Μαρία Καμονάχου
Μπορεί να σταμάτησαν οι καμπάνες,όμως για άκου…τα λουλούδια αντηχούν ακόμα…(στίχοι της εποχής Edo )

Ένα μεσημέρι του 1839 κοντά στο ιπποστάσιο του Αγίου Μάρκου είχε μαζευτεί κόσμος πολύς. Δεν ήταν μόνο οι άνθρωποι του Δημαρχείου με τις οικογένειές τους, οι γείτονες και οι περίοικοι αλλά και οι κάτοικοι των προαστίων και άλλοι από χωριά μακρινά που κάποια υπόθεση τους έφερε στην πόλη, γιατροί συνήθως ή δικαστήριο ή για να πουλήσουν λίγο λάδι και φυσικά οι καραγωγείς που σταύλιζαν εκεί τα άλογα και τα μουλάρια τους. Άλογα, μουλάρια αλλά και πολλά γαϊδούρια ξεκουράζονταν και άχνιζε ο ιδρώτας τους τρώγοντας άχυρο ή πεσμένα σε περισυλλογή και ανάδιναν την χαυνωτική αλλά ευαίσθητη ηρεμία του σταύλου.
Ήσαν και τα παιδιά της γειτονιάς, της Κυράς των Αγγέλων, αλλά και αγυιόπαιδες από άλλες γειτονιές, πλανόδιοι κουρουρατζήδες και παστελάδες, χασομέρηδες και flâneurs, άντρες και γυναίκες που αδημονούσαν μαντεύοντας την ώρα από το ύψωμα του ήλιου στον ουρανό αλλά και τις φωτοσκιάσεις των στενωπών. Μια σκαλωσιά είχε στηθεί στον πυργίσκο του ρολογιού του Νέου Φρουρίου και η καινούργια καμπάνα, που εκείνο το πρωί είχε μεταφερθεί από το χυτήριο του Μικελέτη, είχε ήδη κρεμαστεί στο ικρίωμα του πυργίσκου. Είχε επιφορτισθεί από το Δημαρχείο ο Α. Μικελέτης, τεχνίτης των καμπανών και της φαυρικής, να την χτυπήσει ο ίδιος αυτοπροσώπως. Και είχε έρθει η ώρα. Ο Μικελέτης, ντυμένος με τα κυριακάτικα ρούχα του, σοβαρός, έπιασε με τα στιβαρά χέρια του το γλωσσίδι, στήριξε το βλέμμα του στη γαλάζια αχλή των αλβανικών βουνών και χτύπησε την καμπάνα δώδεκα φορές.
Σιωπή, αλληλοκοιτάγματα, σούφρωμα χειλιών και τέλος ειπώθηκε εκείνο που ήδη αυτόματα είχαν πει όλα τα σώματα και είχαν συμπεράνει όλα τα αυτιά:
- Δεν ακούγεται όπως η παλιά!...
- Θα την συνηθίσετε, είπε ο Μικελέτης και έφυγε.
Πράγματι, η υποτιθέμενη ρήτρα κατοχύρωσης που είχε θέσει το Επαρχείο, ότι δηλ. η καμπάνα που θα έφτιαχνε ο Μικελέτης θα ήταν (καλόηχη) di buon suono τον κατοχύρωνε τέλεια με την τέλεια ασάφειά της .
Ξεκινώντας με την ιστορία αυτή, που είναι πραγματική, επιθυμώ να εκθέσω κάποιες σκέψεις μου για τις καμπάνες. Αν και στην προαναφερόμενη ιστορία πρόκειται για μια καμπάνα δημόσιου ρολογιού (η χρήση του ρολογιού γενικεύθηκε στη χώρα μας τον 20ό αιώνα) εδώ θα αναφερθούμε κυρίως στις καμπάνες των εκκλησιών.
Παραλείποντας όμως λεπτομέρειες για τους αρχαίους θεοδρόμους, τις καμπάνες στη Δύση, τις 12 πρώτες καμπάνες που χάρισε ο ενετός πρίγκηπας στον Αυτοκράτορα της Κων/πολης Ιωάννη το 865, τα ξύλινα και τα σιδερένια σήμαντρα, τα συστατικά τους μέταλλα (το μπρούτζο, το χαλκό, ενίοτε το ασήμι 999 και σπάνια το χρυσάφι- εξ ου και οι ιστορίες ή οι θρύλοι για χρυσές καμπάνες), τον τρόπο κατασκευής τους και τους καμπανάδες, τον όγκο, το βάρος και τους φθόγγους τους. Θα αναφερθούμε μόνο στα σημαινόμενά τους μέσα στην κοινότητα.
Προκαταβολικά σημειώνω πως διατρέχοντας ο ερευνητής το δάσος του διαδικτύου, ελάχιστα στοιχεία θα βρει για το ζήτημα αυτό.
Η απόπειρα σύνταξης μιας ιστορίας των ήχων των πόλεων, των γειτονιών αλλά και των νοικοκυριών δεν θα ήταν μόνο επίπονη και άγονη, αλλά και ανεδαφική και ίσως αστεία. Έτσι δεν γνωρίζω πώς σήμαιναν οι καμπάνες των εκκλησιών της πόλης στις διάφορες περιπτώσεις. Γεγονός όμως είναι ότι το 19ο αιώνα η καμπάνα σημαίνει. Και σημαίνει διαρκώς. Μιλώ για την Κέρκυρα και όχι για την