Φοβερότερη ἀπὸ τὸν δαίμονα εἶναι ἡ ἀμαρτία· διότι ἐκεῖνος μᾶς κάνει ταπεινούς. Ἢ δὲν βλέπεται τοὺς δαιμονισμένους, ὅταν ἀπαλλαχθοῦν ἀπὸ τὴν ἀσθένειά τους, πῶς εἶναι λυπημένοι; Πῶς εἶναι σκυνθρωποί; Πῶς τὰ προσωπά τους εἶναι γεμάτα ἀπὸ ντροπή; πῶς δὲν τολμοῦν οὔτε νὰ σηκώσουν τὸ βλέμμα τους καὶ νὰ δοῦν; Πρόσεχε τὸ παράλογο· ἐκεῖνοι μὲν ντρέπονται γιὰ ἐκεῖνα ποὺ παθαίνουν, ἐμεῖς ὅμως δὲν ντρεπόμαστε γι᾿ αὐτὰ ποὺ κάνομε· ἐκεῖνοι ἐνῶ ἀδικοῦνται ντρέπονται, ἐμεῖς ἂν καὶ ἀδικοῦμε δὲν ντρεπόμαστε. Ἑπομένως ἐκεῖνοι ποὺ ἁμαρτάνομε βρισκόμαστε σὲ πολὺ πιὸ χειρότερη κατάσταση ἀπὸ τοὺς δαιμονισμένους. Ἀλλὰ δὲν συμβαίνει ν᾿ ἀφρίζομε, οὔτε νὰ συστρέφομε τὶς κόρες τῶν ματιῶν, οὔτε τὰ χέρια; Μακάρι νὰ τὸ κάμναμε αὐτὸ στὸ σῶμα, καὶ ὄχι στὴν ψυχή.
Θέλεις νὰ σοῦ δείξω ψυχὴ ἀκάθαρτη ποὺ ἀφρίζει, καὶ διεστραμμένα μάτια τῆς διάνοιας; Σκέψου τοὺς ὀργισμένους ἀπὸ τὸ θυμὸ ποὺ πόσο ἀφρὸ δὲν ἐκστομίζουν ἀκαθαρτότερα λόγια; Πραγματικὰ εἶναι σὰν νὰ ξεχύνεται ἀπὸ τὸ στόμα τους σάλιο βρωμερό.















