Δὲν ἔχω τηρήσει τὶς ὑποσχέσεις τοῦ βαπτίσματός μου, ἀλλὰ ἔχω καταντήσει τὸν ἑαυτό μου ἀνεπιθύμητο ἐνώπιόν τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ μου.
Ἔχω ἁμαρτήσει ἐνώπιόν τοῦ Κυρίου μὲ τὴν ἔλλειψη πίστης ποὺ μὲ διακρίνει καὶ μὲ τὶς ἀμφιβολίες μου σχετικὰ μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη καὶ τὴν Ἁγία Ἐκκλησία μας· μὲ τὴν ἀχαριστία μου ἀπέναντί σε ὅλες τὶς μεγάλες καὶ ἀκατάπαυστες δωρεὲς τοῦ Θεοὺ καὶ ἀπέναντι στὴν μακροθυμία Του καὶ τὴν πρόνοιά Του γιὰ ἐμένα, ἕναν ἁμαρτωλό· μὲ τὴν ἔλλειψη ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ φόβου τοῦ Θεοῦ, κάτι ποὺ διαφαίνεται ἀπὸ τὴν μὴ τήρηση τῶν ἁγίων ἐντολῶν Του καὶ τῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας.
Δὲν ἔχω διατηρήσει τὴν ἀγάπη στὸν Θεὸ καὶ στὸν πλησίον μου, οὔτε ὅμως ἔχω κάνει ἀρκετὲς προσπάθειες γι’ αὐτό, ἐξαιτίας τῆς ὀκνηρίας μου καὶ λόγω τῆς ἀδιαφορίας μου, νὰ μάθω τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς ἐπιταγὲς τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἔχω ἁμαρτήσει, διότι δὲν προσεύχομαι τὸ πρωὶ καὶ τὸ βράδυ ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας· διότι δὲν συμμετέχω στὶς θεῖες λειτουργίες ἢ διότι προσέρχομαι στὴν Ἐκκλησία μὲ μισῆ μόνο καρδιά.
Ἔχω ἁμαρτήσει μὲ τὴν κατάκριση κληρικῶν. Ἔχω ἁμαρτήσει διότι δὲν σέβομαι τὶς Ἑορτὲς τῆς Ἐκκλησίας, διότι δὲν τηρῶ τὶς νηστεῖες ἀλλὰ καὶ μέσα ἀπὸ τὴν ἄμετρη κατανάλωση φαγητῶν καὶ ποτῶν.
Ἔχω ἁμαρτήσει μὲ τὴν αὐτοπεποίθησή μου, μὲ τὴν παρακοή μου, μὲ τὴν ἰσχυρογνωμοσύνη μου, μὲ τὴν αὐτοδικαίωσή μου ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀναζήτηση ἀποδοχῆς καὶ ἐπαίνων γιὰ τὶς πράξεις μου.