Ἔτσι κι ἐκείνη τή φορά. Κίνησαν 4-5 ὧρες δρόμο γιὰ νὰ πάνε, ὁ μικρός Γιάννης, ὅπως ἦταν τὸ κοσμικό του ὄνομα, ἡ μητέρα του καὶ οἱ θεῖες του σ’ ἕνα μοναστήρι. Στὸν δρόμο τοῦ γυρισμοῦ ὁ ἑπτάχρονος Γιάννης ἔτρεχε μὲ ένθουσιασμό. Σὰν ἔφτασαν στὸ χωριό τὸν εἶδε μιὰ γειτόνισσα καὶ τοῦ φώναξε:
«Δεν κουράστηκες ἀπὸ τὸ τρέξιμο;».
«Όχι, καθόλου» τη διαβεβαίωσε ἐκεῖνος.
Τὴν ἄλλη μέρα, ὅμως, ὁ Γιάννης δὲν μποροῦσε νὰ περπατήσει ἀπὸ τοὺς πόνους. Τὰ πέλματά του εἶχαν γεμίσει μπλαβά σημάδια καὶ ἦταν πρησμένα. Ὁ δάσκαλος, ποὺ ἀντιλήφθηκε πώς τὸ παιδὶ εἶχε πρόβλημα, ἀνέθεσε σε δύο μεγαλύτερα παιδιὰ νὰ τὸν πάρουν ἀγκαλιὰ καὶ νὰ τὸν πᾶνε στο σπίτι του. Ένας ξάδελφός του ἔφυγε μὲ βιάση στο διπλανό χωριό γιὰ νὰ φέρει ἕναν γιατρό.
«Δὲν εἶναι τίποτα, θὰ γειάνει (1) !» διαβεβαίωσε τη μάνα ὁ γιατρός. «Μόνο γιὰ νὰ τὸν κάμω καλά, θέλω τόσα μέτρα ύφασμα ποὺ ὑφαίνεις καὶ τόσα κιλά φασόλες ἀπὸ τὸν μπαχτσέ σας».
«Νά ‘σαι καλά, γιατρέ μου!» ἀποκρίθηκε ή μάνα. «Ἄμε (2), γιατὶ ἂν δὲν τὸν γειάνεις, ἐγὼ θὰ σὲ βλέπω καὶ θὰ ἀγανακτῶ». Καὶ τὸν ἔδιωξε!
Τί νὰ κάνει καὶ ὁ γιατρός, μπρὸς στὴν ἀφοπλιστική εἰλικρίνεια τῆς μάνας, δὲν εἶπε κουβέντα. Τὰ μάζεψε κι ἔφυγε.
«Γυναίκα, ἐλωλάθηκες (3);» εἶπε μὲ ἀπορία ὁ Νικολής, ὁ ἄντρας της. «Εγώ πῶς θὰ φύγω μὲ τὴν ἔγνοια τοῦ παιδιοῦ;».
Τὴν ἄλλη μέρα, ὅμως, ὁ Γιάννης δὲν μποροῦσε νὰ περπατήσει ἀπὸ τοὺς πόνους. Τὰ πέλματά του εἶχαν γεμίσει μπλαβά σημάδια καὶ ἦταν πρησμένα. Ὁ δάσκαλος, ποὺ ἀντιλήφθηκε πώς τὸ παιδὶ εἶχε πρόβλημα, ἀνέθεσε σε δύο μεγαλύτερα παιδιὰ νὰ τὸν πάρουν ἀγκαλιὰ καὶ νὰ τὸν πᾶνε στο σπίτι του. Ένας ξάδελφός του ἔφυγε μὲ βιάση στο διπλανό χωριό γιὰ νὰ φέρει ἕναν γιατρό.
«Δὲν εἶναι τίποτα, θὰ γειάνει (1) !» διαβεβαίωσε τη μάνα ὁ γιατρός. «Μόνο γιὰ νὰ τὸν κάμω καλά, θέλω τόσα μέτρα ύφασμα ποὺ ὑφαίνεις καὶ τόσα κιλά φασόλες ἀπὸ τὸν μπαχτσέ σας».
«Νά ‘σαι καλά, γιατρέ μου!» ἀποκρίθηκε ή μάνα. «Ἄμε (2), γιατὶ ἂν δὲν τὸν γειάνεις, ἐγὼ θὰ σὲ βλέπω καὶ θὰ ἀγανακτῶ». Καὶ τὸν ἔδιωξε!
Τί νὰ κάνει καὶ ὁ γιατρός, μπρὸς στὴν ἀφοπλιστική εἰλικρίνεια τῆς μάνας, δὲν εἶπε κουβέντα. Τὰ μάζεψε κι ἔφυγε.
«Γυναίκα, ἐλωλάθηκες (3);» εἶπε μὲ ἀπορία ὁ Νικολής, ὁ ἄντρας της. «Εγώ πῶς θὰ φύγω μὲ τὴν ἔγνοια τοῦ παιδιοῦ;».
Τὴν ἄλλη μέρα εἶχε κανονίσει νὰ φύγει μαζί μὲ ἄλλους συγχωριανούς του μὲ τὸ σφουγγαράδικο, γιὰ νὰ μαζέψει τοὺς θησαυρούς τῆς θάλασσας.
«Μὴν ἔχεις ἔγνοια. Κι ἅμα γυρίσεις, τὸ παιδί μας θά ‘ναι καλά» τοῦ εἶπε μὲ περισσή σιγουριά ή μάνα.
Κάλεσε εὐθὺς ὅλη τὴν οἰκογένεια. «Ο Γιαννακός μας εἶναι ἄρρωστος» τοὺς εἶπε. «Θὰ νηστέψουμε σαράντα μέρες. Τὸ παιδὶ θὰ πάει νὰ μείνει στὸν Ἁϊ-Δημήτρη». Κανείς τους δὲν τῆς ἔφερε ἀντίρρηση.
«Μὴν ἔχεις ἔγνοια. Κι ἅμα γυρίσεις, τὸ παιδί μας θά ‘ναι καλά» τοῦ εἶπε μὲ περισσή σιγουριά ή μάνα.
Κάλεσε εὐθὺς ὅλη τὴν οἰκογένεια. «Ο Γιαννακός μας εἶναι ἄρρωστος» τοὺς εἶπε. «Θὰ νηστέψουμε σαράντα μέρες. Τὸ παιδὶ θὰ πάει νὰ μείνει στὸν Ἁϊ-Δημήτρη». Κανείς τους δὲν τῆς ἔφερε ἀντίρρηση.






















