«Ἡ ἐπιτυχία εἶναι κάτι, πού σχεδόν δέν τό καταλαβαίνεις. Ἐνῶ στήν ἀποτυχία μπορεῖς νά δώσεις μιά ἐξήγηση λογική. Ἐπειδή ἡ ἀποτυχία σέ ξαναφέρνει ἀντιμέτωπο μέ τόν ἑαυτό σου. Ἐγώ, γενικῶς, δέν τά μπορῶ τά κομπλιμέντα.
Τό κομπλιμέντο εἶναι σάν τό ἄρωμα. Τό βάζεις, μυρίζει γιά λίγο, σέ εὐχαριστεῖ· καί μετά τό συνηθίζεις καί δέν σοῦ μυρίζει πιά καθόλου· τό μυρίζουν μόνο οἱ ἄλλοι ἕως ὅτου ἐξατμιστεῖ, ὁπότε δέν τό μυρίζει πιά κανένας.
Μιά προσβολή ὅμως ἤ μιά βρισιά, ὅσο ἄδικη καί νά εἶναι, εἶναι σάν ἕνα φῶς πού μᾶς δείχνει στό σκοτάδι, τί θά ἔπρεπε νά εἴμαστε, ἤ τί θά ἔπρεπε νά εἴχαμε κάνει. Ἄρα βοηθάει περισσότερο. Εἶναι παράξενο.
Κάπου εἶχα διαβάσει, ὅτι μιά διάσημη τραγουδίστρια δέν κρατοῦσε παρά μόνο τά γράμματα πού περιεῖχαν ὑβριστικά ἤ προσβλητικά σχόλια γιά ἐκείνη. Καί καταλαβαίνω, γιατί τό ἔκανε. Ἐπειδή ἤθελε νά εἶναι συνεχῶς σέ ἐγρήγορση».
Ἀκόμα βαθύτερα καί καλύτερα εἶχαν καταλάβει τά παραπάνω σπουδαῖα διδάγματα, ἀπό τήν πείρα τῆς ζωῆς τους, οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας:
«Κάποτε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Κολοβός καθόταν ἔξω ἀπό μιά ἐκκλησία. Καί τόν περικύκλωσαν οἱ ἀδελφοί καί τόν ἐρωτοῦσαν γιά τούς λογισμούς τους. Βλέποντάς τον κάποιος τόν ἐφθόνησε καί τοῦ εἶπε: Τό κανάτι σου Ἰωάννη εἶναι γεμᾶτο δηλητήριο(!).
Τοῦ λέγει ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης: Ἔτσι εἶναι, καλά τό λές· καί αὐτό τό εἶπες βλέποντας μόνο τά ἔξω· τί θά ἔλεγες ἄν ἔβλεπες καί τά μέσα τῆς ψυχῆς μου;» (Τό Γεροντικόν, η΄, ἔκδ. ΑΣΤΕΡΟΣ, σελ. 45).










