ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΔΕΞΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΜΑΣ!

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

Νέα στοιχεία για το θαύμα του Αγ.Νικολάου που συγκλόνισε την Σ.Ένωση το 1956.Ποιός πήρε την εικόνα από τα χέρια της Ζωής;

ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΣΙΑΠΟΤΚΙΝ

Κάποια νέα στοιχεία για το θαύμα που συγκλονισε την κομμουνιστική Σοβιετική Ένωση το 1956,γεγονός που έγινε ταινία με τον τίτλο «Το θαύμα(The Miracle)θέλω να προσθέσω με αυτό το άρθρο.Πρόκειται για μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν το γεγονός,αλλά και μαρτυρίες που αποδεικνύουν ότι ενώ η Ζωή έμεινε πετρωμένη για 128 ημέρες,την εικόνα του Αγίου Νικολάου τελικά την είχε πάρει από τα χέρι της ο ιερομόναχος Σεραφείμ Τσιαπότκιν.(κάτι που δεν αναφέρεται στο προηγούμενο άρθρο
http://proskynitis.blogspot.com/2010/06/iracle-1956.html

Όπως είδαμε στο παραπάνω άρθρο την Ζωή την επισκέφθηκαν 
 1) Εγνωσμένου κύρους καθηγητής της ιατρικής που κατέφθασε από την Μόσχα. Αυτός βεβαίωσε ότι η καρδιά δεν σταμάτησε να χτυπά.
2) Επίσκοποι και ιερείς, τους οποίους προσκάλεσε η μητέρα της για να πάρουν από τα χέρια της Ζωής την εικόνα του Αγιου Νικόλαου και3)Ο γέροντας Σεραφείμ(Τσιαποτκιν) από την έρημο του Γκλίνσκ, ο οποίος ήρθε στο Κουιμπίσεβ για την εορτή των Χριστουγέννων και τέλεσε αγιασμό και άγιασε την εικόνα. Κατόπιν είπε: «Τώρα πρέπει να περιμένουμε κάποιο σημείο το Πάσχα! Αν δεν γίνει τίποτε , σημαίνει ότι πλησιάζει το τέλος του κόσμου!», δείχνοντας με τα λόγια αυτά την βαθειά του πίστη σ’ ένα θαύμα.

Μετά από πολλά χρόνια απ'όταν έλαβε μέρος αυτό το γεγονός ο γέροντας Σεραφείμ ρωτήθηκε εαν αυτός πήρε την εικόνα από τα χέρια της ζωής.
Ο πρωθιερέας Ανατόλι Λιτβίνκο,κληρικός στην επαρχία της Σαμάρας, θυμάται ότι  απέφευγε ν'απαντήσει:Έσκυψε το κεφάλι ταπεινά και από την σιωπή του κατάλαβα ότι ναι,αυτό είχε συμβεί.Το έκρυβε από ταπείνωση αλλά και επειδή οι αρχές μπορεί να τον συλλάμβαναν εκ νέου,επειδή είχαν αρχίσει να έρχονται στην εκκλησία του για να προσκυνήσουν την θαυματουργή εικόνα.Οι αρχές ζήτησαν όπως η εικόνα να μεταφερθεί στο ιερό για να μην μαζευεται κόσμος.
    Πολλοί πιστοί από την Σαμάρα γνώριζαν την Άννα Ιβάνοβνα Φεντοτνοβα.Η ίδια θυμάται:«Εκείνες τις ημέρες είχα πάει δύο φορές στο σπίτι της Ζωής.Το σπίτι ήταν περικυκλωμένο από αστυνομικούς.Ρώτησα έναν αστυνομικό εαν είναι αλήθεια ότι η Ζωή κοκκάλωσε.Αυτός μου είπε:«Με ρωτάτε όπως ακριβώς η σύζυγός μου.Δεν θα σου πω όμως τίποτα.Κόιτα μόνη σου...»
Τότε έβγαλε το καπέλο του και της έδειξε τα μαλλία του τα οποία είχαν ασπρίσει σε μία νύχτα!«Αυτό σου φτάνει.Κάθε κουβέντα είναι περιττή.Άλλωστε έχουμε υπογράψει να μην μιλήσουμε.Αν ήξερες όμως τι φόβο πήρα κοιτάζοντάς την»

   Πρόσφατα ο εφημέριος της ενορίας της Αγίας Σοφίας της πόλης της Σαμάρας,π.Βιτάλιος Καλάσνικωβ,ανέφερε:«Η θεία της μητέρας μου,Άννα Πάβλοβνα Κλάσνικοβα,ήταν γιατρός στο ασθενοφόρο στο Κοθιμπάσεβ.Το πρωί της ημέρας εκείνης ήρθε να μας βρει και μας είπε:''Εσείς κοιμάστε αλλά η πόλη όλη είναι στο πόδι''Αν και είχε υπογράψει άρχισε να μας διηγείται πως είχε δει την Ζωη να μοιάζει σα μία πέτρα.Είχε δει και την εικόνα του Αγίου Νικολάου στα χέρια της.Επίσης μας διηγήθηκε πως όσες ενέσεις και αν της έκανε,οι βελόνες έσπαγαν.όλοι μείναμε συγκλονισμένοι.

    Η Α.Π.Καλασνίκοβα εργάστηκε για πολλά χρόνια στο ασθενοφόρο.Πέθανε το 1996.Εγώ έγινα ιερέας πριν από την κοίμησή της.Πολλοί που άκουσαν εκείνο το πρωί αυτήν την διήγηση ζουν ακόμη»

 Η Βαλεντίνα Νικολάεβνα Μ.(από την πόλη Μπέλγκοροντ)θυμάται:«Είχα έρθει στον π.Σεραφείμ.Την νύχτα έμεινα στο σπίτι της Μαρίας Ρομάνοβνα,όπου είχαν μαζευτεί πολλοί χριστιανοί.Έκανε πολλή ζέστη και δεν μπορούσα να κοιμηθώ.Μετά από λίγο βγήκαν έξω και δύο νεαροί.Αρχίσαμε να συζητούμε.Ήταν φοιτητές στο Θεολογικό Σεμινάριο.Τους ρώτησα για την Ζωή.Όταν έγινε το θαύμα ήταν μικροί.Χάρη σε συτό το θαύμα πίστεψαν στον Χριστό.Τώρα είχαν πνευματικό τον γέροντα Σεραφείμ και μου ομολόγησαν ότι ο γέροντας ήταν εκείνος που πήρε την εικόνα από τα χέρια της Ζωής»...
...Μετά την ακολουθία η πρεσβύτερα Αικατερίνη Λούτσινα(αργότερα έγινε μοναχή με το όνομα Σεραφίμα) με ρώτησε εαν προσκύνησα την εικόνα του Αγίου Νικολάου
-Ναι,της απάντησα 
-Ποιάν εικόνα ακριβώς προσκύνησες,με ξαναρώτησε
Της έδειξα την μεγάλη εικόνα του Αγίου Νικιολάου στον τοίχο
-''Όχι αυτήν''μου είπε.Προσκύνα εκείνην που είναι στο αναλόγιο.είναι η εικόνα που πήρε ο γέροντας Σεραφείμ από τα χέρια της Ζωής.Ο γέροντας μου είπε να μην το πω σε κανέναν.Εαν μαθευτεί υπάρχει κίνδυνος να τον ξανασυλλάβουν»
Πολλά πνευματικά παιδιά του γέροντα Σεραφείμ μαρτυρούν ότι ήρθε μία γυναίκα από το Κουιμπάσεβ η οποία επιβεβαίωσε ότι ο γέροντας Σεραφείμ ήταν εκείνος που πήρε την εικόνα.


    Η Αλεξάνδρα Ιβάνοβνα Α.θυμάται:«Ήταν Πέμπτη εβδομάδα των νηστειών του 1982 όταν έφτασα στο Ρακίτνοε.Κάποια στιγμή τόλμησα να ρωτήσω''Γέροντα που είναι η εικόνα του Αγίου Νικολάου που πήρατε από τα χέρια της Ζωής;
Έπεσε βαθειά ησυχία.Με κοίταξε αυστηρά.Δεν ξέρω πως μου ήρθε να ρωτήσω την στιγμή εκείνη για την εικόνα.Στο Κουιμπάσεβ οι συγγενείς μου έμεναν στον ίδιο δρόμο με την Ζωή.Εγώ ήμουν τότε 14 ετών.Το βράδυ έσβηναν τα φώτα για να μην μαζεύεται κόσμος.
Τα ουρλιαχτά της Ζωής τους κατατρόμαζαν όλους.Οι συγγενείς μου οι οποιοί ήταν αυτοπτες μάρτυρες άρχισαν από τότε να πιστεύουν και να εκκλησιάζονται.Αυτό το θαύμα έμεινε βαθιά χαραγμένο στο μυαλό μου.
Την στιγμή εκείνη,που ο γέροντας με κοίταζε, πέρασε από το μυαλό μου η φράση''αλοίμονό μου''. Ο γέροντας τότε είπε:''Η εικόνα είναι στην εκκλησία στο αναλόγιο.Υπήρξαν φορές που ήθελαν να την απομακρύνουμε τελείως από την εκκλησία'',επιβεβαιώνοντας έτσι ότι εκείνος ήταν που πήρε την εικόνα από τα χέρια της Ζωής.Μετά απο 2 εβδομάδες ο γέροντας εκοιμήθη»

    Η Κλαύδια Ιβάνοβνα Πετρουνένκο από την Αγία Πετρούπολη και πνευματική κόρη του μητροπολίτου Νικολάου Γιαρούσεβιτς αναφέρει τα εξής« Ρώτησα τον επίσκοπο εαν πήγε στο Κουιμπάσεβ και εαν είδε την Ζωή».Μου απάντησε:''Πήγα εκεί για να προσευχηθώ αλλά την εικόνα δεν την πήρα εγώ-δεν ήταν ακόμη η στιγμή.Την εικόνα την πήρε ο π.Σεραφείμ''(τότε λέγονταν Δημήτριος)
   Ο πρωθιερέας Αντρέι Αντρέεβιτς Σάβιν,ο οποίος ήταν τότε γραμματέας στην Σαμάρα θυμάται«Τότε επίσκοπος ήταν ο Σεβασμιώτατος Ιερώνυμος.Κάποιο πρωί πρόσεξα κάποιους ανθρώπους να στριμώχνονται κοντά σ'ένα σπίτι.Το βράδυ είχαν μαζευτεί γύρω στους χίλιους.Οι αστυνομικοι περιπολούσαν, αλλά τις πρώτες ημέρες δεν τους έδιωχναν.Μετά άρχισαν να τους διώχνουν με πρόσχημα την διατάραξη της κοινής ησυχίας και την παρακώλυση της συγκοινωνίας.Παρόλα αυτά ερχόνταν ακόμη πιο πολύ άνθρωποι.Η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη.Οι άνθρωποι περίμεναν από εμάς τους ιερείς εξηγησεις.Κανένας  όμως από τους ιερείς δεν πλησίαζε το σπίτι.Φοβόνταν όλοι.Άλλωστε μας παρακολουθούσαν στενά και μπορούσαν να μας διώξουν από την θέση μας ανα πάσα στιγμή.
Μία μέρα ακούστηκε ότι η Ζωή συγχωρήθηκε και ότι θα συνέλθει την ημέρα του Πάσχα(όπως είχε πει ο γέροντας Σεραφείμ δηλαδή).
Στην πόλη είχαν βγει εκείνες τις ημέρες τα μέλη της Κομσομόλ(κομμουνιστική νεολαία)και υποστήριζαν φωνάζοντας, ότι είχαν μπει σ'εκείνο το σπίτι και ότι δεν υπήρχε τίποτα εκεί.Αυτό έριξε λάδι στην φωτιά.Τότε και αυτοί που είχαν κάποιες αμφιβολίες πίστεψαν ότι κάτι θαυμαστό συνέβη στο σπίτι της Ζωής στο Κουιμπάσεβ.
     Ο αρχιεπίσκοπος Σαμάρας και Σαρζανσκ,Ευγένιος εκφράζει την δική του γνώμη για τα τεκταινόμενα:«Πολλοί άνθρωποι υπήρξαν μάρτυρες του θαύματος.
 Εγώ προσωπικά πληροφορήθηκα το γεγονός το 1957,όταν σπούδαζα στο Θεολογικό Σεμινάριο.Δεν χωράει αμφιβολία ότι πρόκειται για ένα μεγάλο θαύμα.Σε αυτά τα δύσκολα χρόνια όπου η εκκλησία διωκόνταν και λοιδωρούνταν από τους άθεους,αυτή η θαυμαστή εμφάνιση της θείας δύναμης προκάλεσε μεγάλη αίσθηση.Όχι μόνο στους κατοίκους της Σαμάρας.Για όλους μας ήταν ένα μάθημα.Ένα μάθημα για το πως πρέπει να φερόμαστε με τα ιερά αντικείμενα.Ένα μάθημα και για τους άπιστους.Κανείς δεν σε υποχρεώνει να πιστέψεις αλλά μην χλευάζεις τα ιερά αντικείμενα επειδή θα τιμωρηθείς!Εαν η άπιστη Ζωή δεν άγγιζε την εικόνα δεν θα συνέβαινε τίποτα.Πολλές φορές οι άπιστοι τιμωρήθηκαν για την ασέβειά τους στα ιερά.
Υπήρξαν περιπτώσεις όπου ρίχνοντας τις καμπάνες των ναών κάτω,έπεφταν και οι ίδιοι.Στους χαλεπούς εκείνους καιρούς οι άνθρωποι είχαν ανάγκη για θαύματα και τα θαύματα εμφανίζονται όταν θέλει ο Θεός.Όταν πήρε την εικόνα από τα χέρια της Ζωής ο γέροντας Σεραφείμ,οι αρχές τον τιμώρησαν,ενώ ο μητροπολίτης Ιερώνυμος εκδιώχθηκε από τον θρόνο.

 Το 1989 ο ηγούμενος Γερμανός,ο οποίος πρωτοστάτησε στην επαναλειτουργία της Όπτινα και ο οποίος την δεκαετία του '50 υπηρετούσε στον Καθεδρικό Ναό του Κουιμπάσεβ,διηγείται:«Για ότι δεν είδα δεν θα μιλήσω.Θα μιλήσω για όσα είδα.Ο δρόμος μπροστά στο σπίτι της Ζωής ήταν γεμάτος αστυνομικούς.Μάζευαν από τους ανθρώπους υπογραφές για να τους υποχρεώσουν να μην μιλούν.Ένα από τα εξέχοντα μέλη του κόμματος τηλεφώνησε σ'έναν από τους ιερείς του καθεδρικού ναού και του είπε να ανακοινώσει στους ανθρώπους ότι δεν συνέβη τίποτα.
Ο ιερέας τότε του είπε''Αφήστε με να πάω επιτόπου να δω τι συμβάινει για να ξέρω τι να πω στους ανθρώπους''Αυτός του είπε ότι θα τηλεφωνήσει πάλι.Μετά από μία ώρα πήρε τον ιερέα τηλέφωνο και του είπε ότι δεν χρειάζεται να ανακοινώσει τίποτα.
Οι φήμες είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν στην πόλη και οι εφημερίδες δεν μπορούσαν να μείνουν αμέτοχες.Μόνο που το παρουσίαζαν σαν ένα ΄΄ψέμα των παπάδων΄΄.
Λίγο καιρό μετά το γεγονός ο γέροντας Σεραφείμ φυλακίστηκε για τρία χρόνια.Όταν τον έβγαλαν από την φυλακή τον έστειλαν σ'ένα μακρινό χωριό,στο Ντνεπροπερτρόβσκ,ενώ αργότερα στο Μιχαίλβσκοε.

μετάφραση-επιμέλεια -www.proskynitis.blogspot.com
Από το βιβλίο Stareţul din Belgorod. Arhimandritul Serafim''

Ο Θεός δεν είναι υπόθεση μερικών στιγμών του εικοσιτετραώρου...

Картинка 41 из 160555

Ο Θεός δεν είναι υπόθεση μερικών στιγμών του εικοσιτετραώρου. Είναι ϋπόθεση όλης της ημέρας,ή μνήμη του πρέπει να είναι συνεχής,ή σκέψη ότι ή σκέπη Του μας συνοδεύει παντού καί πάντοτε.

Ολη ή ήμερα μας πρέπει να είναι προετοιμασία για τίς κορυφαίες αυτές ιερές ώρες του εναγκαλισμού μας με τον Θεό.Καί οι ώρες της προσευχής αφετηρία δυνάμεων για τίς ώρες πού θ'ακολουθήσουν στον αγώνα μας προς συνάντηση των άλλων,των πειρασμών καί των θλίψεων,των ευχάριστων καί των δυσάρεστων.

Το Ωρολόγιο, το Ψαλτήριο, τα Μηναία, το Τριώδιο, το Πεντηκοστάριο, ή Παρακλητική δεν είναι βιβλία μόνο για τ' αναλόγια των εκκλησιών αλλά καί για το ταμείο των οικείων μας. Είναι εργαλεία τα βιβλία αυτά.
Είναι ωραίο κανείς ν' αγαπήσει την καθημερινή συντροφιά τους. Έστω κι ένα μικρό 'Ορθρο να κάνει μερικούς ύμνους του Εσπερινού να πει ή το Απόδειπνο καί τους Χαιρετισμούς της Παναγίας,που πολύ την χαροποιούν καί περισσότερο μας χαροποιεί εκείνη.

Ο Μέγας Αθανάσιος στο σπουδαίο περί Παρθενίας έργο του λέει «τον αφιερωμένο στον Θεό πιστό πρέπει να τον βρίσκει ό ήλιος με το βιβλίο στο χέρι».
Άλλα καί γιά τίς άλλες ώρες της ημέρας καί της νύχτας δίνει συμβουλές ποια ναναι ή οτάση του πιστού απέναντι στον Θεό.

Είναι γεγονός πώς τα βιβλία ωφελούν,αλλά δεν οδηγούν πάντα στην
προσευχή. Ανώτερη των βιβλίων διδάσκαλος είναι ή ίδια ή
προσευχή,στην οποία μαθητεύουν τα πλήθη των ασκητών,δίχως πολλές
φορές καμμιά βοήθεια από τα βιβλία.Καί δίχως τα βιβλία καί δίχως τίς
εκκλησιαστικές ουνάξεις όταν αυτά δεν υπάρχουν καί δεν μπορούν να
είναι πάντα μαζί μας καί κοντά μας, με την εσωτερική εργασία της
προσευχής,πού μπορούμε πάντα να την έχουμε εντός μας.'Ετσι ναός του
Θεού καί άγιο θυσιαστήριο γίνεται ή ψυχή του κάθε αληθινού
προσευχόμενου.Καί ή προφορική καί ή μετά των βιβλίων καί ή έκφωνη
καί ή μυστική καλές προσευχές είναι,μόνο αν είναι προσεκτικές.
'Οπως δεν υπάρχει φυτό χωρίς ρίζα, έτσι δεν μπορεί να υπάρξει καλλιέργεια της ζωής της προσευχής δίχως τή μυστηριακή ζωή καί μάλιστα τη Θεία Ευχαριστία.

Μωυσέως μοναχού Αγιορείτου

Την πάνσεπτον εγκράτειαν εναρξώμεθα φαιδρώς



Ή περίοδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής είναι κυρίως περίοδος οδύνης καί πένθους. Καί παρότι ό σημερινός ανθρωπος δέν θέλει καθόλου να πονά καί να πενθεί είναι ό πιο πονεμένος καί ό πιο σκυθρωπός. Ή περίοδος αυτή αυτό ακριβώς θέλει να μας προσφέρει την όντως ηδονή της εν Θεώ ζωής καί την ελευθερία της αθάνατης ζωής,τη διάβαση μας,το Πάσχα το δικό μας,πού θα έλθει όμως με την κατάνυψη,την περισυλλογή,την αυτομεμψία,τη νήψη και τη μετάνοια.

Το πνεύμα της Αγίας Τεσσαρακοστής δεν είναι απλώς ή αποχή μερικών βρωμάτων.Από αυτήν την παρεξήγηση θέλει να μας απαλλάξει καί η ίερή υμνολογία της περιόδου αυτής,όταν μας καλεί την πάνσεπτον έγκράτειαν έναρξώμεθα φαίδρώς.
Όταν μας θέλει να προσλάβουμε αγάπης την λαμπρότητα, προσευχής την αστραπήν,άγνείας καθαρότητα,ευανδρείας την ίσχύν.Επίσης να προσέξουμε μήπως βρωμάτων νηστεύουσα ψυχήν μου,καί παθών μη καθα­ρεύουσα,μάτην έπαγάλλη τη άτροφίη.

Ιδιαίτερα ή περίοδος αυτή είναι υπόμνηση καί ώθηση για τους αργούς,περίεργους,φίλαρχους καί άργολόγους,αλλά καί γιά τους ράθυμους,εμπαθείς κι όλους εκείνους που έχουν αποκάμει στον αγώνα της ζωής.Είναι μια παρακίνηση για πνευματική αφύπνιση,για αναζωογόνηση της ψυχής,που θα επανορθώσει τα λάθη του παρελθόντος καί θ'ανασυγκροτή­σει τίς δυνάμεις της ψυχής.
Σταυρώσωμεν, λοιπόν αδελφοί,τα μέλη δί' εγκράτειας,νήψωμεν εις προσευχάς ώστε να καθαρθώμεν τάς αισθήσεις καί όψόμεθα τω άπροσίτω φωτί της Αναστάσεως...

Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012

Ο Όσιος Τίτος της Λαύρας των Σπηλαίων και ο ανελέητος Ευάγριος

 
Ο Όσιος Τίτος γεννήθηκε στη Ρωσία και ασκήτευε στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου. Η ιερατική του βιοτή ήταν θεοφιλής και ισάγγελη, ενώ η αγάπη του προς όλους τους αδελφούς ανιδιοτελής και ανυπόκριτη.
 Τότε ζούσε στη Λαύρα και ένας διάκονος, που ονομαζόταν Ευάγριος. Ο μισόκαλος διάβολος, που πάντοτε σπείρει ζιζάνια, έσπειρε έχθρα ανάμεσα στον Όσιο Τίτο και το διάκονο Ευάγριο. Και ενώ πρώτα έτρεφαν ο ένας για τον άλλο βαθιά αμοιβαία αγάπη, έφθασαν τώρα να μην θέλουν ούτε να ιδωθούν. Τόσο πολύ μάλιστα τους σκότισε η οργή και η μνησικακία, ώστε, όταν θυμίαζε ο ένας στο ναό, ο άλλος έφευγε. Και αν δεν έφευγε, ο πρώτος τον προσπερνούσε χωρίς να τον θυμιάσει.


Αποτέλεσμα εικόνας για ТИТ ПЕЧЕРСКИЙ, ВОИН
 Έχοντας βυθιστεί σε τέτοιο σκοτάδι εμπάθειας οι δύο αδελφοί, τολμούσαν να λειτουργούν και να προσφέρουν τα Τίμια Δώρα και να κοινωνούν, ξεχνώντας την εντολή του Κυρίου που λέγει: «Εάν προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο και εκεί ενθυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίων σου, άφησε εκεί το δώρο σου μπροστά στο θυσιαστήριο και πήγαινε, πρώτα να συμφιλιωθείς με τον αδελφό σου, και τότε αφού έλθεις πρόσφερε το δώρο σου».


Το λείψανο του Οσίου Τίτου της Λαύρας των Σπηλαίων

  Κάποτε ο Όσιος Τίτος αρρώστησε πολύ σοβαρά. Είχα μάλιστα φθάσει στα πρόθυρα του θανάτου, όταν άρχισε ξαφνικά να κλαίει και να θρηνεί για την αμαρτία του. Αμέσως παρακάλεσε τους μοναχούς να καλέσουν τον Ευάγριο, για να συγχωρεθούν. Εκείνος όμως, όχι μόνο δεν δέχθηκε να συγχωρέσει τον ετοιμοθάνατο αδελφό, αλλά άρχισε να τον καταριέται. 
Αποτέλεσμα εικόνας για ТИТ ПЕЧЕРСКИЙ, ВОИН Евагрия
Τότε τον άρπαξαν και τον έφεραν διά της βίας στον Όσιο, για να ειρηνεύσουν. Μόλις τον είδε ο Όσιος Τίτος ανασηκώθηκε με δυσκολία και τον ικέτευσε κλαίγοντας να τον ευλογήσει.
 Ο ανελέητος Ευάγριος αποστράφηκε άσπλαχνα τον Όσιο και δήλωσε μπροστά σε όλους, ότι ποτέ δεν πρόκειται να συμφιλιωθεί μαζί του ούτε στην παρούσα ζωή ούτε στην άλλη. Δεν πρόλαβε όμως να τελειώσει τον λόγο του και έπεσε κάτω! Οι πατέρες έτρεξαν να τον σηκώσουν, αλλά διαπίστωσαν πως ήταν νεκρός. Το σώμα του αμέσως πάγωσε σαν μάρμαρο. Την ίδια στιγμή ο Όσιος Τίτος σηκώθηκε όρθιος, εντελώς υγιής, σαν να μην είχε αρρωστήσει ποτέ. Με φρίκη και δέος αντίκρισαν όλοι τον άδοξο θάνατο του μνησίκακου Ευαγρίου και την θαυματουργική ίαση του Αγίου.
  Ο Όσιος Τίτος, μετά την συγκλονιστική αυτή εμπειρία, απομάκρυνε για πάντα από τη ζωή του, όχι μόνο την εξωτερική οργή, αλλά και κάθε κακό λογισμό για οποιονδήποτε αδελφό, μέχρι την ημέρα που κοιμήθηκε ειρηνικά και παρέδωσε το πνεύμα του στον Θεό. Ήταν το έτος 1190 μ.Χ.Η μνήμη του τιμάται στις 27 Φεβρουαρίου.

Μνήμη του γέροντος των θεολογικών γραμμάτων Στυλιανού(Γερασίμου μοναχού)Παπαδοπούλου


Λένε οι άγιοί μας ότι η ζωή μας κρίνεται από το τέλος της: από το πώς φεύγουμε από τη ζωή αυτή χρωματίζεται η όλη πορεία της και βεβαίως καθορίζεται το τι μέλλει γίγνεσθαι από εκεί και πέρα. Γι’ αυτόν τον λόγο αφενός κανείς ποτέ δεν μπορεί να καυχηθεί για οτιδήποτε θεωρούμενο καλό του, ενόσω ζει – δεν γνωρίζει πού θα καταντήσει – αφετέρου η Εκκλησία μας εύχεται διαρκώς να είναι «χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά», ώστε να έχουμε «καλήν απολογίαν την επί του φοβερού βήματος του Χριστού». Ο μακαριστός καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Στυλιανός Παπαδόπουλος έφυγε από τον κόσμο τούτο έχοντας, θα έλεγε κανείς, οσιακά τέλη. Πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, εξομολογήθηκε, κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων, ζήτησε συγχώρηση από όλους τους δικούς του ανθρώπους για όποια ηθελημένα ή αθέλητα αμαρτήματά του απέναντί τους, όπως κι έδωσε και τη δική του συγγνώμη σε όλους, πολλώ δε μάλλον σε εκείνους που πιθανόν υπήρξαν θεωρούμενοι εχθροί του. Αν ο ίδιος ο Κύριος μάς δίνει τη δυνατότητα πληροφόρησης της κρίσης Του για εμάς, ήδη από τη ζωή αυτή, ο μακαριστός καθηγητής πρέπει να την είχε λάβει. Διότι λέει: «Αν συγχωρήσετε από την καρδιά σας τα παραπτώματα των συνανθρώπων σας, κι ο Πατέρας  ο Ουράνιος θα συγχωρήσει τα παραπτώματα τα δικά σας». Κι ένα στοιχείο, κρίσιμο νομίζουμε, που δείχνει τα χριστιανικά τέλη του, είναι το γεγονός ότι προ της κοιμήσεώς του, με πλήρη επίγνωση της καταστάσεώς του, με συγκατάθεση και της συζύγου και της οικογενείας του, εκάρη σε μοναχό, λαμβάνοντας το όνομα του μακαριστού θείου του, καθηγητή διατελέσαντος της θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού στη Βοστώνη, επισκόπου Αβύδου Γερασίμου. Ο πολιός καθηγητής, ο σοφός Γέροντας των θεολογικών Γραμμάτων, έφυγε ως Γεράσιμος μοναχός και έτσι τάφηκε στο κοιμητήριο της Ιεράς Μονής του Δοχειαρίου, στο Άγιον Όρος. Και την κουρά τέλεσε, στο νοσοκομείο που νοσηλευόταν ο καθηγητής,  ο επί τριακονταετία περίπου ήδη ευρισκόμενος ως μοναχός στο Άγιον Όρος κατά σάρκα υιός του, αρχιμανδρίτης Φιλόθεος Δοχειαρίτης.
Ο μακαριστός υπήρξε Γέροντας των Θεολογικών Γραμμάτων. Όσοι τον συναναστραφήκαμε, όσοι μαθητεύσαμε κοντά του, όσοι μετείχαμε του θεολογικού προβληματισμού του, την ίδια αίσθηση αποκομίσαμε. Δεν ήταν ο «ξερός» επιστήμονας και ακαδημαϊκός Δάσκαλος, ο λογικοκρατούμενος, του οποίου η προσέγγιση της θεολογίας -  και μάλιστα των Πατέρων της Εκκλησίας, παρά τους πόδας της ζωής και του έργου των οποίων θήτευσε σε όλη τη ζωή του -  ήταν ένας στείρος σχολαστικισμός. Μία τέτοια προσέγγιση συνιστά ουσιαστικά ακρωτηριασμό των Πατέρων και της θεολογίας τους, μία απονεύρωση της διδασκαλίας τους, μία υποβάθμιση αυτού που καλείται ο θεολόγος να υπηρετήσει: τη ζωή της Εκκλησίας. Χωρίς να λείπει από αυτόν η επιστημονικότητα – το αντίθετο: ήταν πολύ αυστηρός στη συλλογή και την επεξεργασία του υλικού των Πατέρων, δουλεύοντας με «μαθηματική» ακρίβεια στη συναγωγή των συμπερασμάτων του – αντιμετώπιζε το «αντικείμενο» της σπουδής του με τον τρόπο της Εκκλησίας: ως αγιοπνευματικό γεγονός. Είχε τη διάκριση, τη μεγίστη των αρετών, να προσκυνά τον άγιο, τον Πατέρα, τον φωτισμένο εκφραστή της θείας αλήθειας, αλλά και να επισημαίνει, με κριτική σκέψη, την προσφορά του, τη θεολογική συμβολή του στην Παράδοση της Εκκλησίας, τις επιρροές που ίσως είχε δεχθεί, τις πιθανές «αποκλίσεις» του. Τα κείμενά του, γι’ αυτό, είχαν και έχουν το άρωμα της ευσέβειας. Μελετώντας τα, και πληροφορείσαι, καθώς ανοίγεται μπρος στα μάτια σου όλος ο Πατερικός πλούτος με την προβληματική της κάθε εποχής, αλλά και κατανύσσεσαι. Είναι σαν να μελετάς «συναξάρια», αλλά απολύτως ελεγμένα και «καθαρισμένα», που σε φέρνουν στην ατμόσφαιρα που ζει με τον άγιο Πατέρα κάθε φορά η Εκκλησία. Και δεν μιλάμε μόνο για τα πιο εκλαϊκευμένα έργα του, εκείνα που έγραψε για να «ζωντανέψει» αφηγηματικά μεγάλους Πατέρες και αγίους: τον Μεγάλο Βασίλειο, τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον άγιο Μακάριο τον Νοταρά, τον όσιο Σάββα τον εν Καλύμνω, ακόμη και τον μακαριστό Γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη, (ο οποίος σεβόταν, σημειωτέον, πάρα πολύ τον καθηγητή), αλλά και τα πιο αυστηρά επιστημονικά του. Δεν είναι τυχαίο που επίσκοπος της Εκκλησίας της Ελλάδος, εν ενεργεία Μητροπολίτης και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, εξέφρασε αυτήν την αίσθηση από τα έργα του, και μάλιστα την Πατρολογία του, λέγοντας: «Το έργο αυτό έχει άρωμα ευλάβειας. Θα ‘θελα να φιλήσω με σεβασμό το χέρι που έγραψε τέτοια κείμενα».
Τη «διπλότητα» αυτή, τον συνδυασμό στον μακαριστό καθηγητή του αυστηρού ερευνητή και του ευλαβικού προσκυνητή, νομίζουμε ότι αποδίδει και το παρακάτω περιστατικό, του οποίου υπήρξαμε αυτήκοοι. Επισκεπτόμενος το Άγιον Όρος – κάτι που το έκανε τακτικά – θέλησε να προσκυνήσει εκείνη την Ιερά Μονή, στην οποία φυλάσσεται και η κάρα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, του κατεξοχήν αγαπημένου του Πατέρα της Εκκλησίας. Πλήρης κατανύξεως και με προσευχητική διάθεση, βρέθηκε ενώπιόν της. Ο άγιος, για τον ευλαβή καθηγητή, ήταν παρών, μπροστά του. Με δάκρυα στα μάτια και θέρμη καρδίας προσκύνησε. Και ο άγιος τον «αντάμειψε»: ευωδία άρρητη ξεχύθηκε από την κάρα που «ζάλισε» τον προσκυνητή. Ευχαρίστησε τον άγιο, δοξολόγησε τον Θεό, απήλθε χαίρων. Δεν άργησε να ξαναπάει, όταν έγραφε μάλιστα τη ζωή του αγίου Γρηγορίου. Αλλά πήγε αυτήν τη φορά ως ερευνητής. Χωρίς βεβαίως να πάψει ούτε στιγμή να τιμά τον άγιο και να τον ευλαβείται, ζήτησε να ελέγξει ερευνητικά την κάρα, προκειμένου να διαπιστώσει αν υπάρχει σημάδι από τα κτυπήματα που είχαν καταφέρει στην αγία κεφαλή  του αγίου οι αιρετικοί, όταν αυτός υπερμαχούσε για την ορθόδοξη πίστη στην Κωνσταντινούπολη ως αρχιεπίσκοπος, στον μικρό ναό της αγίας Αναστασίας. Και πράγματι, ο ερευνητής καθηγητής το διαπίστωσε. Βρήκε το σημάδι των κτυπημάτων, με βάση τις περιγραφές των κειμένων της εποχής και του ίδιου του αγίου. Αλλά τη φορά αυτή δεν υπήρξε ευωδία, δεν υπήρξε η κατάνυξη της προηγούμενης προσκύνησης. Ο άγιος του «έδωσε» την απάντηση στην έρευνά του, όχι όμως τη χάρη  της  ταπεινής και καρδιακής προσέγγισης.
Ο μακαριστός καθηγητής διακρινόταν και για δύο ακόμη αξιοσημείωτα, για μένα, πράγματα. Πρώτον, για τη φυσική του ευγένεια, δεύτερον, για το πάθος του ως προς τη γλώσσα. Ήταν εκ χαρακτήρος ευγενής άνθρωπος. Η όλη συμπεριφορά του, η μειλίχια έκφραση του προσώπου του, ο τόνος ακόμη της φωνής του – χαμηλός πάντοτε και ποτέ δυνατός και τρανταχτός – πρόδιδαν αληθώς άνθρωπο που δεν ήθελε να προκαλεί και να επισύρει επάνω του τα βλέμματα των άλλων. Μάλλον γοήτευε τους ανθρώπους, χωρίς να  επιδιώκει κάτι τέτοιο ασφαλώς, με την εσωτερική του ακτινοβολία. Τον γνώριζες και έλεγες ότι συνάντησες αυτό που λέμε «αρχοντάνθρωπο». Και βεβαίως η ευγένειά του αυτή φανέρωνε όχι μόνον τον εκ φύσεως ομαλό ψυχισμό του, αλλά και τον έντονο καρδιακό του αγώνα, τον οποίο κάνει ο άνθρωπος του Θεού  για να υποτάξει τα αμαρτωλά πάθη στον ηγεμόνα νου. Και δεν ήταν δυνατόν, εκείνος που ζούσε και ανέπνεε με τους αγίους Πατέρες να μην επηρεαζόταν από τη ζωή και τη σκέψη τους, η χάρη τους να μην επισκίαζε την ύπαρξή του.
Το πάθος του για τη γλώσσα από την άλλη ήταν παροιμιώδες. Αφενός θαύμαζε  κάθε μεγάλο τεχνίτη του λόγου – όχι κατ’ ανάγκην μόνο τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς – αφετέρου «παίδευε» πολύ τα κείμενά του μέχρι να πει ότι είναι το «τελικό» κείμενο. Κι είχε την αίσθηση ότι και τότε δεν έχει φτάσει στο όριο που ήθελε. «Κατώφλι πέρατος» άλλωστε δεν χαρακτηρίζουν οι γλωσσολόγοι και το πιο τέλειο θεωρούμενο γραπτό; Πάντοτε υπάρχουν περιθώρια βελτιώσεώς του. Πολλές ήταν επ’ αυτού οι συζητήσεις του – που του άρεσε να τις διηγείται – μ’ έναν μεγάλο μάστορα κι αυτόν του λόγου, μακαριστό επίσης, τον Βασίλη Μουστάκη. Κι απόδειξη του πάθους του για τη γλώσσα, για την πιο καλή εκφορά του κειμένου του – ο ίδιος είχε γράψει για τη «θεωρία του κάλλους» που έλεγε ο Μέγας Βασίλειος: την αλήθεια δηλαδή δοσμένη με τον καλύτερο τρόπο, σαν το φύλλωμα του δέντρου που ντύνει τον καρπό του – ήταν η συγγραφή και συγκεκριμένου βιβλίου με τίτλο «Θεολογία και Γλώσσα».
Ο καθηγητής Στυλιανός Παπαδόπουλος, ο μοναχός Γεράσιμος, μετέστη στους ουρανούς. Η επί γης Εκκλησία και ο επίγειος κόσμος μας φτώχυνε – αυτή είναι η απλοϊκή κρίση μας. Αλλά η φυγή του αποτελεί, νομίζουμε, εμπλουτισμό της ουράνιας Εκκλησίας. Αναπαύεται η ευγενής ψυχή του στα σκηνώματα των δικαίων και των αγίων, «εν κόλποις Αβραάμ», βλέποντας και ζώντας, μέσα στη χάρη του Θεού, «πρόσωπον προς πρόσωπον» τώρα, αυτούς που με σφοδρό πόθο είχε αγαπήσει στην εδώ ζωή του: τους Πατέρες της Εκκλησίας, και προσδοκώντας και αυτός «συν πάσι τοις αγίοις» τη Δευτέρα του Κυρίου Παρουσία. Ο Θεός να αναπαύει την ψυχή του. Και να έχουμε την ευχή του.

Όποιος δεν συγχωρεί έχει ξεγράψει τον εαυτό του από την αιώνια ζωή(Στάρετς Σαμψών)



 O μεθύστακας, o πόρνος κι o υπερήφανος, τόνιζε o στάρετς Σαμψών,μπορεί να αξιωθούν του ελέους του Θεού.
Μα όποιος δε συγχωρεί,δε ζητεί συγγνώμη,δε δι­καιολογεί καί μάλιστα όσο πιο πολύ μπορεί συνειδητά καί σκόπιμα, ...αυτός ό άνθρωπος έχει ξεγράψει τον εαυτό του από την αιώνια ζωή μια για πάντα.Γιατί δεν έχει κα­μιά σχέση με το Θεό.Καί δεν πρόκειται να εισακουστεί.

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012

Στον εναν ή θεία Κοινωνία γίνεται φωτιά καί στον άλλο φως...

Μιχαήλ Δαμασκηνός''Θεία Λειτουργία''16ος αιώνας
«...το αίμα του Χριστού...καθαριεί την συνείδησην υμών από νεκρών έργων...»(Εβρ.θ,14)

Εδώ τονίζεται από τον Απόστολο ότι το Αίμα του Χρί­στου «καθαριεί την συνείδησιν ημών». Ποια κτιστή δύναμη μπορεί να εισχώρηση στο βάθος αυτό του ανθρώπου και να το καθαρίση; Απολύτως καμμιά. Αυτό το έργο γίνεται με την άκτιστη ενέργεια του Χρίστου. Αυτή καθαρίζει και ζωοποιεί τον εσωτερικό μας κόσμο καί κατά συνέπεια όλη την ανθρώπινη ψυχοσωματική μας φύση.
Ό Νικόλαος Καβάσιλας στην ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας επεξηγεί ότι ή θεία Κοινωνία, καίτοι δίδεται δια του σώμα­τος,όμως «εις την ουσίαν πρώτον χωρεί της ψυχής καί δια της ψυχής εις το σώμα διαβαίνει». Καί σε άλλο σημείο λέγει ότι το Σωμα και το Αίμα του Χρίστου είναι ή αληθινή βρώση και αλη­θινή πόση της Εκκλησίας και μετέχοντες της θείας Κοινωνίας του Σώματος και Αίματος του Χρίστου δεν μεταβάλλονται αυ­τά σε ανθρώπινο σώμα, αλλά αυτή (ή Εκκλησία και εμείς) με­ταβάλλεται σε εκείνα, όπως ακριβώς ό σίδηρος Οταν έρχεται σε κοινωνία με την φωτιά, αυτός γίνεται φωτιά καί όχι ή φωτιά σίδηρος.
'Ολα αυτά δείχνουν την ευεργετική ενέργεια της θείας Κοι­νωνίας καί την δύναμη του Αίματος του Χρίστου. Αυτό καθαι­ρεί την δύναμη του πονηρού, δια του Σώματος και Αίματος του Χρίστου γινόμαστε Ναοί του Αγίου Πνεύματος, αισθανόμαστε τον Χριστό «κατοικούντα εν ταίς καρδίαις ημών» και είμαστε «λελυτρωμένοι πάσης διαβολικής ενεργείας».
Το αίμα το δικό μας
Αλλά ή ενέργεια της θείας Κοινωνίας είναι συνάρτηση της δικής μας ψυχικής καταστάσεως. Ανάλογα με την προετοιμα­σία του ανθρώπου ενεργεί ή Χάρη του Χρίστου.'Ετσι στον εναν ή θεία Κοινωνία γίνεται φωτιά καί στον άλλο φως. Στόν έ­να γίνεται τροφή καί στον άλλον δηλητήριο. Γι'αυτό από ό­λους τους αγίους τονίζεται ή αξία της προετοιμασίας για την θεία Κοινωνία. Δηλ.πρέπει να δώσουμε και έμείς αίμα με την εν γένει ασκητική ζωή, ώστε να γίνουμε κοινωνοί του Σώματος και Αίματος του Χρίστου.
Αν κατά τον Απόστολο «ει τις ου θέλει έργάζεσθαι μηδέ έσθιέτω» (Β' Θεσ. γ', 10), αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για την πραγματική τροφή, πού είναι το Σώμα καί το Αίμα του Χρί­στου. Χρειάζεται εργασία πνευματική. «Δός αίμα, λάβε πνεύ-μα» τονίζουν οι Πατέρες μας (άββάς Λογγίνος). Αυτή ή εργα­σία λέγεται άσκηση και φανερώνεται στην μετάνοια. Χωρίς ά­σκηση δεν μπορούμε να ζωοποιηθούμε από τον Χριστό. 'Υπάρ­χει στενή σχέση μεταξύ ασκήσεως και θείας Κοινωνίας. Ή πρώτη οδηγεί στην δεύτερη και ή δεύτερη ζωοποιεί και ενισχύει την πρώτη. Τελικά πρέπει να το καταλάβουμε ότι ή ουσιαστική διαφορά της Όρθοδοξίας με άλλες θρησκείες είναι το μυστή­ριο της θείας Ευχαριστίας και ή μετοχή μας στο άγιο Θυσια­στήριο. Αυτό είναι ή πηγή της ζωής.
Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου«Παρακλητικά-Σχόλια σε αποστολικούς λόγους»

Η αρετή της νηστείας κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο.

Η εικόνα ίσως περιέχει: εσωτερικός χώρος
Δεν είναι ολίγες οί φορές, πού ό άγιος Ιωάννης ό Χρυσόστομος έχει εκθειάσει την νηστεία καί τους καρπούς της στους μελιρρύτους λόγους του. Ή νηστεία κατά τον Άγιο,«ταπεινώνει το σώμα καί χαλιναγωγεί τα σκιρτήματα της σαρκός, καθίστα την ψυχή πιο καθαρή, της δίνει φτερά, την ανεβάζει ψηλά καί την κάνει ανάλαφρη» (P.G.53,83).
Σέ άλλο του λόγο πάλι λέγει: «Εάν ή νηστεία ήταν αναγκαία στον παράδεισο, πολύ περισσότερο είναι αναγκαία έξω από αυτόν. Εάν το φάρμακο είναι χρή­σιμο πρίν από την πληγή, πολύ περισσότερο μετά από την πληγή. Εάν το όπλο μας ήταν χρήσιμο πρίν ξεσηκωθούν σε πόλεμο οι έπιθυμίες μας, πολύ περισ­σότερο είναι αναγκαία ή βοήθεια της νηστείας μετά την τόσο μεγάλη μάχη των επιθυμιών, πού προέρ­χονται από τους δαίμονες. Εάν ό Αδάμ άκουγε την φωνή τον Θεού περί του απαγορευμένου καρπού, δεν θα άκουγε την δεύτερη πού έλεγε: "Γη εί καί εις γήν άπελεύση". Επειδή όμως παρήκουσε σ αυτήν,γι αυτό επήλθε ό θάνατος, οι φροντίδες, οι πόνοι, οι λύπες καί ζωή χειρότερη από κάθε θάνατο.Γι'αυτό άγκάνθια καί τρίβολοι,γι αυτό πόνοι καί ώδίνες καί βίος έπίμοχθος. Είδες, πώς ό Θεός αγανακτεί, όταν περιφρονείται ή νηστεία; Μάθε καί πόσο χαίρεται, όταν αυτή τιμάται» (Ρ.G.49, 307-308).
Καί άλλοτε ό ίδιος: «Δεν νηστεύουμε για το πάσχα ούτε για την σταυρική θυσία, αλλά για τα δικά μας αμαρτήματα, επειδή πρόκειται να προσέλθουμε στην θεία κοινωνία. Το πάσχα άλλωστε δεν είναι υπόθεση νηστείας ούτε πένθους, αλλά ευφροσύνης καί χαράς» (Ρ.G.48, 867). 
«Σκοπός της νηστείας είναι ή συμμετοχή στην θεία κοινωνία με καθαρή ψυχή... Γι αυτό καί οι Πατέρες παρέτειναν το στάδιο της νηστείας δίνοντας σε μας προθεσμία για μετάνοια, ώστε να προσέλθουμε στην θεία κοινωνία καθαρμένοι καί ψυχικά τακτοποι­ημένοι» (Ρ.G.56, 139).
Άλλοτε πάλι εκθειάζοντας «την μητέρα όλων των αγαθών καί δάσκαλο της σωφροσύνης καί κάθε άλλης αρετής, δηλαδή την νηστεία» (Ρ.G.53, 22) έλεγε: «Πόσο μεγάλο καλό είναι ή νηστεία καί μέγιστο όπλο κατά του διαβόλου! Μετά το λουτρό του βαπτίσματος μας δεν πρέπει να προσέχουμε στην καλοπέραση, την τρυφή καί τα πλούσια τραπέζια, αλλά στην νηστεία. Γι αυτό ακριβώς καί ό Κύριος νήστεψε· όχι επειδή ό 'Ιδιος το είχε ανάγκη, αλλά για να διδάξει εμάς.
Επειδή δηλαδή τα προ του βαπτίσματος μας αμαρτήματα τα έφερε ή υποδούλωση στην κοιλιά, όπως ακριβώς ό γιατρός, όταν θεραπεύει τον ασθενή, τον προστάζει να μη κάνει εκείνα από τα όποια προήλθε ή ασθένεια, έτσι λοιπόν καί εδώ ό Χριστός μετά το βάπτισμα εισήγαγε την νηστεία.Διότι καί τον Αδάμ ή ακρασία της κοιλιάς τον έβγαλε από τον παρά­δεισο... Γι αυτό λοιπόν καί ό Κύριος νηστεύει σαράντα ήμερες υποδεικνύοντας τα φάρμακα της σωτηρίας» (Ρ.G.57, 209-210).
Φυσικά ό άγιος Ιωάννης, όπως καί όλοι οι Πατέ­ρες, δεν παύουν να μας υπενθυμίζουν ότι η νηστεία δεν είναι ό αυτοσκοπός, δεν είναι κατ' ακρίβεια αρετή, αλλά μέσο για την απόκτηση της: «Μάθετε απ εμού, ότι πράος ειμί καί ταπεινός τη καρδία». Δέν είπε ότι ένήστευσα... αλλά,«ότι πράος ειμί καί ταπει­νός τί καρδία»... Αυτά τα λέγω, όχι για να κατηγο­ρήσω την νηστεία· μη γένοιτο· αλλά καί για να την επαινέσω πολύ· Πονώ όμως όταν, ενώ παραμελείτε τα υπόλοιπα, νομίζετε ότι αυτή πού κατέχει τελευταίο μέρος στην αρετή, αρκεί για την σωτηρία σας» (Ρ.G.58, 480-481).

Παράλληλα ό Άγιος μας υποδεικνύει καί τον ορθό τρόπο νηστείας: «Εφυγε ή νηστεία, αλλά ας παραμεί­νει ή ευλάβεια- μάλλον όμως ούτε η νηστεία έφυγε. Άλλα μη φοβηθείτε· διότι δεν το είπα αυτό με σκοπό να σας αναγγείλω μία άλλη τεσσαρακοστή, αλλά για να αποκαλύψω την αρετή σας. Πέρασε ή σωματική νη­στεία, αλλά δεν πέρασε ή πνευματική νηστεία. Αυτή είναι καλύτερη από εκείνη, καί εκείνη γι αυτήν. 'Οπως ακριβώς, όταν νηστεύατε, σας έλεγα ότι είναι δυνατόν να μη νηστεύει εκείνος πού νηστεύει, έτσι καί τώρα λέγω ότι είναι δυνατόν να νηστεύει κανείς καί χωρίς να νηστεύει.
Ίσως φαίνεται ότι είναι αίνιγμα αυτό πού λέγω, αλλά θά σάς το εξηγήσω: Πώς είναι δυνατόν να μη νηστεύει εκείνος πού νηστεύει; 'Οταν κάποιος απέχει από τα φαγητά, δεν απέχει όμως καί από τίς αμαρτίες. Πώς είναι δυνατόν να νηστεύει εκείνος πού δεν νη­στεύει; 'Οταν κάποιος απολαμβάνει την τροφή, αλλά δεν δοκιμάζει την αμαρτία. Αύτή ή νηστεία είναι καλύ­τερη από την άλλη, καί όχι μόνο καλύτερη, αλλά καί ελαφρότερη» (Ρ.G.50, 434-435)· καί άλλοτε:
«Να επιδείξουμε την αληθινή νηστεία, εννοώ δη­λαδή την αποχή από τα κακά. Διότι αυτό είναι ή νη­στεία. Επειδή η αποχή από τα φαγητά γι αυτό μας έχει παραδοθεί για να χαλιναγωγήσει την δύναμη της σαρκός καί να κάνει τον ϊππο των επιθυμιών μας πιο πειθαρχικό. Αυτός πού νηστεύει οφείλει περισσότερο από όλους να χαλιναγωγεί τον θυμό, να έχει διδαχθεί την πραότητα καί την επιείκεια, να έχει ταπεινή καρ­διά, να απομακρύνει τίς ενθυμήσεις των άτοπων καί ανάρμοστων επιθυμιών... να είναι ανώτερος από τα χρήματα, να ελεεί με μεγάλη γενναιοδωρία καί να αποδιώκει από την ψυχή του κάθε κακία προς τον πλησίον» (Ρ.G.53, 74-75).
Όσον αφορά σε αυτούς που δεν μπορούν να νηστεύσουν επακριβώς λόγω ασθενείας, ό Άγιος συνιστά: «Αυτός πού δεν μπορεί να νηστεύσει ας κάνει πιο πλούσια την ελεημοσύνη, ας κάνει εκτενείς προσευ­χές, ας έχει έντονη προθυμία να ακούει τα λόγια του Θεού» (Ρ.G.53, 83).
Αρχιμ.Βασ.Παπαδάκη«Εξομολόγηση,Θεία Κοινωνία,Νηστεία»Ι.Μ.Αγ.Αναστασίας,Ρέθυμνο 

Ταξίδι στο Άγιον όρος του μητροπολίτου Κασσανδρείας Ειρηναίου-1908

Ο Όσιος Έρασμος της Λαύρας των Σπηλαίων

Ο Όσιος Έρασμος γεννήθηκε στη Ρωσία από πλούσιους και επιφανείς γονείς. Όταν, μια μέρα, κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, άκουσε τον διάκονο να προσεύχεται για εκείνους που αγαπούν την ευπρέπεια του οίκου του Κυρίου, διέθεσε ολόκληρη την περιουσία του για την ευπρέπιση του ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου των Σπηλαίων της Λαύρας του Κιέβου. Έπειτα έγινε και ο ίδιος μοναχός εκεί και άρχιζε να στολίζει τον εαυτό του με τις αρετές του Αγίου Πνεύματος.
Όμως ο διάβολος έστησε μια ολέθρια παγίδα στον Όσιο. Όταν πια όλα τα πλούτη του είχαν χρησιμοποιηθεί για την Εκκλησία της Παναγίας, ο μακάριος Έρασμος σκέφθηκε ότι μάταια τα ξόδεψε γι' αυτό τον σκοπό και ότι έπρεπε να τα μοιράσει στους πτωχούς. Ο Όσιος δεν κατάλαβε πως οι λογισμοί αυτοί ήταν πειρασμικοί. Έπεσε σε αθυμία και απόγνωση. Ούτε οι προσπάθειες του ηγουμένου, ούτε η συμπαράσταση και οι συμβουλές των αδελφών στάθηκαν ικανές να τον βοηθήσουν και να τον παρηγορήσουν. Άρχισε να ζει απρόσεκτα για μοναχό. Σπαταλούσε τον χρόνο του μοναχικού βίου του άσκοπα, χωρίς πνευματικό αγώνα, χωρίς προσευχή, χωρίς υπακοή, βυθισμένος στην ψυχόλεθρη ακηδία και την αμέλεια.
Όταν είδαν οι πατέρες ότι τα λόγια τους όχι μόνο δεν τον ωφελούσαν, αλλά τον ερέθιζαν κιόλας, σταμάτησαν πια να του μιλούν και άρχισαν αν προσεύχονται. Ο φιλάνθρωπος Κύριος δεν άφησε να πάνε χαμένοι οι προηγούμενοι κόποι και οι αρετές του δούλου Του. Παρεχώρησε, λοιπόν, να ασθενήσει. Ο Όσιος έφθασε στα πρόθυρα του θανάτου. Για επτά ημέρες ήταν αναίσθητος, μην μπορώντας να πάρει τροφή ή να επικοινωνήσει με κανένα. Την όγδοη ημέρα ο ηγούμενος κάλεσε όλη την αδελφότητα γύρω στην κλίνη του.

Εικόνα 3 από 20
 Εκείνη την στιγμή όμως, ο ετοιμοθάνατος Έρασμος, συνήλθε, ανασηκώθηκε, κάθισε στο κρεβάτι και είπε προς τους πατέρες: «Αδελφοί, είμαι αμαρτωλός και έζησα ράθυμα. Ο θάνατος με βρήκε αμετανόητο. Ενώ όμως ο διάβολος με χαρά περίμενε το τέλος μου, παρουσιάσθηκαν οι Όσιοι Πατέρες μας Αντώνιος και Θεοδόσιος και μου είπαν ότι προσευχήθηκαν για μένα στον Κύριο. Και Εκείνος, σαν πολυεύσπλαχνος, μου χάρισε καιρό μετανοίας. Μετά είδα και την Κυρία Θεοτόκο, η οποία μου είπε ότι, επειδή στόλισα την Εκκλησία της και την πλούτισα με ωραίες εικόνες και πολύτιμα σκεύη, μεσολάβησε για μένα στον Υιό της και σε τρεις ημέρες θα με πάρει κοντά της, επειδή αγάπησα την ευπρέπεια του οίκου αυτής».
Έτσι, μετά τρεις ημέρες ο Όσιος Έρασμος, το έτος 1160 μ.Χ., κοιμήθηκε ειρηνικά.Η μνήμη του τιμάται στις 24 Φεβρουαρίου/πηγη

Η Γερόντισσα Μαρία της Γκατσίνα(+26-1-1930)


Τριάντα περίπου μίλια μακρυά από την Πετρούπολη βρίσκεται η κωμόπολις Γκατσίνα, φημισμένη για τους κήπους της, τα πάρκα και τα μέγαρά της. Εκεί ζούσε πριν από την επανάστασι του 1917 μία μοναχή, η Μαρία, που ήταν γνω­στή όχι μόνο στους κατοίκους της Γκατσίνα, αλλά ακόμη και σε πολλούς κατοίκους της Πετρουπόλεως.
Η επανάστασις βρήκε την γερόντισσα Μα­ρία στο κρεββάτι του πόνου. Κατ' αρχάς υπέ­φερε από εγκεφαλίτιδα —φλεγμονή του εγκε­φάλου. Αργότερα την βρήκε η νόσος του Πάρκινσον —όλο της το σώμα ήταν ακίνητο, το πρόσωπο της αναιμικό σαν μάσκα· μπο­ρούσε να μιλήση μόνο με μισάνοικτο το στό­μα, ανάμεσα από τα δόντια, προφέροντας τις λέξεις αργά και μονότονα. Ήταν εντελώς α­νήμπορη, χρειαζόταν πάντα βοήθεια και προ­σεκτική φροντίδα.
Συνήθως αυτή η αρρώστεια, καθώς εξελίσ­σεται, προκαλεί έντονες ψυχολογικές αλλα­γές —οξυθυμία, μια κουραστική επιμονή στην επανάληψι στερεοτύπων ερωτήσεων, ένα δι­ογκωμένο εγωισμό και εγωκεντρισμό, εκδη­λώσεις άνοιας και τα όμοια— με αποτέλεσμα οι ασθενείς αυτοί να τελειώνουν τη ζωή τους σε ψυχιατρεία. Αλλά η Γερόντισσα Μαρία, αν και είχε πλήρη φυσική αδυναμία, όχι μόνο δεν παρουσίαζε φυσική κατάρρευσι, αλλά έ­δειξε εντελώς ασυνήθιστα στοιχεία προσωπικότητος και χαρακτήρος, που δεν παρατη­ρούνται σε τέτοιους ασθενείς, όπως άκρα πραότητα, ταπείνωσι, υποταγή, αυτοσυγκέντρωσι, αποφυγή κάθε απαιτήσεως. Αφοσιώ­θηκε στην αδειάλειπτη προσευχή, υποφέρον­τας την δύσκολη κατάστασί της χωρίς τον ε­λάχιστο γογγυσμό.
Σαν ανταμοιβή για την ταπείνωσι και την υπομονή της, ο Κύριος της έδωσε το χάρισμα της παρηγοριάς των θλιβομένων. Εντελώς ξένοι και άγνωστοι άνθρωποι που υπέφεραν από λύπες, πόνο, κατάθλιψι ή αποθάρρυνσι, άρχισαν να την επισκέπτωνται και να συζη­τούν μαζί της. Και όποιος ερχόταν σ' αυτήν έφευγε παρηγορημένος, ένοιωθε ότι ο πόνος του απάλυνε, οι λύπες του καθησύχαζαν, οι φόβοι του ειρήνευαν, η κατάθλιψις και η αποθάρρυνσις φυγαδεύονταν. Τα νέα για την α­συνήθιστη αυτή μοναχή βαθμιαία απλώθηκαν πολύ μακρύτερα από την περιοχή της πόλεως Γκατσίνα
Η γερόντισσα ζούσε σε ένα μικρό ξύλινο σπίτι στα περίχωρα της πόλεως, όταν την επι­σκέφθηκα τον Μάρτιο του 1927. Καθώς περί­μενα να με δεχθή, εξέταζα τις αναρίθμητες φωτογραφίες στον χώρο αναμονής και πρό­σεξα δύο: του Μητροπολίτου Πετρουπόλεως Βενιαμίν του Νεομάρτυρος και του Μητροπο­λίτου Ιωσήφ, ο οποίος λίγο αργότερα έγινε ηγέτης της κινήσεως των Ιωσηφιτών[1].
Ο Μητροπολίτης Ιωσήφ είχε γράψει πάνω στην φωτογραφία του μια συγκινητική αφιέρωσι στην γερόντισσα Μαρία, αντιγράφοντας ένα εκτενές απόσπασμα από το έργο του Εν αγκάλαις του Πατρός, ενώ ο Μητροπολίτης Βενι­αμίν είχε γράψει τα εξής: «Στην πολυσέβαστη και πολύπαθη γερόντισσα Μαρία, η οποία μα­ζί με πολλούς άλλους θλιβομένους παρηγό­ρησε και μένα τον αμαρτωλό...»
Είχα την ευτυχία να παρευρεθώ στις θαυμα­στές εκδηλώσεις των θλιβομένων ψυχών μετά την θεραπεία τους. Ένας νεαρός, ο οποίος εί­χε απογοητευθή μετά την σύλληψι και εξορία του πνευματικού του πατρός, έφυγε από την γερόντισσα με ένα ολόχαρο χαμόγελο, με την απόφασι να εισέλθη στον ιερό κλήρο ως διάκονος. Μία νέα η οποία προηγουμένως ή­ταν θλιμμένη, τώρα έλαμπε από χαρά και απο­φάσισε να γίνη μοναχή. Ένας ηλικιωμένος, που υπέφερε πολύ λόγω του θανάτου του γιου του, έφυγε από τη γερόντισσα ενισχυμέ­νος και ενθαρρυμένος. Μία ηλικιωμένη γυ­ναίκα που είχε έρθει με δάκρυα, έφυγε ήρεμη και ενισχυμένη.
Όταν με κάλεσε κοντά της, της είπα ότι με έπιανε μια τρομερή κατάθλιψις, η οποία κάπο­τε διαρκούσε μερικές βδομάδες και δεν μπο­ρούσα να απαλλαγώ απ’ αυτήν με τίποτε. «Η κατάθλιψις είναι ένας πνευματικός σταυρός», μου είπε, «που στέλνεται για να βοηθήση αυ­τόν που μετανοεί αλλά δεν ξέρει πώς να μετανοήση πραγματικά, δηλαδή μετά την μετάνοια πέφτει ξανά στις προηγούμενες αμαρτίες... Και έτσι μόνο δύο τρόποι υπάρχουν για να γιατρευτή η ψυχή από αυτή την ασθένεια, η ο­ποία μερικές φορές είναι πολύ οδυνηρή. Ο άνθρωπος πρέπει η να μάθη να μετανοή πρα­γματικά και να έχη καρπούς μετανοίας ή να σηκώση αυτόν τον πνευματικό σταυρό —την κατάθλιψι— με ταπείνωσι, πραότητα, υπομονή και μεγάλη ευγνωμοσύνη προς τον Κύριο, με τον λογισμό ότι την αποδοχή αυτού του σταυ­ρού την λογαριάζει ο Κύριος σαν καρπό μετα­νοίας...
Και πάνω απ’ όλα, είναι πολύ παρήγο­ρο το να αναγνωρίζη κανείς ότι αυτή η κατά­θλιψις είναι ένας ανεπίγνωστος καρπός μετα­νοίας, μία ασυνείδητη αυτοτιμωρία, που οφείλεται στην έλλειψι των απαραιτήτων καρπών της μετανοίας...! Με αυτόν τον λογισμό μπο­ρεί ο άνθρωπος να φθάση στην μετάνοια και τότε η κατάθλιψις σβήνει βαθμιαία και εμφα­νίζονται οι αληθινοί καρποί της μετανοίας...» Ακούγοντας αυτά τα λόγια, ένοιωσα σαν κά­ποιος να έκανε μια πραγματική εγχείρησι στην ψυχή μου και μου αφήρεσε ένα πνευμα­τικό όγκο... Έφυγα από κει άλλος άνθρω­πος.
Γύρω στο 1930 η γερόντισσα Μαρία συνε­λήφθη. Κατηγορήθηκε για αντιεπαναστατική προπαγάνδα και για συμμετοχή σε αντιεπα­ναστατική οργάνωσι, σύμφωνα με τις παρα­γράφους 10 και 11 του άρθρου 58 του Σοβιε­τικού Ποινικού Κώδικα. Ο αδελφός της επί­σης συνελήφθη. Η «οργάνωσις» απετελείτο μόνο από δύο μέλη! Και η «προπαγάνδα» εναντίον του Κομμουνισμού ήταν το χάρισμα της παρηγοριάς των θλιβομένων! Όσοι παρευρέθηκαν κατά την σύλληψι, περιγρά­φουν μια φρικτή εικόνα χλευασμού και εγκληματικής βιαιοπραγίας εναντίον μιας ήρεμης, πολύπαθης ανάπηρης, η οποία ήταν παράλυτη και εντελώς ανίκανη για κάθε κίνησι. Το «πολιτικο-θρησκευτικό έγκλημα» της γερόντισσας, έγινε βαρύτερο με την άρνησί της να αναγνωρίση τον μητροπολίτη Σέργιο και την διαβόητη Διακήρυξί του τού 1927, με την οποία οδήγησε σε σχίσμα την Ρωσική Εκκλησία
Η φτωχή, πολύπαθη ανάπηρη σύρθηκε από τα χέρια, που τα είχαν στρίψει πίσω από την πλάτη της, πάνω στο πάτωμα και στο έδα­φος, από το κρεββάτι της μέχρι την κλούβα από δύο άνδρες της Τσε-Κα[2]. Σήκωσαν μετέ­ωρο το πολύπαθο παράλυτο σώμα της, το πέταξαν μέσα στην κλούβα και αμέσως απομακρύνθηκαν. Τον αδελφό της τον πήραν με ένα άλλο αυτοκίνητο, το μαύρο κοράκι —μία μαύρη λιμουζίνα που χρησιμοποιούσαν ειδικά για την μεταφορά των θυμάτων που συλλαμβάνονταν στο πηχτό σκοτάδι της νύκτας, όπως το περιγράφει ο Σολζενίτσιν στον πρώτο τόμο του έργου του Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ.
Όσοι εσέβοντο και τιμούσαν την γερόν­τισσα Μαρία, την ευσπλαχνίσθηκαν και άρχι­σαν να της φέρνουν απέρριτα δέματα στην φυλακή. Για ένα μήνα τα εδέχοντο. Κάποια μέρα, εντελώς ξαφνικά, δεν δέχθηκαν τα δέ­ματα και είπαν ξερά: «Πέθανε στο νοσοκο­μείο». (Τέτοιους ανήμπορους ασθενείς συνή­θως τους σκότωναν). Το σώμα της δεν το πα­ρέδωσαν ποτέ[3].
Ο αδελφός της, ένας ασθενικός, μικροκα­μωμένος, πραγματικά ευγενής άνθρωπος, ο οποίος είχε αναλάβει να την περιποιήται με αυ­τοθυσία και να υποδέχεται τους επισκέπτες, μετά από ανακρίσεις εννέα μηνών, καταδικά­στηκε σε πενταετή φυλάκισι σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως της Σιβηρίας.

[1] Τον Ιούλιο του 1927, οι κομμουνιστές ανάγκασαν τον μητροπολίτη Σέργιο του Νίζνι-Νόβγκοροντ, τον μετέπειτα τοποτηρητή του Πατριαρχικού θρόνου της Μόσχας, να απευθύνη την διαβόητη Διακήρυξι εμπι­στοσύνης της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς την Σοβιετική Κυβέρνησι! Πολλοί ευσυνείδητοι χριστιανοί δεν δέχθηκαν την Διακήρυξι και αποσχίσθηκαν, ακολουθώντας τον μητροπολίτη Ιωσήφ -μετέπειτα Πε­τρουπόλεως-και γι' αυτό ωνομάσθηκαν Ιωσηφίται.
[2] Τσε-Κα: παλαιότερη ονομασία της Σοβιετικής Μυστικής Αστυνομίας.
[3] Κοιμήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 1930.
ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 12-13/impantokratoros

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Το τυπικό του Τελώνου!



Κάποτε πήγε ένας έπισκέπτης στον ηγούμενο Μωυσή στο μοναστήρι της Όπτινα,αλλά δεν τον βρήκε και ζήτησε τον αδελφό του,τον π. Αντώνιο.

—Πάτερ,τον ρώτησε,τί τυπικό κρατάτε;
-Έγνώρισα απάντησε εκείνος,πολλά τυπικά στη ζωή μου.Έζησα ως ερημίτης, έζησα ως κοινοβιάτης, έζη­σα στο μοναστήρι,έζησα στη σκήτη.Πέρασα από πολλών ειδών τυπικά Τώρα όμως προσπαθώ να κρατώ
μόνο το τυπικό του τελώνου.


-  Ποιο είναι αυτό το τυπικό; ρώτησε εκείνος με απο­ρία.
  Ό Θεός ίλάσθητί μοι τω άμαρτωλω,ήταν ή απάντηση

Ανατολικά των δακρύων,δυτικά της λύπης



Ανατολικά των δακρύων
δυτικά της λύπης,
ή χώρα του αγίου Συμεών
του Νέου Θεολόγου,
χώρα του Φωτός του Χριστού.

Είναι ή λευκή εκείνη χώρα,
εντός του κόσμου αυτού,
στην οποία εισέρχονται αιώνες πριν τον Συμεών
καί αιώνες μετά από αυτόν
οι «αγαπημένοι φίλοι του Ιησού»
οί πορευόμενοι «εν τω φωτί»

οι «εν μέση πόλει» μαρτυρικώς βαδίζοντες
αίροντες καί όχι ευρόντες τον Σταυρόν τους.

Πρόσκληση εισόδου «εν ζωή» καί
μετά χαράς ουρανίου υποδοχή
σε όλους τους «καλής προαιρέσεως»...

Πλήθος μέγα, αναρίθμητο,
αγνοούμενοι από τους πολλούς
ακόμη καί από μερικούς ηγεμονικά πολιτευόμενους
εντός της Εκκλησίας,
όπως ό αξιοθρήνητος εκείνος Μητροπολίτης Στέφανος
ό άλλοτε Νικομήδειας, ό της Άλεξίνης
καί στις ώρες του Συμεών
θλιβερός «σύγκελος»
πού σέρνει τα βήματα του στις αυλές του Πατριαρχείου.


Με άλλους όμόφρονες,
έχθρευόμενος παλαιούς καί νέους αγίους!
Αυτοί οί σύγχρονοι μας, ακόλουθοι άγιοκατηγόρων,
δεν αρνούνται τον Ιησού της ιστορίας,
τον θέλουν όμως «κλεισμένο στην ιστορία του»
γραφικό Μεσσία, άναπαυόμενο, κοιμώμενο
στο ψαράδικο «πλοίο» των μαθητών
τη θυελλώδη νύχτα στη λίμνη της Τιβεριάδος!


Δεν θα σπεύσουν εν μέσω λαίλαπας ανέμου
να τον «διεγείρουν» λέγοντες
«έπιστάτα άπολλύμεθα».
Ο Ιησούς είναι καί «σήμερον»
εντός του κόσμου, εντός του πλοίου!


Δεν άγαλματοποιεϊται.
τιμώμενο πρόσωπο της εικονογραφίας.
αλλά «ένοικεί έν ημίν»
καί «έμπεριπατεί» ανάμεσα μας
είναι εδώ, με την εκλογή Του,
όπως ήταν με τους ψαράδες-μαθητές οτήν Τιβεριάδα.

Ό Ιησούς δεν ήρθε για να... φύγει,
ήρθε καί έμεινε καί θα μείνει
«μέχρι τερμάτων αιώνος».

Παρίσταται ζω ν,Θεός καί άνθρωπος
σε κάθε ναό μας
στο αρτοφόριο, στην Αγία Τράπεζα
στους αγώνες τους καθημερινούς μας
για τον αγιασμό μας,
«θεατός καί αθέατος» παρών.

Τον αντιλαμβανόμαστε ή όχι;
Αυτή είναι μια δραματική ερώτηση!
Όπως κι αν έχει: στο σκάφος του κόσμου,
στο πλοίο της Εκκλησίας Χριστού
θα βρισκόμαστε όλοι μαζί,
όσοι «εν Ζωή»
τύραννοι καί τυραννούμενοι
τυφλοί καί βλέποντες
υποκριτές καί μετανοοϋντες,
αναίσθητοι καί θυσιαζόμενοι...


Άνιχνεύοντες χίμαιρες καί ουτοπίες
δακρύοντες λόγω κακίας ή μετανοίας!
Λυπούμενοι κατά κόσμον ή κατά Θεόν
άγνοοϋντες το Πνεύμα το "Αγιον
ή επικαλούμενοι το φωτισμό Του...


Άναμένοντες, οί βαδίζοντες στο Φως του Χρίστου
την «ήμέραν του Κυρίου»,
διώκοντες τον άγιασμόν,
ου χωρίς, ουδείς όψεται τον Κύριον
ούτε εκεί ούτε εδώ!


Δεν απλοποιούνται τα πάντα,
με την παρουσία Ιησού στην καθημερινότητα μας
φωτίζονται τα πάντα
καί αυτό είναι πού εξοργίζει τον «άντίπαλον»
τον «αντίδικον λέοντα»
τον όδεύοντα ανέμελα δήθεν καί υποσχετικά
άναμέσον... πολιτισμικών καί παγκοσμιοτικών
εορτών... οδεύει προς λήξη χρόνου
ή κυριαρχία του είναι προθεσμιακή
ή φυσιογνωμία του αποκαλύπτεται από τους αγίους
για τούτο καί ή εχθρότητα κατά των οσίων.


Όλοι μπορούν να είναι «φίλοι Χριστού»
όσοι εργάζονται τις εντολές του
καί δεν τις ακρωτηριάζουν...
καί οί άγιοι του Θεού
είναι φίλοι Του πλέον «αμετάθετοι»
καί εμείς μπορούμε να έχουμε φίλους
τους αγίους,
αν ακολουθούμε τα βήματα τους
με όσες δυνάμεις έχουμε...
Όλοι χωρούμε, αν θέλουμε"
όσοι πορευόμαστε εντός του φωτός,
πορευόμαστε «δυτικά της λύπης»


Του Γεωργίου Σχίζα-Πειραική Εκκλησία