειστεί απόλυτα πως είχε βρει κάποιους… «χαμένους του συγγενείς»!

Άρχισαν να ανεβαίνουν ένα μονοπάτι που οδηγούσε στο λόφο της πόλης και το τοπίο που απλωνόταν κάτω ήταν μαγευτικό. Θύμιζε ανατολίτικες σκηνές παραμυθιού με τους αιχμηρούς μιναρέδες να διασχίζουν τον ουρανό.
Σε λίγο έφτασαν σε μια γειτονιά όπου ένιωσε με τη σειρά του μεγάλη συγκίνηση καθώς όλα αυτά του φαίνονταν πως έκρυβαν κάτι το πολύ «δικό» του.

Και πράγματι, ο άλλος τους έδειξε μια παλιά σκαλιστή πόρτα όπου πάνω της υπήρχε μια επιγραφή στα… ελληνικά που έγραφε, «Καλημέρα».
Εδώ ήταν η ελληνική συνοικία.

Στη συνέχεια τους έδειξε μια βασιλική που ήταν η εκκλησία του χωριού και που τώρα ήταν αποθήκη. Ήταν μια μικρογραφία της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου της Θεσσαλονίκης, εδώ στα βάθη της Ανατολίας.
Μετά από τις αμοιβαίες συγκινήσεις, και αφού «ηρέμησαν» λίγο, κατέβηκαν από το ύψωμα και έφτασαν σε ένα καφενείο το οποίο βρισκόταν σε μια μικρή πλατεία.

Μέσα από το καφενείο διέκρινε κάποιες φιγούρες να τους παρακολουθούν και να τους χαιρετούν σαν να γνώριζαν ήδη ότι βρίσκονταν εκεί.
Βγήκε τότε έξω ένας πανύψηλος άντρας με ένα αγέρωχο αρχαϊκό ύφος και αφού τους κοίταξε για λίγο με έντονο βλέμμα ξαφνικά τους αγκάλιασε με τέτοια θέρμη που θα του έμεινε αξέχαστη λέγοντας: «Καρντεσίμ Γιουνάν»!

Φαινόταν σαν να έβγαζε κάποια απωθημένα από μέσα του συναντώντας τους… απογόνους κάποιων Γιουνανλάρ, που κάποτε βρίσκονταν και αυτοί εκεί, στην ίδια πόλη.
Όπως τους εξήγησαν αργότερα οι δυο καινούργιοι φίλοι τους, ήταν καθηγητές Αλεβήτες που είχαν μετατεθεί με δυσμενή μετάθεση σε εκείνη την περιοχή γιατί είχαν αναπτύξει… «προοδευτική» δράση και γι αυτό τους παρακάλεσαν να μην τους βγάλουν καμία φωτογραφία.

Και οι δυο, αν και δεν θυμάται πια τα ονόματά τους, θα του έμεναν αξέχαστοι, όπως αξέχαστη θα του έμεινε από τότε αυτή η χώρα όπου σε κάθε του βήμα ανακάλυπτε και ένα ελληνικό ίχνος, είτε αρχαίο, είτε βυζαντινό, είτε, τέλος, μικρασιάτικα ελληνικό.

Αυτό το ταξίδι στο οποίο συνάντησαν και άλλες «εκπλήξεις», ήταν ένα ορόσημο στην ζωή του και από τότε αποφάσισε να ασχοληθεί με ότι έχει σχέση με αυτόν τον ευλογημένο αλλά και ποτισμένο με αίμα, τόπο!
ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος

Ο Άγιος Σάββας, ο Ομολογητής Μητροπολίτης Τρανσυλβανίας(+24 Απριλίου 1683)

Αποτέλεσμα εικόνας για sfantul sava 1683
Ο Άγιος Σάββας, ο Ομολογητής, κατά κόσμον Συμεών, έζησε τον 17ο αιώνα στην Τρανσυλβανία. 
Αφού πέρασε κάποιο διάστημα στη μονή Κομάνα, όπου διδάχθηκε τα ιερά γράμματα, διορίσθηκε ως ιερέας στην περιοχή Αράντ. Το έτος 1656 εξελέγη Μητροπολίτης Τρανσυλβανίας ενώ η περιοχή βρισκόνταν υπό την κατοχή των Αψβούργων και ποίμανε το ποίμνιό του με ιερό ζήλο και αγάπη. Ήταν θερμός προστάτης και ομολογητής της Ορθοδόξου πίστεως και πολέμησε τις κακοδοξίες των Καλβινιστών
Για τον λόγο αυτό, το έτος 1680 , εκθρονίσθηκε και φυλακίσθηκε. Επί τρία ολόκληρα χρόνια υπέφερε στη φυλακή, για την αγάπη του Χριστού, πάνδεινα βασανιστήρια. Αποφυλακίσθηκε το έτος 1683 και μετά από λίγο καιρό, λόγω των κακουχιών και των βασάνων, παρέδωσε την αγία του ψυχή στον Θεό.Η μνήμη του τιμάται στις 24 Απριλίου.

Οἱ συνέπειες της Ἀναστάσεως του Χριστού στην καθημερινή ζωή(π.Ἰωνάς Μούρτος)

Moscow. Andronikov Monastery. The Bright Resurrection of Christ.. Photo: Galina Lapina
 Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ πιὸ σημαντικὸ μήνυμα στὴ ζωή μας. Ἂς προσπαθήσουμε νὰ τὸ δοῦμε ὄχι μόνο ἀπὸ τὴν θεολογικὴ - θρησκευτική του πλευρά, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ὀπτικὴ γωνία τοῦ κοινοῦ, τοῦ καθημερινοῦ ἀνθρώπου.
Ὅπου καὶ νὰ κοιτάξω στὴν ζωή μου βλέπω τὸν θάνατο νὰ παραμονεύει. Πρῶτα-πρῶτα ὅλοι ξέρουμε ὅτι εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔχει τὸν τελευταῖο λόγο, ὁ τελικὸς νικητής. Τὸ ξέρει καὶ τὸ ξέρουμε ὅτι δὲν θὰ τοῦ ξεφύγουμε στὸ τέλος.

 Στὸ διάβα στῆς ζωῆς μου βιώνω πολλοὺς θανάτους πρὶν ἀπὸ τὸν τελικό. Τὸ θάνατο τῶν ἐλπίδων μου καὶ τῶν προσδοκιῶν μου γιὰ μιὰ καλλίτερη ζωή. Τὴν ἀποτυχία πολλῶν σχεδίων. Ἡ ζωή μας εἶναι τόσα ὄνειρα, τόσες ὡραῖες προσδοκίες, ἀλλὰ οἱ πιὸ πολλὲς πεθαίνουν, δὲν πραγματοποιοῦνται, καὶ τελικὰ ἀφήνουν τὴν πίκρα, ἢ τὴν δικαιολογία τῆς συνθηκολόγησης, ὅτι ἔτσι εἶναι ἡ ζωή.

Τὸν διακρίνω νὰ ἀρχίζει νὰ ροκανίζει τὴν δύναμή μου, τὴν νιότη μου, πιὸ πολὺ τὴν διανοητική μου ἱκανότητα. Προσπαθεῖ νὰ σβήσει τὴ μνήμη μου. Ἀσπρίζει τὰ μαλλιά μου. Δὲν μὲ ἀφήνει νὰ βλέπω τὸν κόσμο.

Πολλὰ θὰ μποροῦσα νὰ πῶ ἀλλὰ ἴσως δὲν χρειάζεται, ὅλοι μας ξέρουμε πῶς εἶναι τὸ ἄσχημο πρόσωπο τοῦ θανάτου (Χεμινγουέι). Καὶ ἂν πεῖ κανείς, δὲν μὲ νοιάζει μπορῶ νὰ τὸν κοιτάζω κατάματα, μὲ περιφρόνηση καὶ εἰρωνεία, καὶ νὰ τὸν φτύσω καταπρόσωπο τὴν ὥρα ποὺ θὰ μοῦ παίρνει τὴ ζωή, θὰ τὸ καταλάβαινα, ξέρω τί θὰ πεῖ νὰ πεθαίνεις μὲ ἀξιοπρέπεια τουλάχιστον, ὁ Ἀλμπὲρ Καμὺ τὸ ἐξέφρασε τόσο ὄμορφα, ὅμως καὶ πάλι μὲ νικᾶ.


Ὁ θάνατος αὐτῶν ποὺ ἀγαπῶ εἶναι πιὸ ὀδυνηρός. Πῶς θὰ ἀντέξω νὰ πεθαίνει ὅτι ἀγάπησα; Πόσο ὀδυνηρὸ εἶναι νὰ πεθαίνουν τὰ λουλούδια, νὰ πεθαίνει κάθε ὀμορφιά! Πολὺ περισσότερο εἶναι τρομερὸ νὰ πεθαίνει τὸ πρόσωπο ἢ τὰ πρόσωπα ποὺ ἀγαπῶ. Ὅτι ἀγαπῶ εἶναι αὐτὸ ποὺ στοιχειοθετεῖ τὴν ζωή μου. Εἶναι αὐτὸ ποὺ τῆς δίνει νόημα. Ἡ ζωή μου εἶναι μιὰ σχέση. Τελικὰ ὁ ἄλλος ἢ ἡ ἄλλη εἶναι ἡ ζωή μου. Ἡ φιλοσοφία τὸ λέει τόσο ὡραία. Ἡ ζωή μου εἶναι μιὰ σχέση ἕνας διαρκὴς διάλογος μὲ τὸν ἄλλο. Ἀκόμα καὶ ἡ σκέψη δὲν εἶναι παρὰ ἕνας διάλογος. Πεθαίνοντας ὁ ἄλλος πεθαίνω καὶ ἐγὼ σιγὰ-σιγά. Γιατὶ σταματοῦν πιὰ οἱ σχέσεις μου. Ἡ μοναξιὰ μὲ κυριεύει.

Ἡ ὀσμὴ τοῦ θανάτου κρύβεται παντοῦ καὶ ἀναδύεται τὴ νύχτα ποὺ κι αὐτὴ εἶναι ἕνας θάνατος. Ὁ Χεμινγουέι τὴν περιγράφει μὲ ἄφθαστο τρόπο στὰ λόγια τῆς Πίλαρ...

Τώρα μπορῶ νὰ δῶ γιατί ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τόσο σημαντικὴ γιὰ τὴ ζωή μου. Ἐπειδὴ Αὐτὸς ἀναστήθηκε θὰ ἀναστηθῶ καὶ ἐγώ. Μὰ τί λέγω; Θὰ ἀναστηθεῖ τὸ πρόσωπο ἢ τὰ πρόσωπα ποὺ ἀγάπησα. Θὰ ἀναστηθεῖ γιατὶ ἀνέστη ὁ Χριστός. Θὰ ἀναστηθεῖ καὶ θὰ γίνει τέλειο, θὰ μοιάζει μὲ τὸν Χριστό.

Τετάρτη 22 Απριλίου 2015

Γέροντα, εκείνος ό μοναχός πού αναφέρει ό Εύεργετινός ότι δέκα χρόνια έπεφτε σε κάποια αμαρτία κάθε μέρα, άλλα και κάθε μέρα μετανοούσε,πώς σώθηκε;

Άγιος Παίσιος ο Αγιορείτης

Γέροντα, εκείνος ό μοναχός πού αναφέρει ό Εύεργετινός ότι δέκα χρόνια έπεφτε σε κάποια αμαρτία κάθε μέρα, άλλα και κάθε μέρα μετανοούσε,πώς σώθηκε;

-Εκείνος ήταν κατά κάποιον τρόπο κυριευμένος, αιχμαλωτισμένος άπό την αμαρτία. Δεν είχε κακή διάθεση, άλλα δέν είχε βοηθηθή, σπρώχτηκε στό κακό, γι' αυτό δικαιούτο τήν θεία βοήθεια. 

Πάλευε, πονούσε, είχε μετάνοια ειλικρινή, και ό Θεός τελικά τόν έσωσε. Βλέπεις, ένας μπορεί νά έχη καλή διάθεση¾ αν όμως δέν βοηθηθή άπό μικρός και παρασυρθη στό κακό, είναι δύσκολο μετά νά σηκωθή. Κάνει μιά προσπάθεια, πάλι πέφτει, πάλι σηκώνεται¾ παλεύει δηλαδή. 
Ό Θεός αυτόν τόν άνθρωπο δέν θά τόν άφήση, γιατί ό καημένος κάνει τήν μικρή του προσπάθεια, ζητάει καί τήν θεία βοήθεια και δέν άμαρτάνει έν ψυχρώ.

 Κάποιος λ.χ. ξεκινάει νά πάη κάπου, χωρίς νά έχη σκοπό νά άμαρτήση, άλλα πηγαίνοντας τοϋ συμβαίνει ένας πειρασμός καί πέφτει σέ κάποια αμαρτία. Μετανοεί, κάνει μιά προσπάθεια, τοϋ στήνουν πάλι μιά παγίδα καί, ενώ δέν έχει διάθεση νά κάνη κάτι κακό, ό καημένος ξαναπέφτει καί πάλι μετανοεί. 
Αυτός έχει ελαφρυντικά, γιατί δέν θέλει νά κάνη τό κακό, άλλα παρασύρεται στό κακό καί ύστερα μετανοεί. 
Όποιος όμως λέει: ¨γιά νά πετύχω εκείνο, πρέπει νά κάνω αυτήν τήν αδικία¾ γιά νά πετύχω τό άλλο, πρέπει νά κάνω εκείνη τήν πονηριά³/4 κ.λπ., αυτός άμαρτάνει έσκεμμένως καί έν γνώσει του.

Καταστρώνει δηλαδή τό αμαρτωλό του σχέδιο και βάζει πρόγραμμα μέ τον διάβολο τί αμαρτία θά κάνη. Αυτό είναι πολύ κακό, επειδή είναι προμελετημένο. Δέν είναι ότι πέφτει σέ πειρασμό, άλλα ξεκινάει να κάνη κάτι μαζί μέ τον πειρασμό. Ένας τέτοιος άνθρωπος δέν πρόκειται ποτέ νά βοηθηθή, γιατί δέν δικαιούται την θεία βοήθεια, και τελικά πεθαίνει αμετανόητος.



Ο Ιταλός αξιωματικός και η εικόνα του Αγίου Γεωργίου

Όταν πολεμούσαμε το 1940 στην Αλβανία, εναντίον των Ιταλών, που μας επιτέθηκαν χωρίς κανένα λόγο, συνέβη το εξής θαυμαστό.

Οι τσολιάδες συνέλαβαν μαζί με άλλους Ιταλούς και έναν αξιωματικό αιχμάλωτο. Οι Έλληνες στρατιώτες του αφαίρεσαν το πιστόλι, τα κιάλια κ.λ.π. Ο Ιταλός αξιωματικός τα παρέδωσε όλα ευχαρίστως.
Παρέδωσε ακόμη και τις φωτογραφίες της οικογενείας του.

Μια μικρή όμως εικόνα του Αγίου Γεωργίου δεν ήθελε να την παραδώσει με κανένα τρόπο. Τελικά του την πήρανε. 
Τότε ο Ιταλός αιχμάλωτος ζήτησε να δει τον διοικητή. Όταν τον συνάντησε του μίλησε με ευγενικό τρόπο και τον παρακάλεσε να του επιστρέψουν την εικόνα του Αγίου Γεωργίου.

- Αυτή είναι Ορθόδοξη... τι την θέλεις εσύ, ο παπικός, του είπε ο διοικητής.
- Εγώ, απαντά ο Ιταλός αξιωματικός, όταν οδηγούσα τον λόχο μου εναντίον των Ελλήνων, δεν μπορούσα με κανένα τρόπο να σπάζω τις γραμμές των. Κι αυτό συνέβαινε διότι μπροστά από τις γραμμές τους έβλεπα να τρέχει πέρα δώθε και σε όλη την γραμμή του μετώπου, ένας Καβαλλάρης με άσπρο άλογο. Αυτός μας έφραζε τον δρόμο. Δεν μας άφηνε να προχωρήσουμε.
Στην οπισθοχώρηση μας όμως βρήκα σε ένα μέρος ένα ερημοκκλήσι. Μπήκα μέσα να προσευχηθώ, κι εκεί στο τέμπλο βλέπω αυτό το εικονισματάκι.
Ήταν ακριβώς όπως τον έβλεπα στο μέτωπο! Ήταν ο ίδιος, ο Άγιος, με το άσπρο άλογο που μας εμπόδιζε, και δεν μας άφηνε να προχωρήσουμε προς την Ελλάδα. Τότε την πήρα την εικόνα αυτή μαζί μου και από τότε την έχω σαν φυλαχτό επάνω μου.
Σας παρακαλώ να μου την αφήσετε. Και πράγματι, του την άφησαν.

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Να… συμμαχήσης με τον διάβολο!… (Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου)


– Γέροντα, μερικές φορές οι πειρασμοί έρχονται ο ένας πάνω στον άλλον και δεν αντέχω.
– Να σου πω μια λύση, για να τους αποφύγης; Θα την δεχθής;
– Ναι.
– Η μόνη λύση για να αποφυγής τους πειρασμούς είναι να… συμμαχήσης με τον διάβολο!… 
Τι γελάς; Δεν σου αρέσει αύτη η λύση; Κοίταξε να σου πω. Όσο κανείς αγωνίζεται, θα έχη πειρασμούς και δυσκολίες. Και όσο προσπαθεί να άποφύγη τον πειρασμό, τόσο κόντρα τοϋ πάει ό διάβολος. Άλλα με τους πειρασμούς – αν τους αξιοποιήσουμε σωστά -, δίνεται η ευκαιρία, επειδή μερικές φορές η ζωή μας είναι άντιευαγγελική, να γίνη «ευαγγελική».

– Γέροντα, σκαλώνω σε μερικά ασήμαντα πράγματα και δεν έχω μετά διάθεση να αγωνισθώ για κάτι ανώτερο.
– Αυτά είναι σαν τις νάρκες που βάζει ό εχθρός, για να άχρηστέψη τον στρατό. Το ταγκαλάκι, όταν δη ότι δεν μπορεί να κάνη άλλη ζημιά στον αγωνιστή, κοιτάει πως να τον άχρηστέψη με ασήμαντα πράγματα. Ύστερα, να ξέρης οτι υπάρχουν και μικρά ταγκαλάκια, που κάνουν όμως μεγάλη ζημιά. 
Μια φορά ρώτησαν ένα μικρό ταγκαλάκι: 
«Τάχα τι μπορείς να κάνης εσύ;». 
«Έγώ τι μπορώ να κάνω; Πάω και μπερδεύω τις κλωστές στις μοδίστρες, στους τσαγκάρηδες, απάντησε, και τους κάνω να θυμώνουν». Τα μεγαλύτερα σκάνδαλα γίνονται από τιποτένια πράγματα, όχι μόνο σ’ εμάς, άλλα μερικές φορές και στα κράτη.

Στους πνευματικούς ανθρώπους δεν υπάρχουν σοβαρές αφορμές για σκάνδαλα, από τα μικρά παίρνει ό διάβολος αφορμή. Τσακίζει τον άνθρωπο ψυχικά με κάτι χαζά, παιδικά πράγματα, οπότε κάνει την καρδιά του όπως εκείνος θέλει και μένει μετά κανείς ένα κούτσουρο.

– Γιατί, Γέροντα, ενώ βάζω ενα πρόγραμμα, μια σειρά στον αγώνα μου, και ξεκινώ με διάθεση να αγωνισθώ, σύντομα ξεχνιέμαι;
– Δεν ξέρεις; Το ταγκαλάκι, όταν πάρη είδηση ότι κάνουμε δουλειά πνευματική, τότε γυρίζει το κουμπί αλλού. Ένώ βάζουμε ένα πρόγραμμα, μια άλφα σειρά, βρισκόμαστε σε άλλη και, αν δεν προσέξουμε, το αντιλαμβανόμαστε μετά από μέρες. Γι’ αυτό ό αγωνιστής πρέπει να πηγαίνη όλο κόντρα στον διάβολο – φυσικά με διάκριση – και να τον παρακολουθή κάποιος έμπειρος Πνευματικός.

– Έναν άνθρωπο που δεν κάνει λεπτή εργασία στον εαυτό του, ό σατανάς τον πολεμάει;
Ό σατανάς δεν πάει σε έναν άχρηστο άνθρωπο, αλλά πάει σε έναν αγωνιστή, για να τον πειράξη και να τον αχρηστέψη. Δεν χάνει τον καιρό του να κάνη λεπτή εργασία σε κάποιον που δεν κάνει λεπτή εργασία. Στέλνει σ’ αυτόν που ράβει με σακκορράφα, διάβολο με σακκορράφα. Σ’ αυτόν που κάνει λεπτό εργόχειρο, στέλνει διάβολο που κάνει λεπτό εργόχειρο. Σ’ αυτόν που κάνει πολύ ψιλό κέντημα, στέλνει διάβολο για πολύ ψιλή εργασία. Σ’ αυτούς που κάνουν χονδρή δουλειά στον εαυτό τους, στέλνει χονδρό διάβολο. Στους αρχαρίους στέλνει, αρχάριο διάβολο.

Οι άνθρωποι που έχουν λεπτή ψυχή, πολύ φιλότιμο και είναι ευαίσθητοι, χρειάζεται να προσέξουν, γιατί βάζει και ό διάβολος την ουρά του και τους κάνει πιο ευαίσθητους, και μπορεί να φθάσουν στην μελαγχολία η ακόμη – Θεός φυλάξοι – και στην αυτοκτονία.

 Ο διάβολος, ενώ εμάς τους ανθρώπους μας βάζει να πηγαίνουμε κόντρα στον πλησίον μας και να μαλώνουμε, ό ιδιος ποτέ δεν πάει κόντρα
Τον αμελή τον κάνει πιο αμελή, τον αναπαύει με τον λογισμό: «Το κεφάλι σου πονάει, είσαι αδιάθετος, δεν πειράζει και αν δεν σηκωθής για προσευχή».
Τον ευλαβή τον κάνει πιο ευλαβή, για να τον ρίξη στην υπερηφάνεια, ή τον σπρώχνει να αγωνισθή περισσότερο άπό τις δυνάμεις του, ώστε να αποκάμη και να αφήση μετά όλα τα πνευματικά του όπλα και να παραδοθή ό πρώην πολύ αγωνιστής. 
Τον σκληρόκαρδο τον κάνει πιο σκληρόκαρδο, τον ευαίσθητο υπερευαίσθητο.
Και βλέπεις πόσοι άνθρωποι, άλλοι γιατί έχουν κάποια ευαισθησία και άλλοι γιατί έχουν κλονισθή τα νεύρα τους, ταλαιπωρούνται με αϋπνίες και παίρνουν χάπια η βασανίζονται και χαραμίζονται στα νοσοκομεία. Σπάνια να δης σήμερα άνθρωπο ισορροπημένο. Έγιναν μπαταρίες οι άνθρωποι.

Οι περισσότεροι είναι σαν να έχουν ηλεκτρισμό. Όσοι μάλιστα δεν εξομολογούνται, δέχονται επιδράσεις δαιμονικές, έχουν έναν δαιμονικό μαγνητισμό, γιατί ό διάβολος έχει εξουσία επάνω τους. Λίγοι άνθρωποι, είτε αγόρια είτε κοπέλες είτε ηλικιωμένοι είναι, έχουν ένα βλέμμα γαλήνιο. Δαιμονισμός! Ξέρεις τι θα πη δαιμονισμός; Να μην μπορής να συνεννοηθής με τον κόσμο.

Απόσπασμα από τις σελίδες 109 -113 του βιβλίου:
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Β΄ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Ἡ Αὐτοκρατορία τῶν “Selfie”

Toῦ Γιάννη Β. Κωβαίου

Ἕνα «ἀστεῖο» πού κυκλοφορεῖ στό διαδίκτυο λέει: «Προσπαθῶ νά κάνω φίλους. Ἐπειδή ὅμως δέν ἔχω facebook ἤ twitter, βγαίνω στούς δρόμους καί φωνάζω τί μαγείρεψα, τί ἔφαγα, τί ἤπια, ποῦ ἤμουν, τί κάνω… Μέχρι στιγμῆς μέ “ἀκολουθοῦν” τρεῖς: δύο ἀστυνομικοί καί ἕνας ψυχίατρος». Ἔβαλα τή λέξη ἀστεῖο σέ εἰσαγωγικά, γιατί στήν πραγματικότητα ἀπηχεῖ μιά κατάσταση ἱλαροτραγική: Προσωπικότητες πού νιώθουν ἤ καί συνειδητοποιοῦν ὅτι ἀκυρώνο...νται σέ κάθε χῶρο δράσης τους καί σέ κάθε κοινωνικό ρόλο τους ἐπιζητοῦν δημόσια αὐτοεπιβεβαίωση στά λεγόμενα μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης. Καί ὁ μέν ὅρος «δικτύωση» τεχνικῶς εὐσταθεῖ, ὅμως τό «κοινωνική» τί μπορεῖ πιά νά σημαίνει; [...]

Ἡ «κοινωνικότητα» τοῦ σύγχρονου Δυτικοῦ Κόσμου δείχνει νά συμπυκνώνεται καί νά συμβολίζεται πλέον στήν κουλτούρα τῶν selfie φωτογραφιῶν, τίς ὁποῖες οἱ περισσότεροι σπεύδουν αὐτάρεσκα νά ἀνεβάσουν στό διαδίκτυο. 
Ἡ Αὐτοκρατορία ἤ καί ἡ Δυναστεία τῶν Selfie κυριαρχεῖ κατ’ ἐξοχήν στούς νέους καί στίς παρέες τους, χωρίς νά ἀφήνει βέβαια ἀσυγκίνητες, ὡς εἴθισται μέ τήν ἑκάστοτε «μόδα», καί τίς μεγαλύτερες ἡλικίες. Ἡ πλημμυρίδα τῶν αὐτοφωτογραφίσεων τά τελευταῖα χρόνια, ἐν μέσῳ μάλιστα πολλῶν ἄλλων ἀνάλογων συνηθειῶν μέ πρῶτο συνθετικό τό «αὐτο-», ὑποδεικνύει, ἄν ὄχι ἀποδεικνύει, τήν τάση ἐσωστρέφειας πού «πετυχαίνει» μέ σταθερά βήματα ὁ μηχανισμός διαβουκόλησής μας. 

Πρῶτα μᾶς μετατρέπει σέ μάζα καί ἔπειτα μᾶς ὁδηγεῖ ἄκοπα στόν ἑσμό τῶν ὑπηκόων τῆς Αὐτοκρατορίας. Μᾶς θέλει ἄτομα ἀπρόσωπα –εἰ δυνατόν στά ὅρια τοῦ αὐτισμοῦ. Μήπως, ἄραγε, ἐδῶ ἔγκειται καί ἡ μανία τῶν selfie, σάν ἄμυνα δηλαδή στή διαδικασία ἀποπροσωποποίησής μας; 

Μήπως, μέ ἄλλα λόγια, ὁ καθένας καί ἡ καθεμιά ἀγωνίζονται κατά τή συνταγή «ὁ καθείς καί τά ὅπλα του» νά ἀπαθανατίζουν ὅσο περισσότερες φορές μποροῦν τόν ἑαυτό τους σάν μιά κραυγή τοῦ τύπου «μέ ἀγνοεῖτε κι ὅμως, ὑ π ά ρ χ ω!»; [...]

Πάντως, δηλώνω κλείνοντας ὅτι, ἄν βρίσκομαι σέ ἕνα ἀξιοθέατο σκηνικό καί χρειαστεῖ νά φωτογραφηθῶ, γιά νά ἔχω μιά ἀνάμνηση, θά παρακαλέσω κάποιον περαστικό νά κάνει τή λήψη, ὅπως συνηθίζαμε μέχρι τώρα. Θά παρακαλέσω. Τό αὐτο-νόητο δηλαδή.
Καί, εὐτυχῶς, στό ἔντυπο περιοδικό δέν μπορεῖτε νά κάνετε… like!


(Αποσπάσματα δοκιμίου από το περιοδικό "ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ", Λευκωσία 2015, που μόλις κυκλοφόρησε)

Μένει και θα μένει όρθιος ο Ναὸς της ψυχής μας

Όσο βαρὺς κι αν είναι ο σταυρὸς της δοκιμασίας, το ξύλο απὸ το οποίο κατασκευάσθηκε, πάντοτε φυτρώνει στο έδαφος της καρδιάς! 
Μὴ φοβάστε. Κι αν γκεμίζονται όλα γύρω σας, κι αν ισοπεδώνονται οι Ναοὶ και τα Μοναστήρια, μὴν αποκαρδιώνεστε! 
Μένει και θα μένει όρθιος ο Ναὸς της ψυχής μας, τον οποίο κανεὶς δεν μπορεί να καταστρέψει, παρὰ μόνον εμείς οι ίδιοι! 
Θυσιαστήριο είναι η καρδιά μας. Πάνω της, με δάκρυα προσφέρουμε το μέγα Μυστήριο της Μετανοίας!
Ιερομάρτυς Σέργιος Μετσώφ

Δευτέρα 20 Απριλίου 2015

Θυμός, οργή, κραυγή έκ τού στόματος υμών μή έξελθέτω!

Από το βιβλίο «Γέροντας Τιμόθεος Τζαννής ο πνευματικός»
- Γέροντα, τώρα τελευταία όλο νευριάζω και θυμώνω με το παραμικρό.
- Θυμός, οργή, κραυγή έκ τού στόματος υμών μή έξελθέτω! Αυτό το παθαίνεις από τον υπέρμετρο εγωισμό σου.« Οργή ανδρός, δικαιοσύνη Θεού ού κατεργάζεται» . Θα πρέπει ν” αντιδράς και να προσπαθείς να συγκρατείς τον εαυτό σου, και να προσεύχεσαι να σού δοθεί ταπείνωσης.


Να παρακαλείς και την Παναγία: «Υπεραγία Θεοτόκε, διά πρεσβειών τού φύλακος αγγέλου μου, τών Αγίων Θεοδώρων και πάντων τών Αγίων, χάρισε μου την ειρήνη τού Υιού σου».


Να παρακαλάς: «Κύριε δώσε μου διπλή την χάριν της επιγνώσεως της ελεεινότητας μου κι αναξιότητας μου, όπως έδωσες διπλή την χάριν τού Προφήτου ’Ηλίου στον Προφήτη Ελισαίο».

Αυτά θα σου συμβαίνουν. Τά επιτρέπει κι ό Θεός, για να δεις τον εγωισμό σου, να ταπεινωθείς. Να δεις την αδυναμία σου.
http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2014/11/12.html

Ο Άγιος Μάρτυς Γαβριήλ του Μπιαλιστόκ


Ο Παιδομάρτυρας Γαβριήλ γεννήθηκε στις 22 Μαρτίου το 1684, στο χωριό Ζβιέρκι, δίπλα στο Ζαμπλούδουβ – περίπου 10 χλμ. από το Μπιαλίστοκ. Προερχόταν από ευλαβή οικογένεια χωρικών. Οι γονείς του, ο Πέτρος και η Αναστασία Γόβδελ, κρατούσαν την πίστη των προγόνων τους, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των δύσκολων ημερών – όταν η ουνία του Μπρέστ κυριαρχούσε στην περιοχή.
Ο Γαβριήλ βαπτίστηκε στο Μοναστήρι της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, στο Ζαμπλούδουβ. Από μικρός διακρινόταν για την ευσέβεια και ευλάβειά του. Τον χαρακτήριζε μεγάλη αγάπη προς τον Θεό και την Εκκλησία και είχε έφεση για καθημερινή προσευχή στον Κύριό μας, παρά σε παιδικές διασκέδασεις.

Στις 11 Απριλίου του 1690, στο σπίτι των Γόβδελ συνέβηκε μεγάλη τραγωδία. Ο Γαβριήλ δολοφονήθηκε και απήχθηκε. Σύμφωνα με μία εκδοχή, η μητέρα του μη διαισθανόμενη το επερχόμενο κακό έφυγε, για να πάρει φαγητό στον άνδρα της, ο οποίος δούλευε στο χωράφι. Ενώ αυτή έλειπε, εισέβαλε στο σπίτι ο Διοικητής του χωριού, ονόματι Σούτκο, ο οποίος άρπαξε το παιδί και το βασάνισε μέχρι θανάτου. Ο δολοφόνος, για να αποκρύψει το έγκλημά του, μετέφερε το άψυχο σώμα του Γαβριήλ στην άκρη ενός δάσους, κοντά στο Ζβέρκι. Ο Γαβριήλ ήταν τότε 6 χρονών.
Το σώμα του μάρτυρος εντοπίστηκε μετά από 9 ημέρες. Γύρω-γύρω από αυτό κάθονταν πολλά σκυλιά, που το προστάτευαν από διάφορα αρπακτικά, πουλιά και ζώα. Τότε ενταφιάσαν το σεπτό σκήνωμά του δίπλα στην εκκλησία ενός χωριού, πλησίον του Μπιαλίστοκ, όπου παρέμεινε για περίπου 30 χρόνια.
Σχετική εικόνα
Κοντά στο σημείο, όπου βρισκόταν ο τάφος του παιδομάρτυρα, συχνά ενταφίαζαν μικρά παιδιά. Με αυτόν τον τρόπο ήθελαν να τιμήσουν τον Γαβριήλ για τον μαρτυρικό του θάνατο. Κάποτε, κατά τη διάρκεια μιας κηδείας, οι πιστοί πρόσεξαν πως το άγιο σώμα του Γαβριήλ ευωδίαζε και δεν είχε υποστεί φθορά. Έτσι, έλαβαν το άφθαρτο σκήνωμα του Γαβριήλ και το τοποθέτησαν στον υπόγειο χώρο του ιερού ναού του Ζβέρκι. Το γεγονός διαδόθηκε πολύ γρήγορα και έτσι η τιμή του κόσμου προς τον άγιο παιδομάρτυρα μεγάλωσε. Μαζί με αυτό το σημείο του Θεού παρατηρήθηκαν και πολλά θαύματα και επίσης σταμάτησε η επιδημία

Το 1746 η εκκλησία στο Ζβέρκ κάηκε, αλλά το σκήνωμα του παιδομάρτυρα σώθηκε, εκτός από το ένα χεράκι του, που έπαθε μόνο μερικά εγκαύματα. Τότε, μετέφεραν το σκήνωμα επισήμως στο μοναστήρι του Ζαμπλούδουβ, όπου το τοποθέτησαν μέσα στο Ιερό Βήμα και το χεράκι του επανήλθε στην αρχική του κατάσταση.

Στο τόπο όπου βρισκόταν το σπίτι του Γαβριήλ, το 1894 έχτισαν μικρό ξύλινο εκκλησάκι, το οποίο δυστυχώς κάηκε το 1902. Αργότερα, με την ευλογία του Μητροπολίτη Κιέβου, το σκήνωμα μεταφέρθηκε στη μονή της Αγίας Τριάδος στο Σλούτσκ. Από τότε επικράτησε να ονομάζεται «ο άγιος Γαβριήλ του Σλούτσκ».
Σχετική εικόνα
Τον 19ο αιώνα η μνήμη τού παιδομάρτυρα στην πατρίδα του Πολωνία ξαναζωντάνεψε. Όμως, λόγω των διαρκών μεταβολών των συνόρων και της εκκλησιαστικής ευθύνης στην περιοχή, το ιερό λείψανο γνώρισε πολλές μετακινήσεις. To 1910-1912 από τον καθεδρικό ναό του Μπιαλίστοκ, όπου βρισκόταν, μεταφέρθηκε στο μοναστήρι του Σούπρασλ. Το 1915 μετατέθηκε στο Σλούτσκ ενώ, στη δεκαετία του 1930, επί του αθεϊστικού καθεστώτος τοποθετήθηκε στο μουσείο και αργότερα στο ναό της Μεταμόρφωσης του Μίνσκ, της Σοβιετικής Λευκορωσίας. Το 1944 μεταφέρθηκε στο ναό της αγίας Σκέπης της Θεοτόκου στο Γρόδνο. Εκεί παρέμεινε μέχρι τις 21 Σεπτεμβρίου του 1992.
Τότε, με ενέργειες του Αρχιεπισκόπου Μπιαλίστοκ και Γδανσκ κ. Σάββα, ζητήθηκε το λείψανο του αγίου Γαβριήλ από τον Αρχιεπίσκοπο Γρόδνο και Βολκοβύσκ κ. Βαλεντίνο. Τοποθετήθηκε το ιερό λείψανο σε λάρνακα στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Νικολάου στο Bialystok.
Πρόσφατα μεταφέρθηκε μόνιμα στην γυναικεία Ιερά Μονή του Σβιρκι όπου η λάρνακα με το ιερό λείψανο του Παιδομάρτυρα Αγίου Γαβριήλ τοποθετήθηκε σε ειδική διαμορφωμένη θέση στα βόρεια του τέμπλου του καθολικού της Μονής.
Σχετική εικόνα
Την ημέρα της εορτής της ανακομιδής του Αγίου στην πατρίδα του, στις 22 Σεπτεμβρίου, την παραμονή μεταφέρεται το ιερό λείψανο στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Νικολάου στο Bialystok όπου τελείται μεγάλη πανήγυρις.
Η παρουσία του άφθορου σκηνώματος του Αγίου Γαβριήλ στην πατρίδα του βοήθησε τους πιστούς, μετά τις κακουχίες και τους εκφοβισμούς, να συνδεθούν και πάλι με την αυθεντική Παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Αλήθεια, δεν πάμε καλά;

π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
 Ακούγεται από κάποιους, συνήθως μεγάλης ηλικίας, ότι «χάλασε ο κόσμος, δεν υπάρχουν αρχές σήμερα». Προφανώς η σύγκριση αυτή με την προηγούμενη γενιά υποτιμά τη σημερινή, τονίζοντας τα αρνητικά στοιχεία που τη διακρίνουν. Κανείς, νομίζω, δεν αρνείται πως το κακό κυριαρχεί, προβάλλεται, μαζοποιείται. Η αντίληψη του μέτρου δεν υπάρχει, ο εγωκεντρισμός χαρακτηρίζει τη ζωή των περισσοτέρων, το χρήμα και το συμφέρον γίνεται στόχος ζωής.
Ωστόσο, είναι ανάγκη να τονιστεί ότι ποτέ ο κόσμος δεν ήταν «αγγελικά πλασμένος». Από αρχής μέχρι σήμερα και μέχρι συντελείας του αιώνος, θα φαίνεται ότι κυριαρχεί το κακό και ότι «ο κοσμοκράτωρ του σκότους» εξουσιάζει χωρίς αντίσταση.

 Η παρουσία όμως του φωτός διαλύει το σκοτάδι και το κάνει ανυπόστατο. Η απουσία του φωτός κάνει το σκοτάδι να κυριαρχεί. ΄Ετσι, κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, το κακό δεν έχει υπόσταση αλλά είναι η απουσία του καλού.
Ένας ιεροκήρυκας προτεστάντης έλεγε:
 «Παρά να καταργιέσαι το σκοτάδι, άναψε ένα κερί». Όταν κάλεσε τους παρευρισκομένους στο μεγάλο γήπεδο που βρίσκονταν να το κάνουν πράξη, το γήπεδο φωτίστηκε ως να ήταν μέρα.

Ευτυχώς υπήρξαν και υπάρχουν στις μέρες μας άνθρωποι που όχι απλά άναψαν κερί αλλά έγιναν οι ίδιοι λαμπάδες που φώτισαν την εποχή του και φωτίζουν και τις επόμενες εποχές. Αγωνιζόμενοι για να καθαρθούν απ’ ό,τι τους εμποδίζει να αγαπήσουν «εξ όλης καρδίας και ισχύος και δυνάμεως» το Θεό και τους ανθρώπους, δεχτήκαν τη Χάρη και έγιναν ένα με το Θεό. Η αγιότητά τους έγινε παρηγοριά και ελπίδα για το σύγχρονο πονεμένο άνθρωπο. Οι ίδιοι, μετάγγισαν με το λόγο τους, μα κυρίως με την καιόμενη από αγάπη καρδιά τους, τη βεβαιότητα ότι ο Θεός δεν μας εγκατέλειψε κι ότι μας αγαπά χωρίς όρια.

Η αγιοκατάταξη του Γέροντος Πορφυρίου το Δεκέμβριο του 2013 και του Γέροντος Παϊσίου τον Ιανουάριο του 2015, επικυρώνουν το αισθητήριο του λαού του Θεού που τους έζησε ή άκουσε γι’ αυτούς.
Δεν είναι ευλογία στις μέρες μας η παρουσία τόσων ανθρώπων που αγίασαν; Δεν είμαστε προνομιούχοι που γνωρίσαμε, είδαμε και ακούσαμε σύγχρονους μας που σήμερα τους προσκυνούμε σε εικονοστάσια όπως τους παλαιότερους αγίους;
Είναι αλήθεια ο λόγος του Αποστόλου Παύλου «οὗ δέ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ Χάρις». (Ρωμ.5,20) Δηλαδή «όπου η αμαρτία φάνηκε στο αληθινά τρομακτικό της μέγεθος, εκεί η χάρη του Θεού την υπερκάλυψε με το παραπάνω».

Αν στην εποχή μας «επλεόνασε η αμαρτία», όμως η χάρις δεν έμεινε ανενέργητη. Φάνηκε δυναμικά σ’ ένα Πορφύριο, Παΐσιο, Σωφρόνιο, Ιάκωβο, Ευμένιο, Κυπριανό Σταυροβουνιώτη, Παναγή Λυσιώτη. Κι άλλοι, γνωστοί και άγνωστοι, έγιναν δοχεία της χάριτος και ζωντανά σημεία του ζώντος Χριστού.
Ας μη δικαιολογούμε την οκνηρία μας κι ας μη βλέπουμε παντού την αμαρτία, δείχνοντας έτσι το μέσα μας κόσμο...
Ο Χριστός και οι άνθρωποί Του μας βεβαιώνουν με τη ζωή τους ότι τον τελευταίο λόγο στην πορεία του κόσμου και την προσωπική τον έχει το Φως, η Αλήθεια, η Ζωή.


Τοιχογραφία του Αγίου Τσάρου Νικολάου του Β΄στην Μονή Ζίτσης της Σερβίας


Τοιχογραφία του Αγίου Τσάρου Νικολάου του Β΄στην Μονή Ζίτσης της Σερβίας αγιογραφημένη το 1935.Την είχαν καλύψει οι αρχές το 1945 για να ξαναβγει στην επιφάνεια πρόσφατα


Ο Όσιος Αλέξανδρος του Οσεβέν(+20 Απριλίου)



Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος τοῦ Ὄσεβεν, κατὰ κόσμον Ἀλέξιος, γεννήθηκε στὶς 17 Μαρτίου 1427 στὴν περιοχὴ Βυζεοζέρο τῆς Ρωσίας ἀπὸ τὴν οἰκογένεια τοῦ Νικηφόρου καὶ τῆς Φωτεινῆς Ὄσεβεν.

Ὁ Ἀλέξιος ἦταν τὸ τελευταῖο ἀπὸ τὰ πέντε παιδιὰ καὶ ἦλθε στὸν κόσμο χάρη στὶς διακαεῖς προσευχὲς τῶν γονέων του. Ἡ Παναγία Παρθένος καὶ ὁ Ἅγιος Κύριλλος τῆς Λευκῆς Λίμνης εἶχαν ἐμφανιστεῖ στὴν μητέρα του καὶ τῆς εἶχαν ὑποσχεθεῖ τὴν γέννηση ἑνὸς παιδιοῦ. 
Ἂν καὶ ὁ Ἀλέξιος ἦταν ὁ μικρότερος υἱός, οἱ γονεῖς του ἤλπιζαν ὅτι αὐτὸς θὰ τοὺς συμπαραστεκόταν στὰ γηρατειά τους. Φθάνοντας στὴν ἐφηβεία ὁ Ἀλέξιος ἔμαθε νὰ διαβάζει καὶ νὰ γράφει, προετοιμαζόμενος νὰ γίνει ἕνας πολυμήχανος κτηματίας. Σὲ ἡλικία δεκαοκτὼ ἐτῶν οἱ γονεῖς του ἐπιχείρησαν νὰ τὸν παντρέψουν, διαλέγοντας μία πλούσια ὑποψήφια σύζυγο, ἀλλὰ ὁ Ἀλέξιος ἀπέσπασε τὴν ὑπόσχεσή τους νὰ πάει νὰ προσευχηθεῖ στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου πρὶν νυμφευθεῖ. Ἐκεῖ πλέον ἔμεινε.

Ἔχοντας παρατηρήσει τὴν ταπείνωση τοῦ νεαροῦ δόκιμου, ὁ ἡγούμενος τοῦ πρότεινε νὰ γίνει μοναχός. Ὁ Ἀλέξιος ὅμως ἀρνήθηκε, θέλοντας προηγουμένως νὰ δοκιμάσει ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του. Ἔτσι ἔζησε ἕξι χρόνια σὲ ὑπακοὴ καὶ σὲ διακονία τῆς μοναστικῆς κοινότητας, μελετώντας τὶς Γραφὲς καὶ τὰ ἔργα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν μακρὰ περίοδο ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Ἀλέξανδρος.

Στὸ μεταξὺ οἱ γονεῖς του εἶχαν μεταφερθεῖ στὸ χωριὸ τοῦ Βολόσοβο, τριάντα χιλιόμετρα μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη Καργκοπόλ, στὰ περίχωρα τοῦ ποταμοῦ Ὀνέγκα. Ὁ πατέρας τοῦ Ὁσίου, Νικηφόρος, μὲ τὴν ἄδεια τοῦ ἄρχοντος τοῦ Νόβγκοροντ Ἰωάννου, εἶχε ἱδρύσει στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Κουργιούγκα ἕνα χωριό, τὸ ὁποῖο στὴ συνέχεια ὀνόμασε Ὄσεβεν.

Ὁ μοναχὸς Ἀλέξανδρος ζήτησε ἀπὸ τὸν ἡγούμενο τὴν ἄδεια νὰ συναντήσει τοὺς γονεῖς του, ἐπιθυμώντας νὰ τοὺς ζητήσει τὴν συγχώρεση καὶ τὴν εὐλογία τους γιὰ τὸν ἀναχωρητικὸ βίο ποὺ ἐπέλεξε. Ὁ ἡγούμενος δὲν ἔδωσε ἀμέσως τὴν ἄδεια στὸ νεαρὸ μοναχό, ἐπισημαίνοντάς του τοὺς κινδύνους τῆς μοναχικῆς ζωῆς, ἀλλὰ ὁ Ἀλέξανδρος ζήτησε νὰ τὸν ἀφήσει νὰ φύγει. Φοβόταν πράγματι μήπως ἐκπέσει στὴν ἁμαρτία τῆς ἀλαζονείας, ἀφοῦ ἤδη ἀπελάμβανε φήμη ἀσκητοῦ ἀνάμεσα στοὺς ἀδελφούς. Τελικὰ ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος ἔλαβε τὴν εὐλογία.

Εὐτυχισμένος ἀπὸ τὴν συνάντηση μὲ τὸν υἱό του, ὁ πατέρας του Νικηφόρος τοῦ πρότεινε νὰ ἐγκατασταθεῖ κατὰ μῆκος τοῦ ποταμοῦ Κουργιούγκα καὶ τοῦ ὑποσχέθηκε νὰ τὸν βοηθήσει στὴν κατασκευὴ μιᾶς μονῆς μέσα στὴν ἔρημο. Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος δέχθηκε καὶ ἔστησε σὲ ἕνα τόπο σταυρὸ ὡς σημεῖο ἱδρύσεως τοῦ μελλοντικοῦ μοναστηριοῦ καὶ ὑποσχέθηκε νὰ παραμείνει σὲ αὐτὸ μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του.

Ὅμως ἐπέστρεψε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, ὅπου διακόνησε γιὰ λίγο καιρὸ στὴν κουζίνα, στὸ ἀρτοποιεῖο καὶ στὴ χορωδία, ἐνῷ στὴν συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος. Τότε ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος πῆγε στὸν ἡγούμενο καὶ τοῦ διηγήθηκε ὅτι τρεῖς φορὲς εἶχε ἀκούσει μία μυστηριώδη φωνὴ ποὺ τὸν καλοῦσε νὰ χτίσει ἕνα μοναστήρι καὶ ὅτι εἶχε ὑποσχεθεῖ νὰ ζήσει σὲ αὐτὸ μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Ὁ ἡγούμενος τὸν ἄφησε νὰ φύγει, ἀφοῦ τὸν εὐλόγησε μὲ τὶς εἰκόνες τὶς Παναγίας τῆς Ὁδηγήτριας καὶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου.

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος καθαγίασε τὸν τόπο μὲ τὴν εὐλογία τῶν εἰκόνων, ἄφησε τὸν πατέρα του νὰ ἐπιβλέπει τὶς ἐργασίες οἰκοδομήσεως τοῦ ναοῦ καὶ πῆγε στὸν Ἐπίσκοπο τοῦ Νόβγκοροντ (1459 – 1470), ἀπὸ τὸν ὁποῖο χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ τοποθετήθηκε ἡγούμενος τοῦ νέου μοναστηριοῦ.

Οἱ ἰδιοκτῆτες τῶν γειτονικῶν κτημάτων ἦταν πρόθυμοι νὰ δωρίσουν στὸ μοναστήρι ὅλα τὰ ὅμορα κτήματα, ἀλλὰ ὁ Ὅσιος δέχθηκε μόνο τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς κοινότητος. Ὅταν περατώθηκε ὁ ναός, καθαγιάσθηκε πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Νικολάου.

Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, γύρω ἀπὸ τὸν Ὅσιο συγκεντρώθηκε μία κοινότητα μοναχῶν. Ὁ Ὅσιος εἰσήγαγε αὐστηροὺς κανόνες μοναστικῆς βιοτῆς καὶ πολιτείας, ποὺ συμπεριελάμβαναν ἀπόλυτη ἡσυχία στὸ ναό, στὴν τράπεζα καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀναγνώσεως τῶν Βίων τῶν Ἁγίων. Ἀπαγόρευαν ἐπίσης, νὰ μένει κάποιος στὸ κελλί του δίχως νὰ κάνει τίποτα καὶ καθόριζαν τὴν ἀνάγνωση Ψαλμῶν καὶ τὴ συνεχὴ ἐπανάληψη τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἐκτελέσεως τῶν διακονημάτων.

«Ἀδελφοί», ἔλεγε συχνὰ ὁ Ὅσιος στοὺς μοναχούς του, «μὴν ἀφήνετε νὰ σᾶς τρομάζουν οἱ δυσκολίες καὶ οἱ κόποι τῆς ἐρήμου. Ἐσεῖς γνωρίζετε ὅτι ὁ δρόμος γιὰ νὰ εἰσέλθετε στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν διέρχεται μέσα ἀπὸ ἀγῶνες. Ἐνισχύσατε τὴν ἀμοιβαία ἀγάπη καὶ τὴν ταπείνωση. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη καὶ ἀγαπᾶ τοὺς ταπεινούς».

Ὅμως οἱ ἀσκητικοὶ ἀγῶνες κλόνισαν τὴν ὑγεία τοῦ Ὁσίου. Ὅταν ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος ἀρρώστησε, ἐπικαλέσθηκε τὸν Ἅγιο Κύριλλο, τὸν προστάτη του. Αὐτὸς τοῦ παρουσιάσθηκε μὲ λευκὸ ἔνδυμα καὶ ἀφοῦ τὸν σταύρωσε τοῦ εἶπε: 
«Μὴ θλίβεσαι ἀδελφέ, ἐγὼ θὰ προσευχηθῶ γιὰ σένα καὶ ἡ ὑγεία σου θὰ ἀποκατασταθεῖ. Ἀλλὰ μὴν ἀθετεῖς τὴν ὑπόσχεσή σου, μὴν ἐγκαταλείπεις τὸ μοναστήρι. Ἐγὼ θὰ σὲ βοηθήσω». Ξυπνώντας ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος διαπίστωσε ὅτι εἶχε θεραπευθεῖ. Τὸ ἑπόμενο πρωινό, ἔλαβε μέρος στὴ Θεία Λειτουργία καὶ στὸ τέλος διηγήθηκε στὴν κοινότητα τῶν μοναχῶν τὴ θαυματουργικὴ ἐμφάνιση τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου.

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος ἔζησε ἀκόμα εἴκοσι ἑπτὰ χρόνια στὸ μοναστήρι ποὺ ἵδρυσε καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1479.

Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου τὸ μοναστήρι ἄρχισε νὰ παρακμάζει, παρόλο ποὺ ὁ Ὅσιος δὲν ἔπαψε νὰ τὸ προστατεύει. Μία ἡμέρα ἕνας ὑπηρέτης τοῦ μοναστηριοῦ, ὁ Μᾶρκος, εἶδε στὸν ὕπνο του ἕνα ὅραμα: τὸ μοναστήρι ἔσφυζε ἀπὸ ζωή. Ἕνας στάρετς μὲ ἄσπρα μαλλιά, ποὺ ἦταν Ἐπίσκοπος, εὐλογοῦσε μὲ ἕνα σταυρὸ ὅσους ἐργάζονταν σὲ μία κατασκευή.
Το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου όπως είναι σήμερα(ΕΔΩ)

Ἕνας ἄλλος στάρετς μὲ μακριὰ γενειάδα ράντιζε μὲ ἁγιασμὸ καὶ ἕνας τρίτος, μετρίου ἀναστήματος καὶ μὲ μαλλιὰ ἀνοιχτὰ καστανά, θυμιάτιζε. Τοὺς παρακολουθοῦσε ἀπὸ μακριὰ ἕνας τέταρτος στάρετς νεαρῆς ἡλικίας. Ὁ τρίτος ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ Ὅσιος Ἀλέξανδρος, ποὺ ἐξήγησε ὅτι οἱ στάρετς ποὺ βοηθοῦσαν, ἦταν ὁ Ἅγιος Νικόλαος καὶ ὁ Ἅγιος Κύριλλος, ἐνῷ ὁ νεαρὸς ποὺ στεκόταν χωριστὰ ἦταν ὁ σκευοφύλακας τοῦ μοναστηριοῦ, ὁ Μάξιμος, ποὺ πρὶν λίγο χρονικὸ διάστημα εἶχε γίνει μοναχὸς καὶ ὁ ὁποῖος στὴν συνέχεια, μετὰ ἀπὸ προφητεία τοῦ Ὁσίου Ἀλεξάνδρου, θὰ γινόταν ἡγούμενος μέχρι τὸ ἔτος 1525 καὶ θὰ καλλιεργοῦσε στὸ μοναστήρι τὴν παλαιά του πνευματικότητα.

Γιατί ο Θεός να μην θεραπεύει πάντα το σώμα μας;



Με είχε ρωτήσει κάποιος φίλος τις προάλλες γιατί να γίνονται και γιατί να μην γίνονται θαύματα σε όλους τους ανθρώπους από τον Χριστό, -που είναι η προσωπική Αλήθεια- από την Παναγία, τους Αγίους και άλλους μεσίτες και πρεσβευτές. Γιατί ένας άνθρωπος να θεραπεύεται από τον καρκίνο και άλλος να ζεματίζεται και να πονάει και υποφέρει, σωματικά πάντα ...; Επιθυμεί κάτι τέτοιο ο φιλάνθρωπος Θεός;

 Πρώτα-πρώτα,
ο Θεός δεν γίνεται φορτικός και δεν είναι «κομπλεξικός», όπως εμείς. Απεναντίας, εάν δεν Τον θέλουμε στην ζωή μας, δεν έρχεται, αν και μας ευεργετεί και πάλι όσο Του το επιτρέπουμε. 

Είναι ο μανικότερος των εραστών, ο πιο τρελός των ερωτευμένων και παράλληλα ο «ευγενής», που σεβεται απεριόριστα την ελευθερία μας. (Επίσης, είναι αυτός που φέρεται όπως ο πατέρας στην παραβολή του Ασώτου- δεν ζητάει κανένα λόγο, ούτε ... «κάνει μούτρα», αλλά απλώς χαίρεται με την επιστροφή μας στο καλό.) Με άλλα λόγια, μας αφήνει να πάμε όπου θέλουμε, είτε με τα λόγια και τις εξωτερικές ενέργειες κάνουμε τους ευσεβείς, είτε όχι. Εκεί έχει ο άνθρωπος ακέραια την ευθύνη.

Άγιος Συμεών ο Μονοχίτων και Ανυπόδητος ο μεγάλος ασκητής που γιάτρεψε την κόρη του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς(19 Απριλίου),

Ο όσιος Συμεών ο Μονοχίτων και Ανυπόδητος γεννήθηκε (λίγο πριν το 1500)στο χωριό Βαθύρεμα Αγιάς από πατέρα ιερέα - τον παπά Ανδρέα, δάσκαλο του κρυφού σχολειού και την Αικατερίνη. Από μικρό παιδί έδειχνε σημεία αρετής και αγιότητος. Έμαθε τα ιερά βιβλία και βοηθούσε τον πατέρα του, ψέλνοντας στις ιερές ακολουθίες.

Ο φιλότουρκος κοτσαμπάσης του χωριού θέλησε να τον παντρέψει με την κόρη του Τριανταφυλλιά, απειλώντας τον πατέρα του πως, αν δε συναινέσει ο γιος του, θα τον πάρει το παιδομάζωμα. Έτσι με τη βία, μια βραδιά στο σπίτι του, παντρεύει το Συμεών με την κόρη του, με ξένο παπά. Στο χρόνο επάνω γέννησε η γυναίκα του ένα αγοράκι, το οποίο ονόμασαν Δημήτρη. Όμως ο Συμεών ήταν βαθιά λυπημένος κι έδειχνε συλλογισμένος. Στον πεθερό του, που τον ρωτά, ομολογεί πως δεν είναι δικό του το παιδί και πως δε γνώρισε την Τριανταφυλλιά ως γυναίκα. Αφού κανείς δε τον πίστεψε αποφασίζεται ο διά πυρός θάνατός του. Κι ενώ στην πλατεία ετοιμάστηκε η φωτιά, ο Συμεών ζήτησε για τελευταία φορά να δει τη σύζυγό του μπροστά στον κόσμο. Πλησίασε το γιο του Δημητράκη και το ρώτησε ποιος ήταν ο πατέρας του. Το παιδί παραδόξως μιλώντας έδειξε για πατέρα του τον αγροφύλακα του χωριού κι έτσι ο Συμεών αθωώθηκε.

Κυριακή 19 Απριλίου 2015

Από τον θάνατο στην ζωή....

Paschal Photo Contest Results.  Photo: Dimitry Lapshin
Η Ανάσταση δεν εξαντλείται απλώς και μόνο σε μια νίκη επί του φυσικού θανάτου, αλλά σε μια μεταμόρφωση της ίδιας της ζωής.

Με την Ανάσταση δεν νικιέται ο θάνατος αλλά κερδίζει η ζωή.
Η ζωή στέκεται πλέον στην θέση που της αξίζει, δίχως να την απειλεί κανείς.

Η ανάσταση δεν έχει ανάγκη από ιστορικές αποδείξεις, γιατί σκοπός της δεν είναι να πείσει το μυαλό αλλά να πλατύνει την καρδιά. Η ανάσταση βιώνεται ως άνοιγμα της ύπαρξης στο αλλιώς, το μυστήριο που συνέχει την ζωή. Δεν είναι νοητική κατανόηση, μα άνοιγμα σε έναν άλλο κόσμο εντός και εκτός μας.

Δεν χρειάζεται να καταλάβεις την ανάσταση, μα να πιστέψεις σε έναν άλλο τρόπο ζωής.
Δεν χρειάζεται να καταλάβεις την ανάσταση, μα να ζήσεις με πάθος και ευχαριστία την ζωή. 
Η ανάσταση είναι άνοιγμα της ύπαρξης σε έναν άλλο τρόπο ζωής, πέραν των αισθήσεων. 

Ανασταίνομαι σημαίνει μαθαίνω να ζω με άλλο τρόπο το ίδιο το γεγονός της ζωής.Με την ανάσταση αλλάζει ο χρόνος, από εχθρός του ανθρώπου μετατρέπεται σε φίλος. Από βάρος σε ευκαιρία. Από απειλή σε μια δυνατότητα να χαρεί κανείς την δωρισμένη ζωή του, μετά του Θεού, των συνανθρώπων και της κτίσης ολόκληρης. Δεν λες πια «ουφ πέρασε και αυτή η μέρα, αλλά δόξα τω Θεώ έζησα κι αυτήν την μέρα».

Μετά την ανάσταση δεν υπάρχει χρόνος πριν και μετά θάνατο, αλλά μονάχα χρόνος μετανοίας και ζωής. Η ζωή, μας περιμένει να ζήσουμε εν Χριστώ και όχι ο θάνατος να μας αφανίσει.
Δεν φοβάμαι τον θάνατο κι γι αυτό πιστεύω στην ανάσταση, μα ποθώ την ζωή αφήνοντας την στα χέρια του Θεού.

Ανάσταση σημαίνει να χαμογελάς πάνω στο σταυρό ενώ οι πληγές σου αιμορραγούν.
Ανάσταση σημαίνει να ξυπνάς και να κοιμάσαι στην αγκαλιά Εκείνου που σε αγάπησε πολύ. Να νιώθεις μέσα στα μύχια της ύπαρξης σου, ότι ο Θεός σε αγαπά εως και πέρα του θανάτου. Αυτό είναι ζωή. Να πεθαίνεις και να ζεις γιατί αγάπησες πολύ. 
π.λίβυος 

Μοναχικό εκκλησάκι...



..εις το βουνό ψηλά εκεί...

Μείνον μεθ' ημών” Κύριε...

“ΕΓΩ ΜΕΘ' ΥΜΩΝ ΕΙΜΙ... ΜΕΧΡΙ ΤΗΣ ΣΥΝΤΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΙΩΝΟΣ” (Ματθ. 28, 20)
    Γράφει για τις ΑΚΤΙΝΕΣ ο Κων. Χαρ. Κορλός, θεολόγος

    Μείνε μαζί μας, Κύριε, εσύ που είσαι το αληθινό πνευματικό και ηθικό φως, "η αλήθεια και η ζωή". Μείνε μαζί μας, μαζί με όλους μας, με τους νέους και τους ηλικιωμένους, με τους άνδρες και τις γυναίκες, με σοφούς και αγράμματους, με υγιείς και ασθενείς, με τους δικούς μας και τους ξένους, με "τους εγγύς και τους μακράν", με δικαίους και αδίκους, με αμαρτωλούς και αγίους.
 Μείνε μαζί μας και τώρα και πάντοτε, και στις χαρές και στις λύπες, και στα εύκολα και στα δύσκολα, συνοδοιπόρος, οδηγός, βοηθός, συμπαραστάτης. "Τοις πλέουσι σύμπλευσον, τοις οδοιπορούσι συνόδευσον, τους νοσούντας ιάσαι, ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων ημών. Την νεότητα παιδαγώγησον, το γήρας περικράτησον τους ολιγοψύχους παραμύθησαι, χηρών και ορφανών πρόστηθι, τας συζυγίας εν ειρήνη και ομόνοια διατήρησον... (Μ. Βασίλειος)

Ο Νικήτας Χωνιάτης για τον κακό ηγεμόνα της εποχής του

 Ο Νικήτας Χωνιάτης ή Ακομινάτος (περ. 1155 - περ. 1216) ήταν Βυζαντινός Έλληνας υψηλόβαθμος αξιωματούχος του βυζαντινού κράτους και ιστορικός.
Θεωρείται ο σημαντικότερος βυζαντινός ιστορικός του 12ου αιώνα, αυτόπτης μάρτυρας της κατάληψης της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους στις 13 Απριλίου 1204.
Το κυριότερο έργο του είναι η Χρονική Διήγησις (Ιστορία Κωνσταντινουπόλεως), όπου καλύπτονται γεγονότα που αφορούν την ιστορία της Κωνσταντινούπολης από το 1118 έως το 1207.

Διαβάστε το παρακάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα του Νικήτα Χωνιάτη και δείτε πώς κατακρίνει και στηλιτεύει τον κακό ηγεμόνα της εποχής του τέλη 12ου - αρχές 13ου αιώνα, την εποχή δηλαδή των σταυροφοριών…

 Κάθε ηγεμόνας είναι περιδεής και καχύποπτος και χαίρεται να διαπράττει όσα ο Θάνατος, το Χάος και το Έρεβος, να κλαδεύει τους ευπατρίδες, να εξοβελίζει όσους είναι υψηλοί και επιφανείς, να πετάει τον καλό σύμβουλο και να θερίζει τον γενναίο και ανδρείο στρατηγό 
Έτσι οι ηγεμόνες της γης απλώς μοιάζουν με μεγάλα και ψηλόκορφα πεύκα: όπως εκείνα με μια μικρή πνοή του ανέμου τινάζουν τις βελόνες των κλαδιών και μουρμουρίζουν, έτσι κι αυτοί υποβλέπουν αυτούς που υπερβάλλουν σε πλούτο και τρέμουν αυτούς που ξεχωρίζουν για την ανδρεία τους.
 Κι αν κανείς είναι ωραίος σαν άγαλμα ή η γλώσσα του είναι σαν του καλλικέλαδου πουλιού ή έχει ευχάριστο χαρακτήρα, αυτά δεν αφήνουν τον ηγεμόνα ούτε να κοιμηθεί ούτε να ηρεμήσει, αλλά γίνονται αιτία να χάνει τον ύπνο του, να μην απολαμβάνει την καλοπέραση, να του αφαιρείται η χαρά και να έχει αφορμή για σκοτούρες. 
Γι΄αυτό κακολογεί τη φύση, που έπλασε και άλλους ικανούς ως επίδοξους ηγέτες, και δεν δημιούργησε αυτόν, πρώτο και τελευταίο, τον καλύτερο από όλους τους ανθρώπους.
Και καταλήγουν σε πολλά να αντιστρατεύονται τη [θεία] πρόνοια και να σηκώνουν όπλα κατά του Θεού, εκδιώκοντας τους περισσότερους καλούς και σφαγιάζοντάς τους, για να μπορούν με την ησυχία τους να διασπαθίζουν και να γλεντάνε τα δημόσια ολομόναχοι σαν να ήταν πατρική τους περιουσία, να μεταχειρίζονται τους ελεύθερους σαν δούλους, και να φέρονται σε όσους είναι ικανότεροι στη διακυβέρνηση σαν να τους έχουν αγοράσει. 
Κι αυτά γιατί η δύναμη της εξουσίας τους έχει αφαιρέσει τη φρόνηση και τους έχει κάνει να ξεχνούν με κακοβουλία τα παλιά

Σύναξη Παναγίας Αργοκοιλιώτισσας

Η πρώτη εύρεση της εικόνας της Παναγίας της Αργοκοιλιώτισσας το 1837 στην Κόρωνο της Νάξου περιγράφεται στο βιβλίο του Αρχιμανδρίτη Γαβριήλ Λεγάκη "Παναγία Αργοκοιλιώτισσα" (Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ)
Κατά το έτος  στη θέση Αργοκοίλι, λίγο έξω από την Κόρωνο, κατά τη διάρκεια ανασκαφών επί 4 έως 5 χρόνια , από τους κατοίκους της Κορώνου , κατόπιν πολλών και διαφόρων οραμάτων χριστιανών Κορωνιδιατών , του Ιωάννου Μαγγιώρου , του Χριστόδουλου Μανωλά , του Μανώλη Σαχά και άλλων , ευρέθει , κατά την ημέρα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου , 25 Μαρτίου , μέσα σε βαθύ σπήλαιο, αρχαιότατη εικόνα , ανάγλυφος , λεπτότατης τέχνης , μικρή στο μέγεθος , ύψους μόλις  και πλάτους  50 χιλιοστών του μέτρου , η οποία παρίστανε από τη μια όψη τον Ευαγγελισμό της Παρθένου Μαρίας , από την άλλη την βάπτιση του Ιησού Χρηστού . Το εικόνισμα δεν ήταν από ξύλο ή μέταλλο αλλά από κηρομαστίχη . Η πολύτιμος αυτή εικόνα έμεινα απροφύλακτη στο μικρό ναΰδριο όπου είχε βρεθεί αλλά την νύκτα εκλάπη από φανατικό χριστιανό προσκυνητή και έκτοτε η τύχη της αγνοείτε αλλά πολλοί πιστεύουν πως είναι στην πόλη της Νάξου .
Σε χειρόγραφο του ο αυτόπτης μάρτυρας  Ιωάννης Μιχαήλ Κορρές μετέπειτα ιερέα της Κορώνου γράφει: το εικόνισμα έλαβε πρώτος στα χέρια του εντός του πυθμένα του εκ των ανασκαφών ανακαλυφθέντος σπηλαίου ο ονειρευάμενος Ιωάννης Μαγγιώρος , ο οποίος από τότε ονομάσθηκε Πάτερ Γιάννης . Αυτός το έδωσε λίγο ψηλότερα στον ιερέα από την Κόρωνο Γεώργιο Ιωαν. Λεγάκη Σακέλλιον , αυτός στον ψηλότερα ευρισκόμενο ιερέα από το Σκαδό Γεώργιο Κορρέ και αυτός τέλος στον ιερέα Ιωάννη Μανωλά Οικονόμο από την Κωμιακή που περίμενε στο στόμιο του σπηλαίου.

Οι τρεις αυτοί ιερείς έδειξαν το ιερό εικόνισμα στο συγκεντρωμένο πλήθος των χριστιανών οι οποίοι με δάκρυα έπεσαν στα γόνατα και το προσκυνούσαν . Το ίδιο χειρόγραφο λέει επίσης πως πολλές ιάσεις και θεραπείες διαφόρων νοσημάτων κατά την ώρα εκείνη τελέσθηκαν  μεταξύ των παριστάμενων χριστιανών .

Πριν σβήσει από τα εγκαύματα συγχώρεσε τους μουσουλμάνους που τον έκαψαν ο 15χρονος Πακιστανός

To 15χρονο αγόρι, Χριστιανός από το Πακιστάν, ο οποίος ξυλοκοπήθηκε και πυρπολήθηκε από δύο μουσουλμάνους την περασμένη Παρασκευή μετά την ομολογία του ότι ήταν Χριστιανός, πέθανε χθες το πρωί λόγω των εγκαυμάτων που προκλήθηκαν κατά τη διάρκεια της επίθεσης.
Σύμφωνα με τον Πακιστανό δικηγόρο για τα ανθρώπινα δικαιώματα Sardar Mushtaq Gill, το νεαρό αγόρι, ονόματι Nouman Masih, περπατούσε στο δρόμο όταν τον πλησίασαν δύο Μουσουλμάνοι άνδρες. Σύμφωνα με πληροφορίες ο ένας ήταν θείος του!!!
Ρωτήθηκε από τους άνδρες αν ήταν χριστιανός ή μουσουλμάνος, και όταν τους είπε ότι ήταν Χριστιανός.οι άνδρες τον χτύπησαν, τον καταδίωξαν, τον 
περιέλουσαν με φωτιστικό πετρέλαιο και του έβαλαν φωτιά, Οι γιατροί αποφάνθηκαν ότι το σώμα του Masih ήταν 55% καμμένο!
Αν και οι γιατροί πίστευαν πως ο Masih θα μπορούσε να επιβιώσει από τα τα εγκαύματα του, δυστυχώς το νοσοκομείο δεν διέθετε τις εγκαταστάσεις αντιμετώπισης των εγκαυμάτων που απαιτούνται για την αντιμετώπιση της σοβαρότητας των τραυμάτων του Masih.
Ο Masih πέθανε γύρω στο 01.30 π.μ. την Τετάρτη.
Ο πρόεδρος της Βρετανικής πακιστανικής Χριστιανικής Ένωσης Wilson Chowdhry, αποκάλυψε πως ο Nouman έδωσε μια «χριστιανική συγχώρεση» στους άνδρες που διέπραξαν την επίθεση του πριν πεθάνει.
«Αυτός ακριβώς είπε, τους συγχώρεσε. Αυτό είναι κάτι περισσότερο από μια χριστιανική συγχώρεση. Δεν ήθελε οι δολοφοόνοι του να βγουν νικητές και να επαναλάβουν τα εγκλήματά τους σε οποιονδήποτε άλλον. Ήταν απλά είναι πολύ μεγαλόψυχος με ένα χριστιανικό τρόπο»είπε ο Chowdhry. 


Σάββατο 18 Απριλίου 2015

Υπέροχες Πασχάλιες στιγμές μέσα από τον φακό Ρώσων πιστών

Αυτές είναι οι τρεις φωτογραφίες που βραβευτηκαν στον διαγωνισμό φωτογραφίας με θέμα το Πάσχα που διοργάνωσε η ρωσική ιστοσελίδα pravoslavie.ru
Paschal Photo Contest Results.  Photo: Tatiana Chubenko

Paschal Photo Contest Results.  Photo: Seraphim Rosokha

Paschal Photo Contest Results.  Photo: Dimitry Orlov
Δείτε τις υπόλοιπες φωτογραφίες στο http://www.pravoslavie.ru/foto/set1319.htm

18 Απριλίου 1993-Δολοφονούνται οι τρεις νεομάρτυρες της Όπτινα

«Στίς 18 Ἀπριλίου 1993 τή νύκτα τοῦ Πάσχα συνέβη ἕνα θλιβερό γεγονός (στήν Ὄπτινα). Γιορτάσαμε μέ λαμπρότητα τήν Ἀνάσταση. Ἡ ἀγρυπνία τελείωσε γύρω στίς 5 τό πρωΐ κι ὅλοι ἀποσυρθήκαμε. Συνηθίζουμε νά κτυπᾶμε τίς καμπάνες ὅλη τή μέρα. Ἔτσι τρεῖς μοναχοί, γύρω στίς 6:10 τό πρωΐ, κτυποῦσαν χαρμόσυνα τίς καμπάνες. 
Τήν ὥρα ἐκείνη τούς ἐπιτέθηκε ἕνας σατανιστής καί τούς ἔσφαξε μ᾽ ἕνα μεγάλο μαχαίρι. Φαίνεται πώς μέσα στό θόρυβο καί στό σκοτάδι δέν τόν πρόσεξαν. Κτύπησε πρῶτα τόν ἕνα καί τόν ἄφησε στό ἔδαφος πληγωμένο. Ἦταν γιά ἀρκετή ὥρα ζωντανός. Ἔπειτα κτύπησε τό δεύτερο, ὁ ὁποῖος φώναξε λίγο καί προσπάθησε νά κτυπήση πάλι τήν καμπάνα. Ἔπεσε, ὅμως, νεκρός. Ὁ τρίτος, ὁ π. Βασίλειος, πρόλαβε νά φύγη, ἀλλά λίγο πιό πέρα ἀνάμεσα στά δύο κτίρια, ὁ σατανιστής τόν κτύπησε καί τόν ἄφησε νεκρό. 
Μετά τό ἀποτρόπαιο ἔγκλημα ὁ σατανιστής ἄφησε τά μαχαίρια του ματωμένα στό ἔδαφος κι ἐξαφανίσθηκε. Ἦταν μεγάλα μαχαίρια καί πάνω τους χαραγμένος ὁ ἀριθμός 666. Ἀργότερα τόν συνέλαβαν, τόν χαρακτήρισαν τρελλό καί τόν ἄφησαν ἐλεύθερο. 
Στήν κηδεία τῶν τριῶν νεομαρτύρων ὅλοι, μοναχοί καί λαϊκοί, νοιώθαμε καί λύπη ἀλλά καί μεγάλη χαρά, ὅσο κι ἄν αὐτό φαίνεται παράδοξο. 
Ὁ ἡγούμενος εἶπε κατά τή διάρκεια τῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας: “Χάσαμε τούς μοναχούς, ἀλλά τώρα τούς ἔχουμε ἀγγέλους στόν οὐρανό καί προσεύχονται γιά μᾶς”. 
Πιό πολύ λυπηθήκαμε γιά τόν π. Βασίλειο. Ἦταν μόλις 32 χρονῶν, ἀλλά ἄνθρωπος μέ βαθειά πίστι καί πολλά χαρίσματα. Ἔκανε θαυμάσια κηρύγματα καί βοήθησε πολύ κόσμο. Εἶχε πεῖ κάποτε: “Θά ἤθελα νά πεθάνω τό Πάσχα, τήν ὥρα πού θά κτυποῦν οἱ καμπάνες!”»
(Ρωσία-Φινλανδία, Ταξιδιωτικό Χρονικό, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 2004).

Ο κατά κόσμον Ιγκόρ Ροσλιάκοφ σε ηλικία 27 ετών αποφάσισε να ακολουθήσει το μοναχισμό. Μια σειρά από θαυμαστά γεγονότα τον οδήγησαν σε αυτήν την απόφαση, καθώς μόλις το 1984 άρχισε να πιστεύει συνειδητά στο Χριστό και να πηγαίνει στην Εκκλησία. 
Τρείς μήνες πριν φύγει για το μοναστήρι έγραψε στο ημερολόγιό του: «12 Μαρτίου 1988. Πρωί. Η μητέρα μου βρήκε το μικρό μου σταυρό. Είμαι 27. Πρωτοφόρεσα αυτό το σταυρό πριν από 27 χρόνια όταν βαπτίστηκα Χριστιανός.
Είναι ένα ολοφάνερο σημάδι του Κυρίου που υπενθυμίζει τα λόγια του Χριστού: όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού…».
Στο μοναστήρι της Όπτινα εργάστηκε σκληρά μαζί με τους άλλους μοναχούς της αδελφότητας, για να χτιστεί ξανά από τα χαλάσματα η ιστορική Μονή.
Χειροτονήθηκε ιερέας και υπηρέτησε με αφοσίωση το Χριστό. Εξομολογούσε πολύ κόσμο και τελούσε συνεχώς τα Ιερά Μυστήρια λόγω της έλλειψης ιερέων εκείνη την εποχή. Ήταν άνθρωπος χαμηλών τόνων και βαθιά πνευματικός. Βοηθούσε πολύ τους συνανθρώπους του που αντιμετώπιζαν προβλήματα. Με τη ζωή του, έγινε περισσότερο μισητός στο διάβολο και εκείνος διέταξε τον υπηρέτη του να αφαιρέσει τη ζωή του.

 

Ο κατά κόσμον Αλεξέι Τατάρνικοφ γεννήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου του 1954. Έχοντας ισχυρή κλίση στο μοναχισμό εισήλθε τον Αύγουστο του 1990 στο υπό ανέγερση μοναστήρι της Όπτινα. 
Εκεί υπήρξε υπόδειγμα υπακοής και άσκησης. Όσοι τον γνώρισαν λένε για τον πατέρα Τρόφιμο ότι είχε καρδιά μικρού παιδιού. Διακρινόταν από την ηρεμία και την πραότητα που επεδείκνυε ακόμα και στις δύσκολες στιγμές. 
Αγαπούσε θερμά όλο τον κόσμο. Δεχόταν αδιαμαρτύρητα τις τιμωρίες και προσπαθούσε να μαθαίνει από τα λάθη του. 
Ο εκτελεστής του τον μαχαίρωσε πισώπλατα την ώρα που χτυπούσε τις καμπάνες για την εορτή του Πάσχα.

Ο κατά κόσμον Βλαντιμίρ Πουσκάριοφ εισήλθε στη Μονή της Όπτινα στις 22 Μαρτίου 1991. Όντας παλαιότερα στρατιωτικός, είχε μάθει ασιατικές πολεμικές τέχνες. Μη γνωρίζοντας ότι αυτές οι τέχνες συνδέονται με τους δαίμονες, ο Βλαντιμίρ υπέφερε πολλά από αυτούς. Ακολουθώντας έπειτα σωστή πνευματική ζωή, απαλλάχτηκε από τα δαιμονικά βάσανα. 

Όταν μπήκε στο μοναστήρι αφιερώθηκε εξολοκλήρου στη μετάνοια, φτάνοντας σε σημείο να εξομολογείται δύο φορές την ημέρα. Πίστευε ότι μόνο με πόνο και θυσίες θα εισέλθει στη Βασιλεία των Ουρανών. Μετά από ένα κήρυγμα του Ιερομάρτυρα πατρός Βασιλείου για τους Μάρτυρες ακούστηκε να λέει: «αλήθεια, οι αμαρτίες μας  μόνο με το αίμα μας μπορούν να ξεπλυθούν».
Είχε πληροφορηθεί την ημέρα και τον τρόπο του θανάτου του. Όσοι τον γνώριζαν μαρτυρούν ότι είχε λάβει το προορατικό και διορατικό χάρισμα. Λίγο πριν μαρτυρήσει άρχισε να μοιράζει τα ρούχα του(το μόνο που είχε στην κατοχή του) λέγοντας ότι δεν του χρειάζονται πια. Το προσωπό του εξέπεμπε μια ασυνήθιστη ακτινοβολία. Εξομολογήθηκε για τελευταία φορά και περίμενε την ώρα του θανάτου του. Ο δήμιος τον μαχαίρωσε μαζί με τον πατέρα Τρόφιμ την ώρα που χτυπούσαν τις καμπάνες.


Πηγή 1-2