Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κροστάνδης

Ο άνθρωπος που δέχτηκε τη μόλυνσή της, εξισώνει με τον εαυτό του τους πάντες η τουλάχιστον πολλούς ανωτέρους η μεγαλύτερούς του στην ηλικία, την εξουσία η τις ικανότητες, και δεν ανέχεται να βρίσκεται χαμηλότερά τους.
Αν ο υπερήφανος άνθρωπος είναι υφιστάμενος, δεν σέβεται – όπως και πρέπει – τον προιστάμενό του, δεν θέλει να του υποκλίνεται με σεβασμό, δεν σέβεται τις εντολές του και τις εκτελεί απρόθυμα, από φόβο· εξισώνει τον εαυτό του με όλους τους μορφωμένους ανθρώπους και δεν παραχωρεί την υπεροχή πάνω από τον εαυτό του σε κανένα ή, αν το κάνει αυτό, το κάνει για πολύ λίγους ανθρώπους.
Αν είναι είτε μορφωμένος είτε αμόρφωτος, είτε γιός είτε κόρη, δεν αποδίδει τον προσήκοντα σεβασμό στους γονείς και τους ευεργέτες του, ιδιαίτερα τους απλοικούς και τους απαίδευτους, θεωρώντας τους ίσους με τον εαυτό του, ακόμα και υποδεέστερους.
Πρέπει να προσέχεις στο έπακρο να μην συγκρίνεις τον εαυτό σου με τους άλλους από οποιαδήποτε άποψη, αλλά να τοποθετείς τον εαυτό σου χαμηλότερα απ΄ όλους έστω κι αν στην πραγματικότητα είσαι σ΄ οτιδήποτε καλύτερος από πολλούς η ίσος με πάρα πολλούς. Κάθετι μέσα μας είναι από τον Θεό· δεν είναι δικό μας. «… Τούτο ουκ εξ υμών, Θεού το δώρον, ουκ εξ έργων, ίνα μη τις καυχήσηται» (Εφεσ. 2,8-9). «Πάντα δε ταύτα ενεργεί το εν και το αυτό Πνεύμα» (πρβλ. Α΄Κορ.12,4·11).
Καί πως μπορώ να υπερηφανεύομαι για κάτι καλό που δεν είναι δικό μου και να συγκρίνω τον εαυτό μου με κείνους που από τον ίδιο τον Θεό και την εμπιστοσύνη της κοινωνίας τοποθετήθηκαν πιο ψηλά από μένα; Έστι λοιπόν, όταν κληθής υπό τινος εις γάμους, μη κατακλιθής εις την πρωτοκλισίαν, μήποτε εντιμότερός σου η κεκλημένος υπ΄ αυτού, … Ότι πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται και ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ. 14, 8· 11).
Η φιλαυτία μας και η υπερηφάνειά μας φανερώνεται ιδιαίτερα στην ανυπομονησία μας και στο ευέξαπτο του χαρακτήρα μας, όταν κάποιος από μας δεν υπομένει ούτε το πιο μικρό δυσάρεστο πράγμα, που άλλοι μας προξενούν, είτε με πρόθεση είτε και χωρίς πρόθεση να το κάνουν, όταν δεν υπομένει κάποιο εμπόδιο που οι άνθρωποι η το περιβάλλον μας στήνουν στον δρόμο μας δικαιολογημένα η αδικαιολόγητα, είτε σκόπιμα είτε όχι.
Η φιλαυτία και η υπερηφάνειά μας θα ήθελαν πάντα να γίνεται το δικό μας, θα ήθελαν να μας περιβάλλουν όλες οι τιμές και οι ανέσεις του πρόσκαιρου βίου· θα ήθελαν ακόμα μ΄ ένα μας νεύμα να υποτάσσονται και να υπακούουν σε μας σιωπηλά και γρήγορα όλοι οι άνθρωποι και ακόμα – μέχρι που φτάνει η υπερηφάνειά μας! – η φύση όλη· ενώ, αλλοίμονο! εμείς οι ίδιοι είμαστε πολύ βραδείς στην πίστη και σε κάθε καλό και αγαθό έργο, αλλά και στο να ευαρεστήσουμε τον μόνο Κύριο των πάντων!
Χριστιανέ μου, οφείλεις οπωσδήποτε να είσαι ταπεινός, πράος και μακρόθυμος ενθυμούμενος ότι είσαι πηλός και σποδός (στάχτη) και ένα τίποτα, ενθυμούμενος ότι είσαι ακάθαρτος και πως κάθε τι το καλό μέσα σου είναι από τον Θεό, πως από τον Θεό είναι οι δωρεές της ζωής σου, της αναπνοής σου, όλα σου τα χαρίσματα· ενθυμούμενος ακόμη ότι για το αμάρτημά σου της ανυπακοής και της ακράτειας πρέπει τώρα να εξαγοράσεις την μέλλουσα μακαριότητά σου στον
Παράδεισο με μακροθυμία, που είναι αναγκαία στον κόσμο των ατελειών και αναρίθμητων αμαρτημάτων πεπτωκότων ανθρώπων, που ζούν μαζί μας και αποτελούν τα αμέτρητα μέλη της μιάς ανθρωπότητας, της μολυσμένης και καταβεβλημένης από τις αμαρτίες. «Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε, και ούτως αναπληρώσατε τον νόμον του Χριστού» (Γαλ. 6,2). Όποιος δεν είναι υπομονετικός και εξάπτεται εύκολα δεν γνώρισε ούτε τον εαυτό του ούτε τους ανθρώπους γενικά και δεν είναι άξιος να ονομάζεται Χριστιανός! Λέγοντας αυτό κατακρίνω τον εαυτό μου, γιατί εγώ πρώτος πάσχω από την ασθένεια της ανυπομονησίας και εύκολα εξάπτομαι.
Ο υπερήφανος άνθρωπος, όταν άλλοι μιλάνε για τις αρετές οποιουδήποτε ανθρώπου, νοιώθει ένα πονηρό φόβο μέσα του· φοβάται μήπως ο άνθρωπος, για