Κι ὅταν μιλᾶμε γιὰ προϋποθέσεις, ἐννοοῦμε βεβαίως αὐτές, πέραν τῶν ἀπολύτως ἀπαραιτήτων καὶ ἐξ ὧν οὐκ ἄνευ, γιὰ τὴ δυνατότητα μετοχῆς στὴν Εὐχαριστία, ὅπως ἡ διὰ τοῦ Βαπτίσματος καὶ Χρίσματος ἰδιότητα τοῦ πιστοῦ καὶ ὁλοκληρωμένου μέλους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ βέβαιη καὶ ἀκράδαντη πίστη ὅτι διὰ τῆς θείας Κοινωνίας μετέχει ὁ πιστὸς αὐτοῦ τοῦ Σώματος καὶ αὐτοῦ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἐν ἐπιγνώσει ἐνσυνείδητη Μετάληψη ἀπὸ ζῶντες καὶ ὄχι κοιμηθέντες ἢ μὴ ἔχοντες συνείδηση ἐπιθανατίους καὶ ἡ τέλεση τοῦ Μυστηρίου ὀρθοδόξως ἀπὸ τὴ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἀποκλειομένων τελείως τῶν αἱρετικῶν, σχισματικῶν καὶ ἀκοινωνήτων.
Ἀλλά, ἂς δοῦμε τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή. Ἡ παράδοση «τῶν καθ᾽ ἡμᾶς φρικτῶν Μυστηρίων» ἀπὸ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν γίνεται «δείπνου γενομένου» (Ἰω. 13,2), κατὰ τὸ ἔσχατο ἐκεῖνο δεῖπνο τῆς ἐπὶ γῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ μας μὲ τοὺς μαθητές Του στὸ ἀνώγαιο τῆς Σιών. Ἐνῶ δηλ. ἔτρωγαν («ἐσθιόντων δὲ αὐτῶν»[Ματθ.26,26]), ὁ Κύριος, ἐκφωνῶντας τοὺς μέχρι σήμερα ἐπαναλαμβανόμενους ἱδρυτικοὺς τοῦ Μυστηρίου λόγους, «λάβετε, φάγετε, τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου…», «πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ αἷμά μου…» (Ματθ.26,26-27), παρέδωσε στοὺς ἀποστόλους καὶ δι᾽ αὐτῶν στὴν Ἐκκλησία τὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας.
Τί ζήτησε τότε ἀπὸ τοὺς Μαθητές Του; Τὴν καθαρότητα. Τὴν ἠθικὴ καθαρότητα τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς. Γιὰ τοῦτο, πρὶν τὴν παράδοση καὶ κοινωνία τῶν θείων Μυστηρίων, ἀνεγνώρισε πὼς ἦσαν καθαροί: «καὶ ὑμεῖς καθαροί ἐστε, ἀλλ᾽ οὐχὶ πάντες» (Ἰω.13,11), ἐννοῶντας μὲ τὴν τελευταία φράση τὸν Ἰούδα, ποὺ ἦταν σπιλωμένος μὲ τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας σὲ τέτοιο βαθμό, ποὺ τυφλώθηκε καὶ πρόδωσε τὸν Διδάσκαλο.
Τότε, γιατί, θὰ ἐρωτήσει κάποιος, ὁ Κύριος πρόσφερε τὰ ἄχραντα Μυστήρια καὶ στὸν Ἰούδα. Ἀσφαλῶς, «τίς ἔγνω νοῦν Κυρίου, ἢ τίς σύμβουλος Αὐτοῦ ἐγένετο;»
Ἀλλά, θὰ μπορούσαμε ἐν προκειμένῳ νὰ ἀπαντήσουμε, ὅτι, καταρχήν, γιὰ νὰ μὴν βρεῖ ἀφορμὴ ὁ Ἰούδας ὅτι, «ἐμένα δὲν μὲ κοινώνησε», καὶ νὰ ἔχει ἄλλοθι γιὰ τὴν προδοσία. Κυρίως ὅμως, διότι, «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί», καὶ σέβεται τὴν ἐλευθερία τοῦ κάθε ἀνθρωπίνου προσώπου. Καί, παρόλο ποὺ γνώριζε καὶ προγνώριζε τὸ ἀδιόρθωτο τῆς γνώμης τοῦ προδότη μαθητῆ (δὲν τὸ γνώριζε ἐξάλλου ἤδη, ὅταν τὸν καλοῦσε καὶ τὸν ἐνέτασσε στὴ χορεία τῶν δώδεκα;), τοῦ δίνει μία τελευταία εὐκαιρία, νὰ κάνει αὐτοκριτική, νὰ ἔλθει σὲ συναίσθηση, νὰ εἰπεῖ, “δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ κοινωνήσω τῶν φρικτῶν τούτων Μυστήριων”, νὰ πληγωθεῖ ἀπὸ τὴν ἄκρα τούτη συγκατάβαση καὶ ἀγάπη τοῦ Κυρίου, νὰ μετανοήσει. Πρᾶγμα, ποὺ δὲν ἔπραξε! Καί, τέλος, νὰ παραμείνει ἐλεεινὸ ὑπόδειγμα τιμωρίας τῶν ἀναξίως κοινωνούντων. Γιατί, γνωρίζουμε τὶς συνέπειες: « καί, μετὰ τὸ ψωμίον, τότε εἰσῆλθεν εἰς ἐκεῖνον ὁ σατανᾶς» (Ἰω.13,27), δαιμονίστηκε δηλονότι πλήρως. Καὶ κατόπιν, ἁπλῶς “μετεμελήθη”, δὲν μετανόησε δηλαδὴ πραγματικά, καὶ «ἀπελθών, ἀπήγξατο» (Ματθ.27,5). Αὐτοκτόνησε!
Ἡ τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας συνημμένως σὲ δεῖπνο συνεχίστηκε στὴν ἀποστολικὴ καὶ μεταποστολικὴ Ἐκκλησία τῶν πρωτοχριστιανικῶν χρόνων, καθὼς ἡ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, «τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν» (Λουκ.22,19) ἐξελήφθη κατὰ γράμμα. Ἀσφαλῶς, τὸ δεῖπνο δὲν ἦταν συστατικὸ στοιχεῖο τοῦ Μυστηρίου. Ἄρα, μέχρις ἐδῶ, δὲν ὑπῆρξε κἂν θέμα ὁποιασδήποτε νηστείας πρὸ τῆς θείας Κοινωνίας. Παράσταση δὲ στὴν τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας χωρὶς συμμετοχὴ σ᾽ αὐτὴ ἦταν ἀδιανόητη κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες. Τῆς θείας Κοινωνίας ἀποκλείονταν μόνον ὅσοι εἶχαν ὑποπέσει σὲ σοβαρὰ ἁμαρτήματα. Τὸ θέμα τοῦτο ἤδη τίθεται ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος, μεταξὺ τῶν ἄλλων ἔργων του, μὲ ὁδηγὸ τὴν θεόπνευστη κατευθυντήρια ρήση του, «πάντα εὐσχημόνως καὶ κατὰ τάξιν γινέσθω» (Α΄ Κορ.14,40), ἀγωνίσθηκε νὰ ὀργανώσει ποικιλότροπα τὰ ἐσωτερικὰ τῶν ἀρτισυστάτων τότε τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, μάλιστα δὲ καὶ τὰ τῶν λειτουργικῶν τους εὐχαριστιακῶν συνάξεων.
Ἄριστο σχετικὸ δεῖγμα γραφῆς τὸ 11ο κεφάλαιο τῆς Α΄ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς του. Ἐκεῖ θίγει καὶ τὸ θέμα τῶν ἀναξίως κοινωνούντων καὶ τῶν ἀναποδράστων συνεπειῶν: «διὰ τοῦτο ἐν ὑμῖν πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄρρωστοι καὶ κοιμῶνται (=πεθαίνουν) ἱκανοί»(στ.30).
Ἐκεῖ θέτει καὶ τὶς προϋποθέσεις γιὰ ἐπάξια συμμετοχὴ στὴ θεία Μετάληψη, μὲ μία κλασικὴ διατύπωση: «δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω» (στ.28), γιὰ νὰ ἐπεξηγήσει στὴ συνέχεια, ὅτι ἡ δοκιμασία αὐτὴ ἔγκειται στὴ διερεύνηση ἀπὸ τὸν καθένα τῆς συνειδήσεώς του πρὶν κοινωνήσει: ἂν τὸν ἐλέγχει γιὰ σοβαρὰ ἁμαρτήματα, νὰ μετανοεῖ καὶ ἐξομολογεῖται, κι ἀφοῦ ἔτσι διορθωθεῖ καὶ καθαρισθεῖ, τότε νὰ προσέρχεται μὲ καθαρὴ συνείδηση. Καὶ πάλιν λοιπὸν οὐδεμία ἀναφορὰ στὴν ἀνάγκη προευχαριστιακῆς νηστείας. Τὸ ζητούμενο εἶναι καὶ πάλιν ἡ καθαρότητα τῆς συνειδήσεως.
Ἐπειδὴ ὅμως σὺν τῷ χρόνῳ κατὰ τὴ διάρκεια τῶν εὐχαριστιακῶν τούτων δείπνων, τῶν λεγομένων καὶ ἀγαπῶν, ἄρχισαν νὰ παρατηροῦνται παρέκτροπα, τὰ ὁποῖα ἤδη στηλιτεύει στὸ αὐτὸ κεφάλαιο τῆς πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῆς ὁ μέγας Παῦλος, ἡ Ἐκκλησία, μὲ τὴ διακριτική της ἐξουσία ἀποδέσμευσε τὴν τέλεση τῆς Εὐχαριστίας ἀπὸ τὸ συνημμένο δεῖπνο καὶ καθιέρωσε τὴν πρωινή της τέλεση κεχωρισμένως, μάλιστα κατὰ τὴν ἀναστάσιμη ἡμέρα τῆς Κυριακῆς, μαζὶ μὲ ψαλμικὰ κ.ἄ. ἀναγνώσματα καὶ λειτουργικὲς εὐχές. Τότε ἄρχισε νὰ παρουσιάζεται σταδιακὰ καὶ τὸ ἔθιμο τῆς ἀποχῆς ἀπὸ κάθε τροφὴ ἀπὸ τὸ δεῖπνο τῆς προτεραίας ἡμέρας ἢ τὸ μεσονύκτιο, μέχρι τὴν ὥρα τῆς θείας Κοινωνίας, ἡ λεγομένη εὐχαριστιακὴ νηστεία, στὴν ὁποία θὰ ἐπανέλθουμε.
Ἀναφέραμε ἤδη, ὅτι, ἀπὸ τὴ φύση τοῦ Μυστηρίου τῆς Εὐχαριστίας, ἀλλὰ καὶ τὴν ἱερολογία τῶν λειτουργικῶν εὐχῶν, ἡ τέλεσή του χωρὶς τὴ συμμετοχή σ᾽ αὐτὸ τῶν παρισταμένων ἦταν ἀδιανόητη κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες. Ἡ ὀρθὴ αὐτὴ πράξη καὶ τάξη ἄρχισε νὰ διασαλεύεται κατὰ τὴ μετὰ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο ἐποχή: τότε ἔχουμε ὁμαδικὲς Βαπτίσεις καὶ ἀθρόα ἔνταξη ἐθνικῶν στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, ὁπόταν εἰσέρχονται σ᾽ αὐτὴν καὶ ἄνθρωποι χωρὶς ἰδιαίτερες πνευματικὲς ἀναζητήσεις, πολλοὶ τῶν ὁποίων παρίσταντο στὶς λειτουργικὲς συνάξεις, χωρὶς ὅμως νὰ μεταλαμβάνουν.
Γιὰ τὴν περιστολὴ τῆς ἐκτροπῆς αὐτῆς ἐργάζονται οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ διατυπώνονται σχετικοὶ ἱεροὶ Κανόνες.
Χαρακτηριστικοὶ ἐν προκειμένῳ εἶναι οἱ Η΄ (8ος) καὶ Θ΄ (9ος) Ἀποστολικοὶ καὶ ὁ Β΄ (2ος) τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου (τοῦ ἔτους 341), οἱ ὁποῖοι ἐπισείουν τὴν ποινὴ τοῦ ἀφορισμοῦ, τόσο γιὰ τοὺς κληρικούς, ὅσο καὶ τοὺς λαϊκούς, οἱ ὁποῖοι δὲν παραμένουν μέχρι τὸ τέλος καὶ δὲν μεταλαμβάνουν, τελουμένης προσφορᾶς (Λειτουργίας), χωρὶς σοβαρὸ λόγο (κώλυμα).
Ἐδῶ νὰ σημειωθεῖ, ὅτι στὶς κατὰ τόπους ἀρχαῖες Ἐκκλησίες, ὅπως ἐπισημαίνει ἡ σύγχρονη λειτουργιολογικὴ ἐπιστήμη, ἐτελεῖτο ἡ θεία Λειτουργία τουλάχιστον τρεῖς ἢ τέσσερεις φορὲς τὴν ἑβδομάδα. Τοῦτο ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ σχετικὸ κείμενο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἀναφορικὰ μὲ τὴ συχνότητα προσέλευσης στὴ θεία Κοινωνία στὴν ἐπαρχία του: « Καὶ τὸ κοινωνεῖν καθ᾽ ἑκάστην ἡμέραν καὶ μεταλαμβάνειν τοῦ ἁγίου σώματος καὶ αἵματος τοῦ Χριστοῦ καλὸν καὶ ἐπωφελές…Ἡμεῖς μέντοιγε τέταρτον καθ᾽ ἑκάστην ἑβδομάδα κοινωνοῦμεν· ἐν τῇ Κυριακῇ, ἐν τῇ Τετράδι, ἐν τῇ Παρασκευῇ καὶ τῷ Σαββάτῳ καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις ἡμέραις, ἐὰν ᾗ μνήμη ἁγίου τινός.» (Ἐπιστολὴ 93, Πρὸς Καισαρίαν Πατρικίαν).
Γι᾽ αὐτὴ ὅμως τὴ συχνότατη καὶ ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ Μυστήριο, τοὺς ἱεροὺς Κανόνες καὶ τοὺς θεόπνευστους Πατέρες ἐπιβεβλημένη προσέλευση στὴ θεία Μετάληψη, τί προϋποθέσεις ἐτίθονταν;