"Η σωστή ψαλμωδία είναι το ξεχείλισμα της εσωτερικής πνευματικής καταστάσεως. Είναι θεία ευφροσύνη! Δηλαδή, ευφραίνεται η καρδιά από τον Χριστό και με καρδιά εύφρονη μιλάει ο άνθρωπος στον Θεό.
Όταν συμμετέχει κανείς σ’ αυτό που ψάλλει, τότε αλλοιώνεται –με την καλή έννοια– και ο ίδιος και οι άλλοι που τον ακούνε και βοηθιούνται θετικά.
Έτσι, η προσευχή όλων είναι ευπρόσδεκτη στον Θεό.
Εγώ, σε όσους περνούν δοκιμασίες και είναι θλιμμένοι, λέω να ψάλλουν διάφορα τροπάρια".
«Περί Ψαλμωδίας Όταν ψέλνης να καταλαβαίνης και να νοιώθης το τί λες. Όχι να επαίρεσαι ότι δήθεν ψέλνης ωραία, ότι είσαι καλλίφωνος. Να ζης αυτά που λες. Κάποτε εγώ έλεγα στην Εκκλησία ένα τροπάριο του Αποστόλου Πέτρου, σχετικά με την άρνησί του. Όταν έφτασα «ο δε έκλαυσε πικρώς», τότε είδα από την εικόνα του Πέτρου να κυλούν δάκρυα. Ευχαριστήθηκε ο Άγιος.
Άλλοτε πάλι επήγαμε με τον Στυλιανό εις την Αίγινα. Περιωδεύσαμε όλα τα Εκκλησάκια που υπήρχαν απέναντι από το Μοναστήρι του Αγ. Νεκταρίου. Στον δρόμο ακούγαμε εγώ και ο συνοδοιπόρος μου ένα θρόισμα. Στο τέλος μπήκαμε εις ένα Ναό που υπήρχε ο Εσταυρωμένος. Ψάλλαμε και εκεί από το βάθος της ψυχής.
Ο Εσταυρωμένος ευχαριστήθηκε και μας πλήρωσε με ευωδία…
Το απολυτίκιον που λέμε είναι σα να λέμε καλημέρα στον Άγιο και εκείνος μας απαντά.»
''Γύναι τι κλαίεις;'' (Ιωάννου κ' 15). Ο αναστημένος Ιησούς στη θρηνούσα Μαγδαληνή λέγει «τι κλαίεις;» και στις μυροφόραις γυναίκες απευθύνει το «χαίρετε». Η χαρά της γυναικός ήταν ένα από τα πρώτα δώρα, που επήγασαν από τον κενό τάφο του Ιησού. Ολόκληρη η ιστορία του ανθρωπίνου γένους, μετά την πτώση, ήταν ζυμωμένη με τα δάκρυα της γυναικός. Η ζωή του ανθρώπου ήταν μία τραγωδία, που επαίζετο υπό τους ελεγειακούς ρυθμούς των γυναικείων θρήνων. Η γη είχε μεταβληθή σε μια φιάλη, που βάσταζε τα δάκρυα των γυναικών. Sunt Lacrimae Rerum …
O Ιησούς ήταν Εκείνος, που επρόκειτο να σταματήση την πηγή αυτή των δακρύων. Ήταν Εκείνος, που δέχθηκε και ικανοποίησε την ικεσία των γυναικείων δακρύων: «Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων ο νεφέλας διεξάγων της θαλάσσης τo ύδωρ».
Η παράδοσις λέγει, ότι και o Αδάμ έκλαυσεν «απέναντι του Παραδείσου, την ιδίαν γύμνωσιν θρήνων».
Όμως η γυναίκα ήταν εκείνη, που θα συνέχιζε το θρήνο της μέχρι τον τάφο του Ιησού, για να δεχθή απ’ εκεί, από τον δεύτερο αυτόν Παράδεισο - σαν εκπρόσωπος της ανθρωπότητας - το αναστάσιμο μήνυμα του Ιησού:
«Γύναι, τι κλαίεις;» Η χαρά της γυναικός, που είναι χαρά και ολόκληρης της ανθρωπότητος, ανέτειλε μέσα απ’ τις φυλλωσιές του κήπου, όπου το «καινόν μνημείον» του Ιησού. «Εις το μνήμα σε επεζήτησεν, ελθούσα τη μιά των Σαββάτων, Μαρία η Μαγδαληνή. Μη ευρούσα δε ωλοφύρετο, κλαυθμώ βοώσα. Οίμοι Σωτήρ μου! Πώς εκλάπης πάντων Βασιλεύ; Ζεύγος δε ζωηφόρων Αγγέλων, ένδοθεν του μνημείου εβόα. Τί κλαίεις, ώ γύναι; Κλαίω, φησίν, ότι ήραν τον Κύριον μου του τάφου, και ουκ οίδα που έθηκαν αυτόν. Αυτή δε στραφείσα οπίσω, ως κατείδε σε, ευθέως εβόα. Ο κύριος μου και ο Θεός μου, δόξα σοι»(Στιχηρό των αναστάσιμων αίνων του γ΄ ήχου)
Μη μου άπτου (Ιωάννου κ' 17) Ο αναστημένος Ιησούς αποκαλύπτει στην Μαγδαληνή μια πραγματικότητα. Δεν
Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν· το πιο χαρμόσυνο, ελπιδοφόρο και σωτήριο μήνυμα στον κόσμο! Θα περίμενε κανείς αυτή την είδηση να τη λάβουν πρώτοι οι έντεκα μαθητές του Κυρίου, αυτοί που τόσο Τον αγάπησαν και Εκείνος τόσο τους αγάπησε, που ήταν συνεχώς μαζί Του. Όμως, όχι· ο Κύριος επέλεξε να γνωστοποιήσει το πιο σπουδαίο γεγονός στις αφανείς και, λίγο ή πολύ, άγνωστες μαθήτριες Του, σε μερικές γυναίκες, όντα γενικώς καταφρονημένα από τους ανθρώπους.
Η ποιητική αποτύπωση αυτών των γεγονότων μπορεί να βρεθεί στα εὐλογητάρια του κυριακάτικου Ὄρθρου, τα οποία μπορούν να εξεταστούν παράλληλα με τις αφηγήσεις των Εὐαγγελίων.
Ήδη το πρώτο από τα εὐλογητάρια είναι δηλωτικό του αναστάσιμου μηνύματος: το σύνολο των Αγγέλων εξεπλάγη, όταν είδε τον Κύριο ανάμεσα στους νεκρούς.
Όμως, Εκείνος ως Σωτήρας μας συνέτριψε τη δύναμη του θανάτου και μαζί με τον Ίδιο ανέστησε τον Αδάμ και ελευθέρωσε από τον Άδη όλους τους ανθρώπους.
Από την άλλη, τα εὐλογητάρια κλείνουν με το Θεοτοκίον που αναφέρεται στη σωτηριώδη Γέννηση του Κυρίου: η Παρθένος, που γέννησε Αυτόν που δίνει και από τον οποίο κυλά η ζωή, απελευθέρωσε τον Αδάμ από την αμαρτία και έδωσε χαρά στην Εύα αντί για λύπη.
Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά πως ο σαρκωμένος Θεάνθρωπος ήρθε (ή καλύτερα «έφτιαξε δρόμο»!) προς εκείνη. Έτσι, δημιουργείται ένα ιδιαίτερο σχήμα κύκλου που ενώνει τα δύο πιο σπουδαία γεγονότα στον κόσμο και που χωρίς το ένα δε θα μπορούσε να υπάρξει το άλλο.
Τρία από τα εὐλογητάρια αναφέρονται στις Μυροφόρες και έχουν αρκετά κοινά σημεία. Συγκεκριμένα, και τα τρία αναφέρονται στα δάκρυα και τον θρήνο των Μυροφόρων (θρηνολογοῦσαι· ἐνηχοῦντο) με το πρώτο να τονίζει την ανάμειξη των δακρύων με το μύρο[1]
(τὰ μύρα, συμπαθῶς τοῖς δάκρυσιν […] κιρνᾶτε)[2], δείγμα της ειλικρινούς αγάπης τους προς τον Κύριο και της ευρύτερης αντίστοιχα σημασίας του μύρου.
Ακόμη, και στα τρία παρουσιάζεται ο Άγγελος που ήταν στο μνήμα του Κυρίου (Ἄγγελος· Ἄγγελός· Ἀγγέλου)[3].
Τέλος, σε όλα γίνεται αναφορά στο αναστάσιμο μήνυμα που μετέφερε στις γυναίκες αυτές ο Άγγελος (ὁ Σωτὴρ γὰρ ἐξανέστη του μνήματος· τὴν Ἀνάστασιν· ὡς Θεὸς γὰρ, ἐξανέστη τοῦ μνήματος)[4].
Το δεύτερον Αναστάσιμον εωθινόν δοξαστικόν ιδιόμελον. Ποίημα Λέοντος βασιλέως του σοφού. Ήχος Β’
«Μετά μύρων προσελθούσαις, ταις περί την Μαριάμ Γυναιξί, και διαπορουμέναις, πώς έσται αυταίς τυχείν του εφετού, ωράθη ο λίθος μετηρμένος, και θείος Νεανίας, καταστέλλων τον θόρυβον αυτών της ψυχής’ Ηγέρθη γαρ φήσιν, Ιησούς ο Κύριος, διό κηρύξατε τοις κήρυξιν αυτού Μαθηταίς, εις την Γαλιλαίαν δραμείν, και όψεσθε αυτόν, αναστάντα εκ νεκρών, ώς ζωοδότην και Κύριον».
Οι μυροφόρες γυναίκες που περιστοίχιζαν την Μαριάμ, με μύρα ήλθαν στον τάφο του Χριστού, και απορούσαν, για το πώς θα επετύγχαναν αυτό που ποθούσαν, να μυρώσουν δηλαδή τον Κύριο, γιατί φοβόνταν το μέγεθος του λίθου.
Αλλά να, είδαν τον λίθο να έχει μετακινηθεί και ένας θείος νέος καθησύχαζε τον θόρυβο και την αναταραχή των ψυχών τους.
Κι αυτό συνέβη διότι ο Άγγελος τους έλεγε πως αναστήθηκε ο Χριστός και Κύριος.
Γι’ αυτό αναγγείλετε στους μαθητές Του, που θα κηρύξουν την ανάστασή Του, να τρέξουν στην Γαλιλαία, όπου και θα Τον δουν αναστημένο εκ των νεκρών, ως Δωρεοδότην της ζωής και Κύριον.
Πραγματικά η Παναγία μας χαίρεται όταν την επικαλούμαστε αλλά κυρίως όταν την δοξάζουμε...
Μου είχε επί κάποτε μια γερόντισσα: Παιδί μου η Παράκληση στην Παναγία είναι ζητιανιά ενώ οι Χαιρετισμοί είναι η δόξα της. Έτσι λοιπόν κι εμείς ας την δοξάζουμε..! Όχι τώρα μόνο που είναι οι Άγιες ημέρες της αλλά όλο τον χρόνο. Και για να δοξάζουμε την Παναγία δεν αρκούν μόνο οι Ύμνοι αλλά θα πρέπει όλη μας η ζωή να είναι ένας Ύμνος προς τον Θεό μέσω των πράξεων μας. Ένας Θεάρεστος λοιπόν ύμνος αυτός !
Τον ακούμε σε όλους τους Ναούς κατά τη διάρκεια της Μεγάλης και Αγίας Τεσσαρακοστής του Πάσχα, κάθε Παρασκευή στο τέλος των Χαιρετισμών της Θεοτόκου...
''Την ωραιότητα της παρθενίας Σου, και το υπέρλαμπρο το της αγνείας Σου, ο Γαβριήλ καταπλαγείς εβόα Σοι, Θεοτόκε: "Ποιόν Σοι εγκώμιον προσαγάγω επάξιον; Τι δε ονομάσω Σε; Απορώ και εξίσταμαι διό, ως προσετάγην, βοώ Σοι:Χαίρε, η Κεχαριτωμένη"
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ''Θεοτόκε, ο Γαβριήλ, επειδή έμεινε έκπληκτος από την Ωραιότητα της παρθενίας Σου, κι από την υπερβολική λάμψη της αγνότητάς Σου, Σου φώναξε δυνατά: "Ποιον ύμνο αντάξιο να Σου προσφέρω; Πως να Σε ονομάσω; Βρίσκομαι σε αμηχανία και μένω εκστατικός μπροστά Σου. Γι'αυτό Σου φωνάζω, όπως με διέταξε ο Θεός: Χαίρε Συ, που έχεις όλες τις Χάρες"
Α) Η εκκλησιαστική υμνογραφία διδάσκει το δόγμα και το ήθος της Εκκλησίας· ερμηνεύει αυθεντικά το μήνυμα της εν Χριστώ σωτηρίας· μυσταγωγεί στην ορθόδοξη πίστη και την εν Αγίω Πνεύματι ζωή. Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση εκκλησιαστικού λειτουργικού ήθους δεν παίζουν μόνο ο κληρικοί αλλά και οι ιεροψάλτες, οι οποίοι διακονούν την εκκλησιαστική λατρεία. Το αναλόγιο είναι χώρος μύησης στα ιερά κείμενα της Εκκλησίας μας· σχολείο εντρύφησης στην εκκλησιαστική ποίηση· χώρος προσευχητικής αναφοράς στον Τριαδικό Θεό.
Η ψαλμωδία δεν είναι δημοτικό τραγούδι, -έστω κι αν συγγενεύει με αυτό-, δεν είναι φωνή άτακτη, βίαιη και εκκωφαντική, δεν είναι επίδειξη σπάνιων λαρυγγισμών μέσω μεγαφώνων. Η ιερά ψαλμωδία είναι φωνή αύρας λεπτής, προσευχή εμμελής, διδαχή σωστική και σωτήριος, μύηση στο υπέρλογο μυστήριο της ορθοδόξου χριστιανικής πίστεως.
Οι ύμνοι έχουν θεολογικό, μυσταγωγικό, παιδαγωγικό, εκκλησιολογικό και αναγωγικό χαρακτήρα. Η Εκκλησία μέσω της υμνολογίας υπομνηματίζει, αναδεικνύει και ερμηνεύει το υπερφυές μυστήριο της θείας οικονομίας. Συνθέτει σε θεία αρμονία λόγο και μέλος. Η εμμελής ψυχαγωγία και ηδονή γεννά αγνούς και σώφρονες λογισμούς διδάσκει ο Μ. Βασίλειος και συμπληρώνει: Το Άγιο Πνεύμα, βλέποντας ότι το ανθρώπινο γένος είναι «δυσάγωγον προς αρετήν και επιρρεπές προς την ηδονήν», «το εκ της μελωδίας τερπνόν τοις δόγμασιν εγκατέμιξεν». Δηλαδή, ανέμιξε τις αλήθειες της πίστεως με την τέρψη της μελωδίας, ώστε να δέχεται χωρίς αντίδραση την ωφέλεια των λόγων που θα ακούγονται γλυκόηχα και απαλά.
Το μέλος παιδαγωγεί και συμβάλλει στη διαρκή μνήμη των θείων αληθειών με έμμεσο τρόπο: «Δία τούτο τα εναρμόνια μέλη των ψαλμών ημίν επινενόηται (επινοήθηκαν), ίνα οι παίδες την ηλικίαν, ή και όλως νεαροί το ήθος, τω μεν δοκεί μελωδώσι, τη δε αληθεία τας ψυχάς εκπαιδεύονται», επισημαίνει ο Μ. Βασίλειος. Δηλαδή, τα εναρμόνια μέλη των ασμάτων επινοήθηκαν, ώστε τα παιδιά και οι ανώριμοι στο ήθος, να φαίνεται ότι ψαλ-λουν, αλλά στην πραγματικότητα να καλλιεργούνται και να μορφώνονται πνευματικά.
Η ψαλμωδία αποβλέπει στη ένωση, την συνάρμοση και ενότητα του λαού του Θεού μέσω της αγάπης. Συναρμονίζει το λαό του Θεού στη συμφωνία ενός χορού.
Ο Παπαδιαμάντης ξεχωρίζει τον κανόνα που είναι γνωστός από τις πιο πρώτες λέξεις του ειρμού: "Κύματι θαλάσσης".
Τον θεωρεί "κελάδημα ποιητικώτατον” εν των περικαλλεστάτων της Εκκλησίας μουσουργημάτων".
Και επειδή ο κανόνας αυτός είναι ποίημα τριών υμνογράφων: της Κασσιανής, του Κοσμά Μαϊουμά και του Μάρκου επισκόπου Υδρούντος, ο Παπαδιαμάντης αφιερώνει μεγάλο μέρος ενός άρθρου του για να διερευνήσει την πατρότητα των ωδών.
"Ο πένθιμος ήχος, ο πλ. β', εις ον είναι τονισμένα τα τροπάρια ταύτα, καθιστώσιν αυτά θρηνώδη λίαν και περιπαθέστατα, ψαλλόμενα μάλιστα από καλόν ψάλτην", επισημαίνει ο Παπαδιαμάντης, υπαινισσόμενος έτσι, και πάλι, την αδεξιότητα των ψαλτών σχετικά με την ερμηνεία των κανόνων.
Ο Παπαδιαμάντης χαρακτηρίζει τους ύμνους του Επιταφίου ως "παθητικά άσματα".
Ακριβώς διότι βιώνει τον λόγο του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου: "ο εμός έρως εσταύρωται". Και μαζί με τον άνθρωπο πάσχει και η κτίσις "εν Σταυρώ καθορώσα τον Κύριον".
Στο διήγημά του "Παιδική Πασχαλιά" ο κύρ Αλέξανδρος περιγράφει την συμμετοχή της φύσης με τους θεσπέσιους ήχους της κατά την περιφορά του Επιταφίου: "Και η αύρα πραεία εκίνει ηρέμα τους πυρσούς, χωρίς να τους σβήνη, και η άνοιξις έπεμπε τα εκλεκτότερα αρώματά της εις τον Παθόντα και Ταφέντα, ως να συνέψαλλε και αυτή "ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!" και η θάλασσα φλοισβίζουσα και μορμύρουσα παρά τον αιγιαλόν επαναλάμβανε "οίμοι! γλυκύτατε Ιησού!"
Οι ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδος όπως τους θέλει η Εκκλησία και τους περιγράφει ο Παπαδιαμάντης, είναι γλυκείς, χωρίς να διέπονται από οποιονδήποτε συναισθηματισμό. Είναι αβίαστοι ρυθμού και μέλους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν απαιτούν την δέουσα προσοχή από τους ψάλτες για την καλύτερη δυνατή ερμηνεία. Είναι περιπαθείς, χωρίς βέβαια να εξάπτουν τα γήϊνα πάθη, αλλ’ αντιθέτως διεγείρουν προς πόθον του Πάθους του Χριστού. Είναι ποιητικότατοι, αλλά πάνω απ’ όλα είναι θεόπνευστοι.
Ένας ύμνος που δείχνει και περιγράφει την μεγαλοπρέπεια, την ομορφιά, την δύναμη και την αγάπη της Παναγίας μας, Της όντως πραγματικής και ουράνιας Μητέρας μας... Αυτός ο πραγματικά όμορφος και συνάμα κατανυκτικός και θεάρεστος ύμνος, έχει γραφτεί από άγια χέρια, τα χέρια του Αγίου Νεκταρίου του Αιγίνης.Είναι ένας μη λειτουργικός ύμνος, που συνέθεσε ο Άγιος Νεκτάριος Αιγίνης κατά τη διάρκεια της θητείας του ως διευθυντής της Θεολογική Σχολής στην Ριζάρειο της Αθήνας. Η παράδοση λέει ότι παρουσιάστηκε η Υπεραγία Θεοτόκος στον Άγιο Νεκτάριο και του ζήτησε να γράψει έναν ιδιαίτερο ύμνο που θα του τον έψαλλαν Αγγελικές χορωδίες για να τον καταγράψει...
Αυτός λοιπόν ο ύμνος είναι το ''Αγνή Παρθένε Δέσποινα'' 1. Αγνή Παρθένε Δέσποινα Άχραντε Θεοτόκε Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε Παρθένε Μήτηρ Άνασσα Πανένδροσε τε πόκε Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε