
Και δεν ήταν μόνο ένα είδος δειλίας που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους, οι οποίοι καλούνται να μιλήσουν όχι απλώς για κάποιες ιδέες, αλλά για το ίδιο το νόημα της ζωής που τους συνέχει, που τους καθιστά επιφυλακτικούς. Είναι και η αίσθηση ότι φτάνουν οι δικοί μας για την σωτηρία. Το μήνυμα στους άλλους, τους μη οικείους ας αφεθεί να δοθεί από κάποιους άλλους. Όχι από μας. Είναι ακόμη η αίσθηση ότι οι μη οικείοι έχουν άλλες καταβολές. Δεν έχουν την εμπειρία του Θεού όπως εμείς. Δεν έχουν την πνευματική υποδομή, για να μπορέσουν να κατανοήσουν το μήνυμα του Ευαγγελίου ή ακόμη κι αν διανοητικά μπορούν, ο τρόπος της ζωής τους που δεν είναι τόσο καθαρός όσο ο δικός μας, δεν τους επιτρέπει να ζήσουν αυτό που εμείς ζούμε και, επομένως, ας περιοριστούμε σε αυτούς με τους οποίους μπορούμε να συνεννοηθούμε γιατί έχουμε κοινές παραδόσεις, παρακαταθήκες, μιλάμε κοινή γλώσσα.
Η Εκκλησία έλυσε αυτό το ζήτημα καλλιεργώντας την ιεραποστολή. Αμέσως μετά το μαρτύριο του Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου Στεφάνου, πολλοί εκ των χριστιανών της Παλαιστίνης διεσπάρησαν και βρέθηκαν σε περιοχές όπου υπήρχε «ελληνιστές», δηλαδή Ιουδαίοι οι οποίοι μιλούσαν ελληνικά, πίστευαν στον Ιουδαϊσμό, αλλά είχαν επηρεαστεί από την συνύπαρξής τους στη διασπορά με τους ειδωλολάτρες Έλληνες.
Η Εκκλησία έλυσε αυτό το ζήτημα καλλιεργώντας την ιεραποστολή. Αμέσως μετά το μαρτύριο του Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου Στεφάνου, πολλοί εκ των χριστιανών της Παλαιστίνης διεσπάρησαν και βρέθηκαν σε περιοχές όπου υπήρχε «ελληνιστές», δηλαδή Ιουδαίοι οι οποίοι μιλούσαν ελληνικά, πίστευαν στον Ιουδαϊσμό, αλλά είχαν επηρεαστεί από την συνύπαρξής τους στη διασπορά με τους ειδωλολάτρες Έλληνες.
Αρχικά λοιπόν όσοι είχαν γίνει χριστιανοί εκήρυτταν την πίστη μόνο στους Ιουδαίους, σε εκείνους που και μιλούσαν εβραϊκά και ακολουθούσαν τις ιουδαϊκές παραδόσεις. Τους ήταν δύσκολο να ανοιχτούν σε εκείνους που δεν ήταν ακραιφνείς, καθαροί Ιουδαίοι, από τη στιγμή που δεν μιλούσαν τη γλώσσα




