Μια παλαιά σοφή διήγηση αναφέρει ότι κάθε άνθρωπος έχει τρεις φίλους.
Ο πρώτος τον εγκαταλείπει κατά την ώρα του θανάτου, ο δεύτερος τον συνοδεύει μέχρι τον τάφο και ο τρίτος τον ακολουθεί πέρα από αυτόν.
Ο πρώτος είναι τα υλικά αγαθά, ο δεύτερος οι φίλοι και οι συγγενείς και ο τρίτος τα καλά έργα. Μέσα σε αυτή τη λιτή αλλά συγκλονιστική εικόνα συμπυκνώνεται ολόκληρη η τραγωδία αλλά και το μεγαλείο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ο άνθρωπος από τη φύση του αναζητά ασφάλεια. Θέλει να κρατηθεί από κάτι σταθερό μέσα στη ρευστότητα του κόσμου. Συχνά πιστεύει ότι αυτή η ασφάλεια βρίσκεται στον πλούτο, στην εξουσία, στην κοινωνική αναγνώριση, στην κατοχή πραγμάτων. Αγωνίζεται μια ολόκληρη ζωή να αποκτήσει περισσότερα, να εξασφαλίσει καλύτερες συνθήκες, να διευρύνει τα όρια της δύναμής του. Και όμως, όταν έρθει η ύστατη ώρα, όλα όσα συγκέντρωσε με κόπο, αγωνία και θυσίες παραμένουν πίσω. Τα σπίτια, οι τραπεζικοί λογαριασμοί, οι τίτλοι, οι διακρίσεις, τα αποκτήματα, δεν μπορούν να διαβούν το κατώφλι του θανάτου. Παραμένουν βουβά μνημεία μιας ζωής που πέρασε. Εκείνη τη στιγμή ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι τα πράγματα που θεωρούσε αναντικατάστατα ήταν τελικά προσωρινοί συνοδοιπόροι. Υπηρέτησαν ανάγκες της επίγειας ζωής, αλλά δεν είχαν τη δύναμη να νικήσουν τη φθορά.



















