Γεννήθηκε στη Σόφια της Βουλγαρίας και τα πρώτα του χρόνια τα έζησε με πολλή ευλάβεια και προσήλωση στις Ιερές ακολουθίες της Εκκλησίας. Νέος νυμφεύθηκε και κατόπιν χειροτονήθηκε Ιερεύς. Μετά τον θάνατο της συζύγου του ήλθε στο Άγιον Όρος, περί το 1830, κι έγινε μοναχός στη μονή Σίμωνος Πέτρας.
Το 1841 επέλεξε ένα δύσκολο δρόμο αγιότητος, την διά Χριστόν σαλότητα, και αναχώρησε για τις αθωνικές ερημιές. Συχνά πήγαινε στη μονή του Αγίου Παντελεήμονος και του άρεσε ν΄ ακούει την ακολουθία από τον νάρθηκα προσποιούμενος, για να ταπεινώνεται, τον σαλό. Όταν τον αντιλαμβάνονταν, αναχωρούσε για τα σπήλαια, τα δάση και τις ρεματιές του Άθωνα. Μ΄ ένα τριμένο τσουβάλι αντί για ράσο, με μεγάλη αυτομεμψία και αυταπάρνηση, ζούσε στις παγωνιές και τους καύσωνες με υπομονή κι ελπίδα.
Σε ορισμένους με το διορατικό του χάρισμα αποκάλυπτε τους κρυφούς τους λογισμούς και τους διόρθωνε κατανύσσοντάς τους. Ορισμένοι τον θεωρούσαν πραγματικά σαλό. Εκείνος όμως τηρούσε πάντα τον αυστηρό κανόνα της ακτημοσύνης, της νηστείας και της προσευχής, μισώντας τις τιμές και τους επαίνους.
Για κατοικία είχε τους βράχους, τα φαράγγια και τις κουφάλες των δένδρων. Περιδιάβαινε όλο το Άγιον Όρος νουθετώντας πολλούς με την άκρα ασκητική του ζωή.
Το τέλος του, πού από καιρό το προγνώρισε, τον βρήκε στο νοσοκομείο της μονής Ζωγράφου, στις 9 Δεκεμβρίου 1867. Η μνήμη του είναι άγνωστη στους συναξαριστές. Τιμάται στις 9 Δεκεμβρίου.
Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ
2.
Ο πατήρ Άνθιμος γεννήθηκε στη Σόφια και υπήρξε στον κόσμο ιερέας σε ενορία. Μετά το θάνατο της πρεσβυτέρας του, περί το 1830, αποσύρθηκε στο Άγιο Όρος, όπου στην αρχή μόνασε στην μονή της Σιμωνόπετρας και έλαβε το μοναχικό σχήμα.
Από το έτος 1841 άρχισε να κάνει τον δια Χριστό Σαλό, αλλά δεν έγινε γνωστό τι τον οδήγησε να ακολουθήσει αυτό τον δύσκολο και μαρτυρικό δρόμο της πνευματικής ζωής. Αγαπούσε πολύ το ρωσικό μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα, του άρεσε πολύ να παρακολουθεί τις ρωσικές ακολουθίες, γι’ αυτό και πήγαινε συχνά εκεί, μερικές φορές έμενε για μια εβδομάδα, ίσως και περισσότερο.
Ο π. Άνθιμος πάντοτε προσπαθούσε να κρύβει την εσωτερική ζωή του, κάνοντας τον τρελό, συχνά μιλούσε άσκοπα και αλλόκοτα και μερικές φορές συμπεριφερόταν παράξενα. Όταν καταλάβαινε ότι οι άνθρωποι άρχιζαν να αντιλαμβάνονται την πνευματική του νοερή εργασία και να του δείχνουν σεβασμό, σκοπίμως κάτι παράλογο θα έβρισκε να κάνει, για να ανατρέψει την εκτίμηση προς το πρόσωπό του ή θα έφευγε για την έρημο, για να ησυχάσει για δύο ή τρεις μήνες, ή πάλι θα έτρεχε στις σπηλιές και στα απόμακρα μέρη του Άθωνα και έπειτα πάλι θα επέστρεφε στο μοναστήρι.